ΑΝΔΡΕΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΑΛΚΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Αρ. Αγωγής 3081/06, 24 Σεπτεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3081/06 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, από τη Λάρνακα, Ενάγοντα -και- ΑΘΛΗΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ ΑΛΚΗ ΛΑΡΝΑΚΑΣ, Εναγόμενου ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 16.05.2008 ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΚΑΙ/Η ΑΚΥΡΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΛΟΓΩ ΜΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου, 2008. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενο - Αιτητή: Ο κ. Φρεναρίτης για κ. Γ. Χριστοφίδη. Για Ενάγοντα - Καθ΄ου η Αίτηση: Ο κ. Φράγκος. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας-Καθ΄ ου η Αίτησης (εφεξής Καθ΄ ου η Αίτηση) πέτυχε στις 10.12.2007, κατόπιν ερημοδικίας, απόφαση εναντίον του Εναγομένου-Αιτητή (εφεξής Αιτητή), για το ποσό των Λ.Κ.1.400,-, πλέον τόκο και έξοδα. Η ΑΙΤΗΣΗ Με την παρούσα αίτηση ημερομηνίας 16.5.2008 ο Αιτητής εξαιτείται διατάγματος παραμερισμού (set aside) και/ή ακύρωσης της εν λόγω απόφασης. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.17.Θ.10, Δ.48.Θ.8 (aι), (d)(
- e)Θ.9(h)(
- i)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Μάριου Φώκου, εκτελεστικού γραμματέα του Αιτητή, που συνοδεύει την αίτηση, και στην οποία αναφέρονται εν συντομία τα ακόλουθα: Εκ παραδρομής και από παράλειψη του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή το θέμα δεν ηγέρθη ενώπιον του Συμβουλίου του Αιτητή ώστε να ληφθεί απόφαση και να απευθυνθούν σε δικηγόρο και γι΄ αυτό εκδόθηκε απόφαση ερήμην του Αιτητή. Η παράλειψη εμφάνισης δεν ήταν λόγω αμέλειας του Αιτητή ή του Διοικητικού Συμβουλίου το οποίο είναι αρμόδιο να λάβει την απόφαση για εμφάνιση και σίγουρα χωρίς πρόθεση περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Εντελώς τυχαία και πρόσφατα περιέπεσε στην αντίληψή τους το γεγονός αυτό και αμέσως αποτάθηκαν στους νομικούς συμβούλους του Αιτητή. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι, και ειλικρινά πιστεύει, η απόφαση είναι αντικανονική και/ή άκυρη (ex debito justitae) λόγω αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αγωγής, αφού ο Καθ΄ ου η αίτηση ήταν εργοδοτούμενος του Αιτητή, ως επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Προς τούτο είχε υπογράψει συμβόλαιο εργοδότησης για την ποδοσφαιρική περίοδο 2004-2005. Από τη σύμβαση εργοδότησης προέκυψαν διαφορές, όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους του Αιτητή, που ανάγονται σε διαφορές των οποίων η επίλυση εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Ο Καθ΄ ου η αίτηση όφειλε εντός δώδεκα
(12)μηνών από την ημέρα που προέκυψαν οι διαφορές να απευθυνθεί στο εν λόγω Δικαστήριο, πράγμα που δεν έπραξε και ως εκ τούτου απώλεσε τα δικαιώματά του. Ένεκα τούτου με εκ των υστέρων σκέψη προβάλλει ως αιτία αγωγής την έγγραφη αναγνώριση χρέους καταχωρώντας την παρούσα αγωγή. Σε καμιά αναγνώριση χρέους προέβη ο Αιτητής έναντι του Καθ΄ ου η αίτηση και η διαφορά που προέκυψε είναι εργατική που εν πάση περιπτώσει και εάν καταγράφηκε εγγράφως δεν δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Αιτητή, αφού ως εργατική διαφορά εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Ο Αιτητής σε καμιά περίπτωση δεν κατάρτισε ιδιωτικό συμφωνητικό έγγραφο με τον Καθ΄ ου η αίτηση ούτε και αναγνώρισε ότι έχει απέναντι στον ενάγοντα αστικής φύσεως οφειλές. Είναι πρόδηλο ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση παραπλάνησε το Δικαστήριο για την μεταξύ τους διαφορά που αφορά δεδουλευμένους μισθούς με αποτέλεσμα να εκδώσει την απόφαση που επιδιώκεται ο παραμερισμός της. Ο Αιτητής εργοδότησε τον Καθ΄ ου η αίτηση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Λόγω διαφορών που προέκυψαν συμφωνήθηκε όπως αποχωρήσει και τερματιστούν οι υπηρεσίες του Καθ΄ ου η αίτηση. Λόγω κάποιων οφειλών που υπήρχαν προς τον Καθ΄ ου η αίτηση ο Αιτητής συμφώνησε να αποστείλει το όνομα του Καθ΄ ου η αίτηση στην αρμόδια επιτροπή του Κ.Ο.Α. ώστε να λάβει κάποιο ποσό από Χρηματοδότηση και οικονομική βοήθεια του κράτους προς τον Αιτητή αλλά όχι αναγνώριση εγγράφως χρέους προς τον Καθ΄ ου η αίτηση. Ο Καθ΄ ου η αίτηση συμφώνησε με αυτή τη διευθέτηση και δεν δύναται σήμερα να έχει απαίτηση από τον Αιτητή αφού ο ίδιος συμφώνησε να πληρωθεί από τρίτο πρόσωπο. Ως εκ τούτου, η αγωγή είναι, εκτός των ανωτέρω, πρόωρη και άνευ αντικειμένου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η απόφαση για να προβάλει ο Αιτητής την υπεράσπισή του. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Ο Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως ημερομηνίας 3.9.2008 η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ΄ ου η Αίτηση, Ανδρέα Νικολάου. Η ένσταση βασίζεται στην Δ.48.Θ.1-9, Δ.64 Θ.1-3. Δ.17 θ.1-14, Δ.39 θ.1-21 στον περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρο 32 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλονται δέκα
(10)λόγοι ένστασης:
(1)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Νομοθεσίας και της νομολογίας.
(2)Δεν ήταν εύλογη η καθυστέρηση και /ή μη εμφάνισης του Αιτητή.
(3)Δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση.
(4)Η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα.
(5)Η αίτηση είναι καταχρηστική.
(6)Προβαίνει σε παραποίηση γεγονότων και προβάλλει εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσει τη μη εμφάνισή του.
(7)Τυχόν ακύρωση της απόφασης θα έπληττε τα συνταγματικά δικαιώματα του Καθ΄ ου η αίτηση για γρήγορη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων του και θα του στερούσε την απόλαυση των καρπών της επιτυχίας του.
(8)Από τη συμπεριφορά του καταδεικνύεται περιφρόνηση στις διαδικασίες.
(9)Η αίτηση πάσχει από ακυρότητα και/ή είναι αντικανονική και/ή παράτυπη καθότι ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησής του για τα γεγονότα που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και
(10)Η ένορκη δήλωση είναι γενική και αόριστη και ο Αιτητής δεν απόσεισε το βάρος που ήταν επιφορτισμένος προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Ο Καθ΄ ου η αίτηση στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την ένσταση ουσιαστικά προβαίνει σε μία λεπτομερή ανάλυση των λόγων ένστασης. Αφού αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύπτεται από ποιον πληροφορήθηκε ο ενόρκως δηλών πώς περιέπεσε στην αντίληψή του ή του Αιτητή η επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι για το επίδικο θέμα ο Αιτητής είχε γνώση από τις 7.10.2006 όταν έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 13.9.2006, η δε αγωγή επιδόθηκε στον τότε και νυν πρόεδρο του Αιτητή στις 8.11.2007 ο οποίος, σύμφωνα με τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο 57/72, είναι το πρόσωπο που αντιπροσωπεύει τον Αιτητή. Ουδεμία συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου απαιτείται για τη λήψη σχετικής απόφασης με την παρούσα Αγωγή. ΄Αλλωστε, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το καταστατικό του Αιτητή για να μπορεί το Δικαστήριο να επιβεβαιώσει το σχετικό ισχυρισμό που βαρύνει τον Αιτητή. Επομένως, δεν εξηγείται και η καθυστέρηση στη λήψη οιουδήποτε μέτρου από την επίδοση μέχρι την ημέρα καταχώρισης της υπό εξέτασης αίτησης. Επίσης δεν εξηγείται πώς περιέπεσε στην αντίληψη του αιτητή η έκδοση απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης. Ενόψει των πιο πάνω καταδεικνύεται και η αμέλειά του ή και συμπεριφορά που μπορεί να θεωρηθεί περιφρονητική έναντι του Δικαστηρίου. Ακόμη ο Αιτητής δεν έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αφού ουσιαστικά προβάλλει ως κύριο ισχυρισμό του για ακύρωση της απόφασης του Δικαστηρίου την καθ΄ ύλη αναρμοδιότητά του, ισχυρισμός ο οποίος δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού πρόκειται για αστική διαφορά η οποία εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, γιατί τις όποιες εργατικές διαφορές τους τις αποκρυστάλλωσαν σε γραπτή συμφωνία στην οποία ο Αιτητής αναγνωρίζει το χρέος του προς τον Καθ΄ ου η αίτηση. Τέλος, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι συμφώνησε ο Καθ΄ ου η αίτηση να πληρωθεί από τρίτο πρόσωπο, ήτοι από τον Κ.Ο.Α., αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού ο κατάλογος στον οποίο φαίνονται οι οφειλές του Αιτητή σε ποδοσφαιριστές, όπου εμφαίνεται και το όνομα του Καθ΄ ου η αίτηση, είναι η συνήθης πρακτική για να πάρει ο Αιτητής, όπως και τα άλλα σωματεία, βοήθεια από το κράτος. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο δικηγόρος του Αιτητή με αναφορά στα όσα επικαλείται ο ενόρκως δηλών στην ένορκή του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση εισηγήθηκε ότι (α) ο αιτητής απεκάλυψε εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση (β) επεξήγησε το λόγο μη εμφάνισης του και (γ) ότι δεν υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. Επικαλέσθηκε δε σχετική νομολογία. Ο συνήγορος του Καθ΄ ου η Αίτηση από την άλλη εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα δεν έχουν ως τα ανέφερε ο Αιτητής και απέκρυψε στοιχεία. Είναι ξεκάθαρο ότι έλαβε γνώση της αγωγής ο τότε και νυν πρόεδρος του Αιτητή, αρμόδιος να εκπροσωπεί και να αντιπροσωπεύει τον Αιτητή και επέδειξε αμέλεια και αδιαφορία για υπεράσπιση του Αιτητή. Η διαφορά είναι αστικής φύσεως και δεν εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και δεν έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η απόφαση, της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός της, εξεδόθη, δυνάμει της Δ.17, Θ.3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 11, λόγω έλλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους του Εναγομένου - Αιτητή. Σύμφωνα με την Δ.17 Θ.10 απόφαση που λαμβάνεται κατ΄ αυτόν τον τρόπο δύναται να παραμεριστεί. Η Δ.17 Θ.10 έχει ως ακολούθως: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διαταγής, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με τέτοιους όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι." ΑΡΧΕΣ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ Το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας ως κατευθυντήρια υπόθεση την κλασική υπόθεση Evans v. Bartham, 1937 2 ALL E.R. 646 καθόρισε τις αρχές που το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας όταν εξετάζει αίτηση για παραμερισμό απόφασης. Έκτοτε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επαναλήφθηκαν και επαναβεβαιώθηκαν οι ίδιες αρχές που υιοθετήθηκαν με βάση την Evans πιο πάνω. Πρωταρχικής σημασίας είναι (α) η αποκάλυψη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης και (β) η εξήγηση για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου (βλ. υποθέσεις Evans v. Bartlam
(1937)2 ALL E.R. 646, Φυλακτού v. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Ζήνων Μερκής v. Yiannoukas Holiday Ltd and another
(1994)1 A.A.Δ. 736, KCP Commission Agents and Importers Ltd κ.α. v. Α. Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415, Ioannis Kotsapas and sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Company
(1967)1 CLR 317, Mine and Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. v. Marialla Constructions Ltd
(1996)1 (A) Α.Α.Δ. 1129, Vica Pica Disco Ltd κ.α. v. Happy Street Disco Ltd
(1997)1 (A) Α.Α.Δ. 28, Miluca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 941, Ανδρέας Κλεάνθους v. Tradex Ltd
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 988, Μαρία Γιώργαινα Λευκίδου v. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528, Πανίκου Λοϊζου κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 778, Κάτια Χριστοφόρου κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 86, Olga Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 345, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Λουκαϊδου v. Γερολέμου
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 333, Κουδούνας v. ΣΚΥΜΕ ΛΤΔ κ.α.
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 967, Βόθροτεξ v. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Χατζηνικολάου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1179, Bush v. Γιάννη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1342, ΣΠΕ Παλλουριώτισας v. Αρτέμη,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1762, Καλλής v. Alpha Bank
(2002), 1 (Β) Α.Α.Δ. 793, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 818, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1101, Ευσταθίου ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ,
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1007, Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1283, Θεοδώρου ν. ΣΠΕ Μακράσυκας
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1305, Ανδρέου ν. Severis Athienitis Securities Ltd
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1694, Edict Ltd v. Μιχαηλίδη
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1887, Πίττας ν. Unigods Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1761, Salamis Ltd v. Bata Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1767, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1774, Ευάνθη ν. Δημάδη
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1822, Αργυρού ν. Λαϊκής Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 229, Τεγκεράκης ν. Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 289, Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 785, και Siberia Air v. Πουλλίκα
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 893. Στην υπόθεση Μερκή ν. Yiannoukas, πιο πάνω, στις σελίδες 748 και 749 συνόψισαν το σκεπτικό της υπόθεσης Evans v. Bartlam, ανωτέρω, ως ακολούθως:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για ν΄ αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης.
(5)Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεση, και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης έγγραφης μαρτυρίας, συνημμένης στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσής του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2123, ειπώθηκαν τα πιο κάτω: "Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄ αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του Εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης." Στην υπόθεση Phylactou and others v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, λέχθηκε ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από τη μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Τούτο επαναλήφθηκε στην υπόθεση Αντρέας Ιωάννου ν. Σκάφος Veronica
(2003)1 (A) Α.Α.Δ. 437. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΣΥΖΗΤΗΣΙΜΗΣ Η ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΒΑΣΙΜΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inn,
(1994)1 A.A.Δ. 736, λέχθηκε με έμφαση η μεγάλη σημασία του στοιχείου της κατάδειξης καλής υπεράσπισης εκ μέρους του αιτητή. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Όπως βέβαια πρέπει να δικαιολογήσει και τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου),
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, λέχθηκαν και τα εξής σχετικά με το θέμα της κατάδειξης υπεράσπισης. "Η γενική αρχή του Δικαίου είναι ότι για να ανοίξει εκ νέου υπόθεση, μετά τη λήψη της απόφασης, ο αιτητής οφείλει να πείσει πως έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Όπως εξήγησε ο Δικαστής Sir Robert Megarry στην Land Securities P.L.C. (ανωτέρω), "πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς να προχωρεί κανείς σε αξιολόγηση οιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης." Ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Χρυσάνθου v. Μαriala Constructions Ltd,
(1996)1 A.A.Δ. 1129, στην οποία τονίστηκε ότι το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαπιστώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Επί του ίδιου ζητήματος της υπεράσπισης, λέχθηκαν τα εξής στην υπόθεση Πατούρη (πιο πάνω). "Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται." Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καταδεικνύεται ότι δεν αμφισβητείται ότι ο Αιτητής οφείλει στον Καθ΄ ου η αίτηση το ποσό των £1.400,- αφού σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρεται ότι εξόφλησε τούτο ή ότι διευθετήθηκε η οφειλή με κάποιο άλλο τρόπο ή ότι δεν οφείλει αυτό το ποσό. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται ουσιαστικά είναι δύο: (Α) Ότι το ποσό αυτό συμφώνησε ο Καθ΄ ου η αίτηση να το πληρωθεί από τρίτο πρόσωπο, ήτοι τον Κ.Ο.Α. και (Β) Ότι πρόκειται για εργατική διαφορά για την οποία αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Ο πρώτος (Α) ισχυρισμός δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού ο κατάλογος με τα ονόματα των ποδοσφαιριστών προς τους οποίους ο Αιτητής οφείλει χρήματα, στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και το όνομα του καθ΄ ου η αίτηση με αριθμό 13, Τεκμήριο Ζ, αποστάληκε από τον Αιτητή στην Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου (Κ.Ο.Α.) για τις οφειλές που έχει ο Αιτητής σε ποδοσφαιριστές και τεχνικό προσωπικό μετά που ζητήθηκε τούτο από τον Κ.Ο.Α. και σε καμιά περίπτωση δεν εκφράζεται η θέληση του Καθ΄ ου η αίτηση για συμφωνία πληρωμής του από τον Κ.Ο.Α. και ούτε μπορεί να αποτελέσει συμφωνία στην έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 μεταξύ του Αιτητή, του Καθ΄ ου η αίτηση και του Κ.Ο.Α. Πρόκειται για ένα έγγραφο το οποίο αφορά αποκλειστικά και μόνο τον Αιτητή με τον Κ.Ο.Α. Επομένως ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται. Ούτε ο δεύτερος (Β) ισχυρισμός ευσταθεί. Πράγματι και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι υπογράφηκε συμφωνία εργοδότησης μεταξύ του Αιτητή και του Καθ΄ ου η αίτηση για συγκεκριμένη περίοδο. Προφανώς συμφωνούν, αφού δεν αμφισβητείται από τον Αιτητή με οποιοδήποτε τρόπο, ότι ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του Καθ΄ ου η αίτηση δεν τον εξόφλησε για τις υπηρεσίες του και του οφείλει το ποσό των £1.400,- για δεδουλευμένους μισθούς. Η διαφωνία τους έγκειται στο ότι ο μεν Αιτητής θεωρεί ότι έστω και εάν ακόμη δεχθεί ότι υπεγράφη κάποιο έγγραφο με τον Καθ΄ ου η αίτηση, αυτό δεν αποτελεί έγγραφο αναγνώρισης χρέους και η διαφορά παραμένει εργατική αφού πρόκειται για δεδουλευμένους μισθούς και άρα αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ενώ ο Καθ΄ ου η αίτηση θεωρεί ότι από τη στιγμή που υπεγράφη η μεταξύ τους ιδιωτική συμφωνία ημερομηνίας 24.1.2005, η διαφορά έπαυσε να είναι εργατική διαφορά και αποτελεί πλέον συμφωνία η οποία διέπεται από τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 και άρα δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Το ερώτημα επομένως που προβάλλεται είναι ποια από τις δύο θέσεις είναι η ορθή. Το ερώτημα κρίθηκε και η απάντηση δόθηκε από τη νομολογία. Στην υπόθεση Σοφία Κοζάκη ν. Γεωργίου Κοζάκη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1710 οι διάδικοι, οι οποίοι τέλεσαν το γάμο τους το 1981, κατά τη διάρκεια του γάμου τους αγόρασαν ένα οικόπεδο επί του οποίου άρχισαν να ανεγείρουν μία οικία η οποία παρέμεινε ημιτελής. Σαν αποτέλεσμα διαφορών που προέκυψαν μεταξύ τους η εφεσείουσα καταχώρισε αγωγή (α΄ αγωγή) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία αξιούσε την εγγραφή των ¾ μεριδίων του πιο πάνω ακινήτου στο όνομά της. Οι διάδικοι διευθέτησαν εγγράφως τις διαφορές της με την υπογραφή συμφωνίας και η εφεσείουσα απέσυρε την αγωγή της. Όταν ο εφεσίβλητος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας η εφεσείουσα καταχώρισε (β΄ αγωγή) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την έκδοση προσωρινού διατάγματος μη αποξένωσης του ακινήτου. Όμως το προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε γιατί το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση επειδή αφορούσε θέμα που ενέπιπτε στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Επειδή η αγωγή δεν μπορούσε να προχωρήσει η εφεσείουσα έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο της να ζητήσει διακοπή της διαδικασίας. Προτού όμως τερματισθεί η διαδικασία της β΄ αγωγής η εφεσείουσα με επιστολή της προέβη στην ακύρωση της αναφερθείσας μεταξύ τους συμφωνίας και την ίδια μέρα καταχώρισε αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο διεκδικώντας δήλωση ότι δικαιούται στα 4/5 μερίδια της αναφερθείσας ιδιοκτησίας. Επιπρόσθετα, ζήτησε με μονομερή αίτησή της προσωρινό διάταγμα μη αποξένωσης του ακινήτου. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων θεμάτων, αυτεπάγγελτα εξέτασε και θέμα δικαιοδοσίας και αποφάσισε ότι οι διάδικοι έλυσαν τις μεταξύ τους διαφορές με την αναφερθείσα έγγραφη συμφωνία που πήραν έτσι τη μορφή σύμβασης. Αφού αναφέρθηκε στους όρους της συμφωνίας, το Οικογενειακό Δικαστήριο έκρινε ότι με την υπογραφή της συμφωνίας στερείτο πλέον δικαιοδοσίας. Ασκήθηκε έφεση με στήριξη, μεταξύ άλλων θέσεων, ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επί αυτού του θέματος ανάφερε τα ακόλουθα: «Η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. ΄Ολες οι διαφορές των διαδίκων μετατράπηκαν σε όρους που συμπεριλήφθηκαν στην έγγραφη συμφωνία την 2.2.1999. Οι ίδιοι οι διάδικοι επέλεξαν τη μορφή του εξώδικου συμβιβασμού των απαιτήσεών τους, που είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση της σχετικής αγωγής. Η αποστολή επιστολής εκ μέρους της εφεσείουσας που είχε ως σκοπό την ακύρωση της συμφωνίας δεν μπορούσε να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη νομική τους θέση. Η πρωτόδικη απόφαση ότι η συμφωνία μετέφερε τη διαφορά των διαδίκων εκτός των προνοιών του Ν.232/91 είναι ορθή. Η εισήγηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1047 επρόκειτο ακριβώς για τους ίδιους διάδικους που αναφέρονται στην πιο πάνω υπόθεση με αντικείμενο το ίδιο ακίνητο και διεκδίκησή του ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου δυνάμει της συμφωνίας που είχαν υπογράψει και έλυσαν τις μεταξύ τους περιουσιακές διαφορές. Το Επαρχιακό Δικαστήριο που εξέδωσε προσωρινό διάταγμα μη αποξένωσης του ακινήτου τελικά το ακύρωσε αργότερα επειδή έκρινε ότι αρμοδιότητα είχε το Οικογενειακό Δικαστήριο με το σκεπτικό ότι παρά την ύπαρξη της συμφωνίας η διαφορά συνέχιζε να αφορά τις περιουσιακές σχέσεις των διαδίκων. Ο πρώην Εφέτης, κ. Νικολάου, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, ανάφερε τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση έχουμε ως ειδοποιό διαφορά το ότι οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, στις οποίες αναφέρεται ο νόμος που παρέχει δικαιοδοσία στα Οικογενειακά Δικαστήρια, ρυθμίστηκαν με τη γραπτή σύμβαση στη βάση της οποίας διεκπεραιώθηκε η δικαστική διαδικασία που αφορούσε ακριβώς αυτές τις περιουσιακές σχέσεις. Η περιουσιακή λοιπόν διαφορά, που άλλοτε ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποκαταστάθηκε από σύμβαση η ερμηνεία και εφαρμογή της οποίας ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο.» Η υπόθεση Ανδρέας Αντωνίου ν. E.R.E. ELECTRICAL REFRIGERATION ENGINEERING CO. LTD., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 259/06 ημερ. 21.12.2007, εκτός του ότι επιβεβαιώνει και ακολουθεί την υπόθεση Κοζάκη, πιο πάνω, αναφέρεται για το ίδιο υπό εξέταση θέμα. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Εφεσείων αξίωσε με αγωγή του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το ποσό των £60.480,00 δυνάμει συμφωνίας ημερ. 23.2.2005 την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, συνήψε με την εφεσίβλητη εργοδότριά του για την πληρωμή υπερωριακής απασχόλησής του από το 1990 έως το 2005. Αποτάθηκε, παράλληλα, με μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος όπως η εφεσίβλητη μη αποξενώσει καμιά ακίνητη ιδιοκτησία της. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση γιατί έκρινε ότι με βάση τον περί Ετήσιων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμο 8/67, όπως τροποποιήθηκε, και ιδιαίτερα με το νόμο 79
(1)/96 αρμόδιο Δικαστήριο ήταν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Το σκεπτικό του ήταν το εξής: «Το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση για να εξετάσει το κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται ή όχι στο ποσό που αξιώνει ως οφειλόμενες υπερωρίες θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να ακούσει μαρτυρία σε σχέση με το ζήτημα αυτό και, άρα να υπεισέλθει στη διεκδίκηση για δεδουλευμένους μισθούς, κάτι για το οποίο, όπως αναφέραμε πιο πάνω, αποτελεί ζήτημα που εξετάζεται αποκλειστικά από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η ύπαρξη του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 2, κατά τη γνώμη μου, δεν διαφοροποιεί τη φύση της απαίτησης, η οποία παραμένει, επαναλαμβάνω, απαίτηση για δεδουλευμένες υπερωρίες.» Καταχωρήθηκε έφεση για την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης στο θέμα της αρμοδιότητας. Παρέπεμψε δε ο συνήγορος του εφεσείοντα στην υπόθεση Κοζάκη, ανωτέρω, αναφέροντας ότι από τη στιγμή που εργατική διαφορά, για την οποία αρμόδιο ήταν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, μετατράπηκε σε συμφωνία πληρωμής συγκεκριμένου ποσού, αρμόδιο ήταν πια το Επαρχιακό Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε «Συμφωνούμε και δεν έχουμε οτιδήποτε να προσθέσουμε. Η έφεση επιτυγχάνει. Η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται. Το Επαρχιακό Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της αίτησης». Στην υπό εξέταση περίπτωση οι διάδικοι με τη συμφωνία ημερομηνίας 24.1.2005, την όποια διαφορά τους από δεδουλευμένους μισθούς για την οποία αποκλειστική αρμοδιότητα είχε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών τη μετέτρεψαν σε σύμβαση πληρωμής συγκεκριμένου ποσού, βλέπε παρ. 3 της συμφωνίας, με αναφορά και σε άλλους όρους και αρμόδιο πλέον είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Ενδεικτικό είναι ότι με τη συμφωνία αυτή, η οποία είναι οριστική και αμετάκλητη, βλέπε παρ. 4 της συμφωνίας, δεν μπορεί πλέον καμιά πλευρά να προβάλει οποιεσδήποτε άλλες οικονομικές απαιτήσεις και οι όροι της συμφωνίας είναι ουσιώδεις, βλέπε παρ. 5 της συμφωνίας, η οποία παράγραφος 5 αφήνει να νοηθεί ότι σε περίπτωση παράβασης από τη μια πλευρά δικαιούται η άλλη πλευρά να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Επομένως ο ισχυρισμός του Αιτητή, που αποτέλεσε ουσιαστικά την υπεράσπιση του, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο, απορρίπτεται. Ως εκ των πιο πάνω ο Αιτητής απέτυχε να αποκαλύψει συζητήσιμη εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση. Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Σε σχέση με το ζήτημα της δικαιολόγησης της μη εμφάνισης στην υπόθεση Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, ειπώθηκε ότι η αίτηση παραμερισμού μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή, η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Μαύρου (ανωτέρω), Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ελένη Ιακώβου κ.α. Πολιτική
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 457 και Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφεία Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ.
- Ως αναφύεται από τα πιο πάνω, αίτηση παραμερισμού είναι δυνατό να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εάν ο Εναγόμενος - Αιτητής επέδειξε τέτοια αδιαφορία στην αγωγή η οποία ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Παρά τη διαπίστωση του Δικαστηρίου για μη αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει και τη δεύτερη προϋπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, παρατηρώ τα ακόλουθα: Η αγωγή καταχωρήθηκε την 15.11.
- Στις 8.11.2007, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και από τον οποίο το Δικαστήριο δικαιούται να λάβει πληροφορίες (βλ. υπόθεση Κύπρος Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938), η αγωγή επιδόθηκε στον πρόεδρο του Αιτητή. Στις 10.12.2007 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Αιτητή. Από το φάκελο του Δικαστηρίου φαίνεται ότι στις 22.2.2008 εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας του Αιτητή και αυτό επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 6.6.2008. Ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντος στην αίτηση, ότι εκ παραδρομής και παράλειψης του προσώπου στο οποίο επιδόθηκε η αγωγή, δηλαδή του προέδρου του Αιτητή, το θέμα δεν τέθηκε στο διοικητικό συμβούλιο του Αιτητή το οποίο είναι αρμόδιο να λάβει απόφαση για εμφάνιση στη διαδικασία, δεν μπορεί να ευσταθήσει. Ο Καθ΄ ου η αίτηση αμφισβήτησε το γεγονός αυτό και έτσι ο Αιτητής όφειλε να αποδείξει τούτο με την κατάλληλη μαρτυρία. Όμως ούτε με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επισυνάπτεται το καταστατικό του Αιτητή για να μπορεί το Δικαστήριο να το διαπιστώσει τούτο ούτε ζητήθηκε η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης γι΄ αυτό ή άλλο θέμα. Το βάρος απόδειξης για τον ισχυρισμό αυτό το είχε ο Αιτητής ο οποίος δεν το απόσεισε. Πέραν όμως τούτου η επίδοση της αγωγής έγινε στον πρόεδρο του Αιτητή, ο οποίος κάλλιστα θα μπορούσε να έρθει σε επαφή με τους δικηγόρους του Αιτητή και να τους δώσει οδηγίες να καταχωρίσουν εμφάνιση. Πράγμα όμως που δεν έπραξε. Ένεκα δε των πιο πάνω καταδεικνύεται ότι ο Αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο έξι
(6)περίπου μήνες αφ΄ ότου έλαβε γνώση της αγωγής ο πρόεδρος του Αιτητή και πέντε
(5)περίπου μήνες από την έκδοση της απόφασης για παραμερισμό αυτής χωρίς να δικαιολογήσει και επεξηγήσει το χρόνο καθυστέρησης, δεικνύοντας πλήρη αδιαφορία στην αγωγή σε βαθμό που ισοδυναμεί με μορφή καταφρόνησης της Δικαστικής διαδικασίας. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να αναλύσω και εξηγήσω κρίνω ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. /ΜΧΚ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο