Χριστίνα Γεωργίου ν. Γιάννης Γιάγκου, Αρ. Αγωγής: 445/06, 10 Σεπτεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 445/06 Μεταξύ: Χριστίνα Γεωργίου, εκ Κοφίνου Ενάγουσας - και - Γιάννης Γιάγκου, εκ Κοφίνου Εναγομένου Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου 2008 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κα Μ. Μικελλίδου Για τον εναγόμενο: κος Κ. Ταμπούρλας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή (με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο) η ενάγουσα αξιοί από τον εναγόμενο ΛΚ1.500= πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, η ενάγουσα, κατά ή περί την 2.12.1999 κατόπιν παράκλησης του εναγομένου, εδάνεισε σ' αυτόν ΛΚ1.500=, ποσό το οποίο ο τελευταίος υπεσχέθη να το επιστρέψει στην ενάγουσα, εντός δύο μηνών από την δανειοδότηση. Όπως επίσης προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, η ενάγουσα καταχώρησε και παλαιότερα αγωγή εναντίον του εναγομένου με την ίδια αξίωση. Η εν λόγω αγωγή η οποία έφερε τον αριθμό 3393/03, απεσύρθη εν τέλει με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, όταν ο εναγόμενος υπεσχέθη ότι θα εξοφλούσε το αξιούμενο ποσό. Παρά τις υποσχέσεις του όμως δεν πλήρωσε κανένα ποσό γι' αυτό και η ενάγουσα καταχώρησε την υπό εκδίκαση αγωγή. Όπως τέλος προβάλλεται, παρά την ύπαρξη της αγωγής και των συνεχών οχλήσεων της ενάγουσας, ο εναγόμενος συνεχίζει να αρνείται την καταβολή οποιουδήποτε ποσού έναντι του χρέους του. Γι' αυτό και η ενάγουσα αξιοί ως ανωτέρω. Ο εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης του απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, πλην του γεγονότος ότι το 2003 καταχωρήθηκε εναντίον του η αγωγή με αρ. 3393/
- Εγείρει προδικαστική ένσταση και αναφέρει ότι η ενάγουσα κωλύεται από του να εγείρει νέα αγωγή εναντίον του "εφόσον με την διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την απόσυρση της αγωγής 3393/03, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας δημιουργήθηκε δεδικασμένο και /ή δεν μπορεί να επανέλθει με νέα αγωγή." Η θέση αυτή δεν προωθήθηκε και εγκατελήφθη στο τέλος της ημέρας. Είναι επίσης θέση του ότι η υπό εκδίκαση αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας "και/ή η ενάγουσα κωλύεται από του να εγείρει τους ισχυρισμούς που εγείρει εφόσον στις 18.8.2005 ήγειρε την αγωγή 2852/05 εναντίον του εναγομένου και μπορούσε να εντάξει την παρούσα απαίτησή της στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας. " Για να αποδείξει την υπόθεση της η ενάγουσα κατέθεσε η ίδια, ενώ για τον εναγόμενο κατέθεσε ο ίδιος και ο Ορθόδοξος Ορθοδόξου (ΜΥ2), υπάλληλος στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος. Η ενάγουσα κατέθεσε ότι από το 1996 μέχρι και το 2001 διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον εναγόμενο. Στις 2.12.1999 ο τελευταίος της ζήτησε χρήματα για να πληρώσει την προκαταβολή για την αγορά ενός αυτοκινήτου. Απέσυρε από λογαριασμό που διατηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Βιβλιάριο Καταθέσεων κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1) το ποσό των ΛΚ1.500= και του το έδωσε. Υπεστήριξε ότι έδωσε τα χρήματα στον εναγόμενο ως δάνειο, με υποχρέωση του τελευταίου να τα επιστρέψει εντός δύο μηνών από την δανειοδότηση. Παραδέχθηκε ότι εναντίον του Εναγόμενου καταχώρησε και την αγωγή με αριθμό 3393/03, ζητώντας την επιστροφή του ίδιου ποσού, την οποία τελικά απέσυρε. Όπως ανέφερε, κατά την ημέρα της ακρόασης της υπόθεσης ο εναγόμενος, έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου, την παρακάλεσε να αποσύρει την αγωγή και της υποσχέθηκε ότι θα της επέστρεφε τα χρήματα. Βασιζόμενη στις υποσχέσεις του απέσυρε την αγωγή, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, πλην όμως ο τελευταίος παρέλειψε να τηρήσει τις υποσχέσεις του. Κατέθεσε επίσης ότι εναντίον του εναγομένου καταχώρησε και άλλη αγωγή (την υπ' αριθμό 2852/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας) με αξίωση την επιστροφή ποσού ΛΚ20.000=. Όπως επεξήγησε είχε κατατεθειμένα τα χρήματα αυτά στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Ο εναγόμενος της ζήτησε να τα αποσύρει και να τα καταθέσει στη ΣΠΕ ΣΚΑΡΙΝΟΥ με την οποίο ο ίδιος συνεργαζόταν. Περαιτέρω της ζήτησε όπως δεσμεύσει τα χρήματα (ως ασφάλεια) προς εξασφάλιση της αποπληρωμής δανείου ύψους ΛΚ17.000= το οποίο σύνηψε ο τελευταίος με τη ΣΠΕ ΣΚΑΡΙΝΟΥ. Πράγματι ενήργησε όπως της ζήτησε ο εναγόμενος. Περαιτέρω στις 18.12.1999, με γραπτή εξουσιοδότηση προς την ΣΠΕ ΣΚΑΡΙΝΟΥ (Τεκμήριο 2), δέσμευσε ποσό ΛΚ18.000= (από το λογαριασμό της) προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του προαναφερόμενου δανείου του εναγομένου. Ο τελευταίος δεν αποπλήρωσε το δάνειο και η ΣΠΕ ΣΚΑΡΙΝΟΥ προέβη σε "κατάσχεση" του ποσού των ΛΚ18.000= πλέον ποσό που αντιπροσώπευε τους οφειλόμενους τόκους του δανείου. Είναι γι' αυτό το ποσό (ΛΚ20.000=) που καταχώρησε την προαναφερόμενη αγωγή εναντίον του εναγομένου. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι καταχώρησε την υπό εκδίκαση αγωγή για εκδικητικούς λόγους, επειδή ο εναγόμενος της ζήτησε να χωρίσουν. Ήταν η θέση της ότι η απόφαση να χωρίσουν πάρθηκε και από τους δύο. Αρνήθηκε επίσης τη θέση ότι οι επιχειρήσεις του εναγόμενου (φάρμα ζώων και κρεοπωλείο) ήταν ανθηρές. Υπεστήριξε ότι με το ποσό των ΛΚ20.000= που "έδωσε" στον εναγόμενο, ο τελευταίος επεξέτεινε τη φάρμα ζώων που διατηρούσε. Ήταν επίσης θέση της ότι τα χρήματα που συνολικά δάνεισε στον εναγόμενο ήταν από τις δικές της αποταμιεύσεις (προερχόμενα από την εργασία της) και όχι από χρήματα του συζύγου της. Ο εναγόμενος έδωσε τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα. Παραδέχθηκε ότι από το 1995 με 1996 διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με την ενάγουσα. Χαρακτήρισε όμως το δεσμό αυτό ως το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του. Όπως ανέφερε, όταν ο ίδιος της ζήτησε να σταματήσουν, η ενάγουσα τον απειλούσε, μεταξύ άλλων, ότι θα τον κατέστρεφε οικονομικά. Ήταν η θέση του ότι οι "δουλειές του" (διατηρούσε φάρμα με αιγοπρόβατα και χοίρους, κρεοπωλείο και διαχειριζόταν "το μπουφέ" του Συλλόγου "Εθνικόφρονα Σωματεία Κοφίνου") πήγαιναν πολύ καλά. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι το 1997 "έσφαξε" 2.500 ζώα. Μόνο από τα δέρματα των ζώων που πούλησε είσπραξε ΛΚ10.000=. Προς επιβεβαίωση της πιο πάνω θέσης του, κατέθεσε ως Τεκμήρια 8, 9, 10, 11 και 12, δέσμες από αντίγραφα των καταθέσεων του (για την περίοδο 1997 μέχρι 2000) στη ΣΠΕ ΣΚΑΡΙΝΟΥ όπου διατηρούσε λογαριασμό. Ουδέποτε, όπως ανέφερε, η ενάγουσα του δάνεισε χρήματα. Αντιθέτως, κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, αποσπούσε από αυτόν επειδή ήταν "δυνατός οικονομικά" και χρήματα και δώρα ακόμη και κρέατα. Αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες απεσύρθη η αγωγή με αριθμό 3393/03, κατέθεσε ότι παρόλο που οι ερωτικές τους σχέσεις με την ενάγουσα διεκόπησαν κάποια χρόνια πριν, όταν βρέθηκαν στο Δικαστήριο η τελευταία του ζήτησε να βρεθούν και πάλι με αντάλλαγμα την απόσυρση της αγωγής. Ο ίδιος δέχθηκε. Συναντήθηκαν δύο φορές. Τη δεύτερη φορά συνευρέθηκαν ερωτικά. Η ενάγουσα του ζήτησε να συνεχίσουν τη σχέση τους, "για να σταματήσει την αγωγή", πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε. Παραδέχθηκε ότι στην αγωγή με αριθμό 2852/05 που του κίνησε η ενάγουσα για το ποσό των ΛΚ20.000 "δέχθηκε απόφαση επειδή έφταιγε". Η ενάγουσα, όπως ανέφερε, ήταν μία εκ των εγγυητών του. "Δέσμευσε το γραμμάτιο της" προς όφελος του λογαριασμού του. Σε κάποια χρονική στιγμή η ΣΠΕ ΣΚΑΡΙΝΟΥ προχώρησε σε "κατάσχεση του γραμματίου" της ενάγουσας. Αντεξεταζόμενος επέμενε στη θέση ότι "η απόφαση" να σταματήσει ο δεσμός του με την ενάγουσα, ήταν δική του και όχι της τελευταίας η οποία αντιδρούσε στο να χωρίσουν. Παραδέχθηκε ότι δεν πλήρωσε οτιδήποτε έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους του στην αγωγή με αριθμό 2852/
- Σε ερώτηση της συνηγόρου της ενάγουσας για ποιο λόγο δεν πλήρωσε το ποσό αυτό, απάντησε "η τράπεζα τα κατέσχε. Δεν τα πήρα εγώ τα λεφτά." Κατέθεσε ότι στην αρχή όταν ξεκίνησε τις επιχειρήσεις του, είχε τεράστιο οικονομικό κύκλο που σιγά-σιγά "μπλέκοντας με τη κυρία", όπως ανέφερε "με τις τρέλες και τα ξενύχτια ήρθα σε σημείο να καταστραφούν όλα". Παραδέχθηκε επίσης ότι στις 2.12.1999 (που σύμφωνα με την ενάγουσα του δάνεισε τις ΛΚ1.500=) διατηρούσε ερωτικές σχέσεις μαζί της. Ο ΜΥ2 Ορθόδοξος Ορθοδόξου κατέθεσε ότι η αγωγή με αριθμό 3393/03 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος, καταχωρήθηκε από τη Χριστίνα Γεωργίου εναντίον του Γιάννη Γιάγκου. Με την αγωγή επιζητείτο η επιστροφή ποσού ΛΚ1.500= που, σύμφωνα με ό,τι προβάλλετο στην Έκθεση Απαίτησης, αφορούσε δάνειο. Η εν λόγω αγωγή απεσύρθη στις 7.10.2004, με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της ενάγουσας, όπως αναγράφεται στο σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 14). Η αγωγή με αριθμό 2852/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος μεταξύ των ιδίων διαδίκων, καταχωρήθηκε στις 18.8.
- Η ενάγουσα αξίωνε την επιστροφή ποσού ΛΚ14.300= βάσει δανείου, πλέον τόκους. Στο τέλος της ημέρας εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση προς όφελος της ενάγουσας ως η απαίτηση, πλέον τόκους και έξοδα. Το εξ' αποφάσεως χρέος ανήλθε στο ποσό των ΛΚ20.000=. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με αναφορά στην εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Ο κ. Ταμπούρλας εκ μέρους του εναγομένου, επέμενε στη θέση ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, εφόσον η ενάγουσα θα μπορούσε να συμπεριλάβει την παρούσα αξίωση της, στην αγωγή με αριθμό 2852/05 που ήγειρε στις 18.8.
- Επικαλέστηκε προς τούτο τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ Λ. ΧΡΙΣΤΟΦΗ (ΠΑΠΕΤΤΑΣ) ν.
- Σ. & Μ. ΦΛΟΚΚΑΣ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. 10877, ημερ. 21.11.
- Πέραν τούτου πρόσθεσε ότι η αλληλουχία των γεγονότων αποδεικνύει ότι τα κίνητρα της ενάγουσας, καταχωρώντας την υπό εκδίκαση αγωγή, ήταν αλλότρια και ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Μικελλίδου, εκ μέρους της ενάγουσας. Δεν θα πρέπει, τόνισε, να τιμωρηθεί η ενάγουσα για τους χειρισμούς του δικηγόρου της ο οποίος επέλεξε να καταχωρήσει δύο ξεχωριστές αγωγές εναντίον του εναγομένου, διεκδικώντας και στις δύο την επιστροφή συγκεκριμένων χρηματικών ποσών. Κάλεσε τέλος το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία της ενάγουσας και να εκδώσει απόφαση υπέρ της. Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ακρόασης να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τόσο την ενάγουσα όσο και τον εναγόμενο και τον μάρτυρα που κάλεσε, ενώ έδιναν την ένορκη μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν. (Βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1199 και Αθανασίου και άλλος ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πώς δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της, και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική ΄Εφεση αρ. 10705, ημερ. 8.2.02, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, 530). Η ενάγουσα μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της αλήθειας. Κατέθετε με αμεσότητα, συνοχή και χωρίς υπεκφυγές. Ήταν θετική και κατηγορηματική στους ισχυρισμούς της και η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Απάντησε σε ό,τι της ζητήθηκε με ευθύτητα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Τα όσα κατέθεσε αντέχουν στη βάσανο της κοινής λογικής και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Έδωσε πειστικότατες εξηγήσεις επ' όλων των σημείων της εκδοχής της χωρίς να αφήσει οτιδήποτε διφορούμενο ή ασαφές. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα περιέγραψε στη μαρτυρία της επεσυνέβησαν στην πραγματικότητα. Δεν διαφεύγει φυσικά της προσοχής μου ότι η ενάγουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον εναγόμενο. Όμως η ίδια έκαμε σαφή διαχωρισμό των όσων διαδραματίστηκαν, δηλαδή των χρημάτων που του έδωσε ως δάνειο και των άλλων ενεργειών της. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η απαίτηση της εναντίον του εναγομένου, είναι γνήσια και όχι υστερόβουλη. Αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε στο σύνολό τους. Αντίθετα ο εναγόμενος δεν μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της αλήθειας. Κατέθεσε ουσιαστικά ό,τι κατά την αντίληψη του πίστευε ότι ήταν βοηθητικό για την υπόθεσή του. Η μαρτυρία του ήταν το αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψεων και στοχευμένης προσπάθειας να βοηθήσει την πλευρά του. Ήταν κατηγορηματικός στη θέση ότι η ενάγουσα ουδέποτε του δάνεισε χρήματα αλλά αντίθετα εκείνη ήταν που αποσπούσε από αυτόν οικονομικά οφέλη (χρήματα, δώρα κλπ), καθότι ο ίδιος ήταν "οικονομικά δυνατός". Η θέση του όμως αυτή, περί οικονομικής ευρωστίας, καταρρίπτεται από τα ίδια τα γεγονότα. Ζήτησε από την ενάγουσα όχι μόνο να καταθέσει τα χρήματά της στο πιστωτικό ίδρυμα με το οποίο ο ίδιος συνεργαζόταν (γεγονός που δεν αμφισβήτησε) αλλά και να τον εγγυηθεί, με αποτέλεσμα όταν ο ίδιος αδυνατούσε να αποπληρώσει το χρέος του η ΣΠΕ ΣΚΑΡΙΝΟΥ να "πάρει" τα χρήματα της ενάγουσας προς αποπληρωμή του δικού του χρέους. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν "κύριος" έναντι της ενάγουσας, και γι' αυτό δέχθηκε απόφαση στην αγωγή 2852/05 για το ποσό των ΛΚ20.000=. Θα ανέμενε κανείς (λογικά σκεπτόμενος), ότι εφόσον "ήταν κύριος" θα πλήρωνε και το εξ' αποφάσεως χρέος του πράγμα που δεν έκανε. Τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν δεικνύουν ότι η ερωτική σχέση του με την ενάγουσα λειτούργησε υπέρ του και όχι σε βάρος του, όπως ο ίδιος ήθελε να παρουσιάσει. Τα όσα κατέθεσε σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες απεσύρθη η αγωγή 3939/03 δεν μπορούν να αντέξουν τη βάσανο της λογικής. Όπως ανέφερε, η ενάγουσα απέσυρε την εν λόγω αγωγή θέλοντας με αυτό τον τρόπο να τον "εκβιάσει" ώστε να συνεχίσουν τη σχέση τους. Το λογικό ερώτημα που εγείρεται, είναι για ποιο λόγο η ενάγουσα, εάν πράγματι αυτές ήταν οι προθέσεις της, να αποσύρει την αγωγή προτού λάβει την απάντηση του η οποία ήταν και αρνητική στο τέλος της ημέρας. Αντίθετα η θέση της ενάγουσας (ότι απέσυρε την αγωγή κατόπιν υποσχέσεων του εναγομένου ότι θα τις πλήρωνε τις ΛΚ1.500=) αντέχει στη βάσανο της λογικής. Για όλους αυτούς τους λόγους που επεξήγησα, σε όση έκταση η μαρτυρία του εναγόμενου έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της ενάγουσας, την απορρίπτω. Ο ΜΥ2 Ορθόδοξος Ορθοδόξου ήταν τυπικός μάρτυρας και τα όσα κατέθεσε ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Τα όσα η ενάγουσα κατέθεσε, συνιστούν ταυτόχρονα και τα ευρήματα μου. Αποτελεί εύρημα μου ότι η ενάγουσα κατά ή περί την 2.12.1999 έδωσε στον εναγόμενο, ΛΚ1.500=, ποσό το οποίο ο τελευταίος υπεσχέθη να της το επιστρέψει εντός δύο μηνών από την εν λόγω ημερομηνία. Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να πληρώσει στην ενάγουσα το εν λόγω ποσό, παρά το ότι η ενάγουσα του είχε ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων της. Η έννοια του δανείου επεξηγείται στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS No2 26η έκδοση, παράγραφος 3574 σελ. 624. Στην εν λόγω παράγραφο αναφέρεται ότι η συμφωνία δανείου είναι η συμφωνία βάσει της οποίας, κάποιος δανείζει ή συμφωνεί να δανείσει ποσό χρημάτων σε άλλον, σε αντάλλαγμα της ρητής ή εξυπακουόμενης υπόσχεσης του άλλου προσώπου ότι θα επιστρέψει το ποσό αυτό, σε πρώτη ζήτηση ή σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, με ή χωρίς τόκο. Βάσει των όσων έχω προαναφέρει είναι η κατάληξη μου ότι η ενάγουσα δάνεισε στις 2.12.1999 το ποσό των ΛΚ.1.500= στον εναγόμενο ο οποίος υπεσχέθη ότι θα της το επέστρεφε εντός δύο μηνών από 2.12.1999. Ως εκ τούτου απέδειξε την υπόθεσή της και δικαιούται σε έκδοση απόφασης προς όφελος της. Η ενάγουσα διεκδικεί πέραν του ποσού των ΛΚ.1.500= και τόκο προς 8% επί του ποσού αυτού από 2.2.2000 (ημερομηνία που το δάνειο ήταν επιστρεπτέο) μέχρι εξόφλησης. Όπως δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης "η ενάγουσα περαιτέρω ζημιώνεται τους τόκους προς 8% ετησίως επί ποσού ΛΚ.1.500= από 2.2.00 μέχρι εξοφλήσεως". Καμμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε προς απόδειξη της πιο πάνω απαίτησης. Συγκεκριμένα δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι η προφορική συμφωνία δανείου μεταξύ εναγούσης και εναγομένου θα έφερε τόκο από την ημέρα που το δάνειο ήταν επιστρεπτέο. Περαιτέρω δεν προσκομίστηκε καμμιά μαρτυρία όσον αφορά το ποσό των τόκων που η ενάγουσα "ζημιώνει" από 2.2.2000 μέχρι εξόφλησης. Ως εκ τούτου η ενάγουσα δικαιούται νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής. Η θέση του κ. Ταμπούρλα τέλος ότι η υπό εκδίκαση αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον η ενάγουσα θα μπορούσε να συμπεριλάβει την αξίωση της στην αγωγή με αριθμό 2852/05, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ανάλογα ευρεία είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Η εξουσία του Δικαστηρίου, έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργία των δικαστικών διαδικασιών (βλ. Μιχάλης Παπόρη ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S, Πολιτική Έφεση Αρ. 8911, ημερ. 27.9.1996, Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 ΑΑΔ 133, LOUKOS TRADING CO LTD κ.α. ν. ΡΕΙΝΜΠΟΟΥ ΠΛΗΤΣΙΗΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΙΓΚ ΚΟ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση 10543, ημερ. 26.6.2000). Η ενάγουσα τόσο με την υπό εκδίκαση αγωγή, όσο και με την αγωγή με αρ. 2852/05, αξιώνει από τον εναγόμενο την καταβολή συγκεκριμένων χρηματικών ποσών. Όμως οι διαφορές των διαδίκων προέκυψαν από διαφορετικά γεγονότα και κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Η υπόθεση ΧΡΙΣΤΟΦΗΣ Λ. ΧΡΙΣΤΟΦΗ (ΠΑΠΕΤΤΑΣ) (ανωτέρω) δεν μπορεί κατά την κρίση μου να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω, παρά την περί αντιθέτου εισήγηση του κ. Ταμπούρλα. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε μεν ότι δημιουργείται δεδικασμένο για θέματα που θα μπορούσαν να εγερθούν σε προηγούμενη αγωγή μεταξύ των ιδίων διαδίκων και δεν ηγέρθησαν, αλλά τα θέματα αυτά θα πρέπει να έχουν το ίδιο πραγματικό υπόβαθρο. Δηλαδή εάν μεταξύ των ιδίων διαδίκων επιλυθούν οι διαφορές τους που πηγάζουν από κάποιο γεγονός (στα πλαίσια ακροαματικής ή άλλης διαδικασίας) τότε ασφαλώς δεν μπορούν να επανέλθουν με νέα αγωγή για επί μέρους εκκρεμότητες (πηγάζουσες από τα ίδια γεγονότα) που παρέλειψαν να προωθήσουν στην προηγούμενη αντιδικία που είχαν μεταξύ τους. Η "καθυστερημένη επαναφορά θέματος" τόνισε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ΧΡΙΣΤΟΦΗ (ανωτέρω) θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να χαρακτηριστεί και ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Επαναλαμβάνω ότι οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων στην υπό εκδίκαση αγωγή δεν συνδέονται με τα επίδικα θέματα της αγωγής αρ. 2852/05 στην οποία ο εναγόμενος δέχθηκε απόφαση. Αρα ούτε δεδικασμένο υπάρχει ούτε και η καταχώρηση της παρούσης αγωγής συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Ηλίας Μιχαήλ Τσιακλίδης ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 11326, ημερομηνίας 14.7.2003, όπου μεταξύ των ιδίων διαδίκων καταχωρήθηκαν τρεις αγωγές, οι οποίες αφορούσαν τρία διαφορετικά τραπεζικά δάνεια, τα οποία είχαν δοθεί κάτω από διαφορετικές συνθήκες, απεφασίσθη από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η καταχώρηση τριών αγωγών δεν συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, εφόσον επρόκειτο για τρία διαφορετικά δάνεια τα οποία δόθηκαν κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Το Ανώτατο Δικαστήριο προχωρώντας ακόμη ένα βήμα παραπέρα τόνισε ότι "και αν, θεωρητικά, διαπιστωνόταν κατάχρηση της διαδικασίας δεν θα έπρεπε να απορριφθεί οποιαδήποτε αγωγή αλλά να δοθούν κατάλληλες οδηγίες για άρση της". Βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα η εισήγηση του κ. Ταμπούρλα περί ύπαρξης κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας απορρίπτεται. Δια ταύτα εκδίδεται απόφαση προς όφελος της ενάγουσας και σε βάρος του εναγομένου για το ποσό των €2,562.90 (ΛΚ.1,500=) με νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο