ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΝΤΕΑΣ ν. Στέλιου Παρπόττα, Αγωγή αρ. : 979/07, 3 Ιουλίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε. Δ. Αγωγή αρ. : 979/07 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΝΤΕΑΣ, εκ Λάρνακος Εναγόντων - και - Στέλιου Παρπόττα, Καλό Χωριό, 7643 Λάρνακα Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 11.1.2008 για παραμερισμό της απόφασης Ημερομηνία: 3 Ιουλίου 2008 Εμφανίσεις Για τον Εναγόμενο- Αιτητή: κ. Α. Δημητρίου (για να ακούσει απόφαση η κα Σ. Γεωργίου) Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η αίτηση: κ. Α. Μιχαηλίδης για Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, εξεδόθη στις 25.6.2007 ερήμην του εναγομένου απόφαση εναντίον του και υπέρ των εναγόντων για το ποσό των ΛΚ.8.774,34 πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει οφειλόμενο υπόλοιπο από δάνειο το οποίο παραχώρησαν οι εναγόντες σε κάποιον Χρίστο Ανδρέα Ζαχαρίου, τον οποίον εγγυήθηκε, μεταξύ άλλων προσώπων, και ο εναγόμενος. Με την παρούσα αίτηση, ο εναγόμενος-αιτητής αιτείται από το Δικαστήριο, την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή, λόγω παράλειψης καταχώρισης Εμφάνισης. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2, 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Αρ. 14/60, στα άρθρα 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θθ.10, Δ.26 θθ.14, 15, Δ.33 θθ. 1-14, Δ.40 θ.7(β) και 11, Δ.48 θθ.1-4 και 8, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του ίδιου του εναγομένου, Στέλιου Παρπόττα. Ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής. Στις 23.11.1999 οι ενάγοντες καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την αγωγή με αριθμό 5643/99 εναντίον των
- Χρίστου Ανδρέα Ζαχαρίου,
- Ιάκωβου Ιακώβου,
- Γεώργιου Γεωργίου,
- Σπύρου Κίττου και του ιδίου. Όταν περιήλθε σε γνώση του, κατά τον Οκτώβρη 2002, η ύπαρξη της πιο πάνω αγωγής, αμέσως επισκέφθηκε τον γραμματέα της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ κ. Ευριπίδη Πέτρου και του ανέφερε ότι ουδεμία σχέση είχε με τον εναγόμενο αρ. 1 Χρίστο Ανδρέα Ζαχαρίου και ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο ως εγγυητής του. Τον πληροφόρησε δε ότι θα προέβαινε σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία. Ο Ευριπίδης Πέτρου τον διαβεβαίωσε ότι η αγωγή δεν θα προχωρούσε εναντίον του. Η υπόθεση διερευνήθηκε, μετά από καταγγελία του, από εμπειρογνώμονα-ειδικό γραφολόγο της αστυνομία ο οποίος κατέληξε ότι "η υπογραφή του εγγυητή στο γραμμάτιο, είναι μια γραφική παράσταση χωρίς τεχνική και συνέπεια στον τρόπο σχηματισμού της και δεν είναι η γνήσια υπογραφή του Στέλιου Παρπόττα." Παρά τις διαβεβαιώσεις του Ευριπίδη Πέτρου ότι η αγωγή δεν θα προχωρούσε εναντίον του, κατά ή περί τον Μάιο 2004 περιήλθε σε γνώση του ότι εναντίον του καταχωρήθηκε αίτηση μηνιαίων δόσεων. Τότε έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρήσουν αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Στις 26.10.2004 το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα με το οποίο διέτασσε τον παραμερισμό της απόφασης στην αγωγή με αρ. 5643/
- Η διαδικασία στην προαναφερόμενη αγωγή διεκόπη στις 27.10.2004, κατόπιν αιτήματος των εναγόντων. Στις 10.5.2007 του επεδόθη αντίγραφο της επίδικης αγωγής η οποία καταχωρήθηκε στις 30.4.
- Επικοινώνησε με την ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ και μίλησε με την αρμόδια υπάλληλο κάποια κα Αντρη, η οποία τον διαβεβαίωσε ότι η αγωγή κινήθηκε από λάθος και ότι θα έδινε οδηγίες στους δικηγόρους των να αποσύρουν την αγωγή. Βασιζόμενος στις εν λόγω διαβεβαιώσεις δεν έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του να καταχωρήσει εμφάνιση εκ μέρους του θεωρώντας το αχρείαστο, εφόσον η αγωγή θα αποσυρόταν. Πρόσφατα περιήλθε σε γνώση του από δικαστικό επιδότη (στα πλαίσια της διαδικασίας εκτέλεσης εντάλματος της κινητής του περιουσίας) ότι οι ενάγοντες πέτυχαν την έκδοση απόφασης ερήμην του. Επί της ουσίας της υπόθεσης είναι η θέση του ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο ως εγγυητής του Χρίστου Ανδρέα Ζαχαρίου και ότι η υπογραφή του πλαστογραφήθηκε. Τέλος ζητά από το Δικαστήριο όπως παραμερίσει την απόφαση, αφενός μεν επειδή έχει καλή υπεράσπιση και αφετέρου επειδή οι ενάγοντες με την καταχώρηση της αγωγής παραβίασαν τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και κατ' επέκταση θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα του. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θθ.2, 19, Δ.48 θθ.1-9, Δ.57 θ.2, στον Νόμο αρ. 134
(1)/99, άρθρα 1, 2, 3 και 4, στη γενική πρακτική και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής: "
- Ο κύριος Ευριπίδης, που είναι ο γραμματέας της εναγόμενης εταιρείας, ουδέποτε διαβεβαίωσε τον εναγόμενο να μην ανησυχεί.
- Η υπογραφή του εναγομένου ετέθη στην παρουσία των μαρτύρων Χ. Χαννίδου και Μ. Ιωακείμ οι οποίοι διαβεβαιώνουν ότι έλεγξαν ακόμα και την ταυτότητα του. Αν ο εναγόμενος υπέγραψε με άλλη υπογραφή, αυτό δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη του.
- Είναι γελοίος και ψευδής ο ισχυρισμός του εναγομένου στην παράγραφο 7, ότι επικοινώνησε με την κυρία Άνδρη Ανδρέου και του ανέφερε "Απολογούμαι έγινε λάθος" και ότι τον διαβεβαίωσε ότι θα έδινε οδηγίες στους δικηγόρους να αποσύρουν την αγωγή.
- Η δεύτερη αγωγή κατεχωρήθη ακριβώς διότι είναι βέβαιοι ότι ο εναγόμενος υπέγραψε προσωπικά.
- Οι ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 7,8, 9, 10, 11, 12 και 13 και επαναλαμβάνουν ότι προφανώς ο εναγόμενος υπέγραψε με άλλη υπογραφή.
- Οι ενάγοντες αρνούνται τις παραγράφους 14, 15, 16 και 17 και αναφέρουν ότι απλούστατα ο εναγόμενος κάνει μια ακόμη προσπάθεια να ξεγελάσει και να εξαπατήσει τους ενάγοντες για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του." Η Ειδοποίηση Ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Άντρης Ανδρέου, υπαλλήλου των εναγόντων η οποία απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγομένου. Αρνείται ότι ο τελευταίος επικοινώνησε μαζί της και ότι η ίδια τον διαβεβαίωσε ότι θα έδινε οδηγίες στους δικηγόρους των εναγόντων να αποσύρουν την αγωγή. Εξ' όσων την πληροφόρησε ο Ευριπίδης Πέτρου (γραμματέας της ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ) ουδέποτε διαβεβαίωσε τον εναγόμενο "να μην ανησυχεί". Ισχυρίζεται επίσης ότι ο εναγόμενος υπέγραψε ως εγγυητής του Χρίστου Ανδρέα Ζαχαρίου, και ότι η υπογραφή του ετέθη στην παρουσία των μαρτύρων Χ. Χαννίδου και Μ. Ιωακείμ οι οποίοι (όπως την διαβεβαιώνουν) ήλεγξαν ακόμη και την ταυτότητα του. Προβάλλει ότι η επίδικη αγωγή καταχωρήθηκε, λόγω του ότι οι ενάγοντες ήσαν βέβαιοι ότι ο εναγόμενος "υπέγραψε προσωπικά". Είναι τέλος η θέση της ότι "εάν ο εναγόμενος υπέγραψε με άλλη υπογραφή, αυτό δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη του". Στις αγορεύσεις που ακολούθησαν ο κ. Δημητρίου εκ μέρους του εναγομένου-αιτητή, αφού αναφέρθηκε στην ισχύουσα επί του θέματος νομολογία, ισχυρίστηκε ότι με την μαρτυρία που προσκόμισε ο εναγόμενος στο Δικαστήριο ικανοποίησε και τις δύο προϋποθέσεις που τίθενται από τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Αφενός μεν απεκάλυψε ότι έχει καλή υπεράσπιση στην υπόθεση και αφετέρου έδωσε ικανοποιητικό λόγο για την παράλειψη του να καταχωρήσει Εμφάνιση στην αγωγή. Αντίθετα ο κ. Μιχαηλίδης, από την πλευρά των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση, αφού αναφέρθηκε και εκείνος στην σχετική επί του θέματος νομολογία και στις δύο προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να παραμεριστεί μια δικαστική απόφαση, απέρριψε την θέση και εκδοχή του εναγομένου με αναφορά στην προσκομισθείσα εκ μέρους των εναγόντων μαρτυρία, και κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. Οι αρχές στις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να βασιστεί στην εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα τεθεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Προτού αναφερθώ σ' αυτές παραθέτω το κείμενο της Δ.17 θ.10 η οποία αποτελεί νομική βάση της παρούσας αίτησης. "Where judgement is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order is shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgement upon such terms as may be just". Όπως τόνισα και πιο πάνω οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από την νομολογία. Κλασσική απόφαση είναι η αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 η οποία υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία και ιδιαίτερα από την υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)CLR 317. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kotsapas (ανωτέρω) ο Αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις Αγγλικές αυθεντίες. Στην Αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) τονίστηκε ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας και εάν το Δικαστήριο πειστεί ότι ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τότε το Δικαστήριο δεν θα επιθυμεί να αφήσει μια τέτοια απόφαση χωρίς να την παραμερίσει εάν δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε σύμφωνα με τους θεσμούς. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, στις σελίδες 946-947 ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκάλυψη υπεράσπισης παρόλο που μπορεί να επενεργήσουν και άλλοι παράγοντες μικρότερης όμως σημασίας. [Δέστε επίσης Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, σελ. 31: ". Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης". Κατά συνέπεια είναι ξεκάθαρο ότι ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν απαιτείται, ωστόσο, απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο εναγόμενος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν. Άριστος Καναουρίδης, Π.Ε. 10015, ημερομηνίας 26.4.1999 ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης τόνισε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης". Το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάμει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή ως προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης ενός διαδίκου από την μια και την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη [βλ. Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 CLR 204]. Το Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει την ταχεία εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων και την ανάγκη προάσπισης του τελεσίδικου των αποφάσεων (finality of judgements). Δεν πρέπει όμως το Δικαστήριο να είναι γρήγορο στο να στερήσει ένα διάδικο του δικαιώματος του να ακουστεί στην υπόθεση του εφόσον αποκαλύψει θετικά στοιχεία, αλλά μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Όταν η διαγωγή του διαδίκου που υποβάλλει αίτηση για παραμερισμό απόφασης είναι ασυγχώρητη, προσβλητική στο βαθμό της εμφανούς καταφρόνησης για τη δικαστική διαδικασία ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί κατά την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώριση της αίτησης. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Eros Travel and Tours (Limassol Paphos Ltd v. D.E.L Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, Π. Μωυσέως ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9762, ημερομηνίας 17.7.1997, Milouca Motor Trading Ltd ν. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ.
- Καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές που έχω εκθέσει πιο πάνω θα εξετάσω στο σημείο αυτό κατά πόσο ο αιτητής έχει καταφέρει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα όσα παραθέτει στην ένορκη του δήλωση ότι έχει καλή υπεράσπιση. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα αυτό εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ο αιτητής παραθέτει τα γεγονότα που κατά την θέση του εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτοί ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς, έστω και εάν ο καθ΄ου η αίτηση διαψεύδει τα γεγονότα, δεν γεννιέται υποχρέωση στον αιτητή να αποδείξει την αλήθεια τους. Ποια είναι η θέση του εναγομένου-αιτητή ως προς την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε επί του επιδίκου γραμματίου ως εγγυητής του Χρίστου Ανδρέα Ζαχαρίου και ότι η υπογραφή του έχει πλαστογραφηθεί. Στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, επισυνάπτει ως Τεκμήριο "E", επιστολή του Α. Γεωργίου (Αστυνόμου Β΄, στην Επαρχιακή Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακος) ημερομηνίας 30.9.2005, στην οποία αναφέρεται ότι η υπογραφή του εναγομένου εξετάστηκε μαζί με τις υπογραφές άλλων προσώπων, από εμπειρογνώμονα-γραφολόγο της αστυνομίας ο οποίος κατέληξε ότι "η υπογραφή του 4ου εγγυητή στο γραμμάτιο, είναι μια γραφική παράσταση χωρίς τεχνική και συνέπεια στον τρόπο σχηματισμού της και δεν είναι η γνήσια υπογραφή του Στέλιου Παρπόττα". Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται επίσης ότι "ο δράστης(ες) δεν κατέστη δυνατό να εντοπισθεί(ούν) και η υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη". Με τα όσα ο εναγόμενος καταθέτει στην ένορκη του δήλωση, βρίσκω πως αποκαλύπτεται υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Σε περίπτωση που η θέση του ήθελε αποδειχθεί ορθή, τότε η αγωγή των εναγόντων δεν θα μπορέσει να επιτύχει. Επαναλαμβάνω ότι ο αιτητής έχει υποχρέωση να καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση σε επίπεδο ισχυρισμών. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση του δεύτερου ζητήματος που θα πρέπει να εξεταστεί. Αυτό της παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί και να λάβει μέρος στη διαδικασία. Εξάγεται από την υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) ότι παρόλο που δεν υπάρχει κανόνας που να επιβάλλει ότι ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει λογική εξήγηση γιατί η απόφαση αφέθη να εκδοθεί ερήμην, η δεδομένη εξήγηση είναι ένα από τα θέματα τα οποία το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτική του ευχέρειας. Στην υπόθεση Eros Travel and Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερ. 25.6.1997, αναφέρεται πως: "Το Δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για το λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψη του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή άλλους όρους που το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει". Όμως "Παρά την επικουρική της σημασία η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης δεν παύει να είναι ένας σημαντικός παράγοντας που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη". Όσο και εάν το ζήτημα της μη εμφάνισης εξετάζεται ανεξάρτητα των άλλων θεμάτων που εγείρονται σε μία αίτηση για παραμερισμό, φαίνεται να είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως εάν η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης προβάλλει λογική και δεν συνιστά η απραξία του αιτητή περιφρόνηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και εφόσον έχει προβάλει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, η απόφαση θα παραμεριστεί. Έτσι, βλέπουμε πως είναι σε καθαρές περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση κρίθηκε ως αφ' εαυτής τροχοπέδη στο 'επανάνοιγμα' της υπόθεσης. Ο εναγόμενος επεξηγεί με σαφήνεια στην ένορκη του δήλωση σε ποιους λόγους οφείλεται η παράλειψη του να καταχωρήσει Εμφάνιση. Επεξηγεί επίσης για ποιο λόγο καταχώρησε την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης στις 11.1.2008, ενώ η αγωγή του επεδόθη από τον Μάιο του
- Δεν διαφεύγει φυσικά της προσοχής μου ότι από της έκδοσης της απόφασης (25.6.2007) μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης (11.1.2008), πέρασαν έξι
(6)και κάτι, μήνες. Λαμβάνοντας όμως υπόψη τον λόγο που δεν καταχωρήθηκε Εμφάνιση και συνακόλουθα Υπεράσπιση, κρίνω ότι η συμπεριφορά του εναγομένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε και θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος έχει "επιδείξει ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια στην δικαστική διαδικασία", όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ (ανωτέρω). Συνεκτιμώντας δε τους παράγοντες αυτούς με την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκ μέρους του εναγομένου, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια (βλ. Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 ΑΑΔ 204, σελ. 209 υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης όπως και τα έξοδα που χάθηκαν ως αποτέλεσμα του παραμερισμού, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων-καθ'ων η αίτηση. Η καταβολή των εξόδων εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης τους στην πλευρά του εναγομένου-αιτητή, θα είναι προϋπόθεση για τον παραμερισμό της απόφασης (βλ. Κλεάνθους ν. Tradex Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 9885, ημερ. 19.5.1998, σελ. 5). Σχετικός κατάλογος εξόδων να υποβληθεί υπό των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση, εντός 21 ημερών από σήμερα. Δια ταύτα εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η απόφαση ημερομηνίας 25.6.2007, με τον πιο πάνω όρο. (Υπ.) ..................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο