ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΛΟΥΚΑ, Αρ. Αγωγής: 191/05, 10/09/2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. ΓΕΡΟΛΕΜΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 191/05 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, από Λευκωσία Ενάγουσας - και - ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΛΟΥΚΑ, από Λάρνακα Εναγομένου Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.02.07 Μεταξύ: ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, από Λευκωσία Ενάγουσας - και - ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΛΟΥΚΑ, από Λάρνακα Εναγομένου Ημερομηνία: 10/09/2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Αθανασιάδου για Γεωργιάδη και Πελίδη Για Εναγόμενο: κος Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγομένου, όπως αυτό περιορίστηκε, το ποσό των €17.050.73σεντ (Λ.Κ. 9.979,53σεντ) πλέον τόκο 9% ετησίως από 18/06/04 μέχρι σήμερα επί του ποσού των €23.693,26σεντ (Λ.Κ.13.867,05σεντ) με την ανάλογη μείωση από κάθε είσπραξη, ήτοι το συνολικό ποσό των €24.762,78σεντ (Λ.Κ.14.493,01σεντ) πλέον τόκο 9% ετησίως από 20.02.08 μέχρι εξοφλήσεως, ως οφειλόμενο δυνάμει εγγράφων συμφωνιών ή/και πιστωτικών διευκολύνσεων ή/και σαν υπόλοιπο λογαριασμού, διάταγμα πώλησης ενεχυριασμένων μετοχών και έξοδα. Η ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε μόνο ένα μάρτυρα, ήτοι των Χάρη Μιχαηλίδη, υπεύθυνο του τμήματος επενδυτικών σχεδίων της ενάγουσας, του οποίου η μαρτυρία κατά την εξέταση ήταν υπό την μορφή δήλωσης - κατάθεσης. Η αντεξέταση του ήταν σύντομη και επί συγκεκριμένων θεμάτων. Κατέθεσε είκοσι τρία
(23)τεκμήρια, αναφορά στα οποία θα γίνει κατωτέρω, όπως και για την μαρτυρία, η οποία τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν χρειάζεται να καταγραφεί ως έχει αφού άλλωστε μεγάλο μέρος αυτής θα καταγραφεί στα ευρήματα και στην εξέταση των επίδικων θεμάτων. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του αρνείται ότι η ενάγουσα δικαιούται σε ότι αυτή αξιώνει. Ουσιαστικά, η υπεράσπιση του βασίζεται πρωτίστως σε νομικούς λόγους, όπως (α) ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων είναι παράνομη, άκυρη, και ανεφάρμοστη καθ΄ ότι η λειτουργία του επενδυτικού σχεδίου συνεπήγετο την άσκηση τραπεζικών εργασιών ή και την αποδοχή από μέρους της ενάγουσας καταθέσεων από το κοινό χωρίς να είναι τράπεζα ή και χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (βλέπε παράγραφο 14.Ι της έκθεσης υπεράσπισης (Ε/Υ) (β) ότι υπήρχε σ΄ αυτή τη συμφωνία καταχρηστικός ή/και παράνομος ή/και άκυρος ή/και ανεφάρμοστος όρος ή και αντίθετος προς την καλή πίστη ή και αθέμιτος ή/και αντίθετος με την νομοθεσία περί Προστασίας από Καταχρηστικές Ρήτρες και με το νόμο περί Προστασίας από τον Ανταγωνισμό. (βλ. παράγρ. 14.2 της Ε/Υ) και (γ) ότι τα έγγραφα ενεχυρίασης είναι άκυρα ή και ανεφάρμοστα ή και ανυπόστατα ή και δεν συνάδουν με την σχετική νομοθεσία και κατά δεύτερο ως προς τα πραγματικά γεγονότα όπως
(1)ότι η ενάγουσα επέβαλε σ΄ αυτόν τον διορισμό της εταιρείας Ελληνικής Τράπεζας (Επενδύσεις) Λτδ ως χρηματιστή του. (βλ. παράγραφο 7 της Ε/Υ) η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο με την ενάγουσα και
(2)ότι τις αγοραπωλησίες μετοχών της διενεργούσε η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ η οποία διαχειρίζετο τις επενδύσεις του και όχι αυτός (βλ. παράγραφο 8 της Ε/Υ). Με τις παραγρ. 1, 2 και 3 της Ε/Υ παραδέχεται τις παραγρ. 1, 2 και 3 της Ε/Α με επιφύλαξη των όσων αναφέρονται στην υπόλοιπη υπεράσπιση του. Το ίδιο πράττει και με την παράγρ. 6 της Ε/Υ με την οποία παραδέχεται ότι τα έγγραφα ενεχυρίασης που υπέγραψε περιλαμβάνουν τους όρους που αναφέρονται στην Ε/Α. Με τις παραγράφους 4, 9, 10, 11, 12 και 13 της Ε/Υ ο εναγόμενος αρνείται με γενικό τρόπο τις παραγράφους 4, 9, 10, 11, 12 και 13 της Ε/Α χωρίς να προβάλλει τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς επί τούτων. Ο εναγόμενος ούτε ο ίδιος έδωσε μαρτυρία ούτε κάλεσε μάρτυρες για την υπεράσπιση του. Επομένως η μόνη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή του Χάρη Μιχαηλίδη που πρόσφερε η ενάγουσα και καμία άλλη. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Η συνήγορος της ενάγουσας με την μακροσκελή και εμπεριστατωμένη αγόρευση της ζήτησε πρώτα όπως ο μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος και μετά όπως, με βάση την μαρτυρία του και τεκμήρια που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεχθεί όλους τους ισχυρισμούς και θέσεις της ενάγουσας και απορρίψει τις θέσεις της υπεράσπισης που εκφράζονται μόνο σε επίπεδο γραπτής Ε/Υ και δεν υποστηρίχθηκαν από μαρτυρία. Επίσης να γίνουν δεκτές οι θέσεις της ενάγουσας επί των νομικών θεμάτων και απορριφθούν αυτές του εναγομένου. Τέλος ζήτησε όπως εκδοθεί απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €24.762.78 (Λ.Κ.493.01) πλέον τόκο 9% από 20.02.08, όπως αυτό περιορίστηκε από τον μάρτυρα της ενάγουσας, και εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα μετ΄ εξόδων. Ο δικηγόρος του εναγομένου με την ενδιαφέρουσα και μελετημένη αγόρευση του εισηγείται για κυρίως νομικούς λόγους ως ανωτέρω αναφέρθησαν αλλά και άλλους που αναπτύχθησαν στην αγόρευση του ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η δικηγόρος της ενάγουσας στην αγόρευση της εισηγήθηκε ότι θέματα τα οποία δεν προβάλλονται στην υπεράσπιση δεν θα πρέπει να εξεταστούν. Επίσης σ΄ ότι δεν αντεξετάστηκε ο Μ.Ε. θα πρέπει να θεωρηθεί παραδοχή. Το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση των θεμάτων όπως αυτά καταγράφονται, προσδιορίζονται και εγείρονται στην έκθεση απαίτησης (Ε/Α) και στην έκθεση υπεράσπισης (Ε/Υ). Έτσι σ΄ αυτό το στάδιο κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει θέματα τα οποία δεν προσδιορίζονται και δεν εγείρονται από την δικογραφία (βλ. Κουκούνη κ.α. ν. Stasis Estates Co Ltd κ.α
(2006)1 ΑΑΔ 89 και A. N. Stasis Estates Ltd v. G.M.P. Katsambas
(2006)1 ΑΑΔ 860). Η ενάγουσα με την Ε/Α προσδιορίζει με την απαραίτητη ακρίβεια την αξίωση της. Ο εναγόμενος, όπως και ανωτέρω αναφέρεται, περιορίζει την υπεράσπιση του κυρίως σε νομικούς λόγους όπως τους κατέγραψα ανωτέρω και λιγότερο σε πραγματικά γεγονότα όπως επίσης καταγράφηκαν ανωτέρω. Ο εναγόμενος προέβηκε σε γενική άρνηση ως φαίνεται στις παραγράφους 4, 9, 10, 11, 12 και 13 της Ε/Υ των αντίστοιχων παραγράφων της Ε/Α. Στην υπόθεση Κυθρεώτης κ.α. v. Milington - Ward
(2001)1 ΑΑΔ 1480, λέχθηκε ότι ο εναγόμενος πρέπει να εγείρει με την έκθεση υπεράσπισης του όλα τα θέματα που επιθυμεί να προβάλει κατά την ακρόαση, όπως και κάθε άλλο ζήτημα που θα μπορούσε να καταστήσει την απαίτηση απαράδεκτη, για λόγους που δεν φαίνονται από την άρνηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης. Ο εναγόμενος, ο οποίος δεν έδωσε μαρτυρία ούτε πρόσφερε άλλη μαρτυρία, κατά την αντεξέταση του Μ.Ε. από τον συνήγορο του περιορίστηκε στα τέσσερα θέματα όπως τα κατέγραψα ανωτέρω, ήτοι (α) για το όριο του λογαριασμού και το ποσοστό των εξασφαλίσεων της αρχικής συμφωνίας (β) το ποσοστό της εξασφάλισης δυνάμει της μεταγενέστερης συμφωνίας, (γ) από ποιον ελάμβανε οδηγίες και εντολές η ενάγουσα για τις διάφορες συναλλαγές και προέβαινε στις ανάλογες χρεοπιστώσεις και (δ) κατά πόσο στάλησαν από την ενάγουσα στον εναγόμενο οι διάφορες ειδοποιήσεις και επιστολές είτε από τον ίδιο είτε γνώριζε ο ίδιος προσωπικά γι΄ αυτές. Στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785 και δη στην σελίδα 791 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Κατά κανόνα ο διάδικος θα πρέπει να θέσει στους μάρτυρες της άλλης πλευράς το μέρος της υπόθεσης του που αφορά το συγκεκριμένο μάρτυρα. Αν κατά την αντεξέταση δεν υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις, γενικά θεωρείται ότι αποδέχεται την εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Browne v. Dunn
(1894)G. R. 67 (H.L.) και R v. Hart
(1932)23 Cr. APP. R. 202). Στην Αγγλία δεν επιτρέπεται στο διάδικο αυτό να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία που παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλ. επίσης Phpson on Evidence, 13η έκδοση, παράγραφος 33-69)". Στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autospares Enter. Ltd κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 843 αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης οι οποίοι αντικρούονται στην υπεράσπιση δεν αποδεικνύονται από το γεγονός και μόνο της μη αντεξέτασης μάρτυρα ο οποίος στη μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε σ΄ αυτούς. Είναι αναγκαία και η θετική μαρτυρία του διάδικου ο οποίος προέβηκε στους εν λόγω ισχυρισμούς στα δικόγραφα. Στην υπόθεση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαίδη
(2006)1 ΑΑΔ 1057, 1060, 1061 με αναφορά στις υποθέσεις A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, ειπώθηκε ότι εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Τέλος να αναφερθεί ότι η αγόρευση δεν αποτελεί μαρτυρία και δεν προστίθεται μ΄ αυτήν οτιδήποτε στην μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και να παρακολουθήσω τον μοναδικό μάρτυρα, για την ενάγουσα αλλά και της ακροαματικής διαδικασίας, κατά την διάρκεια που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του με δείκτη μεταξύ άλλων, την ειλικρίνεια, την ευθύτητα, τη σαφήνεια και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Να επαναληφθεί όμως ότι ο μάρτυρας αντεξετάστηκε μόνο ως προς (α) το όριο του λογαριασμού και το ποσοστό των εξασφαλίσεων που υπήρχαν γι΄ αυτόν, (β) για το ποσοστό εξασφάλισης της τροποποιημένης υπογραφείσας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, (γ) από ποιον λάμβανε οδηγίες και εντολές για να προβεί με τη σειρά της η ενάγουσα στις διάφορες χρεώσεις ή πιστώσεις του λογαριασμού του εναγομένου και τέλος (δ) κατά πόσο στάλησαν στον εναγόμενο από την ενάγουσα ειδοποιήσεις ή επιστολές σχετικές με τον λογαριασμό και δη εάν τις έστειλε ο μάρτυρας προσωπικά ή γνώριζε προσωπικά για την αποστολή τους. Ο Μ.Ε., Χάρης Μιχαηλίδης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινής, ευθύς, σαφής και δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά την αντεξέταση του. Απεναντίας ήταν σταθερός και προσηλωμένος στην αλήθεια. Αποδέχομαι την μαρτυρία του. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και την αξιολόγηση του μάρτυρα προχωρώ στην καταγραφή των ευρημάτων του Δικαστηρίου και στην εξέταση των επίδικων θεμάτων. Η ενάγουσα ασκεί περιορισμένης φύσεως τραπεζικές εργασίες κατόπιν άδειας από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου (βλ. Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, ημερομηνίας 27.01.98, μεταξύ άλλων όρων η ενάγουσα δεν θα χρησιμοποιούσε τη λέξη τράπεζα. Το συνολικό ύψος των καταθέσεων της ενάγουσας από οποιοδήποτε πρόσωπο μαζί με οποιεσδήποτε άλλες υποχρεώσεις έναντι του κοινού, οποιασδήποτε μορφής, δεν θα υπερέβαιναν τα δέκα πέντε
(15)εκατομμύρια λίρες μέχρι την 31.12.98 και τα δέκα επτά
(17)εκατομμύρια λίρες μέχρι το 1999 με δυνατότητα αναθεώρησης από την Κεντρική Τράπεζα. Οι καταθέσεις της εταιρείας θα είχαν την μορφή καταθέσεων προθεσμίας ενός
(1)έτους και σε εξαιρετικές περιπτώσεις η τήρηση λογαριασμού ταμιευτηρίου. Απαγορεύετο όμως το άνοιγμα και η λειτουργία τρεχούμενων λογαριασμών και η έκδοση βιβλιαρίων επιταγών. Στο χρονικό διάστημα που αναφέρεται το Τεκμήριο 3 οι χρηματοδοτήσεις από την ενάγουσα περιορίζοντο σε χρηματοδοτήσεις ενοικιαγοράς, χρηματοδοτική μίσθωση (leasing), προσωπικά δάνεια, χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων (corporate finance), χρηματοδοτήσεις επενδυτών και στεγαστικά δάνεια. Οι χρηματοδοτήσεις θα είχαν την μορφή δανείων τακτής λήξης και η ενάγουσα δεν θα λειτουργούσε λογαριασμούς παρατραβήγματος. Τέλος η συνολική αξία πιστωτικών διευκολύνσεων στο ίδιο πρόσωπο - όπως αυτό ορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα - δεν θα υπερέβαινε το 25% της Κεφαλαιουχικής βάσης της ενάγουσας που ας σημειωθεί ότι μέχρι τις 30.06.02 το μετοχικό κεφάλαιο και αποθεματικά θα αυξάνετο από δύο
(2)σε
(3)εκατομμύρια λίρες. Η ενάγουσα και ο εναγόμενος, κατόπιν αίτησης του τελευταίου ημερομηνίας 22.02.01 και έγκριση της πρώτης, στις 13.03.01 μετήλθαν σε έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 13.03.01 για συμμετοχή του στο σχέδιο ΠΑΝΕΠΕΝΔΥΤΗΣ (στο εξής το ΣΧΕΔΙΟ) βάση της οποίας η ενάγουσα θα παραχωρούσε στον εναγόμενο, όπως και έπραξε, πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 0284 (στο εξής ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ) μέχρι του ποσού των Λ.Κ.12.000 (βλ. Τεκμήριο 5), με σκοπό την αγορά και πώληση μετοχών μόνο του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (στο εξής Χ.Α.Κ.). Οι μετοχές δε που θα αγοράζοντο από τον εναγόμενο θα ενεχυριάζοντο υπέρ της ενάγουσας. Η αγορά και πώληση μετοχών ως προβλέπετο από την συμφωνία, Τεκμήριο 5, θα εγίνετο μέσω Χρηματιστηριακού Γραφείου που ήταν εγκεκριμένος Χρηματιστής φυσικό ή νομικό πρόσωπο, και το οποίο θα υποδείκνυε η ενάγουσα. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι όπως καταδεικνύεται από την μαρτυρία του Μ.Ε., Μιχαηλίδη και η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, ο εναγόμενος κατόπιν δικής του επιλογής διόρισε ως χρηματιστή του δυνάμει πληρεξούσιου εγγράφου ημερομηνίας 08.03.01, Τεκμήριο 7, την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ, (στο εξής Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ) ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για τον σκοπό που αναφέρθηκε. Επίσης συμφωνήθηκε να καταβάλλει στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ και την ενάγουσα προμήθεια, τέλη και δικαιώματα αντίστοιχα. Ακόμη για εξασφάλιση, ως προβλέπετο στη συμφωνία, Τεκμήριο 5, υπεγράφη έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών, ημερομηνίας 08.03.01, Τεκμήριο 9, μεταξύ του εναγομένου και της Ενάγουσας. Ενεχυριάσθησαν δε 3500 μετοχές της Louis Cruise Lines Ltd, 3000 μετοχές της Rolandos Enterprises Ltd, 2019 μετοχές της Options Cassoulides Ltd και 20000 μετοχές της Claridge Investments Ltd. Η συμφωνία Τεκμήριο 5, τέθηκε σε εφαρμογή με το άνοιγμα του λογαριασμού με αριθμό 0284 και η ΕΛΛΗΝΙΚΗ προέβαινε σε αγοραπωλησίες μετοχών και χρεοπιστώνετο ανάλογα ο λογαριασμός του εναγομένου στην Ενάγουσα. Οι χρεοπιστώσεις του λογαριασμού εμφαίνονται στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 19 και
- Στο Τεκμήριο 11, εμφαίνονται τα πινακίδια συναλλαγών για αγορές και πωλήσεις μετοχών μαζί με έγγραφα ενεχυρίασης και επιστολές της ενάγουσας αποδέσμευσης ενεχυριασμένων μετοχών. Στο Τεκμήριο 10 εμφαίνονται επιστολές ενεχυρίασης μετοχών μαζί με τα αντίγραφα των σχετικών τίτλων που αφορούν την αρχική εξασφάλιση, Τεκμήριο
- Η ενάγουσα από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του λογαριασμού απέστελλε στον εναγόμενο στην ταχυδρομική του διεύθυνση μηνιαία κατάσταση λογαριασμού στην οποία φαίνονταν όλες οι καταχωρήσεις, μαζί με κατάσταση του χαρτοφυλακίου του, καθώς και κατάσταση που έδειχνε κατά πόσο ο λογαριασμός του εναγομένου ήταν μέσα στα πλαίσια που προνοούσαν οι όροι λειτουργίας του και πράγματι δεν ξεπεράστηκε σε συναλλαγές το συμφωνηθέν ύψος του λογαριασμού. Κατάσταση χαρτοφυλακίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο εναγόμενος δε ουδέποτε αμφισβήτησε οποιαδήποτε συναλλαγή που αναφέρετο στην κατάσταση λογαριασμού ή το υπόλοιπο του λογαριασμού. Από τη χρήση του λογαριασμού εκ μέρους του εναγομένου τελικά ο λογαριασμός έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.13.093,55σεντ μαζί με τους τόκους το οποίο κλήθηκε να το διευθετήσει το συντομότερο δυνατό με επιστολή ημερομηνίας 16.01.03, Τεκμήριο 16, και αργότερα κλήθηκε να το τακτοποιήσει με εξασφαλίσεις είτε σε μετοχές είτε σε μετρητά με επιστολή ημερομηνίας 12.05.04, Τεκμήριο
- Επειδή ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε θετικά η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 18.06.04 τερμάτισε τη συμφωνία, Τεκμήριο
- Ο χρεωστικός λογαριασμός ανήρχετο στο ποσό των Λ.Κ.13.867,05σεντ μαζί με τους τόκους. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι η συμφωνία, Τεκμήριο 5, τροποποιήθηκε με την συμφωνία ημερομηνίας 14.09.01, Τεκμήριο 6, και την ίδια ημερομηνία, δηλαδή 14.09.01, έγινε άλλο πληρεξούσιο έγγραφο από τον εναγόμενο στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ Τεκμήριο
- Δεν κρίνεται σκόπιμο να καταγραφούν οι διαφορές μεταξύ των δύο αρχικών εγγράφων (συμφωνία και πληρεξούσιο) και των δύο μεταγενέστερων (συμφωνία Τεκμήριο 6 και πληρεξούσιο Τεκμήριο 8). Άλλωστε εύκολα διακρίνονται από την μεταξύ τους σύγκριση. Αφού αφαιρέθηκαν τα διάφορα ποσά που εισέπραξε η ενάγουσα είτε πριν είτε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας ως εμφαίνονται στα Τεκμήρια 12, 13, 14 και 21 και ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες της ενάγουσας ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας υπό εξέταση αγωγής. Να σημειωθεί ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής εισπράχθηκαν διάφορα μικροποσά τα οποία πιστώθηκαν στον χρεωστικό λογαριασμό του εναγομένου και έτσι αξιώνει το ποσό, όπως αυτό περιορίστηκε και αναφέρεται ανωτέρω και δεν αμφισβητήθηκε, διάταγμα πώλησης των ενεχυριασμένων μετοχών και έξοδα. Από τα πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα και σε σχέση με τα θέματα που αντεξετάστηκε ο μάρτυρας, αρχίζοντας με το όριο του λογαριασμού, τούτο ήταν Λ.Κ.12.
- Η θέση όμως της υπεράσπισης, ότι η ΕΛΛΗΝΙΚΗ υπερέβη τους όρους εντολής που ρητά αναφέροντο στο πληρεξούσιο έγγραφο προς αυτή από τον εναγόμενο αφού υπερέβηκε το όριο αυτό με τις ενέργειες της και άρα δεν μπορούν να έχουν και οποιαδήποτε ισχύ γι΄ αυτόν αφού ήταν σε γνώση της ενάγουσας το πληρεξούσιο έγγραφο και δεν θα έπρεπε να επιτρέψει την υπέρβαση του ορίου και απ΄ αυτήν την σκοπιά επομένως ο εναγόμενος θα πρέπει να απαλλαγεί από την υποχρέωση της οφειλής του, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Εξετάζοντας κάποιος προσεκτικά την κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήρια 19 και 20 θα διαπιστώσει ότι η θέση αυτή της υπεράσπισης δεν ευσταθεί, καθ΄ ότι οι συναλλαγές που προέβαινε η ΕΛΛΗΝΙΚΗ με τις ανάλογες χρεοπιστώσεις από την Ενάγουσα ουδέποτε υπερέβησαν το όριο των Λ.Κ.12.
- Η υπέρβαση του ορίου επήλθε και στις 31.12.01, στις 30.06.02, στις 31.12.02, στις 30.06.03 και στις 31.12.03, όπως βέβαια και μεταγενέστερα, με την προσθήκη των τόκων και όχι από συναλλαγές. Επομένως όσον αφορά τις συναλλαγές που διενεργούντο από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ και τις ανάλογες χρεοπιστώσεις από την Ενάγουσα αυτές εβρίσκοντο εντός των νενομισμένων, συμφωνηθέντων πλαισίων. Αλλά και εάν ακόμη συνέβαινε αυτό που ισχυρίστηκε η υπεράσπιση εκείνο το οποίο θα μπορούσε ίσως να κερδίσει, δεν θα ήταν περισσότερο από το ποσό που ήταν επιπλέον από το ποσό των Λ.Κ.12.000 πράγμα το οποίο είτε έτσι είτε αλλιώς επήλθε με την αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 20 αφού η ενάγουσα αφαίρεσε διάφορες χρεώσεις από τον λογαριασμό του εναγομένου. Έπεται ότι η θέση αυτή της υπεράσπισης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα του ποσοστού των εξασφαλίσεων του λογαριασμού και εάν αυτό ετηρείτο από την ενάγουσα, αναφέρω ότι τούτο αρχικά ήταν 30%, Τεκμήριο 5, και στην συνέχεια 60%, Τεκμήριο 6, το οποίο πραγματοποιείτο από τις ενεχυριάσεις των μετοχών που αρχικά δόθησαν ως εξασφάλιση αλλά και μεταγενέστερα από τις ενεχυριάσεις των μετοχών που αγοράζοντο ως καταδεικνύεται από τα τεκμήρια που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε κατά την εξέταση ούτε κατά την αντεξέταση διεφάνει ότι δεν ετηρείτο η εξασφάλιση αρχικά στο 30% και στη συνέχεια στο 60%. Άλλωστε ένεκα της διακύμανσης της αξίας των μετοχών όπως ανάφερε και ο μάρτυρας αυτό δεν ήταν σταθερό. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να διαφοροποιεί την κατάσταση, επί του θέματος αυτού, άλλη απ΄ αυτή που παρουσίασε ο Μ.Ε. Ούτε υποδείχθηκε στο Δικαστήριο από την υπεράσπιση με συγκεκριμένη αναφορά και στοιχεία διαφορετική εικόνα απ΄ αυτή που παρουσίασε ο Μ.Ε. Αλλά ακόμη και εάν ήταν έτσι τα πράγματα, που δεν είναι, όπως θέλει να τα παρουσιάσει η υπεράσπιση και πάλι δεν θα οδηγούσε σε ακυρότητα της συμφωνίας αφού η εξασφάλιση αφορούσε την ίδια την ενάγουσα και τα συμφέροντα της. Επί πλέον δεν ήταν υποχρέωση αλλά δικαίωμα της ενάγουσας να ζητά το ποσοστό εξασφάλισης. Τέλος να αναφερθεί ότι όποτε τούτο συνέβαινε η ενάγουσα ζητούσε από τον εναγόμενο όπως προβεί στις ανάλογες ενέργειες με ενεχυρίαση μετοχών ή κατάθεση μετρητών. Συνεπώς ούτε αυτή η θέση ευσταθεί και απορρίπτεται. Μετά σε σχέση με το ποιος έδινε εντολές στην ενάγουσα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ήταν η ΕΛΛΗΝΙΚΗ. Τούτο άλλωστε πηγάζει απ΄ ευθείας από το πληρεξούσιο έγγραφο και ήταν απολύτως νόμιμο. Όλες δε οι χρεοπιστώσεις που έγιναν από την ενάγουσα, με εντολές της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ήταν καθ΄ όλα νόμιμες και ουδέν μεμπτό υπάρχει σ΄ αυτές αφού διενεργούντο σύμφωνα με τα πληρεξούσια έγγραφα Τεκμήριο 7 και 8 στα πλαίσια της συμφωνίας Τεκμήριο 5 και
- Όσον αφορά τις διάφορες επιστολές και ειδοποιήσεις που έστελλε η ενάγουσα στον εναγόμενο έχει αναφέρει ρητά ο Μ.Ε. ότι αυτές αποστέλλοντο από το γραφείο του αφού υπογράφοντο απ΄ αυτό ή από άλλο πρόσωπο του γραφείου στην διεύθυνση που είχε δώσει ο εναγόμενος. Η μαρτυρία αυτή έγινε πιστευτή από το Δικαστήριο. Να λεχθεί ότι ουδέποτε έγινε υποβολή κατά την αντεξέταση ότι αυτές δεν παραλήφθησαν από τον εναγόμενο. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι αυτές επεστράφησαν πίσω. Να σημειωθεί τέλος ότι η παραλαβή της επιστολής τερματισμού που εστάλη από τους δικηγόρους της ενάγουσας στον εναγόμενο είναι παραδεκτό εκ μέρους της υπεράσπισης με δήλωση του συνηγόρου του. Έπειτα η θέση του εναγομένου που εμπεριέχεται στον ισχυρισμό που προβάλλεται στην παράγραφο 7 της Ε/Υ και δεν υποστηρίχθηκε από καμία μαρτυρία, ότι δηλαδή η ενάγουσα επέβαλε στον εναγόμενο τον διορισμό εκ μέρους του της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ως χρηματιστής του, καταρρίπτεται από την μαρτυρία του Μ.Ε. που αναφέρεται στην παράγραφο 10 της δήλωσης-κατάθεσης του Μ.Ε. που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, και δεν αμφισβητήθηκε ότι ο εναγόμενος στις 08.03.01 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο προς χρηματιστηριακό γραφείο της δικής του επιλογής. Τέλος, όσον αφορά τον άλλο ισχυρισμό που περιέχεται στην παράγραφο 8 της Ε/Υ ότι οι αγοραπωλησίες των μετοχών διενεργούντο από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ και όχι από τον εναγόμενο αυτό όπως ανάφερα και πιο πάνω εγίνετο στα πλαίσια του διορισμού της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ από τον εναγόμενο ως Χρηματιστής του εναγομένου και η ενάγουσα διενεργούσε τις χρεοπιστώσεις με βάση αυτά τα πληρεξούσια έγγραφα και στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας. Εάν υπονοείται μ΄ αυτό τον ισχυρισμό της Ε/Υ ότι δεν εδίνοντο εντολές από τον εναγόμενο στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ γι΄ αυτές τις αγοραπωλησίες αναφέρω ότι δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει ένα τέτοιο ισχυρισμό. Να λεχθεί ακόμη ότι ούτε έγινε οιαδήποτε παράσταση από τον εναγόμενο στην ενάγουσα με αυτό το περιεχόμενο αφού δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αλλά ακόμη κι΄ έτσι να ήταν, που δεν είναι, αφού δεν ενημερώθηκε η ενάγουσα και δεν έγινε οποιαδήποτε παράσταση σ΄ αυτήν από τον εναγόμενο, αφού δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία, η οποιαδήποτε αξίωση ή δικαίωμα που πιθανόν να έχει ο εναγόμενος τούτο μόνο εναντίον της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ μπορεί να επιδιωχθεί. Εξετάζοντας τώρα τις νομικές θέσεις που καταγράφησαν στην αρχή της απόφασης υπό στοιχεία (α) (β) (γ) αναφέρω ότι όσον αφορά την θέση ότι υπάρχει καταχρηστικός όρος στην συμφωνία, ήτοι ο διορισμός χρηματιστή που θα αντιπροσώπευε τον εναγόμενο για τις αγοραπωλησίες μετοχών από την ενάγουσα, ήδη έχει αναφερθεί ότι ο Μ.Ε. στην παράγραφο 10 της δήλωσης-κατάθεσης του ανάφερε ότι ο εναγόμενος στις 08.03.01 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο σε χρηματιστηριακό γραφείο της επιλογής του. Με άλλα λόγια ο εναγόμενος επέλεξε την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ως χρηματιστή του. Αυτή η μαρτυρία ούτε αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση ούτε και αντικρούσθηκε με άλλη μαρτυρία. Ενόψει των πιο πάνω θα ήταν θεωρητικό το εγχείρημα να αναφερθώ και να αναλύσω τις πρόνοιες των νόμων στις οποίες αναφέρθηκε η υπεράσπιση. Ο ισχυρισμός ότι τα έγγραφα ενεχυρίασης είναι άκυρα και/ή παράνομα και/ή ανεφάρμοστα και/ή ανυπόστατα και/ή δεν συνάδουν με την σχετική νομοθεσία, αν και γίνεται αναφορά σε έγγραφα ενεχυρίασης στην αγόρευση του δικηγόρου του εναγομένου, τελικά δεν προωθήθηκε με την αγόρευση αφού δεν γίνεται καμία αναφορά σ΄ αυτήν πως είναι άκυρα ή παράνομα ή ανεφάρμοστα ή ανυπόστατα ή με ποια νομοθεσία δεν συνάδουν και ως εκ τούτου θεωρείται ότι η θέση αυτή εγκαταλείφθηκε. ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ Είναι εισήγηση της υπεράσπισης η οποία προωθήθηκε κατά την αγόρευση ότι η συμφωνία είναι παράνομη ή/και άκυρη ως αντίθετη με το νόμο περί Τραπεζικών Εργασιών Ν.66
(1)/97 (άρθρα 2, 3, 4 και 43
(1)) ως τροποποιήθηκε γιατί (α) η ενάγουσα δεν εδικαιούτο με βάση την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας να καταρτίσει συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού με τον εναγόμενο και (β) οι όροι του επίδικου ΣΧΕΔΙΟΥ ή/και η λειτουργία του συνεπάγετο την άσκηση τραπεζικών εργασιών από την ενάγουσα ή και την αποδοχή από μέρους τους καταθέσεων από το κοινό χωρίς να είναι τράπεζα ή/και χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας. Ο ΠΕΡΙ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΝΟΜΟΣ ΚΕΦ. 149 Το Άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 έχει ως ακολούθως: "Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν: (α) Είναι απαγορευμένος από νόμο ή (β) Είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή (γ) Συνιστά απάτη ή (δ) Επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου ή (ε) Το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρήστα ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη." Μια λεπτομερής ανάλυση του Άρθρου 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 γίνεται από τον Έντιμο Δικαστή κον Ηλιάδη στην υπόθεση Αγαθοκλέους ν. Λάππα,
(1998)1 Α.Α.Δ. 2202 και δη από τις σελίδες 2211 έως 2217 που παραθέτω πιο κάτω: "(i) Το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 Το άρθρο 23 του Κεφ. 149 έχει εξεταστεί σε αρκετές υποθέσεις στις οποίες έχει τονιστεί ότι η διαπίστωση της ύπαρξης παρανομίας σε μια σύμβαση καθιστά ολόκληρη τη σύμβαση άκυρη (ίδε Kanaris n. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, G. M. Platritis & Co. V. Computer Patent Annuities
(1988)1 C.L.R. 135, Χαραλάμπους v. Daccache
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 269, όπως επίσης και τις αγγλικές αποφάσεις Anderson Ltd v. Daniel
(1924)1 K.B. 138 και St. John Shipping Corporation v. Joseph Bank, Ltd
(1957)1 Q.B. 267). Στις πιο πάνω υποθέσεις τονίστηκε ότι η παρανομία σε μια σύμβαση παρατηρείται στη συνομολόγηση της ή στην εκτέλεση της. Αν η παρανομία επισημαίνεται στη συνομολόγηση της με απώτερο σκοπό τη διάπραξη ενός αδικήματος, η σύμβαση είναι ανεφάρμοστη. Αν η παρανομία προέρχεται και από τους δύο διαδίκους η πρόθεση κατά τη διάρκεια της συνομολόγησης είναι ουσιώδης και τούτο γιατί αν η πρόθεση είναι αμοιβαία η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί. (Ίδε Cope v. Rowlands 2 N & W 149 και Bostel Brothers Ltd v. Hurlock
(1948)2 ΑLL E. R. 312). Αν όμως η παρανομία προέρχεται από ένα συμβαλλόμενο, η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί από το συμβαλλόμενο που είχε την παράνομη πρόθεση. (Anderson Ltd v. Daniel (πιο πάνω)). Όπως έχει λεχθεί από το Λόρδο Devlin στην υπόθεση St. John Shipping Corporation v. Joseph Bank, Ltd (πιο πάνω). "If the intention is mutual the contract is not enforceable at all, end, if unilateral, it is unenforceable at the suit of the party which is proved to have it". Οι προεκτάσεις του άρθρου 23 του Κεφ. 149 εξετάστηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Σολωμού v. Vineyard View Τourist Enterprises Ltd όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι, "Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό τη διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο. (βλ. Pollock and Mulla, 10η έκδοση, σ. 227-227)". (ii) Ρητή απαγόρευση Όταν μια σύμβαση απαγορεύεται ρητά από μια συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια, ο παράνομος χαρακτήρας της σύμβασης δεν μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση. Η σύμβαση είναι εμποτισμένη με την παρανομία και δεν μπορεί να εκτελεσθεί. Στην υπόθεση Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, ο εφεσείων απαίτησε την είσπραξη μιας συναλλαγματικής που αντιπροσώπευε την αξία ζώων που είχε πωλήσει στον εφεσίβλητο. Ο εφεσίων παρέλειψε να παρουσιάσει τόσο στον εφεσίβλητο όσο και στον Πρόεδρο της Κοινότητας το πιστοποιητικό ιδιοκτησίας των ζώων κατά παράβαση των άρθρων 4 και 5 του Περί Πιστοποιητικών Ζώων Νόμου, Κεφ
- Το άρθρο 7 του πιο πάνω Νόμου προνοούσε ότι, "Irrespectively of any proceedings which may be had or taken, a sale of any animal in contravention of the provisions of section 4 or 5 of this Law shall be void and of no effect." To Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι λέξεις "άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα" (void and of no effect) καθιστούσαν το αντάλλαγμα απαγορευμένο από το νόμο και τέτοιας φύσης που αν επιτρεπόταν θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις νόμου κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 23(α) και (β) του Κεφ.
- Η ρητή αυτή πρόνοια του άρθρου 7 καθιστούσε τη συναλλαγή άκυρη και χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Στην υπόθεση Glamor Development Ltd v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444, ο εφεσίβλητος, που ήταν Ανώτερος Πολιτικός Μηχανικός στο Τμήμα Ανάπτυξης Υδάτων της Κυβέρνησης, απαίτησε την καταβολή ποσού Λ.Κ.2.450 για αρχιτεκτονικά σχέδια που συμφώνησε να ετοιμάσει προς όφελος των εφεσειόντων. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η συμφωνία ήταν παράνομη αφού (α) ερχόταν σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 64 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (που προνοεί ότι ένας δημόσιος υπάλληλος πρέπει να αφιερώνει όλες τις ώρες του στη Δημοκρατία και δεν μπορεί να απασχοληθεί σε κανένα άλλο επάγγελμα ή επιχείρηση χωρίς τη σχετική άδεια του Υπουργού Οικονομικών και (β) ερχόταν σε αντίθεση με τη δημόσια πολιτική (public policy). Εφόσον δε το αντάλλαγμα ήταν παράνομο, η σύμβαση ήταν παράνομη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149. Στην υπόθεση Κοροπούλλη & Δημητρίου ν. Αβραάμ 1 C.L.R. 78 όπου ο εφεσίβλητος ζητούσε αποζημιώσεις ως αδειούχος Τεχνικών Οικοδομών (Building Technician) για επίβλεψη ανέγερσης μιας πολυκατοικίας, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι εφόσον το άρθρο 10 του Νόμου 41/62 δεν επέτρεπε την ανάληψη εργασιών που μπορούσε να αναλάβει ένας αρχιτέκτονας ή ένας πολιτικός μηχανικός και περιόριζε την παροχή παρόμοιων υπηρεσιών σε κτίρια καθορισμένου όγκου και ύψους (υπηρεσίες τις οποίες ο εφεσίβλητος δεν μπορούσε να αναλάβει), το αντάλλαγμα ήταν παράνομο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23
(1)και η σχετική σύμβαση άκυρη όπως προνοεί το άρθρο 24 του Κεφ. 149. (iii) Εξυπακουόμενη απαγόρευση Όταν όμως ένα νομοθέτημα δεν περιέχει οποιαδήποτε απαγορευτική διάταξη για πρόσβαση στα Δικαστήρια για διεκδίκηση αποζημιώσεων και υποβάλλεται εισήγηση ότι η απαγόρευση είναι εξυπακουόμενη, η απάντηση βασίζεται πάνω στην ερμηνεία του σχετικού νόμου. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να εφαρμοσθούν διαφορετικά κριτήρια. Αν ο μόνος σκοπός του νομοθετήματος είναι η αύξηση των εσωτερικών προσόδων, όπως π.χ. όταν ο Νόμος απαιτεί τη χορήγηση μιας άδειας σε ένα επιχειρηματία για τη διεξαγωγή συγκεκριμένων εργασιών, η σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη. Στην υπόθεση Smith v. Mawhood
(1845)14 Μ & μ452, αποφασίστηκε ότι ένας καπνοπώλης μπορούσε να διεκδικήσει την αξία καπνού που είχε πωλήσει αν και είχε παραλείψει να πάρει τη σχετική άδεια κα να αναρτήσει έξω από το κατάστημα του το όνομα του, κατά παράβαση νομοθετικής πρόνοιας που προνοούσε την επιβολή προστίμου μέχρι Λ.Κ.200. Όπως έχει πει ο Parke B., "I think the object of the legislation was not to prohibit a contract of sale by dealers who have not taken out a license pursuant to the Act of Parliament. If it was, they certainly could not recover, although the prohibition was merely for the purpose of revenue. But looking to the Act of Parliament, I think its object was not to vitiate the contract itself, but only to impose a penalty upon the party offending for the purposes of the revenue." Όμως τα περισσότερα νομοθετήματα σκοπεύουν στην προστασία του κοινού ή στην υλοποίηση ενός σκοπού γενικής πολιτικής. Στην περίπτωση που ο Νόμος στοχεύει στην προστασία του κοινού, όπως π.χ. με την απαγόρευση εξάσκησης ενός επαγγέλματος από πρόσωπα που δεν είναι προσοντούχα, τότε η σύμβαση που συνάπτει ένα τέτοιο μη προσοντούχο πρόσωπο είναι παράνομη και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Στην υπόθεση Cope v. Rowlands
(1836)2 Μ & W 149 ο Νόμος προνοούσε ότι ένα πρόσωπο, για να ενεργεί ως χρηματιστής έπρεπε να κατέχει σχετική άδεια, διαφορετικά για κάθε πράξη που θα ενεργούσε θα υπέκειτο σε επιβολή προστίμου Λ.Κ.25. Ο ενάγων, που δεν ήταν αδειούχος, κατεχώρισε μια αγωγή εναντίον του εναγομένου απαιτώντας ένα χρηματικό ποσό για υπηρεσίες που προσέφερε στον εναγόμενο ως χρηματιστής αγοράζοντας και πουλώντας μετοχές προς όφελος του εναγομένου. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η σύμβαση ήταν παράνομη και ο ενάγων δεν μπορούσε να καταφύγει στα Δικαστήρια. Όπως είπε ο Δικαστής Parker B., "The legislature had in view, as one object, the benefit and security of the public in those important transactions which are negotiated by brokers. The clause, therefore, which imposes a penalty, must be taken . to imply a prohibition of all unadmitted persons to act as brokers, and consequently to prohibit by necessary inference all contracts which such persons make for compensation to themselves for so acting." Όταν όμως ο Νόμος δεν πλήττει μια σύμβαση μεταφοράς αγαθών, αλλά τη χρήση οχημάτων χωρίς άδεια στο δρόμο σε μια προσπάθεια να ρυθμιστεί η χρήση οχημάτων από διαφορετικά πρόσωπα σε διαφορετικές περιοχές, τότε η σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι παράνομη. Στην υπόθεση Archbolds (Freightage), Ltd v. S. Spanglett, Ltd
(1961)1 ALL E. R. 417 ο Νόμος The Road and Rail Traffic Act 1933 προνοούσε ότι κανένα πρόσωπο δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί ένα όχημα για τη μεταφορά αγαθών εκτός αν ήταν κάτοχος άδειας Α ή Γ. Η άδεια Α του επέτρεπε να μεταφέρει αγαθά τρίτων προσώπων έναντι αμοιβής και η άδεια Γ να μεταφέρει μόνο δικά του αγαθά. Οι ενάγοντες αποτάθηκαν στους εναγομένους και οι τελευταίοι συμφώνησαν να μεταφέρουν 200 κιβώτια ουίσκυ των εναγόντων από το Λονδίνο στο Λιτς. Οι ενάγοντες δεν γνώριζαν ότι οι εναγομένοι ήταν κάτοχοι μόνο άδειας Γ. Το ουίσκυ κλάπηκε κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του και οι ενάγοντες κατεχώρησαν αγωγή για αποζημιώσεις για την απώλεια του. Ένα ερώτημα που ηγέρθηκε ήταν κατά πόσο ο σχετικός Νόμος απαγόρευε τη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας, είτε ρητά είτε με εξυπακουόμενο τρόπο. Δεν υπήρχε ρητή νομοθετική πρόνοια που απαγόρευε τη μεταφορά αγαθών, αλλά τη χρήση οχημάτων χωρίς την απαραίτητη άδεια. Υποβλήθηκε διαζευκτικά ότι ο Νόμος απαγόρευε με εξυπακουόμενο τρόπο συμβάσεις για τη μεταφορά αγαθών με οχήματα που δεν έχουν απαραίτητες άδειες. Η απάντηση στην εισήγηση αυτή βασιζόταν στην ερμηνεία του Νόμου. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε ένας τέτοιος εξυπακουόμενος τρόπος. Όπως έθεσε το θέμα ο Δικαστής Pearce L.J., "The object of the Road and Rail Traffic Act 1933, was not (in this connection) to interfere with the owner of goods or his facilities for transport, but to control those who provided the transport, with a view to promoting its efficiency. Transport of goods was not made illegal, but the various license holders were prohibited from encroaching on one another´s territory, the intention of the Act being to provide an orderly and comprehensive service". Όταν ένα πρόσωπο κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης μιας σύμβασης ενεργεί με τρόπο που παραβιάζει μια νομοθετική πρόνοια, η συμπεριφορά του αυτή δεν μπορεί να του αποστερήσει ταυτόχρονα και το δικαίωμα να προσφύγει στα Δικαστήρια. Στην υπόθεση St. John Shipping Corporation v. Joseph Bank, Ltd
(1957)1 Q.B. 267, οι ενάγοντες συμφώνησαν να μεταφέρουν σιτηρά από την Αλαμπάμα Αμερικής στην Αγγλία. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αγκυροβόλησαν και δέχθηκαν ένα επιπρόσθετο φορτίο σε ένα ενδιάμεσο λιμάνι, με αποτέλεσμα να υπερβούν το βάρος που επέτρεπε ο Νόμος The Merchant Shipping Act
- Ο πλοίαρχος βρέθηκε ένοχος και καταδικάστηκε στην Αγγλία σε πρόστιμο Λ.Κ.1.
- Οι εναγόμενοι, που είχαν καταστεί ιδιοκτήτες μιας ποσότητας σιτηρών, απέκοψαν ένα ποσό από τα ναύλα με τον ισχυρισμό ότι το συμβόλαιο μεταφοράς είχε εκτελεστεί παράνομα. Ο Δικαστής Devlin απέρριψε την εισήγηση, αφού θεωρήθηκε ότι η παράνομη φόρτωση ήταν μια λεπτομέρεια και όχι η ουσία της σύμβασης. Όπως έθεσε το θέμα, "In the statutes to which the principle has been applied, what was prohibited was a contract which had at its centre, indeed often filling the whole space within its circumference - the prohibited act; contracts for the sale of prohibited goods, contracts for the sale of goods without accompanying documents where the statute specifically said there must be accompanying documents; contracts for work and labour done by persons who were prohibited from doing all the work and labour for which they demanded recompense." Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε στην υπόθεση Shaw v. Groom
(1970)1 ALL. E. R. 702, όπου ένας ιδιοκτήτης μιας οικίας κατεχώρησε αγωγή εναντίον ενός ενοικιαστή για καθυστερημένα ενοίκια που ανέρχονται σε Λ.Κ.
- Ο ενοικιαστής ισχυρίστηκε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί γιατί το σχετικό έγγραφο μίσθωσης που παρουσίασε ο ιδιοκτήτης δεν περιείχε όλα εκείνα τα στοιχεία που προνοούσε ο Νόμος The Landlord and Tenant Act
- Η παράλειψη αυτή ετιμωρείτο με επιβολή προστίμου μέχρι Λ.Κ.
- Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι η σύμβαση δεν έπρεπε να στιγματιστεί ως παράνομη. Η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η τιμωρία του ιδιοκτήτη με πρόστιμο και όχι η αποστέρηση του δικαιώματος του να προσφύγει στα Δικαστήρια. Όπως έθεσε το θέμα ο Δικαστής Sachs L.J., "It seems to me appropriate, accordingly, to allow this appeal on the broad basis that, even if the provision of a rent book is an essential act as between landlords and weekly tenants, yet the legislature did not by . the Act of 1962 intend to preclude the landlord from recovering any rent due or impose any forfeiture on him beyond the prescribed penalty." Το παράλογο μιας αυστηρής ερμηνείας των νομοθετικών προνοιών που έχει σαν αποτέλεσμα την αποστέρηση καταφυγής στα Δικαστήρια, επισημαίνεται στο σύγγραμμα J. Beatson, "Anson´s Law of Contract", 27η Έκδοση, σελ. 336, όπου αναφέρεται ότι, "For the law to prescribe that the commission of any unlawful act in the course of performing a contract should inevitably deprive the wrongdoer of all contractual remedies might well inflict on the wrongdoer a loss far in excess of the statutory penalty. This would be unreasonable. For example, a road hauler might be unable to claim freight simply of the ground that the driver of the vehicle had exceeded the speed limit or the permitted driving hours. It is therefore necessary, in all cases of statutory illegality to have regard to the statutory language and to its scope and purpose. Was the statute intended to interfere with the contract under consideration, to render it unenforceable at the suit of a party who performs it illegally, or merely to impose a penalty on the offender?" Σχετικές με το ζήτημα της παρανομίας στη σύμβαση είναι οι υποθέσεις Xριστόφορου Αθηνοδώρου κ. άλλης ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου,
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 615, Κώστας Πισιάρας κ.α. ν. Πάμπος Μιχαηλίδης κ.α.,
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 817, Tsoulloftas Constructions ν. Μυλωνά κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1514 και Σκουτέλα ν. Αγαπίου
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 338. Έχω διεξέλθει προσεκτικά τους έγγραφους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Ε/Υ και δεν εντόπισα να υπάρχει ισχυρισμός ότι η ενάγουσα δεν εδικαιούτο να καταρτίσει συμφωνία που συνιστάτο στη λειτουργία τρεχούμενου λογαριασμού κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4 και 43
(1)του Ν.66
(1)/97 ως ετροποποιήθηκε. Η μόνη παράγραφος που αναφέρεται σε παρανομία και σχετίζεται με την αναφερθείσα νομοθεσία είναι η παράγραφος 14.1 της Ε/Υ στην οποία όμως αναφέρεται ότι οι όροι του ΣΧΕΔΙΟΥ ή/και λειτουργία του συνεπήγετο την άσκηση τραπεζικών εργασιών ή/και την αποδοχή εκ μέρους της ενάγουσας καταθέσεων από το κοινό χωρίς να είναι τράπεζα ή και χωρίς την άδεια της Κεντρικής Τράπεζας. Όσον αφορά αυτό το τελευταίο καθίσταται φανερό ότι η ενάγουσα είχε άδεια από την Κεντρική Τράπεζα για να αποδέχεται καταθέσεις από οποιοδήποτε πρόσωπο μαζί με οποιεσδήποτε άλλες υποχρεώσεις έναντι του κοινού, οποιασδήποτε μορφής μέχρι συγκεκριμένου ποσού (άρθρο 4 του Τεκμηρίου 3) και να ασκεί περιορισμένης φύσεως τραπεζικές εργασίες (άρθρο 2 του Τεκμηρίου 3). Σ΄ αυτές περιλαμβάνετο και η χρηματοδότηση επενδυτών (άρθρο 7 του Τεκμηρίου 3). Άλλο είναι το θέμα παράβασης όρου της άδειας το οποίο εξετάζεται πιο κάτω. Ως εκ τούτου η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να ευσταθίσει και απορρίπτεται. Σε σχέση με το (α) πρώτο θέμα,επειδή δεν τέθηκε τούτος ως ισχυρισμός στην Ε/Υ, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να το εξετάσει αφού το Δικαστήριο, ως η νομολογία επιτάσσει, εξετάζει μόνο θέματα που προσδιορίζονται και εγείρονται στα Δικόγραφα (βλ. Awake Security Services Ltd κ.α. ν. Μαυρομμάτη κ.α
(2006)1 ΑΑΔ 1257, και Κουκούνη κ.α. ν. Α.Ν. Stasis Estates Co Ltd κ.α.
(2006)1 ΑΑΔ 489). Εν πάσει περιπτώσει και εάν ακόμη ήταν δυνατή η εξέταση αυτού του θέματος και πάλι δεν θα συμμεριζόμουν την εισήγηση της υπεράσπισης για απόρριψη της αγωγής για τους λόγους που επικαλέσθηκε και εξηγούμαι. Πράγματι με το άρθρο 5 του Τεκμηρίου 3 απαγορεύεται το άνοιγμα και η λειτουργία τρεχούμενου λογαριασμού και η έκδοση βιβλιαρίων επιταγών. Να σημειωθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μαρτυρία ότι εκδόθηκε βιβλιάριο επιταγών για τον εναγόμενο. Με το άρθρο 7 του Τεκμηρίου 3 ορίζεται ότι οι χρηματοδοτήσεις θα έχουν την μορφή δανείων τακτής λήξης. Η χρηματοδότηση όμως εκ μέρους της ενάγουσας προς τον εναγόμενο με το ΣΧΕΔΙΟ αν και δεν ήταν σύμφωνη με τους όρους της άδειας άσκησης περιορισμένης φύσεως τραπεζικών εργασιών, έχοντας υπόψη την νομολογία όπως καταγράφηκε πιο πάνω για το θέμα της παράνομης σύμβασης κρίνω ότι η παράβαση της άδειας δεν είναι του βαθμού και της φύσης που καθιστά τη συμφωνία των διαδίκων παράνομη στη μορφή που εισηγείται η υπεράσπιση έτσι ώστε η ενάγουσα να μη δικαιούται να αξιώσει το λαβείν της. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι πουθενά δεν προβλέπεται στον Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο 66
(1)/97 κάτι τέτοιο αλλά και στο γεγονός ότι ο νομοθέτης πρόβλεψε σε περίπτωση παράβασης του νόμου κυρώσεις άλλες απ΄ αυτή που εισηγείται η υπεράσπιση (βλ. άρθρο 30 και 43 του Ν.166
(1)/97. Απεναντίας δε με βάση το άρθρο 31 ακόμη και όταν ανακληθεί η άδεια αμφότερα τα μέρη δικαιούνται να απαιτήσουν τα δικαιώματα τους. Ακόμη πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι η Κεντρική Τράπεζα προχώρησε στη λήψη μέτρων εναντίον της ενάγουσας. Ως εκ των πιο πάνω και αν ακόμη ήταν επίδικο θέμα τούτο θα απορρίπτετο. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της και δικαιούται στην έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον του εναγομένου. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €24.762,78σεντ (Λ.Κ.14.493,01) πλέον τόκο 9% από 20.02.08 μέχρι εξοφλήσεως και διάταγμα ως η παράγραφος 13Γ της Ε/Α με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο