← Κύπρος

ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΟΣ ΒΛΗΓΚΑΣ, Αρ. Αγωγής: 2687/04, 09/07/2008

ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΟΣ ΒΛΗΓΚΑΣ, Αρ. Αγωγής: 2687/04, 09/07/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2687/04 Μεταξύ: ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Ενάγουσας - και - ΔΗΜΟΣ ΒΛΗΓΚΑΣ Εναγομένου Ημερομηνία: 09/07/2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κος Θεοδωρίδης για κ. Γιώργο Γιάγκου & Σία Για Εναγόμενος: κος Σ. Δράκος Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα (στο εξής η ΤΡΑΠΕΖΑ) αξιώνει εναντίον του εναγομένου το ποσό των Λ.Κ.45.184,85σεντ με τόκο 11.25% ετησίως από 01.04.04 με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε χρόνου ως οφειλόμενο δυνάμει έγγραφων συμφωνιών ή/και τραπεζικών πιστώσεων ή/και σαν αναγνωρισμένο λογαριασμό ή/και σαν αδικαιολόγητο πλουτισμό. Για να αποδείξει την υπόθεση της η ΤΡΑΠΕΖΑ κάλεσε τέσσερις

(4)μάρτυρες (Μ.Ε.). Τον Κυριάκο Αναστασιάδη (Μ.Ε.1) προϊστάμενο της μονάδας επενδυτικών χορηγήσεων, τον Κώστα Λοϊζίδη (Μ.Ε.2) υπεύθυνο του εσωτερικού λογισμικού συστήματος της ΛΑΪΚΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΛΤΔ (στο εξής ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ), τον Μιχάλη Ξιούρο (Μ.Ε.3) διευθυντή της ΛΑΪΚΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΛΤΔ (στο εξής ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ) και τον Αναστάσιο Ψυλλίδη (Μ.Ε.4) υπάλληλο της ΤΡΑΠΕΖΑΣ και πρώην διευθυντή του γραφείου της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ στη Λάρνακα. Ο εναγόμενος, ο οποίος με την πολυθεματική υπεράσπιση του αρνείται ότι η ενάγουσα δικαιούται σε ότι αυτή αξιώνει και ανταπαιτεί, ως συνάγεται, το ίδιο ποσό της αγωγής πρόσφερε τη δική του μαρτυρία και αυτήν του πενθερού του. Κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν δέκα εννέα
(19)Τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει κατωτέρω, όπως και για την μαρτυρία η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να καταγραφεί ως έχει. Η ΤΡΑΠΕΖΑ και ο εναγόμενος, κατόπιν αίτησης του τελευταίου και έγκρισης της πρώτης, μετήλθαν σε έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 31.08.01, Τεκμήριο 1, για συμμετοχή του στο σχέδιο "ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ" βάση της οποίας η ΤΡΑΠΕΖΑ θα παραχωρούσε στον εναγόμενο, όπως και έπραξε, πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω τρεχούμενου λογαριασμού μέχρι του ποσού των Λ.Κ.40.000 με σκοπό την αγορά και πώληση μετοχών που ήταν εγγεγραμμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής Χ.Α.Κ.) μέσω της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣΗ, όπως ρητά συμφωνήθηκε, την οποία ο εναγόμενος διόρισε δυνάμει πληρεξούσιου εγγράφου ημερ.31.08.01, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του γι΄ αυτό το σκοπό, Τεκμήριο 2 και επίσης δυνάμει συμφωνίας ημερ. 31.08.01, Τεκμήριο 3 συμφώνησε να καταβάλλει προς την ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ δικαιώματα και προμήθειες. Περαιτέρω ο εναγόμενος μέσω της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ως πληρεξούσιου αντιπρόσωπου του διόρισε, δυνάμει πληρεξούσιου εγγράφου ημερομηνίας 31.08.01, Τεκμήριο 4, την ΤΡΑΠΕΖΑ να προβαίνει στις πράξεις που αναφέρονται στο αναφερθέν έγγραφο, Τεκμήριο
  1. Επίσης για εξασφάλιση ως προβλέπετο στη συμφωνία, Τεκμήριο 1, υπεγράφη έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών, Τεκμήριο 5, μεταξύ της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ εκ μέρους του εναγομένου και της ΤΡΑΠΕΖΑΣ. Ενεχυριάσθεισαν δε μετοχές της Investylia που δεν είχε εισέλθει στο Χ.Α.Κ., οι οποίες όμως επεστράφησαν αργότερα, ένεκα του γεγονότος ότι η Investylia δεν εντάχθηκε στο Χ.Α.Κ. για να δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να προβεί σε ενέργειες προς είσπραξη των χρημάτων που κατέβαλε αφού τούτο δεν ήταν δυνατό να γίνει από την ΤΡΑΠΕΖΑ εξ αιτίας του ότι οι μετοχές της Investylia είχαν εισαχθεί στο Χ.Α.Κ. Η συμφωνία, Τεκμήριο 1, τέθηκε σε εφαρμογή με το άνοιγμα λογαριασμού επενδυτή (investor account) με αρ. 182-11-007973 και η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ και στη συνέχεια η ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ που την διαδέχθηκε, κατόπιν προφορικών ή μέσω διαδικτύου εντολών του εναγομένου, προέβαινε σε αγοραπωλησίες μετοχών και χρεοπιστώνετο ανάλογα ο λογαριασμός του εναγομένου στην ΤΡΑΠΕΖΑ. Οι χρεοπιστώσεις του λογαριασμού εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 6, οι δε εντολές για την συγκεκριμένη περίοδο στην κατάσταση εντολών, Τεκμήριο 17, οι πραγματοποιηθείσες εντολές στο Τεκμήριο 7, ενώ στο Τεκμήριο 8 καταγράφεται η αναλυτική κατάσταση των αγορών και πωλήσεων μετοχών που έγιναν για λογαριασμό του εναγομένου. Αξίζει στο σημείο αυτό να εξηγηθεί τι σημαίνει η κάθε λέξη, στο Τεκμήριο 17, κάτω από τις οποίες αναγράφονται διάφοροι αριθμοί ψηφία κ.λ.π. Date: Είναι η ημερομηνία καταχώρησης της εντολής. Time: Είναι η ώρα καταχώρησης της εντολής. Order: Είναι ο σειριακός μοναδικός αριθμός της εντολής. Status: Όπου αναγράφεται το γράμμα "O" σημαίνει ότι η εντολή εκτελέστηκε πλήρως. Όπου αναγράφεται το γράμμα "I" σημαίνει ότι η εντολή εκτελέστηκε μερικώς ή καθόλου. ShHldr ID: Αναγράφεται ο αριθμός ταυτότητας του πελάτη. ShHldr: Αναγράφεται το όνομα του πελάτη Comp: Καταγράφεται η μετοχή που αφορούσε η εντολή. B/S: Με το Β συμβολίζεται ότι η εντολή αφορούσε αγορά Με το S συμβολίζεται ότι η εντολή αφορούσε πώληση. Qty: Είναι ο αριθμός μετοχών που καταχωρήθηκε για την εντολή. Price: Είναι η τιμή που καταχωρήθηκε η εντολή. Expiry: Για ποια χρηματιστηριακή συνάντηση αφορούσε η εντολή (η ημερομηνία που λήγει η εντολή). Origin: Το κανάλι προέλευσης της εντολής. Ήτοι ο αριθμός 182 σημαίνει ότι η εντολή καταχωρήθηκε μετά από τηλεφωνική ή γραπτή εντολή του εναγομένου είναι ο αριθμός 900 σημαίνει ότι η εντολή καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο μέσω διαδικτύου. Τούτο σημαίνει ότι ο εναγόμενος αποτάθηκε σε κάποιο κατάστημα της ΤΡΑΠΕΖΑΣ και ζήτησε να γίνει συνδρομητής της ΤΡΑΠΕΖΑΣ μέσω διαδικτύου, οπότε του δόθηκε κωδικός χρήση και μυστικός προσωπικός κωδικός ασφαλείας και μέσω της ιστοσελίδας της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ενεργοποιούσε τον προσωπικό λογαριασμό του και καταχωρούσε εντολές. Ανάλογη είναι και η εξήγηση ή ερμηνεία των διαφόρων λέξεων κάτω από τις οποίες καταγράφονται διάφοροι αριθμοί, ψηφία κ.λ.π. που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 7 καθώς και στο Τεκμηρίο 6 η οποία παρατίθεται στην γραπτή δήλωση - κατάθεση του Μ.Ε.
  2. Η ΤΡΑΠΕΖΑ για να ελέγχει την κίνηση του λογαριασμού του εναγομένου διατηρούσε τραπεζικά βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή σε κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή μέρος των οποίων αποτελεί μεταξύ άλλων και η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 6, στην οποία υπάρχουν κάποιες λέξεις που χρησιμεύουν ως κωδικός και έχουν μια ορισμένη έννοια όπως αναφέρεται ανωτέρω. Η ΤΡΑΠΕΖΑ απέστελλε στον εναγόμενο από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του λογαριασμού στην ταχυδρομική του διεύθυνση μηνιαία κατάσταση λογαριασμού. Επίσης αποστέλλετο σ΄ όλους που συμμετείχαν στο σχέδιο τριμηνιαία κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών και από τις 30.06.00 μηνιαία κατάσταση καθώς και στον εναγόμενο μετά τις 31.08.01 που υπέγραψε το Τεκμήριο1, τις οποίες ουδέποτε αμφισβήτησε όπως δεν αμφισβήτησε και το χρέος. Από τη χρήση του λογαριασμού εκ μέρους του εναγομένου τελικά ο λογαριασμός έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο για το οποίο κλήθηκε ο εναγόμενος να το τακτοποιήσει με εξασφάλιση είτε σε μετρητά είτε σε μετοχές με επιστολές ημερομηνίας 22.05.02, Τεκμήριο 9, 05.11.02, Τεκμήριο 10, 16.01.04, Τεκμήριο 11, 28.01.04, Τεκμήριο 12 και 02.12.03, Τεκμήριο
  3. Επειδή ο εναγόμενος δεν ανταποκρίνετο θετικά, η ΤΡΑΠΕΖΑ τερμάτισε τη συμφωνία με επιστολή ημερομηνίας 19.02.04, Τεκμήριο 14, ενώ προηγουμένως με επιστολή ημερομηνίας 30.08.02, Τεκμήριο 15, προέβη σε αλλαγή τιμολόγησης, και με την επιστολή ημερομηνίας 31.10.02, Τεκμήριο 16, προέβη σε αλλαγή του επιτοκίου. Με το αναφερθέν Τεκμήριο 12 του κοινοποιείτο ότι το επιτόκιο αυξάνετο σε 11.25% και με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε χρόνο μέχρι εξοφλήσεως. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και αφού ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας υπό εξέταση αγωγής με την οποία η ΤΡΑΠΕΖΑ αξιώνει Λ.Κ.45.184,85σεντ (€77.202,90) με τόκο 11,25% από 01.04.04 και έξοδα. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: (Α) Το σχέδιο ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ είναι παράνομο καθ΄ ότι δεν επιτρέπεται από τον Ν.66
(1)/
  1. (Β) Η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ δεν ήταν χρηματιστής στην έννοια του Νόμου. (Γ) Δεν τα διάβασε ούτε του εξηγήθηκαν τα έγγραφα τα οποία υπέγραψε χωρίς την παρουσία κάποιου προσώπου από την ΤΡΑΠΕΖΑ. (Δ) Δεν γνώριζε κατά την υπογραφή των εγγράφων το όριό του. (Ε) Δεν αγοράσθηκαν μετοχές όπως ο ίδιος επιθυμούσε ή/και με οδηγίες του αλλά αγοράσθηκαν από κοινού από την ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ και την ΤΡΑΠΕΖΑ. (ΣΤ) Σε σύμπραξη η ΤΡΑΠΕΖΑ και η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ προέβησαν σε τεχνάσματα για να καταδολιεύσουν τον εναγόμενο για να ανοίξει ο εναγόμενος, για λογαριασμό τους στην πραγματικότητα, πιστωτική διευκόλυνση την οποία χειρίζοντο οι ίδιοι για δικό τους όφελος και/ή είχαν τον απόλυτο έλεγχο και ουδέποτε σκέφτηκαν τα δικαιώματα του εναγομένου. (Ζ) Με δόλιο τρόπο και/ή υποσχέσεις η ΤΡΑΠΕΖΑ και η αδελφική της εταιρεία συνωμότησαν μεταξύ τους και έπεισαν τον εναγόμενο να υπογράψει τα έγγραφα του Σχεδίου και ειδικό πληρεξούσιο για καταδολίευση του. (Η) Δεν τον συμβούλεψαν πριν την υπογραφή των εγγράφων. (Θ) Υπάρχει πλήρη έλλειψη ανταλλάγματος αφού στην πραγματικότητα ο εναγόμενος χρησιμοποιήθηκε για να προωθήσει τα συμφέροντα της η ΤΡΑΠΕΖΑ και οι θυγατρικές της εταιρείες. (Ι) Η ΤΡΑΠΕΖΑ με τις πράξεις ή παραλείψεις της δεν προστάτευσε τα συμφέροντα και δικαιώματα του εναγομένου. (Κ) Όλα τα έγγραφα είναι παράνομα και/ή υπεγράφησαν κατά παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και/ή δεν είχε δικαίωμα παραχώρησης τέτοιων διευκολύνσεων και/ή στην επίδικη σύμβαση υπήρχαν καταπιεστικοί και/ή άδικοι όροι ώστε να την καθιστούν παράνομη και/ή άκυρη καταλήγοντας σε παράλογα και/ή ανήθικα και/ή άδικα αποτελέσματα. (Λ) Η ΤΡΑΠΕΖΑ ήταν αμελής επειδή δεν υπέδειξε την δέουσα προσοχή και επιμέλεια στις ενεχυριασμένες μετοχές και ούτε συμμορφώθηκε με τους όρους της συμφωνίας για συνεχή εξασφάλιση με κάλυψη συγκεκριμένου ποσού του ορίου πιστωτικής διευκόλυνσης. (Μ) Η ΤΡΑΠΕΖΑ προέβαινε σε χρέωση εξόδων διαχείρισης πέραν των άλλων εξόδων που χρέωνε. (Ν) Η ΤΡΑΠΕΖΑ ενήργησε συνωμοτικά και/ή δόλια και/ή σκόπιμα και/ή κακόβουλα. (Ξ) Η ΤΡΑΠΕΖΑ και/ή το γραφείο της παρέβη το Νόμο και τους κανονισμούς του Χ.Α.Κ. (Παρατίθενται δε λεπτομέρειες της παράβασης υπό στοιχεία 7Λ(α) έως (ι) της έκθεσης υπεράσπισης). (Ο) Η ΤΡΑΠΕΖΑ δεν είχε το δικαίωμα με βάση το ιδρυτικό της έγγραφο και/ή δυνάμει των εκάστοτε οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας να διεξάγει χρηματοδοτικές και/ή πιστωτικές και/ή τραπεζικές και/ή οιονεί τραπεζικές δραστηριότητες σε σχέση με τα margin/investors accounts. (Π) Ουδέποτε τερματίστηκε ο επίδικος λογαριασμός και δεν οφείλει κανένα ποσό. (Ρ) Ότι πιέσθη ή παροτρύνθη ή με αθέμιτη συμπεριφορά πεισθεί να ανοίξει λογαριασμό. (Σ) Η ΤΡΑΠΕΖΑ και η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ δεν διεξήγαγαν τις εργασίες τους σύμφωνα με τις οδηγίες του ή και τα συναλλακτικά ήθη ούτε διεξήγαγαν την αντιπροσώπευση με την δέουσα δεξιότητα όπως του υποσχέθηκαν ότι το σχέδιο θα είχε πάντα κέρδη και ποτέ ζημιά γιατί το σχέδιο είναι εξασφαλισμένο και αυτό εγγυούμενο. (Τ) Στα πλαίσια της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του εναγομένου η ΤΡΑΠΕΖΑ δεν ενήργησε επιμελώς αλλά αμελώς και/ή κατά παράβαση καθήκοντος και/ή νόμου και/ή συμβάσεως και του προκάλεσαν ζημιά. Με την ανταπαίτηση αξιώνει (α) Γενικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για συνωμοσία και/ή δόλο εκ προθέσεως, (β) δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος ουδέν ποσό οφείλει και (γ) οιανδήποτε άλλη θεραπεία, νόμιμο τόκο και έξοδα. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΕ Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΟΠΩΣ ΚΑΤΕΓΡΑΦΗΣΑΝ ΑΝΩΤΕΡΩ. Επειδή ο εναγόμενος τόσο με τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης όσο και με την μαρτυρία του δεν συγκεκριμενοποιεί όλα τα ζητήματα που θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου αν αυτά αποτελούν επικλήσεις για απαλλαγή από την ισχυριζόμενη οφειλή στην ΤΡΑΠΕΖΑ ή/και για τεκμηρίωση θέσεων ότι δεν πρέπει να εκδοθεί απόφαση εναντίον του ή αποτελούν βάσεις και/ή αιτίες της ανταπαίτησης του, το Δικαστήριο έστω και αν δεν αναφέρονται ρητά κάποιες αξιώσεις στο αιτητικό της ανταπαίτησης αλλά επειδή μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι καλύπτονται από την γενική αξίωση "και/ή άλλη δίκαιη θεραπεία" στα πλαίσια των έγγραφων προτάσεων της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης και της μαρτυρίας που δόθηκε θα εξετάσει εάν μπορούν να ευσταθίσουν τέτοιες αξιώσεις που κατά την εκτίμηση του μπορεί να συναχθούν". Γι΄ αυτό το θέμα, αναφέρω ότι η παράβαση σύμβασης από ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν αποτελεί αστικό αδίκημα. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι το Δίκαιο των Αστικών Αδικημάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά στο Δίκαιο των συμβάσεων (όπου π.χ. παραβιάζεται συμβατικός όρος για εκτέλεση προσεκτικής εργασίας χωρίς πρόκληση ζημιάς). Μια πράξη ή παράλειψη που συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά μπορεί ταυτόχρονα να δημιουργεί ευθύνη και για αστικό αδίκημα. Βλέπε Αρτέμης και Ερωτοκρίτου στο σύγγραμμα τους σε υποθέσεις οδικής ασφάλειας σελ.
  2. ΘΕΜΑ (Η) ΜΕ ΠΟΙΟ Ή ΠΟΙΟΥΣ ΗΛΘΕ ΣΕ ΕΠΑΦΗ Ο ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ. Τόσο από την μαρτυρία του εναγομένου κατά την αντεξέταση όσο και από την μαρτυρία που προσκόμισε η ΤΡΑΠΕΖΑ διαφαίνεται και αποτελεί διαπίστωση και εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος με το μόνο πρόσωπο που ήρθε σε επαφή για την υποβολή και υπογραφή της αίτησης, Τεκμήριο 1, ήταν ο Μ.Ε.4 Αναστάσης Ψυλλίδης. Ως εκ τούτου η θέση που προσπάθησε να προωθήσει ο συνήγορος του εναγομένου κατά την αντεξέταση των Μ.Ε., αλλά και ο εναγόμενος στην εξέταση του, ότι ήταν περισσότεροι του ενός προσώπου που ήρθαν σε επαφή με τον εναγόμενο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Τούτο όμως έχει μια άμεση παρεπόμενη συνέπεια ότι η θέση που πάλι προσπάθησε να προωθήσει ο δικηγόρος του εναγομένου κατά την αντεξέταση των Μ.Ε., και ο εναγόμενος είτε άμεσα είτε έμμεσα στην εξέταση του, ότι κάποια πρόσωπα από την ΤΡΑΠΕΖΑ και από την ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ τον προέτρεψαν και τον συμβούλευσαν να λάβει μέρος στο σχέδιο ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ δεν είναι αλήθεια και δεν μπορεί να ευσταθίσει. Ο εναγόμενος μόνο με τον Μ.Ε.4 ήρθε σε επαφή και με κανένα άλλο άτομο πριν και κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου
  3. ΘΕΜΑ (Τ) Η ΙΣΧΥΡΙΖΟΜΕΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟΥ. Κύριος άξονας της υπεράσπισης υπήρξε η θέση ότι το σχέδιο ήταν ένα πρόγραμμα διαχείρισης χαρτοφυλακίου το οποίο δεν λειτουργούσε στη βάση εντολών του ίδιου του εναγομένου. Αυτή η θέση όμως δεν βρίσκει έρεισμα σε καμία από τις συμφωνίες που υπεγράφησαν. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ αναλάμβανε υποχρέωση διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του εναγομένου που θα δημιουργείτο από το άνοιγμα του λογαριασμού ως αποτέλεσμα της συμμετοχής του εναγομένου στο σχέδιο. Η αναφορά στον όρο (IV) του Τεκμηρίου 3 ότι ο εναγόμενος θα κατέβαλλε προμήθεια στην ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ για κάθε αγορά ή πώληση κινητών αξίων όπως καθορίζεται από τους κανονισμούς του Χ.Α.Κ. δεν μπορεί να τεκμηριώσει ή να εξισωθεί με δικαίωμα εν λευκώ διαχείρισης του λογαριασμού. Ούτε επίσης από αυτόν τον όρο συνάγεται ότι η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ έδινε συμβουλές στον εναγόμενο για τις επενδύσεις του. Η μαρτυρία του εναγομένου, που δόθηκε υπό μορφή δήλωσης-κατάθεσης και αποτελεί ουσιαστικά αναπαραγωγή της έκθεσης υπεράσπισης, αλλά και όπως αυτή προέκυψε από την αντεξέταση κατά την οποία διεφάνη η αδυναμία του να στηρίξει όσα στην εξέταση του ανάφερε και αρκετές ήταν οι φορές που απάντησε σε ερωτήσεις ότι εν ενθυμείτο ή ακόμα συμφώνησε και με υποβολές ή θέσεις του δικηγόρου της ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ότι οι συμφωνίες αφορούσαν διαχείριση χαρτοφυλακίου δεν είναι πειστική και δεν την αποδέχομαι. Καταρρίπτεται τόσο από τα όσα προβλέπονται στις συμφωνίες αλλά και από την πρακτική που αναφύεται από τα Τεκμήρια 7 και 17 που καταγράφονται οι εντολές που έδινε ο ίδιος για την αγορά ή πώληση μετοχών είτε τηλεφωνικώς είτε μέσω του διαδικτύου είτε άλλως πως και έφεραν τον κωδικό αριθμό "900: και "182". Επίσης εάν επρόκειτο για συμφωνία διαχείρισης χαρτοφυλακίου οι όροι των συμφωνιών θα ήταν διαφορετικοί και δεν θα προβλέπετο ότι οι συναλλαγές θα εγίνοντο στην βάση εντολών του εναγομένου. Συνεπώς η θέση αυτή απορρίπτεται. ΘΕΜΑΤΑ ΥΠΟ ΣΤΟΙΧΕΙΑ (Γ) ΟΤΙ Ο ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ ΔΕΝ ΔΙΑΒΑΣΕ ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΕΞΗΓΗΘΗΚΑΝ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΥΠΟΓΡΑΨΕ ΣΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ (Δ) ΟΤΙ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΤΟ ΟΡΙΟ ΤΟΥ (Η) ΔΕΝ ΤΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΕΨΑΝ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ (Ρ) ΟΤΙ ΠΑΡΟΤΡΥΝΘΗΚΕ, ΠΙΕΣΘΗΚΕ Ή ΜΕ ΑΘΕΜΙΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΠΕΙΣΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΝΟΙΞΕ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ. Καμία ικανοποιητική μαρτυρία δεν δόθηκε για αυτά τα θέματα. Απεναντίας όπως ο Μ.Ε.4 ανάφερε, ο εναγόμενος αποτάθηκε κοντά του για να συμμετάσχει στο σχέδιο "EΠΕΝΔΥΤΗΣ" επειδή ο ίδιος θέλησε. Τούτο το ανάφερε και ο ίδιος ο εναγόμενος κατά την αντεξέταση του λέγοντας μάλιστα ότι δεν τον παρέσυρε ο πενθερός του να συμμετάσχει στο σχέδιο ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ αλλά ο ίδιος όντας άνω των δέκα οκτώ
(18)χρονών, αποφάσισε με την δική του κρίση να λάβει μέρος στο σχέδιο, αφού πληροφορήθηκε γι΄ αυτό, προφανώς ή ίσως και από τον πενθερό του που έλαβε μέρος στο σχέδιο. Ότι έλαβε μέρος στο σχέδιο αυτό ο πενθερός του υπάρχει η μαρτυρία του ίδιου του πενθερού του τον οποίο ο εναγόμενος κάλεσε και έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο εναγόμενος διάβασε τα έγγραφα τα οποία του επεξηγήθηκαν από το Μ.Ε.4, του οποίου την μαρτυρία αποδέχομαι καθ΄ ότι ήταν σαφής, ειλικρινής και άμεσος στις απαντήσεις του. Επίσης τα έγγραφα τα υπέγραψε στην παρουσία του Μ.Ε.4 στον οποίο μάλιστα έδωσε και τις σχετικές πληροφορίες που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 και ήταν με βάση αυτές που ο εναγόμενος ζήτησε συγκεκριμένο όριο, ήτοι μέχρι Λ.Κ.40.000, στην Αίτηση για τον λογαριασμό που επρόκειτο να ανοιχθεί στο όνομα του και πείσθηκε ο Μ.Ε.4 και πρότεινε την έγκριση του ορίου που ζήτησε ο εναγόμενος και τελικά εγκρίθηκε. Επομένως ο εναγόμενος γνώριζε πολύ καλά το όριο του. Η θέση του επίσης ότι δεν τον συμβούλευσαν αναφορικά με τα σχετικά για το Χ.Α.Κ. δεν ευσταθεί και δεν εχρειάζετο άλλωστε αφού όπως ο ίδιος ανάφερε είχε κάνει και άλλες επενδύσεις. Εδώ να σημειωθεί ότι προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε τίποτε για το σχέδιο, αρνούμενος κατά την αντεξέταση του σε σχετική ερώτηση ότι έλαβε μέρος σε παρόμοιο σχέδιο άλλης τράπεζας, ενώ κατά την επανεξέταση του το παραδέχθηκε και για να δικαιολογήσει την άρνηση του ανάφερε ότι θεώρησε ότι επρόκειτο για προσωπικά δεδομένα που δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει στο Δικαστήριο. Αλλά και αν ακόμη προσεγγίσθηκε εκ μέρους της ΤΡΑΠΕΖΑΣ για να ανοίξει τον επίδικο λογαριασμό και του ανάφεραν και τα αναμενόμενα οφέλη που θα προέκυπταν από την ορθή λειτουργία του λογαριασμού εκ μέρους του και πάλι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να αποδεικνύει άσκηση πίεσης ή άλλης μεμπτής συμπεριφοράς εκ μέρους της ΤΡΑΠΕΖΑΣ. Επομένως οι πιο πάνω ισχυρισμοί και θέσεις απορρίπτονται. ΘΕΜΑΤΑ ΥΠΟ ΣΤΟΙΧΕΙΑ (ΣΤ) (Ζ) ΚΑΙ (Ν) ΓΙΑ ΣΥΝΟΜΩΣΙΑ, ΔΟΛΟ, ΤΕΧΝΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΟΙΞΕΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΚΑΙ ΝΑ ΕΠΩΦΕΛΗΘΟΥΝ ΟΙ ΙΔΙΟΙ ΚΑΙ ΟΧΙ Ο ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ. ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ Το αδίκημα της συνωμοσίας δεν προβλέπεται στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο ΚΕΦ. 148. Όμως ο νόμος δεν είναι εξαντλητικός των αστικών αδικημάτων που αναγνωρίζονται σ' αυτόν. (Βλ. Paikkos vs Kontemeniótiw
(1989)1 CLR 50 και Κουππαρή νς Ο.Γ.Α.
(1997)1 ΑΑΔ 1780). Το αδίκημα της συνωμοσίας αναγνωρίζεται από το Κοινό Δίκαιο το οποίο συμπληρώνει το ΚΕΦ. 148 (Βλ. Universal Advertising and Publishing Angency vs Vouros 19 C.L.R. 87, Zivlas vs Municipality of Limassol
(1975)7 J.S.C. 989 και Southfields Industries vs Pepsi Cola Hellas Ltd Αγωγή αρ. 1003/90 Ε. Δ. Λευκωσίας). Για να αποδειχθεί το αδίκημα της συνωμοσίας χρειάζεται συμφωνία δύο ή περισσοτέρων ατόμων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα (Βλ. Clerk & Lindell on torts 16η έκδοση παρ. 15 - 21). Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εναγόμενος άνοιξε τον λογαριασμό και διαπιστώθηκε ότι ουδέν μεμπτόν υπάρχει στο άνοιγμα του λογαριασμού στο όνομα του εναγομένου, δεν προσκομίσθηκε καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς (ΣΤ), (Ζ) και (Ν), αφού όπως πιο πάνω ανάφερα ο εναγόμενος με το μόνο πρόσωπο που ήλθε σε επαφή ήταν με τον Μ.Ε.
  1. Εάν εννοείται ότι η συνωμοσία και ο δόλος καταδεικνύεται από το γεγονός ότι ο λογαριασμός στην ΤΡΑΠΕΖΑ τότε μόνο θα ανοίγετο εάν ο εναγόμενος συμφωνούσε ότι η αγορά και πώληση μετοχών θα ήταν μόνο δια μέσου της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ και επίσης από το γεγονός ότι ήταν αδελφικές εταιρείες δεν μπορεί να ευσταθίσει καθ΄ ότι από μόνα τους αυτά τα δεδομένα δεν είναι αρκετά για να αποδείξουν τα συστατικά στοιχεία της συνωμοσίας και του δόλου. Με βάση την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου ο εναγόμενος με το μόνο πρόσωπο που ήρθε σε επαφή πριν ή κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 ήταν ο Μ.Ε.4 και κανένας άλλος. Ο Μ.Ε.4 κρίθηκε αξιόπιστος μάρτυρας από το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας αυτός όπως είναι η διαπίστωση και εύρημα του Δικαστηρίου ουδέν έπραξε για να παροτρύνει, νε πείσει, να υποσχεθεί ή οτιδήποτε άλλο για να πεισθεί ο εναγόμενος να υπογράψει. Όπως είναι το εύρημα του Δικαστηρίου ο εναγόμενος μόνος του, ελεύθερα και με δική του βούληση, όπως και ο ίδιος είπε ενώπιον του Δικαστηρίου, υπέγραψε το Τεκμήριο
  2. Επίσης όλες τις χρηματιστηριακές πράξεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν και φαίνεται στο Τεκμήριο 7 ή για όλες όσες δόθησαν εντολές και φαίνονται στο Τεκμήριο 17 ήταν κατόπιν εντολής του εναγομένου που έγιναν είτε μέσω του διαδικτύου με βάση το μυστικό αριθμό που μόνο ο ίδιος γνώριζε και έχουν το χαρακτηριστικό αριθμό "900" στο Τεκμήριο 17 ή μέσω τηλεφώνου και έχουν τον χαρακτηριστικό αριθμό "182" στο Τεκμήριο
  3. Καμία από τις λεπτομέρειες που αναφέρονται στην παράγραφο 7Κ(α) έως (ζ) ευσταθούν. Ο Μ.Ε.4 δεν προέβηκε σε καμία από τις ενέργειες που αναφέρονται στις λεπτομέρειες συνομωσίας, δόλου, υποσχέσεων κ.λ.π. Ούτε κανένα άλλο πρόσωπο ενήργησε ως αναφέρεται στην παράγραφο 7Κ(α) έως (ζ) αφού με κανένα άλλο πρόσωπο πλην του Μ.Ε.4 ήρθε σε επαφή ο εναγόμενος πριν και κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου
  4. Ο εναγόμενος όσα είπε στην μαρτυρία του υπό μορφή γραπτής δήλωσης - κατάθεσης, επαναλαμβάνοντας τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 7Κ(α) έως (ζ) της Ε/Υ λέει ψέματα απλά και μόνο για να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεών του. Καμία συμφωνία δεν αποδείχθηκε μεταξύ της ΤΡΑΠΕΖΑΣ, της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ, και ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ για να διαπράξουν παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Ούτε βέβαια και μετέπειτα από την υπογραφή της συμφωνίας ενήργησε η ΤΡΑΠΕΖΑ με οιονδήποτε τρόπο που να δεικνύει ότι προέβη σε συνωμοσία με τις θυγατρικές της εταιρείες. Για την κάθε ενέργεια της ΤΡΑΠΕΖΑΣ και της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ, δόθησαν επαρκείς και ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΕΣ εξηγήσεις από τους μάρτυρες που κατάθεσαν για την ΤΡΑΠΕΖΑ τους οποίους την μαρτυρία αποδέχομαι ως αξιόπιστη. ΔΟΛΟΣ Μια από τις αιτίες της ανταπαίτησης είναι ο δόλος. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs Precentents and Pleadings 12η έκδοση σελ. 809 και 810 ο ενάγων θα πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο ότι αυτός έχει ένα πολύ καλύτερο ισχυρισμό από αυτό του εναγόμενου επί του θέματος. Σχετικά είναι και όσα αναφέρονται στην υπόθεση Βαkers vs Bakers
(1950)2 All E. R. σελ. 438 και 439. Η μαρτυρία επί του προκειμένου, ένεκα του ότι ο δόλος είναι σοβαρή κατηγορία που εμπεριέχει και ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι αρκετοί (Βλ. Jonesco vs Beard
(1930)A.C. σελ. 298 και
  1. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που, να αποδεικνύει ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ ενήργησε ή προέβηκε με δόλιο τρόπο για να υπογράψει ο εναγόμενος το Τεκμήριο
  2. Ο ίδιος ο εναγόμενος, όπως αναφέρεται και πιο πάνω ως ενήλικας, με δική του κρίση και θέληση έλαβε μέρος στο Σχέδιο. Οι λεπτομέρειες δόλου που αναφέρονται στην παράγραφο 7Κ(α) έως (ζ) και συμπλέκονται ή και αναφέρονται ως λεπτομέρειες της συνομωσίας και/ή υποσχέσεις δεν ευσταθούν και απορρίπτονται για τους λόγους που ήδη έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω. Ότι ο εναγόμενος είπε ψέματα στο Δικαστήριο διεφάνει όπως είπα και ανωτέρω τόσο από την απόκρυψη, κατά την εξέταση και αντεξέταση του, για το ότι είχε ακριβώς παρόμοιο λογαριασμό με άλλη τράπεζα για να παραπλανήσει το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε πως λειτουργεί αυτός ο λογαριασμός αλλά και όπως και πάλι υποδείχθηκε ανωτέρω ενώ αναφέρεται στους ισχυρισμούς του στην υπεράσπιση σε άτομα των δύο εταιρειών που έκαναν όλες εκείνες τις ενέργειες που επικαλείται για να τον ξεγελάσουν τελικά μόνο με τον Μ.Ε.4 ήρθε σε επαφή, του οποίου την μαρτυρία αποδέχθηκα ενώ του εναγομένου απέρριψα. Ο ισχυρισμός του για δόλο επομένως απορρίπτεται. ΑΠΑΤΗ Ως αντιλαμβάνομαι από την προώθηση της θέσης ότι με παραστάσεις, τεχνάσματα και υποσχέσεις από την ΤΡΑΠΕΖΑ και την ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ προς τον εναγόμενο για να υπογράψει την συμφωνία και την ανάπτυξη του θέματος, έστω έμμεσα, με την αγόρευση του ο δικηγόρος του εναγομένου επικαλείται, εκτός των άλλων, και την διάπραξη εκ μέρους της ΤΡΑΠΕΖΑΣ και της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ του αστικού αδικήματος της ΑΠΑΤΗΣ του άρθρου 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕΦ
  3. Σύμφωνα με το λεκτικό και την φρασεολογία του άρθρου αυτού, το αστικό αδίκημα της απάτης, συνίσταται στην εν γνώσει του εναγομένου ψευδή παράσταση ή χωρίς να πιστεύει για το αληθές αυτή ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδή, με την πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ΄ αυτή και με αποτέλεσμα να ενεργήσει έτσι και να υποστεί ζημιά. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της ΑΠΑΤΗΣ είναι τα ακόλουθα: (α) Παράσταση γεγονότος, (β) ο εναγόμενος γνώριζε ότι η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε πίστη ότι ήταν αληθής ή απερίσκεπτα, (γ) έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ΄ αυτή, (δ) ο ενάγων ενήργησε με βάση αυτή και (ε) υπέστη ζημιά (α) Η παράσταση πρέπει να αφορά γεγονός όχι απλή έκφραση γνώμης. Η παράσταση συνήθως γίνεται προφορικά ή γραπτώς αλλά μπορεί να γίνει και με διαγωγή. (β) Κριτήριο για να χαρακτηριστεί ή καταταγεί μία δήλωση ότι αποτελεί ή όχι ψευδή παράσταση είναι κατά πόσο ο εναγόμενος είχε έντιμη και γνήσια πεποίθηση ότι η δήλωση του ήταν αληθής. Η απερισκεψία υποδηλώνει την έλλειψη τέτοιας πεποίθησης εκτός αν ο εναγόμενος ειλικρινά πίστευε στο αληθές της δήλωσης του, με την έννοια που ο ίδιος αντιλαμβανόταν, έστω και λανθασμένα. (γ) Η παράσταση πρέπει να γίνεται με την πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ΄ αυτή. Επομένως εάν δεν εξαπατηθεί, δεν δικαιούται σε αποζημίωση. Επίσης ο ενάγων πρέπει να είναι το πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν η δήλωση και όχι άλλος. (δ) Ο ενάγων πρέπει να βασιστεί στην παράσταση και σαν αποτέλεσμα της, να ενεργήσει βασιζόμενος σ΄ αυτή. (ε) Ο ενάγων να υποστεί ζημιά η οποία αποδεικνύεται. Έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω με φόντο την μαρτυρία που προσήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου από την ΤΡΑΠΕΖΑ και τον εναγόμενο κρίνω ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ δεν προέβη σε παράσταση γεγονότος και ότι εν γνώσει της ήταν ψευδή ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση ότι ήταν αληθής και με πρόθεση να ενεργήσει ο εναγόμενος βασιζόμενος σ΄ αυτή με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά, αφού ως ανέφερε ο Μ.Ε.4, τον οποίο έκρινα αξιόπιστο, επεξηγήθηκαν τα πάντα σε σχέση με το σχέδιο ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ και ο εναγόμενος υπέγραψε με δική του θέληση όπως ο ίδιος είπε στην μαρτυρία του. Επίσης όλα τα στοιχεία και πληροφορίες αναγράφοντο στο Τεκμήριο 1 και ο εναγόμενος είχε την ευκαιρία να διαβάσει και ελέγξει. Επομένως ούτε αυτή η θέση του εναγομένου ευσταθεί και έτσι απορρίπτεται. Εάν πάλι στους ισχυρισμούς για συνωμοσία, δόλο, παραστάσεις, τεχνάσματα και υποσχέσεις ο εναγόμενος προσδίδει κάποια άλλη σημασία και έννοια ή απλά τους επικαλείται με σκοπό να αποδείξει ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ δεν ενήργησε με καθαρά χέρια ή ότι εφεύρε τρόπο για να κερδίσει αυτή και η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ, πέραν των πιο πάνω που ήδη έχω αναφέρει, μπορούσε ανά πάσα στιγμή να σταματήσει να προβαίνει σε οποιαδήποτε αγορά ή πώληση μετοχών ή να καταγγείλει ή τερματίσει την συμφωνία, πράγμα που δεν έπραξε. Εν πάση περιπτώσει το οιονδήποτε κέρδος της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ήταν συμφωνημένο με βάση το Τεκμήριο 1 το οποίο ο εναγόμενος υπέγραψε ελεύθερα και με δική του βούληση αλλά και με βάση τα άλλα τεκμήρια. Επομένως απορρίπτεται και αυτή η θέση. ΘΕΜΑ (Θ) ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΛΗΡΗΣ ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑΤΟΣ ΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Ο ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΓΙΑ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΥΓΑΤΡΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Δεν με βρίσκει σύμφωνο αυτή η εισήγηση. Ο εναγόμενος από την λειτουργία του λογαριασμού στην ΤΡΑΠΕΖΑ έλαβε χρηματικά ποσά για αγορά μετοχών. Η σύμβαση, Τεκμήριο 1, ουσιαστικά καταρτίστηκε γι΄ αυτό το σκοπό. Όπως καταδεικνύεται από την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 6, δεν υπήρχαν μόνο χρεώσεις αλλά και πιστώσεις. Καθ΄ όλη δε την διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού εκ μέρους του εναγομένου οι χρεώσεις δεν ξεπέρασαν σε καμία περίπτωση το συμφωνημένο όριο των Λ.Κ.40.
  4. Από την χρηματοδότηση του και λειτουργία του λογαριασμού αυτός απέκτησε μετοχές. Ότι είχε η ΤΡΑΠΕΖΑ και η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ όφελος είναι γεγονός. Τούτο όμως ήταν καθορισμένο με βάση τις συμβάσεις που υπέγραψαν. Δεν αναμένεται να δανείζει κάποιος χρήματα ή να παρέχει υπηρεσίες χωρίς να έχει και κάποιο όφελος. Επομένως απορρίπτεται αυτή η θέση. ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ (Λ) ΚΑΙ (Σ) ΟΤΙ Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΑΙ Η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΕΝΗΡΓΗΣΑΝ ΑΜΕΛΩΣ Ή ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ Ή ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ, ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΝΗΡΓΗΣΑΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ, ΤΑ ΣΥΝΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΗΘΗ, ΔΕΝ ΔΙΕΞΗΓΑΓΑΝ ΤΗΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΔΕΟΥΣΑ ΔΕΞΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ ΔΕΝ ΕΠΕΔΕΙΞΑΝ ΤΗΝ ΔΕΟΥΣΑ ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΝΕΧΥΡΙΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΤΟΧΕΣ. ΑΜΕΛΕΙΑ Να λεχθεί ότι κι΄ γι΄ αυτό το ζήτημα ο εναγόμενος δεν αποκρυστάλλωσε την θέση του αν αποτελεί ισχυρισμό για απαλλαγή του από την οφειλή και από την έκδοση απόφασης εναντίον του ή αποτελεί αιτία ανταπαίτησης. Γι΄ αυτό το λόγο αλλά και για τους λόγους που αναφέρω ανωτέρω όταν καταπιάστηκα ειδικά μ΄ αυτό το ζήτημα θα εξεταστεί και από τις δύο όψεις. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας εμπεριέχεται στο άρθρο 51 εδάφιο 1 του Κεφ. 148 το οποίο έχει ως ακολούθως: «Αμέλεια συνίσταται- (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια» Τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν σε κάθε αγωγή για αμέλεια είναι τα ακόλουθα τρία:
(1)αμελής πράξη ή παράλειψη,
(2)υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και
(3)πρόκληση ζημιάς. Ο εναγόμενος για να υπέχει ευθύνη πληρωμής αποζημιώσεων για το αστικό αδίκημα της αμέλειας πρέπει να αποδειχθεί ότι (α) απέτυχε να επιδείξει επιμέλεια, (β) υπείχε υποχρέωση επιμέλειας προς το ζημιωθέν πρόσωπο και (γ) η αποτυχία του να επιδείξει επιμέλεια ήταν η αιτία που προκάλεσε τη ζημιά. Σύμφωνα με την υπόθεση Banburg v. Bank of Montreal
(1918)1 AC 626 σε μια συνήθη σχέση πελάτη-τράπεζας η τελευταία δεν έχει καθήκον να συμβουλεύσει τον πελάτη για το συνετό ή μη της επένδυσης για την οποία ζητά το δάνειο, εκτός εάν ο πελάτης ζητήσει συμβουλή και η τράπεζα αποδεχθεί να τη δώσει, έστω και χαριστικά. Από την μαρτυρία που το Δικαστήριο αξιολόγησε και αποδέχθηκε και τα ευρήματα του, στα οποία κατέληξε, καταδεικνύεται ότι Η ΤΡΑΠΕΖΑ καμία υποχρέωση επιμέλειας δεν είχε προς τον εναγόμενο αφού ουδέποτε συμφώνησε με τον εναγόμενο ότι θα ενεργούσε οιεσδήποτε πράξεις που σχετίζοντο με την αγοραπωλησία μετοχών. Ο εναγόμενος από μόνος του έδινε οδηγίες στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, την ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ, για αγορά και πώληση μετοχών. Η ΤΡΑΠΕΖΑ απλά πίστωνε ή χρέωνε τον λογαριασμό του σύμφωνα με τις οδηγίες της πληρεξουσίου του, ήτοι της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ. Από την μαρτυρία που προσήχθη εκ μέρους της ΤΡΑΠΕΖΑΣ διαπιστώνεται ότι καθημερινά ο εναγόμενος ενημερώνετο για τις χρηματιστηριακές πράξεις για τις οποίες ο ίδιος έδινε εντολές στην ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ, με τηλεομοιότυπο στο τέλος της ημέρας. Ελάμβανε μηνιαία κατάσταση στην οποία εμφαίνοντο όλες οι πράξεις που έγιναν καθώς και ο τελικός απολογισμός. Η ΤΡΑΠΕΖΑ έστελλε στον εναγόμενο μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού του στην οποία εμφαίνοντο όλες οι δοσοληψίες, χρεώσεις, πιστώσεις και το τελικό αποτέλεσμα από αυτές. Όσον αφορά τις χρηματιστηριακές πράξεις κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 η κατάσταση του χαρτοφυλακίου του εναγομένου. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17 η κατάσταση με όλες τις εντολές του εναγομένου. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 η κατάσταση με όλες τις εντολές του εναγομένου που πραγματοποιήθηκαν. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε την μαρτυρία των Μ.Ε.1, 2, 3 και 4 αφού έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία που εβρίσκοντο ενώπιον του. Αντίθετα, την μαρτυρία του εναγομένου, το Δικαστήριο δεν την αποδέχθηκε, αφού κανένα στοιχείο δεν παρουσίασε που να αποδεικνύει ότι οι υπάλληλοι της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ή της ΤΡΑΠΕΖΑΣ προέβαιναν από μόνοι τους σε πράξεις χωρίς τις εντολές του. Οι πράξεις που φαίνονται στο αναφερθέν Τεκμήριο 7 συνάδει με την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 6, που διατηρούσε η ΤΡΑΠΕΖΑ. Ο εναγόμενος σε καμία περίπτωση δεν διαμαρτυρήθηκε ή αμφισβήτησε τα τεκμήρια αυτά μέχρι που έφθασε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Εάν πράγματι δεν ήταν αυτός που έδινε τις εντολές για τις χρηματιστηριακές πράξεις γιατί δεν προέβη σε διαβήματα για να σταματήσει αυτήν την κατάσταση; Ακόμη αφού έπαιρνε την κατάσταση του λογαριασμού του που του απέστελλε η ΤΡΑΠΕΖΑ γιατί δεν κατάγγειλε την συμφωνία και να λάβει μέτρα εναντίον της; Η απάντηση είναι γιατί ο εναγόμενος συμφωνούσε με τα στοιχεία που φαίνονται στα αναφερθέντα τεκμήρια. Από το σύνολο της μαρτυρίας που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αναδεικνύεται καμία αμελής πράξη, παράβαση καθήκοντος, επιμέλειας ή παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης. Ούτε η ΤΡΑΠΕΖΑ ούτε η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ανέλαβαν να διαχειρίζονται το χαρτοφυλάκιο του εναγομένου από μόνοι τους όπως έχω ήδη αναφέρει. Όσον αφορά την ΤΡΑΠΕΖΑ, δυνάμει της συμφωνίας Τεκμήριο 1, αυτή θα δανειοδοτούσε τον εναγόμενο μέχρι του ποσού των Λ.Κ.40.000 και τίποτε περισσότερο. Πουθενά στην συμφωνία Τεκμήριο 1 διαφαίνεται ότι αναλάμβανε και οιονδήποτε άλλο ρόλο, όπως συμβουλευτικό ή διαχειριστικό του εναγομένου και του χαρτοφυλακίου του. Θα ήταν πέραν των συναλλακτικών ηθών η ΤΡΑΠΕΖΑ να αποφάσιζε για την λειτουργία του λογαριασμού και θα ανέτρεπε το όλο σύστημα που βασίζεται στην ελευθερία του πελάτη να διαχειρίζεται κατά την κρίση του το λογαριασμό του και θα καθιστούσε ανέφικτη την λειτουργία του λογαριασμού. Όσον αφορά την ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ από την συμφωνία Τεκμήριο 1, από το πληρεξούσιο Τεκμήριο 2, την συμφωνία Τεκμήριο 3 και το πληρεξούσιο Τεκμήριο 4, επαναλαμβάνοντας όσα λέχθηκαν και ανωτέρω σε καμία περίπτωση εξάγεται συμπέρασμα ότι θα διαχειρίζετο το χαρτοφυλάκιο του εναγομένου. Απεναντίας από το πληρεξούσιο, Τεκμήριο 2, που υπέγραψε ο εναγόμενος για να τον αντιπροσωπεύσει η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ αποδεικνύεται ότι ήταν απλώς για να γίνονται δια μέσου της όλες οι εντολές που ο εναγόμενος θα έδινε σ΄ αυτή και επίσης όπως η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ κάνει κάθε τι που χρειάζεται προς αυτή την κατεύθυνση. Τέλος τι άλλο θα μπορούσε η ΤΡΑΠΕΖΑ ή ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ να πράξουν που δεν έπραξαν ή που όφειλαν να μην πράξουν και έπραξαν δυνάμει των συμφωνιών που αναφέρθησαν ανωτέρω ή έστω έξω και πέραν των συμφωνιών αυτών που γίνεται συνήθως και δεν το έκαναν; Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τίποτε. Τόσο η ΤΡΑΠΕΖΑ όσο και η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ενήργησαν εντός των πλαισίων των μεταξύ τους συμφωνιών και σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη με επιμέλεια και στα πλαίσια του ορθού των καθηκόντων τους που πηγάζουν απ΄ αυτές. Επεκτείνοντας τις σκέψεις αυτές για το θέμα της επιμέλειας και της εμπιστοσύνης, φαίνεται ο δικηγόρος του εναγομένου να στηρίζει την θέση του ότι αυτή παραβιάστηκε από το γεγονός ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ, η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ και ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ είναι μέλη του Ομίλου της Λαϊκής και όλες αυτές είχαν όφελος από την επίδικη συμφωνία και τούτο σε βάρος του εναγομένου ο οποίος υπέστη ζημιά. Το ότι κάθε εταιρεία έχει την δική της χωριστή νομική οντότητα έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Salomon v. A. Salomon & Co Ltd
(1897)A.C. 22. Από αυτόν τον κανόνα, υπήρξε εξαίρεση η υπόθεση DHN Food Distributors Ltd v. Tower Hamlets London Borough Council
(1976)W.2R. 852 C.A. όμως όπως υποδεικνύεται στην ίδια την υπόθεση αλλά και από την υπόθεση Woolfson v. Strathclyde Regional Council
(1978)S.C. (H.L.) 90 η υπόθεση εκείνη περιορίζεται στα δικά της δεδομένα. Στην περίπτωση μας, όπως λέχθηκε η ΤΡΑΠΕΖΑ κατέχει το 60% της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ η οποία όμως έχει ξεχωριστό Διοικητικό Συμβούλιο και είναι ξεχωριστή δημόσια εταιρεία. Η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ δημιούργησε την ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ κατά ή περί το καλοκαίρι του 2000, η οποία είναι εξαρτώμενη της, και η οποία από το Σεπτέμβριο του 2000 ανέλαβε όλες τις χρηματιστηριακές δραστηριότητες της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ. Καταδεικνύεται ότι η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ δεν ήταν μόνο στο νόμο χωριστή οντότητα αλλά και πρακτικά, αφού δημιούργησε την ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ. Επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη η ΤΡΑΠΕΖΑ για τυχόν ευθύνες που πιθανόν να είχε η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ και η ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ εάν αποδεικνύονταν. Υπενθυμίζω ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ απλά χρηματοδοτούσε τον εναγόμενο. Όσον αφορά το θέμα της εμπιστοσύνης, μπορεί να λεχθεί ότι δημιουργείται σχέση εμπιστοσύνης όταν ο πελάτης στηρίζεται, εν γνώσει της τράπεζας, σε συμβουλές της τελευταίας για μια συναλλαγή από την οποία η ΤΡΑΠΕΖΑ έχει ή μπορεί να έχει όφελος ή συμφέρον, αντίθετο από τα συμφέροντα του πελάτη. Παρόλο που ο δικηγόρος του εναγομένου δεν το έθεσε με εξειδικευμένο τρόπο, αλλά γενικά και κάπως αόριστα, δεν διεφάνη ότι δόθησαν οιεσδήποτε συμβολές από την ΤΡΑΠΕΖΑ ή την ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ στον εναγόμενο από την οποία η ΤΡΑΠΕΖΑ ή η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ είχαν όφελος ή συμφέρον, αντίθετο από αυτό του εναγομένου. Σίγουρα είχαν όφελος από τις συμφωνίες πλην όμως αυτές, περιορίζοντο στα μεταξύ τους συμφωνηθέντα. Εν πάση περιπτώσει η ΤΡΑΠΕΖΑ είναι αυτή που έδωσε τα χρήματα της και ο εναγόμενος απόκτησε μετοχές ανεξάρτητα με την όποια αξία κατά καιρούς είχαν αυτές. Όσον αφορά το θέμα της επιστροφής των μετοχών της Investylia που ήταν ενεχυριασμένες ήδη έχω αναφέρει ότι τούτο έγινε με σκοπό ο εναγόμενος να εισπράξει την αξία της επειδή η ΤΡΑΠΕΖΑ δεν μπορούσε λόγω του ότι δεν είχαν εισαχθεί στο Χ.Α.Κ. Κατά συνέπεια, απορρίπτονται όλες οι πιο πάνω θέσεις του εναγομένου. ΤΟ ΘΕΜΑ (Β) ΟΤΙ Η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΣ. Από την μαρτυρία που προσήχθηκε καταδεικνύεται ότι η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ήταν Χρηματιστής με τον συγκεκριμένο κωδικό
(22), η οποία δημιούργησε την θυγατρική της εταιρεία ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ στην οποία μεταβιβάστηκε η άδεια που είχε η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ και συνέχισε τις Χρηματιστηριακές εργασίες της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ με τον ίδιο κωδικό της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ. Όλες δε οι πράξεις που ακολούθως έγιναν από την ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ, ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τον εναγόμενο. Επίσης να λεχθεί ότι η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ σύμφωνα με το πληρεξούσιο Τεκμήριο 2 είχε την εξουσία να προβαίνει σε οιανδήποτε ενέργεια με σκοπό να καταστεί δυνατή η εκτέλεση των εντολών του εναγομένου. Ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί και έτσι απορρίπτεται. ΤΟ ΘΕΜΑ (Ι) ΟΤΙ ΔΕΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΗΚΑΝ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ήδη το Δικαστήριο έχει αναφερθεί στα όρια που έκαστος των συμβληθέντων μπορούσε να ενεργήσει με βάση την συμφωνία Τεκμήριο
  1. Αδυνατώ να αντιληφθώ τι θα μπορούσε να πράξει η ΤΡΑΠΕΖΑ και η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ για να σταματήσει τον εναγόμενο να προβαίνει σε εντολές για χρηματιστηριακές πράξεις και ανάλογη χρέωση ή πίστωση χωρίς η ΤΡΑΠΕΖΑ να παραβεί την μεταξύ τους συμφωνία Τεκμήριο 1 και η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ χωρίς να παραβεί τους όρους πληρεξουσιοδότησης της από τον εναγόμενο, Τεκμήριο
  2. Εφ΄ όσον ο εναγόμενος κινείτο στα πλαίσια της συμφωνίας δεν ήταν δυνατόν να γίνει οτιδήποτε εκ μέρους τους. Τοιουτοτρόπως απορρίπτεται και αυτή η θέση. ΤΟ ΘΕΜΑ (Ε) ΟΤΙ ΔΕΝ ΑΓΟΡΑΣΘΗΚΑΝ ΜΕΤΟΧΕΣ ΟΠΩΣ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ ΕΠΙΘΥΜΟΥΣΕ Η/ΚΑΙ ΜΕ ΟΔΗΓΙΕΣ ΤΟΥ. Το θέμα αυτό έχει ήδη απαντηθεί σε προηγούμενο στάδιο και σε γενικές γραμμές αναφέρω ότι οι εντολές για τις χρηματιστηριακές πράξεις έχει αποδειχθεί ότι εδίνοντο από τον εναγόμενο στην ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ τόσο με βάση την μαρτυρία των Μ.Ε. όσο και από τα Τεκμήρια 7, 8 και 17 που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και είναι όλες οι εντολές που έδωσε ο εναγόμενος, οι εντολές που πραγματοποιήθηκαν και το χαρτοφυλάκιο του. Ως εκ τούτου, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ (Α), (Κ), (Ξ) ΚΑΙ (Ο) ΟΤΙ Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΔΙΕΞΑΓΕΙ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΕΣ, ΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ, ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ Ή ΟΙΟΝΕΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ MARGIN/INVESTORS ACCOUNTS, ΟΤΙ ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΑ ΚΑΙ/Η ΥΠΕΓΡΑΦΗΣΑΝ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΩΝ ΕΓΚΥΚΛΙΩΝ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ/Η ΟΤΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΤΑΠΙΕΣΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΔΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΣΤΗΝ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΚΑΘΙΣΤΟΥΝ ΑΚΥΡΗ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΤΗΝ ΣΥΜΦΩΝΙΑ, ΟΤΙ Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΑΡΕΒΗ ΤΟ ΝΟΜΟ ΠΕΡΙ Χ.Α.Κ. ΚΑΙ ΟΤΙ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΚΑΘ΄ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΜΟ 66
(1)/
  1. Παρόμοια θέματα, για παράνομη παραβίαση προνοιών των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και των αρχών της Δημόσιας Πολιτικής εξετάστηκαν στην αγωγή αριθμός 2949/03 του Ε.Δ. Λάρνακας μεταξύ Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ ν. Νικολάου Σάββα ημερομηνίας 22.10.05, από τον αδελφό Δικαστή, τώρα Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου, τον κ. Τεύκρο Οικονόμου. Αφού επισημάνω ότι στην υπό εξέταση υπόθεση δεν κατατέθηκε ούτε μια εγκύκλιος της Κυπριακής Τράπεζας, ενώ στην αναφερθείσα υπόθεση είχαν κατατεθεί, παραθέτω τα ακόλουθα αποσπάσματα την ορθότητα των οποίων και υιοθετώ: «Η Κεντρική Τράπεζα είχε εξουσία να καθορίσει όρια δανείων ή, ακόμα, τους σκοπούς για τους οποίους μπορούσαν να δοθούν ή να μην δοθούν δάνεια, δυνάμει των περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων του 1963 έως (Αρ. 2) του 1999 (άρθρο 38) εξουσίες που διατηρούνται στον ισχύοντα σήμερα Νόμο 138/
  2. Παράλληλα, σύμφωνα με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 (Ν.66/97)η Κεντρική Τράπεζα έχει αρμοδιότητα να εποπτεύει τις τράπεζες προς διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος (άρθρο 26), και δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες για την επίτευξη των σκοπών του Νόμου (άρθρο 41). Είναι πρόδηλο ότι οι σχετικές εγκύκλιοι εκδόθηκαν στα πλαίσια των παραπάνω αρμοδιοτήτων της Κεντρικής Τράπεζας. Η εγκύκλιος δε ημερ. 24.11.1999 (Τεκμήριο 13.5), - εδώ Τεκμήριο 18.5 - όπως και άλλες, ρητά αναφέρεται στο άρθρο 38 των περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμων. «Δημόσια πολιτική» υπό την συζητούμενη έννοια είναι εκείνη η δικαιϊκή αρχή που διασφαλίζει ότι κανένας πολίτης δεν μπορεί να τελεί εκείνο που έχει την τάση να επηρεάσει δυσμενώς το κοινό ή να είναι αντίθετο στο δημόσιο όφελος [βλ. Glamor Development Ltd v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444, 454]. ...... ......Η νομική επιστήμη έχει κατατάξει, επί τη βάσει των δικαστικών αποφάσεων, περιπτώσεις δημόσιας πολιτικής σε αποκρυσταλλωμένες, κατά το μάλλον ή ήττον, κατηγορίες. Αναγνωρίζεται έτσι κατά πάγιο τρόπο πως τίθεται θέμα δημόσιας πολιτικής όταν παραβλάπτεται λ.χ. η χρηστή διακυβέρνηση, η δέουσα απονομή της δικαιοσύνης, τα δημόσια ήθη και η επαγγελματική ελευθερία (Chitty on Contracts, General Principles, 26η έκδοση, σελ. 683 επόμ.). O Lord Halsbury είχε λάβει κατηγορηματικά τη θέση ότι τα Δικαστήρια δεν μπορούν να επινοούν νέες κατηγορίες δημόσιας πολιτικής (Janson v. Drieforntein Consolidated Mines Ltd [1902] A.C. 484, 491). Τέτοια θέση όμως δεν έγινε καθολικά δεκτή. Αντίθετα, κρατούσα πλέον είναι η άποψη πως ότι στην κατάλληλη περίπτωση τα Δικαστήρια μπορούν να επεκτείνουν ή να τροποποιήσουν τις αρχές που διέπουν το θέμα (Multiservice Bookbinding Ltd v. Mardon [1979] Ch. D. 84, Glamor, σελ. 454-456). Λ.χ. στην Glamor, επιπρόσθετα προς τη παρανομία, διαπιστώθηκε ότι ως ζήτημα δημόσιας πολιτικής είναι ανεπίτρεπτο για δημόσιο υπάλληλο να αναλάβει ιδιωτική εργασία έναντι ανταλλάγματος χωρίς την απαιτούμενη άδεια, σε βαθμό που να μην δικαιούται ν΄ απαιτήσει το αντάλλαγμα. Γίνεται όμως σαφές πως η σχετική ευχέρεια των Δικαστηρίων πρέπει ν' ασκείται με φειδώ και μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου το δημόσιο κακό είναι πασιφανώς αδιαμφισβήτητο. Όπως έχει λεχθεί στην Fender v. Mildmay [1937] 3 All E.R. 402 και υιοθετείται στην Glamor: «The doctrine of "public policy" should be involved only in clear cases, in which the harm to the public is substiantially incontestable and does not depend upon the idiosyncratic inferences of a few judicial minds.» Η επιφυλακτικότητα που αρμόζει, είχε οδηγήσει τον Lord Truro στο να παρομοιάσει τη «δημόσια πολιτική» σαν ένα ατίθασο άλογο, επικίνδυνο να ιππευθεί (Egerton v. Brownlow [1843-60] All E.R. Rep. 970, 995). Βέβαια ο Lord Denning είχε πει επί της ίδιας παρομοίωσης πως με ένα καλό αναβάτη το ατίθασο άλογο μπορεί να ελεγχθεί και να υπερπηδήσει τα εμπόδια (Enderby Town Football Club Ltd v. The Football Association Ltd [1971] Ch. 591, 606). Όμως το πρωταρχικό ζήτημα δεν είναι ο αναβάτης, αλλά κατά πόσο είναι κατάλληλη περίπτωση για ιππασία. Εφόσον δεν πρόκειται για άμεση παρανομία και εφόσον ο νόμος δεν προβλέπει ρητά την αποστέρηση δικαστικής θεραπείας, το ερώτημα που τελικά τίθεται είναι το κατά πόσο, μέσα από τη συνήθη ερμηνεία του νόμου, υπό τις περιστάσεις που έγινε η σύμβαση και έχοντας κατά νου το κακό που εσκοπείτο ν΄ αποτραπεί, θα αντίκειτο στη δημόσια πολιτική η εκτέλεση της σύμβασης (Shaw v. Groom [1970] 1 All E.R. 702, Glamor σελ. 454). Στις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας γίνεται αναφορά στις «γνωστές συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί στη χρηματιστηριακή αγορά τις τελευταίες εβδομάδες» και τον κίνδυνο οι πιστωτικές διευθετήσεις να «καταλήξουν σε καθαρά κερδοσκοπικές τοποθετήσεις στο Χρηματιστήριο.» (εγκύκλιος ημερ. 12.10.1999, τεκμ. 13.4). - εδώ Τεκμήριο 18.4 - Σε εγκύκλιο, ημερ. 5.1.2000 (Τεκμ. 13.7) - εδώ Τεκμήριο 18.7 - ...... γίνεται λόγος για «το απαράδεκτο φαινόμενο της μαζικής χρηματοδότησης αγοράς μετοχών πρώτης έκδοσης όπου εκατοντάδες εκατομμύρια λιρών δάνεια δόθηκαν για αγορά μετοχών αξίας μερικών εκατομμυρίων λιρών». Η Κεντρική Τράπεζα είχε προχωρήσει στη λήψη διοικητικών μέτρων. Με εγκύκλιο ημερ. 24.3.2000 (Τεκ. 13.8) - εδώ Τεκμ. 13.9 - ειδοποίησε τις τράπεζες πως δεν θα καταβάλλει τόκο σε οποιαδήποτε τράπεζα δεν συμμορφώνεται με τις οδηγίες της δυνάμει του άρθρου 38...... .....Η Κεντρική Τράπεζα είχε εξουσία να λάβει περαιτέρω και σκληρότερα μέτρα. Εφαρμόζοντας το άρθρο 30 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου αν έκρινε ότι από το ως άνω «απαράδεκτο φαινόμενο» υφίστατο κίνδυνος να ελαττωθεί η ικανότητα μιας τράπεζας για έγκαιρη αντιμετώπιση των υποχρεώσεων της ή, γενικότερα, ότι ήταν αναγκαίο για την εξασφάλιση των συμφερόντων των καταθετών ή πιστωτών, είχε εξουσία, μεταξύ άλλων, να απαγορεύσει τελείως και μέχρι νεότερης ειδοποίησης την αποδοχή από την τράπεζα καταθέσεων ή/και τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων, ή, ακόμα μάλιστα, να ανακαλέσει την άδεια της τράπεζας. Η Κεντρική Τράπεζα είναι το πρωταρχικά αρμόδιο όργανο που έταξε η Πολιτεία για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, έχοντας ως κύριο εκ του νόμου σκοπό τη δημιουργία συνθηκών νομισματικής σταθερότητας, πιστωτικών συνθηκών και συνθηκών που αφορούν στο ισοζύγιο πληρωμών που συντελούν στην αρμονική ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας (άρθρο 4 του Νόμου). Ο μεν νομοθέτης δεν έχει ρητώς ορίσει ότι παράβαση ή καταστρατήγηση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας για θέματα πιστωτικής πολιτικής θα μπορούσε να απολήξει σε άρνηση δικαστικής θεραπείας, όπως κατ΄ αρχήν θα αναμενόταν ως εκ της δραστικότητας του μέτρου (βλ. Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου ν. Πετράκη [1998] 1 C.L.R. 941). Η δε Κεντρική Τράπεζα, πρωταρχικός θεματοφύλακας της πιστωτικής πολιτικής, επέλεξε το προαναφερθέν μέτρο μέσα από ένα πολύ ισχυρότερο οπλοστάσιο. Βέβαια είναι τα Δικαστήρια που έχουν τον τελευταίο λόγο να διαγνώσουν την ύπαρξη δημόσιας πολιτικής τέτοιας αναντίλεκτης σπουδαιότητας ώστε να είναι απαράδεκτη η παροχή θεραπείας στον παραβάτη. Όμως, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και επί των αρχών που προσπάθησα να παραθέσω, θεωρώ ότι τέτοια πορεία θα ήταν καθ΄ υπέρβαση του δικαστικού ρόλου και προς υποκατάσταση τόσο του νομοθέτη, όσο και του κατεξοχήν αρμοδίου εκ του Συντάγματος (Άρθρο 121, Συντ.) οργάνου, της Κεντρικής Τράπεζας». Επομένως και αν ακόμη κατατίθεντο ως Τεκμήρια οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας δεν είναι δυνατόν να μη δοθεί θεραπεία από το Δικαστήριο για λόγους που αφορούν ζητήματα δημόσιας πολιτικής. Ούτε γίνεται δεκτή η εισήγηση πως υπήρχε εξυπακουόμενος όρος ότι η τράπεζα θα εφάρμοζε τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας. Ασφαλώς θα ήταν δίκαιο και εύλογο να αναμένεται από την Τράπεζα η τήρηση των εγκυκλίων. Κριτήριο όμως για να εισαχθεί ένας εξυπακουόμενος όρος, κατ' εξαίρεση του κανόνα ότι τα μέρη συμφωνούν ρητά όσα θέλουν να συμφωνήσουν, δεν είναι το εύλογο ή το δίκαιο του πράγματος, ή μόνο το εύλογο ή το δίκαιο του όρου, αλλά είναι πάντοτε η αναγκαιότητα να προστεθεί ένας εύλογος και δίκαιος όρος τόσο αυτονόητος ώστε να εκλαμβάνεται εξ αντικειμένου ως δεδομένος με σκοπό να καταστεί αποτελεσματική και λειτουργήσιμη η σύμβαση σύμφωνα με την πρόθεση των μερών όπως συνάγεται από το λεκτικό της σύμβασης και τα περιστατικά της υπόθεσης. (The Moorock (ανωτ.)., Reigate (ανωτ.), Harmony Shipping Co. S.A. v. Saudi Europe Line [1980] 1 Lloyd´s Rep. 44, B.P. Refinery (Westernport) Pty Ltd v. Shire of Hasting [1978] 52 A.L.J.R. 20, Re Comptoir Commercial Anversois and Power, Son & Co. [1920] 1 K.B. 868, Liverpool City v. Irwin [1977] A.C. 239, Hamlyn v. Wood [1891] 2 Q.B. 488). Εν προκειμένω δεν έχει στοιχειοθετηθεί αναγκαιότητα με αυτή την έννοια. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι η συμφωνία ήταν παράνομη κατά παράβαση του Περί Τραπεζιτικών Εργασιών Νόμου 66
(1)/97 και του Νόμου περί Χ.Α.Κ. Δεν εξειδικεύει όμως με ποια άρθρα του νόμου βρίσκεται σε αντίθεση η συμφωνία. Τούτο γίνεται στην αγόρευση του δικηγόρου του ο οποίος όμως και πάλι δεν αναφέρει συγκεκριμένα γιατί ο λογαριασμός που ανοίχθηκε με βάση την συμφωνία είναι αντίθετος με τα άρθρα 13
(3)και 14
(1)του Νόμου. Αν και θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ενόψει της ανεπάρκειας του δικογράφου αλλά και της εισήγησης στην αγόρευση δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου έγκυρο ζήτημα προς εξέταση θα προχωρήσω να το εξετάσω. Σε σχέση με αυτά τα ζητήματα παρατηρώ ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ ενήργησε μόνο στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας ανοίγοντας τρεχούμενο λογαριασμό στο όνομα του εναγομένου. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού με σκοπό την αγοραπωλησία μετοχών με τον χαρακτηρισμό που δίνεται σε αυτό ως investor account δεν συνάδει με τις εργασίες που η ΤΡΑΠΕΖΑ πρέπει να ενεργεί. Αν μπορεί να λεχθεί κάτι από το Δικαστήριο επί του θέματος του λογαριασμού και της νομιμότητας του αυτό μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια της μαρτυρίας που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία ο συγκεκριμένος λογαριασμός τίποτε δεν διαφέρει από άλλους τρεχούμενους λογαριασμούς εκτός του ότι η χρήση του είναι για το σκοπό που ανοίχθηκε, δηλαδή την αγοραπωλησία μετοχών, χωρίς μάλιστα να στερείται ή να αποκλείεται το δικαίωμα του εναγομένου να αιτηθεί από την ΤΡΑΠΕΖΑ να πάρει λεφτά σε μετρητά και να του δοθούν, αφού εγκριθεί το αίτημα του από το αρμόδιο πρόσωπο της ΤΡΑΠΕΖΑΣ. Αν πάλι υπονοείται ότι ήταν παράνομη η συμφωνία γιατί όριζε συγκεκριμένο χρηματιστή, ήτοι την ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ, που θα τελούσε τις χρηματιστηριακές πράξεις και τούτος ο όρος ήταν καταπιεστικός και άδικος, δεν μπορεί να ευσταθίσει γιατί σ΄ αυτόν τον όρο της συμφωνίας ουδέν μεμπτόν υπάρχει αφού ο εναγόμενος ήταν αυτός που θα αποφάσιζε ποιες και πόσες μετοχές θα αγόρασε ή θα πουλούσε και ποιας εταιρείας και όχι η ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ η οποία απλώς θα εκτελούσε τις εντολές. Εάν πάλι ο όρος αυτός συσχετίζεται με την νομοθεσία περί Χ.Α.Κ. πουθενά στην νομοθεσία αυτή αναφέρεται ότι ο διορισμός χρηματιστή για την διεκπεραίωση χρηματιστηριακών πράξεων με αυτόν τον τρόπο δεν επιτρέπεται. Έπεται ούτε ουδεμία από τις πιο πάνω θέσεις του εναγομένου ευσταθεί και απορρίπτονται. ΤΟ ΘΕΜΑ (Π) ΟΤΙ ΔΕΝ ΤΕΡΜΑΤΙΣΤΗΚΕ Ο ΕΠΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ Από τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, Τεκμήριο 14, αποδεικνύεται ότι ο επίδικος λογαριασμός τερματίστηκε. Επίσης ο εναγόμενος ανάφερε ότι έλαβε την επιστολή αυτή. Άρα ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί και απορρίπτεται. ΤΟ ΘΕΜΑ (Μ) ΟΤΙ Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΡΕΩΝΕ ΕΞΟΔΑ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΕΡΑΝ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΞΟΔΩΝ Εάν εννοείται ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ χρέωνε έξοδα ως διαχειρίστρια του χαρτοφυλακίου του εναγομένου όπως αυτό ανάφερα και πιο πάνω αυτό δεν συνέβαινε σε καμία περίπτωση για τον απλό λόγο ότι ουδέποτε η ΤΡΑΠΕΖΑ αλλά ούτε και ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ήταν διαχειριστές του χαρτοφυλακίου του εναγομένου. Εάν εννοείται ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ χρέωνε λειτουργικά έξοδα τούτο φαίνεται από την κατάσταση του λογαριασμού που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  1. Όμως σύμφωνα με τον όρο 5 του Τεκμηρίου 1 οποιαδήποτε έξοδα που ήθελαν δημιουργηθούν θα επιβάρυναν τον εναγόμενο όπως θα καθορίζοντο από την ΤΡΑΠΕΖΑ. Επομένως δεν βρίσκω ότι υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτόν στις χρεώσεις εξόδων όπως καθορίσθηκαν από την ΤΡΑΠΕΖΑ, ιδιαίτερα υπό το φως της μη παρουσίασης μαρτυρίας εκ μέρους του εναγομένου αντίθετη μ΄ αυτήν της ΤΡΑΠΕΖΑΣ. Συνεπώς απορρίπτεται και αυτή η θέση του εναγομένου. Η ΤΡΑΠΕΖΑ απέστειλε σχετική επιστολή για την τροποποίηση του τόκου και αύξηση του σε 11.25% με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, ήτοι την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε χρόνου σύμφωνα με τον Περί Τόκου Νόμου του 1999 και ίσχυσε από την 01.01.01, βλ. Τεκμήριο
  2. Η ΤΡΑΠΕΖΑ σύμφωνα με το άρθρο 3 του Τεκμηρίου 1 δύναται να αξιώσει το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου. Ως εκ τούτου δικαιούται και στο επιτόκιο αυτό, όπως είναι και η αξίωση της. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω κρίνω ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ έχει αποδείξει την υπόθεση της και δικαιούται σε απόφαση ως η αξίωση της. Η ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Η ανταπαίτηση για αποζημιώσεις στηρίχθηκε στη βάση της συνωμοσίας και δόλου. Το Δικαστήριο όμως ένεκα της γενικότητας των έγγραφων προτάσεων και της μαρτυρίας εξέτασε και θέμα απάτης και αμέλειας και ως αστικών αδικημάτων. Με την απόρριψη των ισχυρισμών και θέσεων που σχετίζονται με τις βάσεις ανταπαίτησης που εξέτασε το Δικαστήριο καταρρέει και η ανταπαίτηση η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Με την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ΤΡΑΠΕΖΑ δικαιούται σε απόφαση στην αξίωση της δεν υπάρχει βάθρο ούτε για έκδοση δήλωσης από το Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος ουδέν ποσό οφείλει στην ΤΡΑΠΕΖΑ και ως εκ τούτου απορρίπτεται και αυτό το μέρος της ανταπαίτησης. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου ως οι παραγράφοι (α), (β), (γ), και (ε) της αξίωσης με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το ποσό της παρ. (α) της αξίωσης ένεκα της αλλαγής του νομίσματος με τον Ν.33
(1)/07 μετατρέπεται σε ΕΥΡΩ ήτοι €77.202,90σεντ. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επειδή όμως η αγωγή και η ανταπαίτηση έχουν συνεκδικασθεί θα υπάρχει ένα σετ εξόδων εκεί όπου είναι κοινά. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.