← Κύπρος

PISSOURI FARMS LTD ν. ΑΧΙΛΛΕΑΣ Α. ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής:993/06, 19.9.08

PISSOURI FARMS LTD ν. ΑΧΙΛΛΕΑΣ Α. ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής:993/06, 19.9.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:993/06 Μεταξύ: PISSOURI FARMS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων και ΑΧΙΛΛΕΑΣ Α. ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗΣ ΛΤΔ, από τη Λάρνακα Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 11/7/08 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 19.9.08 Εμφανίσεις: Για τους Eνάγοντες - Αιτητές: κ. Παφίτης Για τους Eναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα. Χ΄΄λοΐζου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή τους οι ενάγοντες διεκδικούν από τους εναγομένους ΛΚ20137,35 ως οφειλόμενο υπόλοιπο για την παροχή γάλακτος προς τους τελευταίους. Στην Υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι αρνούνται γενικά τους ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης και θέτουν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Ισχυρίζονται δε ότι «ουδεμία νομική σχέση υφίστατο και/ή υφίσταται μεταξύ αυτών και των εναγόντων». Αφού έδωσαν μαρτυρία τρείς μάρτυρες για τους ενάγοντες και η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση, πριν την ημερομηνία συνέχισης ο συνήγορος των εναγόντων καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται διάταγμα που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: «(α) Με την διαγραφή από την παράγραφο 3 των λέξεων 'κατόπιν παραγγελιών από τους Εναγόμενους' και την αντικατάσταση τους με τις λέξεις 'κατόπιν συμφωνίας με τους Εναγόμενους'. (β) Με την προσθήκη στην παράγραφο 4, μετά τις λέξεις 'και/ή εύλογης αμοιβής' των πιο κάτω νέων λέξεων: 'προς ΛΚ. 0.28 σεντς το λίτρο'». Η αίτηση, η οποία βασίζεται στη Δ.25, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ειρήνης Μωραίτη, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των εναγόντων - αιτητών. Η πιο πάνω στην ένορκη δήλωση της αναφέρει ότι κατά την προφορική μαρτυρία των μαρτύρων για τους Ενάγοντες, διαπιστώθηκε ότι λόγω ελλιπούς συνεννόησης του δικηγόρου των Εναγόντων με τους Ενάγοντες ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης στον χρόνο που συντάχθηκε η Έκθεση Απαίτησης, είχε λανθασμένα αναφερθεί στην Έκθεση Απαίτησης ότι οι παραδόσεις γάλακτος από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους γίνονταν κατόπιν παραγγελιών. Στην πραγματικότητα, και όπως αναφέρθηκε και κατά την κυρίως εξέταση των μαρτύρων κατά την ακρόαση, οι παραδόσεις γάλακτος γίνονταν κατόπιν της αρχικής συμφωνίας των διαδίκων για συνεχείς παραδόσεις οποτεδήποτε υπήρχε διαθέσιμο γάλα και όχι κατόπιν ξεχωριστών παραγγελιών. Επίσης, διαπιστώθηκε η παράλειψη αναφοράς ως προς την τιμή πώλησης του γάλακτος η οποία συμφωνήθηκε κατά την αρχική συμφωνία των διαδίκων και στη βάση της οποίας γίνονταν όλες οι παραδόσεις και κατ' επέκταση και οι τιμολογήσεις, όπως φαίνεται και στα τιμολόγια που κατατέθηκαν στο φάκελο του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια. Κατά το χρόνο σύνταξης της Έκθεσης Απαίτησης δεν υπήρξε απευθείας επικοινωνία μεταξύ του συνηγόρου των εναγόντων και του διευθυντή των Εναγόντων, Μ.Ε.1 και έτσι ο πρώτος είχε βασιστεί κυρίως στα έγγραφα που του είχαν δοθεί από το λογιστήριο των Εναγόντων. Όμως στην πρόσφατη εξέταση των μαρτύρων κατά την ακρόαση της αγωγής διαπιστώθηκε ότι οι ουσιώδεις λεπτομέρειες που επιχειρείται να προστεθούν στην Έκθεση Απαίτησης είχαν παραλειφθεί με αποτέλεσμα να δίνεται εσφαλμένη εικόνα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης η οποία δεν συνάδει με τα γεγονότα όπως έχουν επεξηγηθεί κατά την ακρόαση. Αναφέρει, περαιτέρω, ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη αφού με αυτήν σκοπείται η ευθυγράμμιση των δικογράφων με την εκδοχή που προώθησαν και υποστήριξαν με τη μαρτυρία τους οι Αιτητές ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η αίτηση γίνεται άμεσα μετά την διαπίστωση των εσφαλμένων γεγονότων κατά την ακρόαση και έχει σκοπό τη διόρθωση και ευθυγράμμιση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης με την μαρτυρία. Οι εναγόμενοι Καθ'ων η Αίτηση δεν θα υποστούν οποιαδήποτε αδικία ή ανεπανόρθωτη ζημία αν εγκριθεί η παρούσα αίτηση. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία βασίζεται στο ίδιο νομικό πλαίσιο. Η ένσταση βασίζεται βασικά στους ακόλουθους λόγους: (
  2. i)ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και ασκείται καταχρηστικά. (
  3. ii)ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση δεν δικαιολογούν την παροχή των ζητουμένων θεραπειών. (iii) ότι οι προθέσεις των αιτητών δεν είναι γνήσιες και ότι προέβησαν στην καταχώρηση της αίτησης τους αδικαιολόγητα. (
  4. iv)η τροποποίηση θα προκαλέσει βλάβη στους Εναγόμενους και θα υποστούν ζημιά η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή για καταβολή των εξόδων τους. (
  5. v)η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Αγγελικής Βουγιουκλάκη, εκ των διευθυντών των εναγομένων, η οποία αναφέρει ότι δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα στην ένορκη δήλωση η καθυστέρηση ούτε η παροχή του ζητούμενου διατάγματος. Αναφέρει, επίσης, ότι η αίτηση γίνεται καθυστερημένα, μετά την αντεξέταση των κυρίων μαρτύρων των εναγόντων. Κανένα από τα ζητήματα που αφορά η τροποποίηση δεν προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αγωγής, αντιθέτως είναι ζητήματα που θα μπορούσαν να περιέλθουν σε γνώση του δικηγόρου των Εναγόντων πριν την καταχώρηση και/ή τουλάχιστον σε νωρίτερο στάδιο και πριν την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των κυρίων μαρτύρων των Εναγόντων αφού ο Μ.Ε.1 ξεκίνησε την μαρτυρία του κατά ή περί την 14/4/2007, σχεδόν τρείς μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία είτε για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων είτε για να έχει ολοκληρωμένη εικόνα ενώπιον του το Δικαστήριο. Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι αιτητές ενεργούν κακόβουλα αφού οι ισχυρισμοί τους είναι εκ των υστέρων σκέψεις όπως οι ίδιοι παραδέχονται στην ένορκη δήλωσή τους και ότι αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα μεταβάλλεται το πλαίσιο της δίκης και ανατρέπεται η πορεία της διαδικασίας προκαλώντας βλάβη στους Εναγόμενους οι οποίοι θα υποστούν ζημιά η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί με την κατάλληλη διαταγή για καταβολή των εξόδων τους. Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων των πελατών τους ενώ παρέπεμψαν το Δικαστήριο και σε σχετική νομολογία. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν στις αγορεύσεις τους και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέπει τροποποίηση δικογράφων απορρέει από τη Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Οι πρόνοιες της πιο πάνω διαταγής έγιναν αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στις υποθέσεις SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents,

(1994)1 A.A.Δ. 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Αstor Manufacturing Exporting Co κ.ά. v. A. G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου v. Αθηναίδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 394 αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα της τροποποίησης των δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και γνώμονας άσκησης της είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία αρχών που διέπουν το θέμα δίδεται στην υπόθεση Φοινιώτης (ανωτέρω). Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 36: "Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψισθούν ως εξής:
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. " Ως προς την καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, παραπέμπω, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε εκεί, σε σχέση με καθυστέρηση η οποία οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της καθυστέρησης και η σημασία της ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή, και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση βέβαια, δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως π.χ. την έλλειψη καλής πίστης Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου (ανωτέρω). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.1.86 και η αίτηση τροποποίησης 12 χρόνια μετά. Το Εφετείο έκρινε πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Έκρινε, περαιτέρω, πως υπήρξε σφάλμα αφού ο συνήγορος θα έπρεπε εξ΄ αρχής να γνωρίζει τη δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Η αίτηση για τροποποίηση εγκρίθηκε. Η εξήγηση που δόθηκε ότι ο συνήγορος τελούσε με την αντίληψη ότι δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών ήταν ικανοποιητική στην απουσία ένδειξης ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη. Θα προχωρήσω να εξετάσω τα θέματα που έχουν εγερθεί, υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών. Καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης - αιτιολόγηση της Σε σχέση με αυτό το θέμα διαφωτιστικά ήταν όσα αναφέρθηκαν στη F.B.L. v. Σιακόλα (ανωτέρω). Η καθυστέρηση προσμετρά σε συνάρτηση με το στάδιο κατά το οποίο επιχειρείται η τροποποίηση, αρχίζοντας όμως από το χρονικό σημείο κατά το οποίο διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση. Με αυτή την έννοια δεν μπορώ να διαγνώσω υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους των εναγόντων. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα στοιχεία που επιχειρούν να συμπεριλάβουν στην Έκθεση Απαίτησης τους περιήλθαν σε γνώση τους μετά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης και κατά την εξέταση των μαρτύρων τους λόγω ελλιπούς συνεννόησης του δικηγόρου των εναγόντων με τους ενάγοντες. Τονίζω ότι η αλήθεια των πιο πάνω δεν αμφισβητήθηκε καθ' οιοδήποτε τρόπο από τους καθ' ων η αίτηση (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω). Συνεπώς, η θέση των εναγομένων ότι για τα ζητήματα που αφορά η τροποποίηση δεν προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αγωγής παρέμεινε μετέωρη. Η κατ' ισχυρισμό κακοπιστία των αιτητών Το βασικό επιχείρημα των καθ' ων η αίτηση που υποστηρίζει τα περί κακοπιστίας είναι ότι οι ισχυρισμοί των αιτητών είναι εκ των υστέρων σκέψεις «οι οποίες έγιναν μετά την εξέταση και αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων». Η ανάπτυξη του επιχειρήματος αυτού όμως, χωρίς να έχει προηγηθεί αμφισβήτηση της αλήθειας του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνόδευσε την αίτηση για τροποποίηση είναι ατελέσφορη (Βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, από το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να καταδεικνύει κακοπιστία όπως η νομολογία έχει ερμηνεύσει τον όρο αυτό. Η ενδεχόμενη πρόκληση αδικίας Δεν μπορώ να συμμεριστώ τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η έγκριση της αίτησης θα επιφέρει αδικία. Δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί από ποιά άποψη θα προκληθεί η ισχυριζόμενη αδικία ή με ποιό τρόπο θα τοποθετηθούν σε δυσμενή θέση οι καθ' ων η αίτηση. Οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση είναι γενικοί και αόριστοι. Τα περί «εκτροχιασμού της πορείας της διαδικασίας και μεταβολής του πλαισίου της δίκης» τα οποία προβλήθηκαν κατά την αγόρευση των καθ' ων παρέμειναν ασαφή και ατεκμηρίωτα. Ούτε και έχει συγκεκριμενοποιηθεί πως θα ανατραπεί η πορεία της δίκης ενόψει της ήδη δοθείσας μαρτυρίας. Τείνω να συμφωνήσω με το συνήγορο των εναγόντων ότι η τροποποίηση κινείται στα ίδια πλαίσια με το βασικό επίδικο θέμα της αγωγής και ότι επιχειρείται για να συνάδει το δικόγραφο με την ήδη δοθείσα μαρτυρία. Εξετάζοντας τις προτεινόμενες τροποποιήσεις διαπιστώνω ότι η τυχόν έγκριση εισαγωγής τους στην Έκθεση Απαίτησης ουδόλως θα μετατρέψει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ουσία, τη φύση ή το χαρακτήρα της αγωγής. Οι τροποποιήσεις αφορούν το ίδιο επίδικο θέμα, την ύπαρξη ή μη οφειλής. Περαιτέρω, στην Έκθεση Υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι - καθ' ων αρνούνται ότι είχαν οποιαδήποτε νομική σχέση με τους ενάγοντες, αδυνατώ δε να αντιληφθώ με ποιό τρόπο θα χειρίζονταν διαφορετικά την υπόθεση τους αν οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούσαν ήδη μέρος του δικογράφου. Συνοψίζοντας, καταλήγω ότι η έγκριση της αίτησης δεν θα προκαλέσει αδικία ή βλάβη η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και επιπλέον όσα έξοδα χαθούν (thrown away) λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. Θα προχωρήσω να δώσω οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων. ...................................................... (Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.