Σόλων Καλογήρου ν. Αγγελική Μενελάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 697/04, 28 Αυγούστου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 697/04 Μεταξύ: Σόλων Καλογήρου, εκ Λάρνακας Ενάγοντος - και - Αγγελική Μενελάου, εκ Καϊμακλίου Λευτέρης Ελευθερίου, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 12.12.07 για προσθήκη διαδίκου (ενάγοντα αρ. 2) και /ή αντικατάσταση του ονόματος του ενάγοντα Ημερομηνία: 28 Αυγούστου 2008 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα-Αιτητή: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Για τους εναγομένους-καθ' ων η αίτηση: κος Κωνσταντίνου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους Λ.Κ.2.025,32, ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που προκλήθηκαν στο όχημά του συνεπεία ατυχήματος που επεσυνέβη στις 28.11.2000, στη διασταύρωση της οδού Ζακύνθου με Κιλκίς στη Λάρνακα, η οποία ελέγχεται με φώτα τροχαίας. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ο ίδιος ήταν ο οδηγός και ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμό εγγραφής DΑΑ 977 και η εναγόμενη αρ. 1 ήταν η οδηγός του οχήματος με αριθμό εγγραφής CAV 19, ιδιοκτησίας του εναγομένου αρ.
- Και οι δύο πλευρές κατηγορούν αλλήλους, ότι το ατύχημα επεσυνέβη συνεπεία του γεγονότος ότι ενάγοντας και εναγομένη αρ. 1 παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το κόκκινο φως της πλευράς τους. Οι εναγόμενοι 1 και 2 στην καταχωρηθείσα Υπεράσπισή τους αρνούνται ότι ο ενάγοντας ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμό εγγραφής DAA
- Στο σημείο αυτό θεωρώ αναγκαίο να εκθέσω τα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπό εκδίκαση αίτησης, όπως αυτά εμφαίνονται από το φάκελο της δικογραφίας. Στις 21.3.2007 καταχωρήθηκε εκ μέρους του ενάγοντα αίτηση, με την οποία ζητείτο η "τροποποίηση του τίτλου της ανωτέρω αγωγής και των συναφών δικογράφων δια της αντικατάστασης του ονόματος του ενάγοντα με το ακόλουθο: Σόλων Καλογήρου και Συνεργάτες Λτδ." Στην ένορκη δήλωση της Κατερίνας Βουρή (δικηγορικής υπαλλήλου των δικηγόρων του ενάγοντα) που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της εν λόγω αίτησης, αναφερόταν ότι την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση (2.3.2007), μετά από συζήτηση που είχε ο ενάγοντας με την δικηγόρο που θα χειριζόταν την υπόθεση του, διεφάνη ότι ιδιοκτήτης του οχήματος DAA 977 ήταν η εταιρεία του ενάγοντα, (Σόλων Καλογήρου και Συνεργάτες Λτδ) και όχι ο ίδιος προσωπικά. Η καταγραφή του ονόματος του ενάγοντα προσωπικά στο Κλητήριο Ένταλμα, οφειλόταν σε παρανόηση και κακή συνεννόηση (μεταξύ του ενάγοντα και των δικηγόρων του) καθότι ο ενάγοντας όταν αναφερόταν "στο αυτοκίνητο του" εννοούσε το αυτοκίνητο της εταιρείας του. Οι εναγόμενοι ήγειραν ένσταση υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι σημειώθηκε καθυστέρηση εκ μέρους του ενάγοντα στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, δεδομένου του γεγονότος ότι από 4.6.2004 (ημερομηνία καταχώρησης της Υπεράσπισης) ήταν σαφής η θέση τους ότι ο ενάγοντας δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος, γεγονός που επέβαλλε την υποχρέωση στην πλευρά του τελευταίου να διερευνήσει το θέμα. Αντίθετα, υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, στην Απάντηση στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 8.9.2004 η πλευρά του ενάγοντα επέμενε στη θέση ότι ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν ο τελευταίος. Εάν το Δικαστήριο, υπεστήριξαν περαιτέρω, αποδεχθεί το αίτημα του ενάγοντα, τότε η βλάβη που θα προκληθεί στους εναγόμενους θα είναι ανεπανόρθωτη, αφενός μεν επειδή δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε διαδικασία τριτοδιαδίκου εναντίον του οδηγού του οχήματος DAA 977, Σόλων Καλογήρου και αφετέρου σε περίπτωση που επιδικαζόταν (κατόπιν έκδοσης απόφασης) οποιοδήποτε ποσό σε βάρος τους, τότε θα έπρεπε οι ίδιοι να το επωμιστούν καθότι σύμφωνα με τον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Νόμο Αρ. 96
(1)/00 άρθρο 22, οποιαδήποτε αγωγή για σκοπούς του Ν. 96
(1)/00, παραγράφεται, εφόσον αυτή δεν εγερθεί εναντίον του αδικοπραγούντα εντός δύο ετών από το συμβάν. Το Δικαστήριο, αποδεχόμενο τη θέση των εναγομένων, με Ενδιάμεση Απόφαση του ημερομηνίας 31.10.2007 απέρριψε την αίτηση, τονίζοντας ότι παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην καταχώρηση της και πρόθεση του ενάγοντα για κωλυσιεργία αφού το θέμα είχε τεθεί ακριβώς 3 χρόνια πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και όφειλαν οι δικηγόροι του να το εξετάσουν ενδελεχώς τουλάχιστον πριν τις 19.5.2006 (ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση) και όχι ένα σχεδόν χρόνο μετά. Τόνισε επίσης ότι η τροποποίηση μόνο του τίτλου της αγωγής δεν θα βοηθούσε τον ενάγοντα καθότι ο τίτλος που θα προκύψει δεν θα συνάδει με την Έκθεση Απαίτησης και θα έπρεπε να καταχωρηθεί νέα αίτηση για τροποποίηση της τελευταίας με συνεπακόλουθο νέα καθυστέρηση. Τέλος το Δικαστήριο τόνισε ότι εάν επιτρεπόταν η τροποποίηση του τίτλου, τούτο θα είχε αρνητικές συνέπειες για τους εναγόμενους, δεδομένου του γεγονότος ότι η αγωγή καταχωρήθηκε τέσσερα χρόνια μετά το ατύχημα και οποιαδήποτε αξίωση τους εναντίον του ενάγοντα (Σόλωνα Καλογήρου) δεν θα μπορούσε να προωθηθεί ενόψει του ότι το αγώγιμο δικαίωμα παραγράφεται εάν δεν εγερθεί αγωγή εναντίον του αδικοπραγούντα εντός τριών χρόνων από την ημέρα του ατυχήματος, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 22 του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Νόμου Ν. 96
(1)/
- Ως εκ τούτου, εάν οι εναγόμενοι κληθούν να καταβάλουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις θα πρέπει να τις καταβάλουν οι ίδιοι αφού η ασφάλεια τους δεν θα τους καλύψει. Με την υπό κρίση αίτηση (που καταχωρήθηκε στις 12.12.2007) ο ενάγοντας προωθεί αίτημά του για "την προσθήκη ως ενάγοντα αρ. 2 της εταιρείας ΣΟΛΩΝ Γ. ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΛΤΔ και /ή αντικατάσταση του ενάγοντα Σόλων Καλογήρου με τον ενάγοντα ΣΟΛΩΝ Γ. ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΛΤΔ." Νομική βάση της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, Δ.9 κκ 1, 2, 3, 4, 6 και 7, Δ.25 κκ 1, 2, 3, 4, 5 και 6, Δ.48 κκ 1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.63 κκ 1 και 2, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Όσον αφορά τα γεγονότα υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του ενάγοντα, ο οποίος εξιστορεί σ' αυτήν το πώς και πότε έμαθε η δικηγόρος του λεπτομέρειες για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος DAA
- Ισχυρίζεται ότι στην αγωγή αναγράφεται προσωπικά το όνομα του και όχι το όνομα της εταιρείας του, λόγω λάθους και κακής συνεννόησης μεταξύ αυτού και των δικηγόρων του. Είναι η θέση του ότι καμιά ζημιά δεν θα προκληθεί στους εναγόμενους αφού "η κατάσταση ήταν γνωστή σ' αυτούς από τη σύνταξη της Υπεράσπισής τους και απλά με την έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα αποκατασταθεί η αλήθεια και θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη". Ισχυρίζεται επίσης ότι "το γεγονός του ότι δεν εντοπίστηκε αυτό το λάθος από την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση των εναγομένων οφείλεται στο ότι θεωρήθηκε η άρνηση της εν λόγω παραγράφου τυπική και δεν δόθηκε σημασία." Αναφέρει τέλος ότι "μόλις εντοπίστηκε το πρόβλημα προβήκαμε σε αίτημα για τροποποίηση το οποίο απορρίφθηκε την 31.10.2007 και αμέσως εξέτασαν οι δικηγόροι μου άλλα ενδεχόμενα που είχαμε, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί άμεσα η παρούσα αίτηση." Οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία ουσιαστικά βασίζεται στην ίδια με την αίτηση νομική βάση. Προβάλλονται δώδεκα λόγοι ένστασης. Ουσιαστικά οι εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τα όσα υποστηρίζουν στην προηγούμενη ένστασή τους. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι: (α) Η αίτηση είναι καταχρηστική, παράτυπη, άκυρη και κακόπιστη. (β) Επιχειρείται η ανατροπή και παράκαμψη του Διατάγματος του Δικαστηρίου που εδόθη στην αίτηση του ενάγοντα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής. (γ) Το όλο θέμα συνιστά δεδικασμένο. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Σπυρούλας Γεωργίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων. Είναι η θέση της, μεταξύ άλλων, ότι "οποιοδήποτε δικαίωμα της Σόλων Καλογήρου και Συνεργάτες Λτδ, εναντίον των εναγομένων έχει παραγραφεί και με την παρούσα αίτηση εκείνο που επιδιώκεται είναι η έγερση νέας αγωγής με διατήρηση όμως του αριθμού της παρούσας αγωγής ώστε να παρακαμφθεί το κώλυμα της παραγραφής". Κατά την ακρόαση της αίτησης η οποία περιορίστηκε σε αγορεύσεις, και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν τις πιο πάνω αντίστοιχες θέσεις τους. Η κα Ζαχαρίου εκ μέρους του ενάγοντα, υπεστήριξε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία για να δοθεί η αιτουμένη θεραπεία. Ήταν η θέση της ότι η Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.10.2007, δεν επηρεάζει την παρούσα διαδικασία εφόσον με την προηγηθείσα αίτηση ο ενάγοντας αιτείτο την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ενώ τώρα ζητά την προσθήκη διαδίκου. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Κωνσταντίνου εκ μέρους των εναγομένων. Υπεστήριξε ότι το όλο θέμα έχει επιλυθεί με την Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου και περαιτέρω ότι εάν εγκριθεί το αίτημα του ενάγοντα θα υπάρχουν δύο αντιφατικά διατάγματα, ουσιαστικά δε το δεύτερο διάταγμα θα είναι αναιρετικό του πρώτου. Η καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης, τόνισε τέλος ο κ. Κωνσταντίνου, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί στην προκειμένη περίπτωση, είναι εάν η προηγηθείσα αίτηση τροποποίησης του τίτλου της αγωγής, και συνακόλουθα η εκδίκαση της, επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την υπό κρίση αίτηση. Η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική. Η υπό εκδίκαση αίτηση είναι ουσιαστικά ταυτόσημη με την προηγηθείσα. Είναι παντελώς αδιάφορο το πώς η πλευρά του ενάγοντα "ονομάζει" την υπό κρίση αίτηση. Είτε την θεωρεί ως αίτηση τροποποίησης του τίτλου, είτε ως αίτηση προσθήκης διαδίκου, η ουσία είναι ότι και με τις δύο αιτήσεις επιζητείται η ίδια θεραπεία. Να αντικατασταθεί ή να προστεθεί ως ενάγοντας, η εταιρεία ΣΟΛΩΝ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΛΤΔ . Το ότι επιζητείται η ίδια θεραπεία "φανερώνεται" και από το γεγονός ότι οι δικηγόροι του ενάγοντα βάσισαν την προηγηθείσα αίτηση τροποποίησης και στη Δ.9, δικονομική διάταξη η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου. Η κα Ζαχαρίου αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου (κατά την εκδίκαση της προρηθείσας αίτησης) υπεστήριξε ότι ζητείται απλώς η προσθήκη του ονόματος της ιδιοκτήτριας εταιρείας που είναι η Σ. Καλογήρου και Συνεργάτες Λτδ. Ουσιαστικά εκείνο που επιζητούσαν ήταν "να γίνει" ενάγοντας η εταιρεία ΣΟΛΩΝ Γ. ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΛΤΔ. Το Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα αυτό εκδικάζοντας την αίτηση και αποφάσισε, για τους λόγους που αναφέρονται στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 31.10.2007, ότι δεν θα έπρεπε να αντικατασταθεί το όνομα του ενάγοντα (Σόλων Καλογήρου) με το όνομα της εταιρείας του. Έκρινε ότι δεν ήταν η περίπτωση που το όνομα του ενάγοντα ετέθη λανθασμένα στο τίτλο και επιζητείτο η διόρθωσή του. Ουσιαστικά εζητείτο να "αλλάξει" ο ενάγοντας με άλλο πρόσωπο, νομικό στη προκειμένη περίπτωση. Η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης συνιστά, κατά την κρίση μου, κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Νομολογιακά έχει λεχθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 ΑΑΔ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911, Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 ΑΑΔ 133 και LOUKOS TRADING CO. LTD κ.α. ν. ΡΕΙΝΜΠΟΟΥ ΠΛΗΤΣΙΗΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΙΓΚ ΚΟ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση 10543, ημερ. 26.6.2000). Έχει επίσης λεχθεί και πάλι νομολογιακά ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. (Βλ. Μιχάλης Παπόρη ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S Πολιτική Έφεση Αρ. 8911, ημερ. 27.9.1996). Ως εκ τούτου και για τους λόγους που έχω προαναφέρει κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Προχωρώντας όμως ακόμη ένα βήμα παραπέρα θα έλεγα ότι η αίτηση δεν θα είχε οποιαδήποτε προοπτική επιτυχίας ακόμη και εάν εξεταζόταν επί της ουσίας της και στη βάση των αρχών που διέπουν το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου και /ή της τροποποίησης του τίτλου και των συναφών δικογράφων. Τόσο η Δ.25 όσο και η Δ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με τη νομολογία, παρέχουν την εξουσία στο Δικαστήριο να προβεί στις αναγκαίες τροποποιήσεις ή και προσθήκη ή αντικατάσταση οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου ώστε να βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου προς αποτελεσματική επίλυση των επιδίκων θεμάτων όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις. (βλ. Οδυσσέως ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφ. 10837, ημερ. 20.9.2001). Είναι νομολογημένο ότι η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής διέπεται από την Δ.9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, η οποία καθορίζει και τις συνέπειες τέτοιας τροποποίησης. (βλ. Ferro Fashions Limited ν. Fashion Box S.R.L., Πολ. Έφ. 9674, ημερ. 20.10.1999, Έλληνας κ.α. ν. Χριστοδούλου
(1993)1 ΑΑΔ 485, Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη κ.α., Πολ. Έφ. 10719 κ.α., ημερ. 24.10.2001). Η εξουσία του Δικαστηρίου να προβεί σε διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου στην αγωγή (misnomer), ακόμα και μετά την έκδοση της απόφασης, δυνάμει της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχει τονισθεί στην υπόθεση E. G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd, Πολ. Έφ. 10235, ημερ. 31.3.1999. Στην υπόθεση Mepa Manag. Ltd κ.α. ν. Αγροτικής Ετ. Γεν. Ασφαλ.
(1997)1 ΑΑΔ 772 στη σελ. 778 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επιδίκων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. Mcllwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688)." Οι αρχές εξάλλου που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και εάν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι' αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από την ταλαιπωρία η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων. (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistola 1969) 1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου ν. Καννάρουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστόδουλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα. (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. 11026, ημερ. 25.2.2002). Στην κρινόμενη περίπτωση η αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η αγωγή καταχωρήθηκε τέσσερα και πλέον χρόνια μετά το ατύχημα. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οχήματος με αριθμό εγγραφής DAA 977 κατέστη επίδικο ζήτημα από την ημερομηνία καταχώρησης της Υπεράσπισης (4.6.2004). Αντί το θέμα να απασχολήσει τότε την πλευρά του ενάγοντα, ο τελευταίος επέμενε στην Απάντηση στην Υπεράσπιση (η οποία καταχωρήθηκε τρεις
(3)μήνες μετά και συγκεκριμένα στις 8.9.2004) ότι είναι ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου οχήματος. Η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 19.5.
- Αν και εκδόθηκαν και μαρτυρικές κλήσεις, και πάλι το όλο ζήτημα δεν απασχόλησε τον ενάγοντα. Το ίδιο συνέβη και στις 13.11.
- Το θέμα αναφύηκε στις 2.3.
- Η δικαιολογία που έδωσε ο ενάγοντας ("ότι η άρνηση που προβαλλόταν στην Υπεράσπιση θεωρήθηκε τυπική και δεν δόθηκε σημασία και γι' αυτό ο ίδιος επέμενε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου οχήματος") δεν πείθει και ούτε φανερώνει την ύπαρξη καλοπιστίας εκ μέρους του. Η θέση επίσης του ενάγοντα ("ότι καμιά ζημιά δεν θα προκληθεί στην πλευρά των εναγομένων αφού η κατάσταση ήταν γνωστή σ' αυτούς από τη σύνταξη της Υπεράσπισης τους και απλά με την έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα αποκατασταθεί η αλήθεια και θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη") πέρα από το ότι δεν φανερώνει και πάλι την ύπαρξη καλοπιστίας εκ μέρους του, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εάν η αίτηση εγκρινόταν είναι το αντίθετο που θα συνέβαινε. Οι αρνητικές συνέπειες που θα επωμιζόταν η πλευρά των εναγομένων θα ήσαν τεράστιες. Εν προκειμένω δεν υπήρξε λάθος στην καταγραφή του ονόματος του ενάγοντα. Η αγωγή ηγέρθηκε από πρόσωπο που δεν έχει καν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων, εφόσον ο ίδιος ο Σόλων Καλογήρου παραδέχεται ότι δεν είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος. Οι εναγόμενοι (σε περίπτωση που εγκρινόταν η αίτηση) δεν θα μπορούσαν να στραφούν εναντίον του Σόλωνα Καλογήρου καθιστώντας τον τριτοδιάδικο, αφενός μεν λόγω της παρόδου της σχετικής προθεσμίας και αφετέρου λόγω του ότι το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του έχει παραγραφεί (για σκοπούς του περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Νόμου, 96
(1)/00) και σε περίπτωση που θεωρηθούν οι ίδιοι υπεύθυνοι για την πρόκληση του ατυχήματος θα πρέπει να αποζημιώσουν προσωπικά οι ίδιοι την επιτυχούσα πλευρά, εφόσον θα στερηθούν της ασφαλιστικής κάλυψης, σύμφωνα με το Νόμο 96
(1)/00, από τους ασφαλιστές τους. Η ζημιά και η αδικία που θα προξενηθεί στους εναγομένους δεν θα μπορεί, με κανένα τρόπο, να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Τέλος, επαναλαμβάνω για ακόμη μία φορά ότι εάν η αίτηση εγκρινόταν, το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης δεν θα ανταποκρινόταν σ' αυτή την αλλαγή, εφόσον η πλευρά του ενάγοντα παρέλειψε να ζητήσει και τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Διά ταύτα και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα-αιτητή και υπέρ των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο