Παναγιώτας Μιχαήλ άλλως Γιώτας Μιχαήλ ν. Παναγιώτη Αντρέου, Αρ. Αγωγής: 1857/2005, 30/6/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1857/2005 Μεταξύ: Παναγιώτας Μιχαήλ, άλλως Γιώτας Μιχαήλ, Πλούτωνος 9Α, Μενεού Ενάγουσας και Παναγιώτη Αντρέου, εκ Λάρνακος Εναγόμενου και Δήμητρας Μιχαήλ, εκ Λάρνακος Τριτοδιαδίκου Ημερομηνία: 30/6/2008 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα. Ποιητή Για τον Εναγόμενο: κα. Αντρέου Για την τριτοδιάδικο: κ. Κυριακίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, με την υπο εξέταση αγωγή της αξιώνει εναντίον του εναγόμενου αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές, τις οποίες υπέστη συνεπεία τροχαίου ατυχήματος, το οποίο επεσυνέβη περί ώρα 6:30 μ.μ. της 26ης/3/2005 στο χωρίο Μενεού της επαρχίας Λάρνακας. Στο ατύχημα, όπως υπήρξε κοινά παραδεκτό ενέχετο το αυτοκίνητο υπ' αριθμό εγγραφής ΕΗΧ689, το οποίο οδηγείτο απο την τριτοδιάδικο και το αυτοκίνητο υπ' αριθμό εγγραφής ΕΒΕ575 το οποίο οδηγείτο από τον εναγόμενο. Η ενάγουσα ήταν επιβάτης στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η τριτοδιάδικος. Σε ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας, μετά που κατέθεσε ο εξεταστής του ατυχήματος και ένας ακόμη μάρτυρας, τα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία για το ποσό των αποζημιώσεων που δικαιούται η ενάγουσα, πλέον τα δικηγορικά της έξοδα. Μετά την έκδοση της απόφασης υπέρ της ενάγουσας το μοναδικό ζήτημα που παρέμεινε προς εκδίκαση ήταν ο καταμερισμός της ευθύνης μεταξύ του εναγόμενου και της τριτοδιαδίκου και η τυχόν συνεισφορά της τριτοδιαδίκου στην απόφαση, η οποία εξεδόθη εναντίον του εναγομένου. Πριν συνοψίσω την προσαχθείσα μαρτυρία θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω, απο αυτό το πρώιμο στάδιο τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες στηρίζονται στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Το ατύχημα επεσυνέβη στην συμβολή της οδού Υμηττού με την οδό Λάμπουσας. Η οδός Λάμπουσας είναι η κύρια οδός, ενώ η Υμηττού είναι κάθετος επι της οδού Λάμπουσας. Η τριτοδιάδικος οδηγούσε το αυτοκίνητο της επι της οδού Λάμπουσας και πρόθεση της ήταν να εισέλθει στην οδό Υμηττού, η οποία βρισκόταν στα αριστερά της, σε σχέση με την πορεία της. Στην αριστερή γωνία των οδών Λάμπουσας και Υμηττού, σε σχέση με την πορεία της τριτοδιαδίκου υπάρχει ανοικτός (άκτιστος) χώρος, ο οποίος εκτείνεται σε κάποια απόσταση και επι των δύο ως άνω δρόμων. Μέσα στον υπο αναφορά χώρο υπάρχουν δύο κυπαρίσσια. Πριν το δυστύχημα το αυτοκίνητο του εναγομένου ήταν σταθμευμένο μέσα στην οδό Υμηττού, σε απόσταση 25 περίπου μέτρων από την συμβολή της με την οδό Λάμπουσας, στην αντίθετη πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία που προτίθετο να ακολουθήσει. Το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του ήταν στραμμένο προς την οδό Λάμπουσας. Ο εναγόμενος, ξεκινώντας το αυτοκίνητο του κατευθύνθηκε προς την συμβολή της Υμηττού με την οδό Λάμπουσας, με πρόθεση να εισέλθει στην οδό Λάμπουσας με δεξιά κατευθύνση. Πριν προλάβει να εισέλθει στην οδό Λάμπουσας συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου, το οποίο επιχειρούσε να εισέλθει στην οδό Υμηττού. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο αστυνομικός 2637 Γιώργος Χάγιαννης (ΜΕ1) επισκέφθηκε την σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και με βάση το τι είδε στην σκηνή ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο, το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο (βλέπε το Τεκμήριο 1). Η ώρα ήταν 6:30 μ.μ. και υπήρχε ακόμα φως της ημέρας. Η άσφαλτος ήταν στεγνή. Το πλάτος της οδού Υμηττού στο σημείο της συμβολής της με την οδό Λάμπουσας είναι 7 μέτρα. Κάθε κατεύθυνση έχει πλάτος 3,5 μέτρα. Το σημείο συγκρούσεως μεταξύ των δύο οχημάτων, το οποίο απεικονίζεται στο σχέδιο του με το γράμμα Χ απέχει 2,50 μέτρα από το δεξιό άκρο της ασφάλτου, σε σχέση με την πορεία του εναγόμενου. Το πλάτος του αυτοκινήτου της τριτοδιαδίκου ήταν 1,50 μέτρα. Το αυτοκίνητο του εναγόμενου κτυπήθηκε στο μπροστινό δεξί μέρος, ενώ το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου κτυπήθηκε στον μπροστινό προφυλακτήρα. Δεν υπήρχαν οποιαδήποτε ίχνη επι της ασφάλτου. Στη συμβολή της οδού Υμηττού με την Λάμπουσας υπάρχει γραμμή «άλτ» επι της ασφάλτου. Δεν προχώρησε στην καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον οποιουδήποτε απο τους ενεχόμενους οδηγούς επειδή, όπως του αναφέρθηκε οι ζημιές θα διευθετούντο και, επιπλέον δεν του είχαν αναφερθεί οποιοιδήποτε τραυματισμοί. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι τα δύο κυπαρίσσια τα οποία βρίσκονταν μέσα στον ανοικτό χώρο περιόριζαν σε κάποιο βαθμό την ορατότητα της τριτοδιαδίκου προς την οδό Υμηττού. Διευκρίνισε ότι δεν περιόριζαν πλήρως την ορατότητα της τριτοδιαδίκου αλλά μόνο κάποιο σημείο της οδού Υμηττού. Ανέφερε επίσης ότι και οι δύο οδηγοί συμφώνησαν με το σχέδιο του και το υπέγραψαν. Ο εναγόμενος κατέθεσε ότι πριν την επίδικη σύγκρουση το αυτοκίνητο του ήταν σταθμευμένο μέσα στην οδό Υμηττού, στη δεξιά πλευρά του δρόμου, σε σχέση με την πορεία που θα ακολουθούσε, σε απόσταση 25 περίπου μέτρων από την γραμμή του «άλτ». Όταν ξεκίνησε το αυτοκίνητο του πήρε την αριστερή κατεύθυνση. Η ταχύτητα του ήταν μεταξύ 10 - 15 χ.α.ω. Ενώ κατευθυνόταν προς τα αριστερά ερχόταν η τριτοδιάδικος για να μπεί στην πάροδο. Όταν την πρωτοείδε βρισκόταν 2 μέτρα πίσω από την γραμμή του «άλτ» και η απόσταση που τον χώριζε από το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου ήταν 6-7 μέτρα. Η τριτοδιάδικος κινείτο με ταχύτητα 25 - 30 χ.α.ω. Ανέμενε ότι η τριτοδιάδικος θα σταματούσε το αυτοκίνητο της, όμως δεν έκαμε καμιά προσπάθεια για να τον αποφύγει και κτύπησε στο αυτοκίνητο του. Η τριτοδιάδικος μπορούσε να σταματήσει το αυτοκίνητο της. Την στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο του βρισκόταν διαγώνια μέσα στο δρόμο σε σχέση με την γραμμή του «αλτ». Ο αριστερός μπροστινός τροχός του αυτοκινήτου του ήταν στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Μόλις αντίκρισε το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου σταμάτησε «επί τόπου». Η τριτοδιάδικος αντί να σταματήσει το αυτοκίνητο της αύξησε την ταχύτητά του. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με την θέση ότι ο λόγος που δεν είχε δει το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου από απόσταση μεγαλύτερη των 6-7 μέτρων ήταν τα δύο δέντρα που υπήρχαν στον ανοικτό χώρο, τα οποία απέκοπταν την ορατότητα. Συμφώνησε επίσης με την θέση ότι εφόσον δεν μπορούσε να δει το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου απο απόσταση μεγαλύτερη των 6-7 μέτρων, ούτε η τριτοδιάδικος θα πρέπει να είχε δει το αυτοκίνητο του. Διαφώνησε με υποβολή ότι πριν τη σύγκρουση βρισκόταν πίσω από την νοητή προέκταση της γραμμής του «αλτ» περισσότερο απο 2 μέτρα, καθότι δεν μπορούσε να σταματήσει άμεσα το αυτοκίνητο του. Η θέση του ήταν ότι η ταχύτητα των 10 χ.α.ω. με την οποία οδηγούσε του επέτρεπε να σταματήσει επι τόπου το αυτοκίνητο του. Διαφώνησε με υποβολή ότι η τριτοδιάδικος δεν ήταν σε θέση να πάρει οποιαδήποτε μέτρα μόλις είχε αντικρύσει το αυτοκίνητο του για να αποφύγει την σύγκρουση. Τέλος διευκρίνισε ότι αυτό που ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, ότι η τριτοδιάδικος είχε αυξήσει την ταχύτητα της αντί να την μειώσει ήταν καθαρά δική του σκέψη, την οποία έκαμε κατά την ώρα που σταμάτησε το αυτοκίνητο της τριτοδιάδικου. Ο μοναδικός μάρτυρας ο οποίος παρουσιάστηκε για την πλευρά της τριτοδιαδίκου ήταν ο Θράσος Ο' Μαχόνη. Κατέθεσε ότι είναι Μηχανολόγος - Μηχανικός, ειδικός στις μελέτες οδικών δυστυχημάτων. Με βάση την ταχύτητα ενός αυτοκινήτου, η οποία του γνωστοποιείται έχει την δυνατότητα, με την εφαρμογή κάποιου μαθηματικού τύπου να καταλήξει στην ταχύτητα που διανύει το αυτοκίνητο ανά δευτερόλεπτο. Εφαρμόζοντας τον ως άνω μαθηματικό τύπο, τον οποίο περιέγραψε στο Δικαστήριο ένα όχημα το οποίο κινείται με 10 χ.α.ω. διανύει 2,8 μέτρα ανα δευτερόλεπτο. Στην περίπτωση που κινείται με 25 χ.α.ω. διανύει 6,9 μέτρα ανα δευτερόλεπτο και αν κινείται με ταχύτητα 30 χ.α.ω. διανύει 8, 3 μέτρα ανα δευτερόλεπτο. Επεξήγησε επίσης ότι η απόσταση σκέψης, (thinking distance) είναι η απόσταση η οποία αντιστοιχεί στον χρόνο αντίδρασης ενός οδηγού. Από πρόσφατα πειράματα που έγιναν, οι ειδικοί κατέληξαν ότι ένας μέσος οδηγός υπο ιδανικές συνθήκες, χωρίς δηλαδή να υπεισέρχονται παράγοντες όπως κούραση, επήρεια οινοπνεύματος ή προβλήματα υγείας χρειάζεται από 1½ - 2 δευτερόλεπτα μέχρι να κάμει απόπειρα αποφυγής του κινδύνου όπως π.χ. η εφαρμογή των φρένων του αυτοκινήτου του. Μεσολαβεί δηλαδή ένας νεκρός χρόνος 1½ - 2 δευτερολέπτων. Όσο απομακρυνόμαστε απο ιδανικές συνθήκες ο χρόνος αντίδρασης μεγαλώνει. Όσο πιο πολύπλοκη είναι η κατάσταση σε ένα δυστύχημα, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο χρόνος αντίδρασης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ο ενάγομενος δεν αρνείται ότι ευθύνεται για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Είναι η θέση του όμως ότι μέρος της ευθύνης θα πρέπει να καταλογιστεί και στην τριτοδιάδικο. Η ευθύνη της, κατά την άποψη του συνίσταται στο ότι παρέλειψε να πάρει οποιαδήποτε μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Η αντίθετη θέση της τριτοδιαδίκου ήταν ότι η οδική συμπεριφορά της δεν συνέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην πρόκληση της σύγκρουσης. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ξεκινώντας την αξιολόγηση μου με την εξέταση του δυστυχήματος, έχω να αναφέρω ότι δυστυχώς η απο μέρους του διερεύνηση του δυστυχήματος δεν ήταν πλήρης. Απο το πρόχειρο σχέδιο το οποίο ετοίμασε (τεκμήριο 1) έλειπαν ουσιώδεις μετρήσεις, όπως η απόσταση του σημείου συγκρούσεως (Χ) από την νοητή προέκταση της γραμμής του «αλτ» προς τα δεξιά, πιο απλά σε πόση απόσταση πρίν την συμβολή των δύο οδών βρίσκεται το σημείο συγκρούσεως. Το σοβαρότερο όμως κενό στην διερεύνηση του έγκειται στην παράλειψη του να διαφωτίσει το Δικαστήριο για την ορατότητα του οδηγού ο οποίος οδηγεί επί της οδού Λάμπουσας προς την πάροδο της οδού Υμηττού. Η θέση του ήταν ότι τα δύο κυπαρίσσια που υπήρχαν στον ανοιχτό χώρο ο οποίος καταλάμβανε μέρος και των δύο οδών, εμπόδιζαν την τριτοδιάδικο να έχει πλήρη ορατότητα προς την πάροδο της οδού Υμηττού, εντός της οποίας προτίθετο να εισέλθει. Δυστυχώς όμως δεν έκαμε καμιά δοκιμή για να διαπιστώσει απο ποιό σημείο της οδού Λάμπουσας, πριν το σημείο που συναντά την Υμηττού εμποδίζεται η ορατότητα και επιπλέον να καθορίσει το μέρος της οδού Υμηττού προς το οποίο δεν υπάρχει ορατότητα. Το γεγονός ότι δεν προχώρησε στην καταχώρηση ποινικής δίωξης εναντίον οποιουδήποτε ενεχόμενου οδηγού δεν θα μπορούσε κατά την άποψη μου να δικαιολογήσει την απο μέρους του μη ολοκληρωμένη εξέταση του δυστυχήματος. Από την στιγμή που είχε επισκεφθεί την σκηνή της επίδικης σύγκρουσης δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να μην είχε κάμει όλες τις αναγκαίες μετρήσεις, εις τρόπο ώστε να ήταν σε θέση να τις παρουσίαζε, οποτεδήποτε του ζητούντο. Όσον αφορά τις υπόλοιπες μετρήσεις που υπάρχουν επι του σχεδίου του θα πρέπει να αναφέρω ότι υπήρξαν αδιαμφισβήτητες. Το Δικαστήριο αποδέχεται την ορθότητα τους. Πριν προχωρήσω στην μαρτυρία του εναγομένου θεωρώ ορθότερο να ασχοληθώ με την μαρτυρία του Θράσου Ο Μαχόνη. Ο μάρτυρας αυτός κλήθηκε από την τριτοδιάδικο ως ειδικός εμπειρογνώμονας για να καταρρίψει την θέση του εναγομένου ότι η τριτοδιάδικος δεν πήρε οποιαδήποτε μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση, παρά το ότι είχε την δυνατότητα να το πράξει. Κατ' αρχάς θα πρέπει να αναφέρω ότι η ιδιότητα του μάρτυρα ως ειδικού στις μελέτες οδικών δυστυχημάτων υπήρξε κοινά παραδεκτή. Ο ρόλος και τα καθήκοντα των εμπειρογνωμόνων ως μαρτύρων έχουν επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Πιττάλης και άλλων Ianira Enterprises Ltd
(1997)1(B) ΑΑΔ 814 λέχθηκε ότι ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε να μπορέσει ο Δικαστής να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Ο μάρτυρας αυτός περιέγραψε στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια τον μαθηματικό τύπο τον οποίο εφαρμόζει για να καταλήξει στην ταχύτητα την οποία διανύει ένα αυτοκίνητο ανα δευτερόλεπτο, εφόσον είναι γνωστή η ταχύτητα με την οποία κινείται ανα ώρα. Σημειώνω ότι δεν έχει αμφισβητηθεί απο πλευράς εναγομένου η εγκυρότητα της ως άνω μεθόδου. Επιπλέον, έδωσε με καθαρότητα και σαφήνεια το νόημα της απόστασης σκέψης (thinking distance) καθώς και τον ελάχιστο χρόνο ο οποίος απαιτείται για να αντιδράσει ένας οδηγός στον κίνδυνο, απο τη στιγμή που εκδηλώνεται. Δεν μου έχει αφήσει καμιά αμφιβολία για την εγκυρότητα και ακρίβεια των όσων περιέγραψε στο Δικαστήριο. Εξάλλου θα πρέπει να τονίσω ότι η μαρτυρία του υπήρξε αναντίλεκτη. Η πλευρά του εναγομένου δεν ζήτησε να προσκομίσει μαρτυρία για να αντικρούσει οτιδήποτε από τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας (evidence in rebuttal). Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του κύριου Μαχόνη στην ολότητα της. Το Δικαστήριο έχοντας αποδεχθεί την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα κ. Μαχόνη καθώς και τις μετρήσεις του εξεταστή του δυστυχήματος που υπάρχουν επι του σχεδίου του, θα χρησιμοποιήσει την μαρτυρία αυτή, την οποία κρίνει ως ανεξάρτητη, ως μέτρο κρίσης της μαρτυρίας του εναγομένου (βλέπε Ευαγγέλου v. Γιαννακού
(1992)1ΑΑΔ 1243 και Λιθογραφία Κυριακίδη και άλλων v. Τiba Publishing co Ltd
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 1894). Όπως έχω ήδη αναφέρει η βασική θέση του εναγομένου ήταν ότι μόλις αντίκρυσε το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου κατάφερε και σταμάτησε το αυτοκίνητο του επι τόπου, δηλαδή άμεσα, σε αντίθεση με την τριτοδιάδικο, η οποία παρά το ότι είχε την δυνατότητα, λόγω της χαμηλής της ταχύτητας και της απόστασης που την χώριζε από το αυτοκίνητο του δεν ακινητοποίησε το αυτοκίνητο της, με αποτέλεσμα να μην αποφύγει την σύγκρουση με το αυτοκίνητο του. Δυστυχώς, οι ως άνω θέσεις του αντικρούονται από την αναντίλεκτη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα κου Μαχόνη, γι' αυτό δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Ο ίδιος ο εναγόμενος στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι η τριτοδιάδικος λόγω των κυπαρισσιών που απέκοπταν την ορατότητα, δεν θα πρέπει να είχε δει το αυτοκίνητο του από απόσταση μεγαλύτερη των 6-7 μέτρων πριν την σύγκρουση. Επιπλέον, καθόρισε την δική του ταχύτητα στα 10 χ.α.ω., ενώ της τριτοδιαδίκου στα 25-30 χ.α.ω. Σημειώνω ότι οι ως άνω θέσεις του υπήρξαν αδιαμφισβήτητες. Έχοντας κατα νού τον ελάχιστο χρόνο που χρειάζεται για να αντιδράσει ένας οδηγός στον κίνδυνο (thinking distance) όπως τον καθόρισε στην μαρτυρία του ο κος. Μαχόνη (1½ - 2 δευτερόλεπτα), σε συνδυασμό με την απόσταση την οποία διένυαν τα δύο ενεχόμενα αυτοκίνητα ανα δευτερόλεπτο, με βάση την ταχύτητα με την οποία κινούντο ανα ώρα, όπως επίσης την καθόρισε ο κος. Μαχόνη (2,8 μέτρα ανα δευτερόλεπτο για το αυτοκίνητο του εναγομένου και 6,9 τουλάχιστον μέτρα ανα δευτερόλεπτο για το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου) καταλήγω ότι ούτε ο ίδιος μπορούσε να σταματήσει το αυτοκίνητο του επι τόπου, μόλις πρωτοαντίκρυσε το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου, ούτε όμως και η τριτοδιάδικος, λόγω της μικρής απόστασης που χώριζε το αυτοκίνητο της από το αυτοκίνητο του εναγομένου, είχε την δυνατότητα να πάρει οποιαδήποτε μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση, όπως π.χ. εφαρμόζοντας το σύστημα πέδησης του αυτοκινήτου της ή κάμνοντας οποιοδήποτε ελιγμό. Παρεπόμενα, δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ ούτε και την θέση του εναγομένου ότι μόλις πρωτοαντίκρυσε το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου βρισκόταν 2 μέτρα πριν την γραμμή του «αλτ». Αντίθετα θα πρέπει να το είχε δει από μεγαλύτερη απόσταση. Η θέση του, σύμφωνα με την οποία κατά την στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο του βρισκόταν διαγώνια (φάρσα) μέσα στο δρόμο σε σχέση με την γραμμή του «αλτ» συνάδει απόλυτα με την ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου κτύπησε στο μπροστινό δεξί μέρος του αυτοκινήτου του. Σύμφωνα με τις μετρήσεις του εξεταστή του δυστυχήματος το σημείο συγκρούσεως (Χ), το οποίο υπενθυμίζω βρίσκεται στο δεξιό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του εναγομένου, απέχει από την δεξιά πλευρά του δρόμου 2,50 μέτρα σε σχέση με την πορεία του εναγόμενου. Το πλάτος του δρόμου στο σημείο συγκρούσεως, σύμφωνα με τις μετρήσεις του εξεταστή του δυστυχήματος είναι 7,00 μέτρα και η κάθε κατεύθυνση έχει πλάτος 3,50 μέτρα. Αν δε υπολογιστεί και το πλάτος του αυτοκινήτου του εναγομένου, το οποίο ο εξεταστής καθόρισε στο 1,50 μέτρα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του εναγομένου βρισκόταν στην αριστερή κατεύθυνση του δρόμου κατά 0,50 μέτρα περίπου (2,50 μ. + 1,50 μ. = 4,00 μέτρα). Αντίθετα το δεξί πίσω μέρος του αυτοκινήτου του, σύμφωνα με τις μετρήσεις του εξεταστή του δυστυχήματος, απέχει 2,10 μέτρα από την δεξιά πλευρά του δρόμου. Από τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι η απόσταση του δεξιού πίσω μέρους του αυτοκινήτου του εναγομένου μέχρι την δεξιά πλευρά του δρόμου είναι μικρότερη από την απόσταση του δεξιού μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου του μέχρι τη δεξιά πλευρά του δρόμου. Επιπλέον θα πρέπει να αναφέρω ότι ενώπιον μου δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για τυχόν μετακίνηση του αυτοκινήτου του συνεπεία της σύγκρουσης. Θα πρέπει εξάλλου να υπογραμμίσω ότι ο ίδιος ο εναγόμενος στη μαρτυρία του δέχθηκε ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης ο αριστερός τροχός του αυτοκινήτου του βρισκόταν εντός της αριστερής πλευράς του δρόμου σε σχέση με την πορεία του, ενώ οι άλλοι τρείς τροχοί βρίσκονταν στην δεξιά πλευρά του δρόμου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι ο εναγόμενος δεν συμφώνησε με την θέση που ο εξεταστής τοποθέτησε το αυτοκίνητο του επι του σχεδίου του. Όμως, θα πρέπει να υποδείξω ότι, όπως ο εξεταστής επεξήγησε στην μαρτυρία του το σχέδιο του δεν ήταν συμμετρικό, ούτε επί κλίμακος. Κατ' επέκταση δεν μπορούσε να αποτυπωθεί σ΄ αυτό η σωστή θέση του αυτοκινήτου του κατά τη στιγμή της σύγκρουσης. Για το τέλος θα ήθελα να αναφέρω ότι, όπως υποστήριξε στην κυρίως εξέταση του η τριτοδιάδικος όταν είδε το αυτοκίνητο του αύξησε την ταχύτητα του αυτοκινήτου της, αντί να την μειώσει. Όμως, όπως ο ίδιος επεξήγησε κατά την αντεξέταση του επρόκειτο για δική του σκέψη. Ενόψει του ότι δεν πρόκειται για γεγονός, αλλά για καθαρά δική του γνώμη, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Aποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος από το σημείο εκκίνησης του αυτοκινήτου του, κατευθυνόμενος προς την συμβολή της οδού Υμηττού με την οδό Λάμπουσας, στην οποία είχε πρόθεση να εισέλθει, οδήγησε το αυτοκίνητο του, ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος του αυτοκινήτου του στην αντίθετη κατεύθυνση της οδού Υμηττού. Αυτή ήταν και η γενεσιουργός αιτία της πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Η τριτοδιάδικος, στην προσπάθεια της να εισέλθει εντός της οδού Υμηττού που βρισκόταν στα αριστερά της, σε σχέση με την πορεία της κτύπησε επί του δεξιού μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου του εναγόμενου. Ο εναγόμενος είχε καθήκον να οδηγεί το αυτοκίνητο του στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Η παράλειψη του εναγόμενου να οδηγήσει το αυτοκίνητο του στην ορθή κατεύθυνση της οδού Υμηττού συνιστά κατά την άποψη μου παράλειψη του να εκπληρώσει το καθήκον μέριμνας και φροντίδας απέναντι σε άλλα πρόσωπα, στην συγκεκριμένη περίπτωση απέναντι στην τριτοδιάδικο, η οποία κατά τη δεδομένη στιγμή χρησιμοποιούσε το δρόμο. Η ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου αναμφίβολα συνιστά αμέλεια (βλέπε Κυριάκος Αργυρού v. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378). Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι, η δικαιολογία την οποία προέβαλε ο εναγόμενος κατά την αντεξέταση του για την παράλειψη του να οδηγήσει το αυτοκίνητο του στην αριστερή πλευρά του δρόμου, συγκεκριμένα ότι δεν πρόλαβε να πιάσει την ευθεία το αυτοκίνητο του στερείται κατά την άποψη μου οποιαδήποτε βάση λογικής. Η απόσταση από την οποία εκκίνησε, την οποία ο ίδιος καθόρισε στα 25 μέτρα πριν την συμβολή της οδού Υμηττού με την Λάμπουσας του παρείχε κατά την άποψη μου απεριόριστη δυνατότητα για να εισέλθει στην πορεία του μέχρι το σημείο συγκρούσεως, το οποίο, όπως ο ίδιος ανέφερε, βρισκόταν 2 μέτρα πριν την συμβολή των δύο οδών. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατα πόσο θα πρέπει να καταλογιστεί οποιοδήποτε ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας στην τριτοδιάδικο. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η τριτοδιάδικος, εισερχόμενη στην πάροδο της οδού Υμηττού οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην αριστερή κατεύθυνση του δρόμου, χωρίς να εισέλθει καθ' οιονδήποτε τρόπο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Η υπεράσπιση δεν αμφισβητεί ότι η τριτοδιάδικος, κατά την είσοδο της στην οδό Υμηττού οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην ορθή λωρίδα κυκλοφορίας. Η εισήγηση της κας Ανδρέου ήταν ότι η αμέλεια της τριτοδιαδίκου εστιάζεται στο ότι (α) παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για να αποτρέψει την σύγκρουση από την στιγμή που εντόπισε τον κίνδυνο και (β) δεν έλαβε υπόψη της τον περιορισμό της ορατότητας, εις τρόπο ώστε να έπαιρνε προληπτικά μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Όσον αφορά την υπο το γράμμα (α) ισχυριζόμενη αμέλεια της τριτοδιαδίκου, όπως έχω ήδη αναφέρει η μοναδική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την ορατότητα της τριτοδιαδίκου προέρχεται από τον ίδιο τον εναγόμενο, ο οποίος κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η τριτοδιάδικος δεν θα πρέπει να είχε δει το αυτοκίνητο του από απόσταση μεγαλύτερη των 6-7 μέτρων. Καμμία άλλη μαρτυρία δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η τριτοδιάδικος θα μπορούσε να είχε δει το αυτοκίνητο του εναγόμενου από απόσταση μεγαλύτερη των 6-7 μέτρων. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι ο εξεταστής του δυστυχήματος κατά την αντεξέταση του συμφώνησε με την θέση της κας Ανδρέου ότι η τριτοδιάδικος, οδηγώντας επι της οδού Λάμπουσας είχε την δυνατότητα να δει το αυτοκίνητο του εναγόμενου απο απόσταση 2-3 μέτρων πριν τα κυπαρίσσια, προς το σημείο που το αυτοκίνητο του εναγομένου βρισκόταν 3-4 μέτρα πριν την τελική του θέση. Όμως θα πρέπει να υποδείξω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμμία μαρτυρία για την ακριβή θέση των κυπαρισσιών, ειδικά την απόσταση που απέχουν σε σχέση και με τις δύο οδούς, απο το σημείο που σχηματίζουν γωνία, στην οποία εφάπτεται ο ανοικτός χώρος, όπου βρίσκονται τα δύο κυπαρίσσια. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με την απόσταση στην οποία βρισκόταν το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου από το αυτοκίνητο του εναγομένου, όταν το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου βρισκόταν επι της οδού Λάμπουσας, 2-3 μέτρα πριν τα κυπαρίσσια, ειδικώτερον δε αν η απόσταση αυτή ήταν μεγαλύτερη των 6-7 μέτρων. Εξάλλου το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει σε ποιό σημείο της οδού Υμηττού βρισκόταν το αυτοκίνητο του εναγόμενου, όταν το αυτοκίνητο της τριτοδιαδίκου βρισκόταν 2-3 μέτρα πριν τα κυπαρίσσια. Το Δικαστήριο κατά την ανάλυση της μαρτυρίας του εναγομένου, επεξήγησε τους λόγους για τους οποίους η τριτοδιάδικος δεν είχε την δυνατότητα να πάρει οποιαδήποτε μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση, απο την στιγμή που πρωτοαντίκρυσε το αυτοκίνητο του εναγομένου. Πιστεύω ότι θα ήταν αχρείαστο να επαναλάβω τους λόγους αυτούς. Θα αρκεστώ να αναφέρω μόνο ότι ενόψει των ως άνω λόγων η υπο εξέταση εισήγηση της κας Ανδρέου για συντρέχουσα αμέλεια της τριτοδιαδίκου δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η δεύτερη εισήγηση της κας. Ανδρέου ήταν ότι η τριτοδιάδικος δεν έλαβε υπόψη της τον περιορισμό της ορατότητας, λόγω των κυπαρισσιών, εις τρόπο ώστε να λάμβανε προληπτικά μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Η ως άνω παράλειψη της τριτοδιαδίκου συνιστά, κατά την εισήγηση της κας Ανδρέου αμέλεια. Προληπτικό μέτρο κατά την κα Ανδρέου θα ήταν η οδήγηση του αυτοκινήτου της τριτοδιαδίκου στην άκρια της ασφάλτου της πορείας της. Ούτε με αυτή την άποψη θα συμφωνούσα. Από την στιγμή που η τριτοδιάδικος δεν είχε οποιαδήποτε ένδειξη για τον επικείμενο κίνδυνο με τον οποίο θα βρισκόταν αντιμέτωπη, δεν είχε την υποχρέωση να προέβλεπε ότι εισερχόμενη στην πάροδο της οδού Υμηττού, ο εναγόμενος θα οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην λανθασμένη πλευρά του δρόμου, εις τρόπο ώστε να έπαιρνε οποιαδήποτε μέτρα πρόληψης, όπως η οδήγηση του αυτοκινήτου της στο άκρο αριστερό της πορείας της για να μην βρεθεί αντιμέτωπη με τον κίνδυνο. Η εναπόθεση αυτού του βάρους στην τριτοδιάδικο θα ισοδυναμούσε με υπέρμετρη υποχρέωση, η οποία βρίσκεται πέραν των υποχρεώσεων του μέσου, συνετού οδηγού. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υποδείξω ότι σύμφωνα με την επί του ζητήματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου οδηγοί, οι οποίοι βρέθηκαν να οδηγούν στην λανθασμένη πλευρά του δρόμου, κοντά σε στροφή κρίθηκαν εξ' ολοκλήρου υπεύθυνοι για την πρόκληση της σύγκρουσης. Παραπέμπω μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Asprou and Another v. Samaras and another
(1975)1 CLR 223, Petridou and another v. Papoui
(1971)1 CLR 332, Panayiotou and another v. Xenophontos as Administrator of the estate of Iacovos Xenophontos
(1980)1 CLR 345. Κάτω από τις περιστάσεις που περιγράφω πιο πάνω καταλήγω ότι η τριτοδιάδικος δεν θα μπορούσε να βρεθεί υπόλογος οποιουδήποτε ποσοστού συντρέχουσας αμέλειας στην πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης. Αντίθετα, για τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι την αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης φέρει ο εναγόμενος. Παρεπόμενα και η διαδικασία τριτοδιαδίκου θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο απόκλισης από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται υπέρ της τριτοδιαδίκου και εναντίον του εναγόμενου. Η διαδικασία τριτοδιαδίκου απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του εναγομένου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. .................................................... (ΥΠ) Θ.ΘΩΜΑ, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο