← Κύπρος

Άντης Κυριακίδης κ.α. ν. Λουκίας Παντελή Γεωργίου κ.α., Αγωγή αρ. : 945/05, 24 Σεπτεμβρίου  2008

Άντης Κυριακίδης κ.α. ν. Λουκίας Παντελή Γεωργίου κ.α., Αγωγή αρ. : 945/05, 24 Σεπτεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε. Δ. Αγωγή αρ. : 945/05 Μεταξύ:

  1. Άντης Κυριακίδης
  2. K.V.A DRIVING SCHOOL LTD Εναγόντων - και -
  3. Λουκίας Παντελή Γεωργίου
  4. Μαρίας Μ. Καραϊσκάκη Εναγομένων Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου 2008 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες: κ. Φ. Βαλιαντής Για τις Εναγόμενες: κ. Θ. Θωμά για Θέμης Θωμά & Συνεργάτες (για να ακούσει απόφαση ο κ. Ζηντίλης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο οι ενάγοντες αξιούν: "Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επιτευχθείσα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων στην αγωγή 1833/02 Ε.Δ. Λάρνακος ημερ. 27/1/05 η οποία και έγινε κανόνας του Δικαστηρίου δεν έχει εφαρμοστεί υπαιτιότητι των εναγομένων. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι έχουν παραβιάσει ή/και καταστρατηγήσει την ως άνω επιτευχθείσα συμφωνία στην αγωγή 1833/02 επί σκοπώ όπως εμποδίσουν τους ενάγοντες όπως αναλάβουν κατοχή των επίδικων υποστατικών που αποτελούσαν επίδικο θέμα στην αγωγή 1833/
  5. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η άρνηση των εναγομένων όπως καταρτίσουν νέα ενοικιαστήρια έγγραφα για τα επίδικα υποστατικά παρ΄ όλον που τους είχε προσφερθεί υπό των εναγόντων το ποσό των £800.- κατά ή περί την 1/3/05 συνιστούσε παράβαση της επιτευχθείσης συμφωνίας. Δ. Αποζημιώσεις για αθέτηση ή/και παράβαση ή/και μη εφαρμογή υπό των εναγομένων της επιτευχθείσης συμφωνίας ημερ. 27/1/05 που έγινε κανόνας του Δικαστηρίου στην αγωγή 1833/
  6. Ε. Οιανδήποτε άλλην ή περαιτέρω θεραπείαν. ΣΤ. Νόμιμον τόκον και έξοδα." Αποτελεί κοινό έδαφος και για τις δύο πλευρές ότι στις 27.1.2005, στα πλαίσια της αγωγής 1833/02 Ε.Δ. Λάρνακος και ενώ η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη, οι διάδικοι κατέληξαν, κατόπιν εξώδικης διευθέτησης, στην ακόλουθη συμφωνία η οποία κατέστη Κανόνας Δικαστηρίου: (α) Οι ενάγοντες θα κατέβαλαν στις εναγόμενες μέχρι 1.3.2005, το ποσό των ΛΚ.800 στο οποίο συμπεριλαμβάνοντο και δικηγορικά έξοδα. (β) Οι ενάγοντες και οι εναγόμενες συμφώνησαν περαιτέρω ότι θα κατήρτιζαν μεταξύ τους (και με την βοήθεια των δικηγόρων τους) νέα ενοικιαστήρια έγγραφα για τα επίδικα υποστατικά, στην ίδια βάση των ενοικιαστηρίων εγγράφων που είχαν κατατεθεί στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία στην αγωγή 1833/
  7. Στα νέα ενοικιαστήρια έγγραφα το ενοίκιο θα καθορίζετο σε ΛΚ.120= μηνιαίως και για τα δύο υποστατικά από 1.3.
  8. Θα διαφυλασσόταν επίσης το δικαίωμα των εναγόντων να υπενοικιάσουν τα υποστατικά σε τρίτο πρόσωπο εάν το επιθυμούσαν, και νοουμένου ότι οι ενάγοντες θα πλήρωναν το ποσό των ΛΚ.800= μέχρι 1.3.2005, τότε την εν λόγω ημερομηνία θα λάβαναν την κατοχή των επίδικων υποστατικών. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, οι ενάγοντες στην προσπάθεια τους να εφαρμόσουν την προαναφερόμενη συμφωνία προσπάθησαν επανειλημμένως να έρθουν σε επικοινωνία με τις εναγόμενες ή/και τον δικηγόρο τους για τον καταρτισμό των νέων ενοικιαστηρίων εγγράφων, πλην όμως αυτές κωλυσιεργούσαν προβάλλοντας διάφορες προφάσεις. Την 1.3.2005 ο Άντης Κυριακίδης (ενάγων αρ. 1) συνοδευόμενος από τον δικηγόρο του (κ. Βαλιαντή), προσήλθε στο γραφείο του δικηγόρου των εναγομένων (κ. Θέμη Θωμά) στην Λάρνακα, και πρόσφερε το ποσό των ΛΚ.800= με τραπεζική επιταγή (good for payment) προς εκπλήρωση των δικών του υποχρεώσεων. Οι εναγόμενες όμως δεν ήσαν έτοιμες να παραδώσουν την κατοχή των επίδικων υποστατικών, ούτε και έδειχναν πρόθυμες να καταρτίσουν νέα ενοικιαστήρια έγγραφα με τους ενάγοντες. Στις 21.3.2005 οι δικηγόροι των διαδίκων διευθέτησαν συνάντηση μεταξύ των μερών (με σκοπό την εφαρμογή της επί Δικαστηρίω συμφωνίας) η οποία θα λάμβανε χώρα στις 22.3.2005 στον χώρο των επίδικων υποστατικών. Στις 22.3.2005 ο ενάγοντας αρ. 1 μαζί με τον δικηγόρο του συναντήθηκαν με τις εναγόμενες στην απουσία όμως του δικού τους δικηγόρου. Κατά τη συνάντηση, ο ενάγοντας αρ. 1 διαπίστωσε ότι τα επίδικα υποστατικά τα κατείχε ακόμη ο προηγούμενος ενοικιαστής ο οποίος αξιούσε την καταβολή χρημάτων (είτε από τους ιδιοκτήτες είτε από τους νέους ενοικιαστές) για να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή των υποστατικών. Έτσι ο ενάγοντας αρ. 1 και ο δικηγόρος του εγκατέλειψαν τον χώρο. Είναι η θέση των εναγόντων ότι η επιτευχθείσα στα πλαίσια της αγωγής 1833/02 επί Δικαστηρίω συμφωνία, δεν εφαρμόστηκε υπαιτιότητι των εναγομένων οι οποίοι καταστρατήγησαν την ρηθείσα συμφωνία σκόπιμα, έτσι ώστε να εμποδίσουν τους ενάγοντες να λάβουν κατοχή των επίδικων υποστατικών. Οι ενάγοντες τέλος ισχυρίζονται ότι συνεπεία της αθέτησης και/ή παράβασης και/ή μη εφαρμογής της επί Δικαστηρίω συμφωνίας, υπέστησαν ζημιά (καθότι απώλεσαν τα επίδικα υποστατικά, πλήρωσαν αχρείαστα έξοδα περιλαμβανομένων δικηγορικών και άλλων εξόδων) η οποία ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ.3,000=. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση των εναγομένων. Είναι η θέση τους (σύμφωνα με τα όσα προβάλλουν στην Έκθεση Υπεράσπισης) ότι η επί Δικαστηρίω συμφωνία δεν εφαρμόστηκε υπαιτιότητι των εναγόντων. Παραδέχονται ότι πράγματι ο ενάγοντας αρ. 1 πήγε μαζί με τον δικηγόρο του στο γραφείο του δικηγόρου των εναγομένων (κ. Θωμά), πλήν όμως δεν είχε μαζί του μετρητά αλλά επιταγή άλλου προσώπου (η οποία δεν ήταν good for payment) και για ποσό μικρότερο από το απαιτούμενο για την υπογραφή του νέου ενοικιαστηρίου συμβολαίου, το οποίο όπως ισχυρίζονται ήταν έτοιμο προς υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη. Προβάλλουν επίσης ότι με επιστολή τους ημερομηνίας 7.3.2005 προς τον ενάγοντα αρ. 1, τον καλούσαν να προσέλθει και να υπογράψει το νέο ενοικιαστήριο συμβόλαιο και να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό. Ισχυρίζονται ότι στις 22.3.2005 προσήλθαν μαζί με τον δικηγόρο τους στο επίδικα υποστατικά (των οποίων η κατοχή ήταν ελεύθερη) και δεν βρήκαν εκεί ούτε τον ενάγοντα αρ. 1 ούτε τον δικηγόρο του και γι αυτό αποχώρησαν. Ανταπαιτητικώς ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημιά συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγόντων και αξιώνουν: "(Α) ΛΚ.1080= ως αποζημίωση για την μη καταβολή του οφειλόμενου ποσού καθώς και για τις ζημιές που υπέστησαν οι εναγόμενες. (Β) ΛΚ.800= από την μη εκτέλεση της συμφωνίας ημερομηνίας 27.1.2005 που έγινε κανόνας δικαστηρίου, εξ' υπαιτιότητας των εναγόντων. (Γ) Τόκους. (Δ) Έξοδα και ΦΠΑ". Οι ενάγοντες στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση τέλος, αρνούνται τους προβαλλόμενους στην Υπεράσπιση ισχυρισμούς των εναγομένων, επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς και διατείνονται ότι, εφόσον τα νέα ενοικιαστήρια έγγραφα δεν ήσαν έτοιμα, οι ενάγοντες δεν ήσαν υποχρεωμένοι να πληρώσουν οποιοδήποτε ενοίκιο. Για να αποδείξουν την υπόθεση τους οι ενάγοντες κάλεσαν τρεις μάρτυρες. Κατέθεσε ο ΄Αντης Κυριακίδης (ΜΕ.1), ο Παναγιώτης Σταυρινίδης (ΜΕ.2) και η Liu Lu (ΜΕ3). Για τις εναγομένες κατέθεσε ο Παντελής Γεωργίου (ΜΥ.1). Ο ενάγων αρ. 1 Άντης Κυριακίδης (ΜΕ.1) κατέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας στην αγωγή 1833/02 Ε.Δ. Λάρνακος (μεταξύ των ιδίων διαδίκων) επετεύχθη συμβιβασμός ο οποίος δηλώθηκε στο Δικαστήριο και έγινε Κανόνας Δικαστηρίου, σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου, Τεκμήριο
  9. Σύμφωνα με τον προαναφερόμενο συμβιβασμό ο ίδιος και η εταιρεία του (ενάγοντες αρ.2), έπρεπε να πληρώσουν στις εναγόμενες ΛΚ.800= μέχρι την 1.3.
  10. Εάν πληρωνόταν το ποσό αυτό μέχρι την προαναφερόμενη ημερομηνία, τότε θα υπέγραφαν μεταξύ τους νέα ενοικιαστήρια συμβόλαια για τα επίδικα στην αγωγή 1833/02, ακίνητα. Στις 28.2.2005 πήγε στη ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ όπου διατηρούσε λογαριασμό και ζήτησε όπως του εκδοθεί επιταγή (Good for Payment) προς όφελος του. Ο λογαριασμός του έφερε αριθμό 2017195-0 και στις 21.2.2005 είχε πιστωτικό υπόλοιπο ΛΚ.1,100=. (Σχετική Κατάσταση Λογαριασμού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). Πράγματι εκδόθηκε η επιταγή (φωτοαντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3) και του δόθηκε. Την 1.3.2005 πήρε τη γυναίκα του και τον δικηγόρο του κ. Φ. Βαλιαντή και πήγαν στο γραφείο του δικηγόρου των εναγομένων, κ. Θέμη Θωμά στη Λάρνακα. Ο ίδιος και ο δικηγόρος του ανέβηκαν στο γραφείο ενώ η γυναίκα του έμεινε στο αυτοκίνητο. Συνάντησαν τον κ. Θωμά ο οποίος τους είπε ότι τα ενοικιαστήρια έγγραφα δεν ήσαν έτοιμα για να τα υπογράψουν. Ο κ. Θωμά κάπου τηλεφώνησε (εξ' όσων ο ίδιος αντελήφθη ήταν στους πελάτες του) και τους ανέφερε ότι οι πελάτες του δεν ήσαν έτοιμοι ακόμη να παραδώσουν την κατοχή των καταστημάτων λόγω του ότι "κάποιος" ήταν ακόμη μέσα. Ο ίδιος έδειξε την επιταγή (Τεκμήριο 3) για το ποσό των ΛΚ.800= στον κ. Θωμά, πλήν όμως δεν την έδωσε σε κανένα εφόσον τα ενοικιαστήρια έγγραφα δεν ήσαν έτοιμα για υπογραφή. Ισχυρίστηκε ότι είχε μαζί του και χρήματα για να πληρώσει ΛΚ.120= για τα ενοίκια των δύο καταστημάτων (ΛΚ.60= για το καθένα). Θα πλήρωνε, όπως ανέφερε, το ποσό αυτό όταν θα υπογράφοντο τα ενοικιαστήρια συμβόλαια. Παραδέχθηκε ότι ο κ. Θωμά του απέστειλε την επιστολή (Τεκμήριο 4), σε απάντηση της οποίας ο ίδιος απέστειλε μέσω του δικηγόρου του, την επιστολή (Τεκμήριο 5). Στη συνέχεια διευθετήθηκε νέα συνάντηση μεταξύ του ιδίου, του δικηγόρου του, των εναγομένων και του δικηγόρου των τελευταίων. Η συνάντηση καθορίστηκε για τις 22.3.2005 στον χώρο των επίδικων καταστημάτων. Μαζί με τη γυναίκα του και τον δικηγόρο του μετέβησαν την συγκεκριμένη μέρα στα επίδικα υποστατικά, στην οδό Βαλαωρίτου στη Λάρνακα. Εκεί ήσαν οι σύζυγοι των δύο εναγομένων και κάποιος ο οποίος τους συστήθηκε ως ο ενοικιαστής των καταστημάτων. Όπως του ανέφερε ο τελευταίος, κατείχε τα καταστήματα και δεν προτίθετο να τα "δώσει" πίσω εκτός και εάν αποζημιώνετο από τους ιδιοκτήτες. Ο κ. Θωμά δεν παρέστη τελικά στη συνάντηση. Αφού παρέμειναν στο μέρος δύο με δυόμιση ώρες περιμένοντας τον κ. Θωμά, έφυγαν. Ήταν η θέση του ότι ξόδεψε αρκετά χρήματα για τα επίδικα καταστήματα και γι αυτό τα ήθελε πίσω. Διαζευκτικά ήθελε αποζημιώσεις για τα έξοδα (περιλαμβανομένων των δικηγορικών) που υπέστη. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι είναι διευθυντής της εναγούσης αρ. 2, εταιρείας. Σε υποβολή του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι οι εναγόμενες αρ. 1 και αρ. 2 δεν ήσαν ιδιοκτήτριες κανενός ακινήτου στη Λάρνακα, απάντησε θετικά. Πρόσθεσε ότι γνώριζε (σύμφωνα με σχετικό Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7), ότι οι εναγόμενες μεταβίβασαν στις 14.12.2004, τα επίδικα υποστατικά σ' άλλα πρόσωπα. Επέμενε στη θέση ότι την 1.3.2005 που πήγε στο γραφείο του κ. Θωμά κρατούσε εκτός από την επιταγή για το ποσό των ΛΚ.800= και ΛΚ.500= σε μετρητά, έτσι ώστε να πληρώσει το ποσό των ΛΚ.120= ως ενοίκια και άλλες ΛΚ.120= ως ντεπόζιτο. Σε υποβολή επίσης του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η επιταγή (Τεκμήριο 3) ήταν ονομαστική και δεν μπορούσε να οπισθογραφηθεί, απάντησε αρνητικά. Ο Παναγιώτης Σταυρινίδης (ΜΕ.2) ταμίας στη ΝΕΑ ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ επιβεβαίωσε τα όσα ο ενάγοντας αρ. 1 κατέθεσε, σε σχέση με την έκδοση της επιταγής (Τεκμήριο 3). Εκδότης της επιταγής ήταν η ΝΕΑ ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ και δικαιούχος ο Άντης Κυριακίδης. Όπως κατέθεσε, το ποσό των ΛΚ.800= αφαιρέθηκε από τον λογαριασμό του τελευταίου. Επεξήγησε ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση αφαιρέθηκαν τα χρήματα από τον λογαριασμό του πελάτη και αυτόματα πιστώθηκαν σε λογαριασμό τράπεζας για εξόφληση της εν λόγω επιταγής. Ήταν η θέση του ότι εάν ο ενάγοντας αρ. 1 οπισθογραφούσε την επιταγή προς όφελος τρίτου προσώπου, τότε το εν λόγω πρόσωπο θα μπορούσε να την εξαργυρώσει. Η ίδια επιταγή κατατέθηκε (Τεκμήριο 7) στις 9.3.2005 στον ίδιο λογαριασμό του ενάγοντα αρ. 1 και πιστώθηκε με το ποσό των ΛΚ.800= ο λογαριασμός του. Αντεξεταζόμενος επέμενε στη θέση ότι δικαιούχος της επιταγής (Τεκμήριο 3) ήταν ο ενάγοντας αρ. 1 ο οποίος μπορούσε είτε να την εξαργυρώσει ο ίδιος, είτε να την οπισθογραφήσει προς όφελος τρίτου προσώπου, οπότε η επιταγή θα μπορούσε να εξαργυρωθεί από το πρόσωπο αυτό. Η ΜΕ.3 Liu Lu, σύζυγος του ενάγοντα αρ. 1 κατέθεσε ότι μαζί με τον σύζυγο της πήγαν στην τράπεζα (ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ) και πήραν την επιταγή (Τεκμήριο 3). Την 1.3.2005 μαζί με τον σύζυγο της και πάλι, καθώς επίσης και με τον δικηγόρο κ. Βαλιαντή ήρθαν από την Λευκωσία στη Λάρνακα για να συναντήσουν τον δικηγόρο των εναγομένων. Η ίδια περίμενε στο αυτοκίνητο ενώ ο σύζυγος της και ο κ. Βαλιαντής πήγαν στο γραφείο του δικηγόρου. Μετά παρέλευσης μισής περίπου ώρας, επέστρεψαν. Ο σύζυγος της ανέφερε ότι ο δικηγόρος των εναγομένων δεν δέχτηκε τα χρήματα και δεν υπέγραφε κάποια "χαρτιά". Μετά από αυτό επέστρεψαν στη Λευκωσία. Στις 22.3.2005 μαζί με τον σύζυγο της και τον δικηγόρο κ. Βαλιαντή πήγαν σε μία "καφετέρια" στη Λάρνακα η οποία παλαιά ήταν του αντρός της. Εκεί ήσαν τρία άτομα. Τα δύο τα ήξερε, το τρίτο άτομο όμως, όχι. Ο ένας ήταν κοντός και παχουλός και ο άλλος ήταν ο Μιχάλης Καραϊσκάκης, (τον οποίο υπέδειξε στην αίθουσα του Δικαστηρίου), σύζυγος της εναγομένης αρ.
  11. Ο άντρας της μαζί με τον κ. Βαλιαντή μάλωσαν με τα δύο προαναφερόμενα πρόσωπα αλλά δεν ήξερε για ποιο λόγο. Έφυγαν από το μέρος στις 2 μ.μ. Μέχρι την ώρα εκείνη δεν ήρθε κανένας άλλος δικηγόρος εκτός από τον κ. Βαλιαντή. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε σε υποβολή του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι στις 22.3.2005 που πήγαν στην "καφετέρια" είδαν δύο καταστήματα που ήσαν κλειστά. Αρνήθηκε επίσης ότι ο σύζυγος της ζήτησε τα κλειδιά για να μπει μέσα στα καταστήματα. Ήταν η θέση της ότι στα καταστήματα "είχε κάποιο άτομο μέσα". Επέμενε στη θέση ότι στις 28.2.2005 πήγαν σε μια τράπεζα και πήραν την επιταγή (Τεκμήριο 3). Την 1.3.2005 πήγαν στη Λάρνακα για να πάρουν την επιταγή στο δικηγόρο κ. Θωμά. Ήταν τέλος η θέση της ότι ο σύζυγος της ενοικίαζε στο παρελθόν καταστήματα στη Λάρνακα, τα οποία ο ίδιος υπενοικίαζε σε κάποιο φίλο του. Ο ΜΥ.1 Παντελής Γεωργίου σύζυγος της εναγομένης αρ. 1, Λουκίας Παντελή Γεωργίου, κατέθεσε μεταξύ άλλων τα εξής. Οι εναγόμενες (οι οποίες είναι αδελφές) είναι ιδιοκτήτριες δύο καταστημάτων στην πολυκατοικία "Ψαρά" στη Λάρνακα. Δεν είναι συνιδιοκτήτριες των δύο καταστημάτων, αλλά το ένα κατάστημα ανήκει στη μια και το άλλο στην άλλη. Με τον ενάγοντα αρ. 1 Άντη Κυριακίδη, οι εναγόμενες (ως ιδιοκτήτριες των καταστημάτων) είχαν στο παρελθόν διαφορές, οι οποίες λύθηκαν με τη συμφωνία που έγινε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 1) στα πλαίσια της αγωγής 1833/
  12. Ο ίδιος στην επίδικη διαφορά, αντιπροσώπευε την σύζυγο του ενώ για την αδελφή της ενεργούσε ο σύγαμπρος του. Άφησαν όμως τον δικηγόρο τους κ. Θέμη Θωμά να διευθετήσει το όλο θέμα, βάσει των όσων συμφωνήθηκαν στο Δικαστήριο. Δηλαδή αν ο Άντης Κυριακίδης έδινε τα χρήματα που συμφώνησαν, τότε θα υπογράφοντο τα νέα ενοικιαστήρια συμβόλαια για τα καταστήματα. Ο ίδιος δεν γνώριζε τι εσυνέβη την 1.3.
  13. Ο κ. Θωμά, όπως ανέφερε, δεν τους κάλεσε να πάνε την συγκεκριμένη ημέρα στο γραφείο του για να υπογράψουν τα νέα ενοικιαστήρια συμβόλαια. Δεν εκλήθησαν ούτε και στις 7.3.
  14. Παραδέχθηκε ότι στις 22.3.2005 τους κάλεσε ο κ. Θωμά να μεταβούν στο χώρο των καταστημάτων. Πήγε μαζί με τον σύγαμπρο του. Στο μέρος ήρθε ο Άντης Κυριακίδης με την σύζυγο του και τον δικηγόρο τους κ. Βαλιαντή. Κάθισαν έξω από τα καταστήματα και περίμεναν τον κ. Θωμά. Ο κ. Κυριακίδης του ζήτησε να ανοίξει τα καταστήματα για να τα δει η γυναίκα του. Ο ίδιος τους είπε ότι θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι να έρθει ο δικηγόρος τους. Ο τελευταίος καθυστερούσε να έρθει και ο κ. Βαλιαντής ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κ. Θωμά, ανέφερε ότι δεν μπορούσαν να περιμένουν άλλο και έφυγαν. Εξ' όσων ο ίδιος αντελήφθη, ο λόγος που έφυγαν είναι επειδή δυσανασχέτησαν που δεν τους άνοιξε να δούν τα καταστήματα. Ήταν η θέση του ότι τα καταστήματα ήσαν κλειστά, καθότι ήσαν ξενοικίαστα και ότι τα κλειδιά τα κρατούσε ο ίδιος. Ισχυρίστηκε ότι την συγκεκριμένη ημέρα (22.3.2005) ο Άντης Κυριακίδης, ούτε χρήματα είχε μαζί του ούτε και τους "έδειξε" οποιαδήποτε ενοικιαστήρια συμβόλαια. Εάν "τους έφερνε λεφτά", όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, και υπογράφοντο και τα ενοικιαστήρια έγγραφα, τότε και οι ίδιοι θα του έδιναν τα κλειδιά των καταστημάτων καθότι αυτή ήταν η συμφωνία τους. Κατέθεσε τέλος ότι με την ανταπαίτηση τους οι εναγόμενες ζητούν το ποσό των ΛΚ.800=, οφειλόμενα ενοίκια για τα καταστήματα. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ότι το όλο ζήτημα θα το κανόνιζε ο δικηγόρος τους τον οποίον άφησαν να ενεργήσει "εν λευκώ", όπως χαρακτηριστικά είπε. Τις ΛΚ.800= θα τις έδινε ο κ. Άντης Κυριακίδης στον κ. Θωμά όταν θα πήγαινε στο γραφείο του για να υπογράψει τα ενοικιαστήρια συμβόλαια. Τότε ο κ. Θωμά θα του έδινε τα κλειδιά των καταστημάτων. Ήταν η θέση του ότι ο κ. Κυριακίδης, βάσει των συμφωνηθέντων, θα έπρεπε να πληρώσει εκτός από το ενοίκιο των καταστημάτων, ακόμη ένα ενοίκιο ως ντεπόζιτο. Επανέλαβε ότι την 1.3.2005 δεν τους κάλεσε ο κ. Θωμά για να πάνε στο γραφείο του για να υπογράψουν οτιδήποτε. Εξ' όσων τον πληροφόρησε ο τελευταίος ο κ. Κυριακίδης του πήρε την επιταγή, αλλά δεν του έδωσε το ενοίκιο και το ντεπόζιτο, γι αυτό και ο κ. Θωμά δεν δέχτηκε την επιταγή. Αρνήθηκε ότι την 1.3.2005, τα καταστήματα ήσαν ενοικιασμένα σε κάποιον Ανδρέα. Την περίοδο εκείνη, ήσαν ξενοικίαστα όπως είπε. Το 2004 ενοικίασαν τα καταστήματα στον εν λόγω Αντρέα ο οποίος έμεινε μέσα μέχρι τα Χριστούγεννα του
  15. Τέλος κατέθεσε ότι η γυναίκα του μεταβίβασε το κατάστημα της στα παιδιά τους στις 14.12.2004, αλλά μέχρι σήμερα οι ίδιοι είναι οι διαχειριστές του. Παραδέχθηκε επίσης ότι στις 27.1.2005 (που έγινε η συμφωνία στο Δικαστήριο) δεν ανέφεραν ότι δεν ήσαν πλέον οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνηγόροι των διαδίκων αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με αναφορά στην εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Ο καθένας από την πλευρά του εστίασε την προσοχή του στην αξιοπιστία των μαρτύρων. Ο κ. Θωμά εκ μέρους των εναγομένων, υπεστήριξε περαιτέρω ότι οι τελευταίες απέδειξαν (πέραν του ότι υπεύθυνοι για την μη τήρηση των συμφωνηθέντων ήσαν οι ενάγοντες) την ανταπαίτηση τους και έτσι δικαιούνται απόφασης υπερ τους για το ποσό των ΛΚ.800= που αντιπροσωπεύει οφειλόμενα από τους ενάγοντες ενοίκια. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Βαλιαντή εκ μέρους των εναγόντων. Υπεστήριξε ότι οι τελευταίοι απέδειξαν με την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι είναι οι εναγόμενες που παραβίασαν την επί Δικαστηρίω συμφωνία που κατέστη Κανόνας Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής 1833/
  16. Υπεστήριξε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την ζημιά που υπέστησαν και ότι δικαιούνται πέραν της άλλης θεραπείας που ζητούν και ποσό ΛΚ.3000= ως αποζημιώσεις. Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ακρόασης να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τόσο τον ενάγοντα αρ. 1 και τους μάρτυρες που κάλεσε όσο και τον ΜΥ.1, ενώ έδιναν την ένορκη μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν. (Βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1199 και Αθανασίου και άλλος ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πώς δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της, και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική ΄Εφεση αρ. 10705, ημερ. 8.2.02, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, 530). Ο ενάγοντας αρ. 1 Άντης Κυριακίδης (ΜΕ.1), μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της αλήθειας. Κατέθετε με ανεπιτήδευτο τρόπο, αμεσότητα, συνοχή και χωρίς υπεκφυγές. Ήταν θετικός και κατηγορηματικός στους ισχυρισμούς του και η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Τα όσα κατέθεσε σε σχέση με την έκδοση της επιταγής (Τεκμήριο 3) υποστηρίζονται και από την μαρτυρία του Παναγιώτη Σταυρινίδη (ΜΕ.2) τον οποίο θα χαρακτήριζα ως ανεξάρτητο μάρτυρα. Δεν διαπίστωσα να υπάρχουν αντιφάσεις μεταξύ των όσων κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση του και αυτών που κατέθεσε αντεξεταζόμενος. Αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε στο σύνολο τους. Ο ΜΕ.2 Παναγιώτης Σταυρινίδης ήταν, όπως προανάφερα, ανεξάρτητος με τις επίδικες διαφορές, μάρτυρας. Αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Η ΜΕ.3 Liu Lu επίσης μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της αλήθειας. Κατέθετε για τα γεγονότα που η ίδια γνώριζε προσωπικά με ευθύτητα, χωρίς υπεκφυγές και αμφιταλαντεύσεις. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά το στάδιο της αντεξετάσης. Αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε (σε σχέση με το τι περιήλθε στην αντίληψη της) στο σύνολο της. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία ότι τα όσα ο ΜΥ.1 Παντελής Γεωργίου κατέθεσε στο Δικαστήριο, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Κατέθεσε ουσιαστικά, ότι κατά την αντίληψη του πίστευε ότι ήταν βοηθητικό για την θέση των εναγομένων. Η μαρτυρία του ήταν το αποτέλεσμα εκ των υστέρων σκέψεων και στοχευμένης προσπάθειας να βοηθήσει την πλευρά των εναγομένων. Πως θέλει να κριθεί ως αξιόπιστος όταν ο ίδιος απέκρυψε κατά την σύναψη της επί Δικαστηρίω συμφωνίας, ένα τόσο σημαντικό γεγονός (και για την ίδια την συμφωνία) όπως είναι η μεταβίβαση του ενός από τα επίδικα καταστήματα στα παιδιά του, που προηγήθηκε χρονικά ένα και πλέον μήνα από την ημερομηνία που επιτεύχθη η προαναφερόμενη συμφωνία; Η δικαιολογία την οποία έδωσε (ότι παρά το γεγονός ότι το κατάστημα μεταβιβάστηκε, ο ίδιος και η σύζυγος του εξακολουθούσαν να είναι οι διαχειριστές του) δεν σώζει κατά την κρίση μου την αξιοπιστία του. Πέραν τούτου η παραδοχή του ότι στις 22.3.2005 ο ενάγοντας αρ. 1 ήρθε στον χώρο των καταστημάτων μαζί με τον δικηγόρο του, (ενώ ο δικός τους δικηγόρος απουσίαζε) έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης ότι στις 22.3.2005 οι εναγόμενες προσήλθαν στα επίδικα υποστατικά μαζί με τον δικηγόρο τους, αλλά δεν βρήκαν εκεί ούτε τον ενάγοντα αρ. 1 ούτε τον δικηγόρο του. Σ' όση έκταση η μαρτυρία του έρχεται σε αντίθεση με την ήδη αποδεχθείσα μαρτυρία την απορρίπτω. Τα όσα οι ΜΕ.1, ΜΕ.2 και ΜΕ.3 κατέθεσαν, είναι ταυτόχρονα και τα ευρήματα μου. Ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης συνιστά εύρημα μου (είναι παραδεκτό εξάλλου και από τις δύο πλευρές) ότι στα πλαίσια της αγωγής 1833/02 Ε.Δ. Λάρνακος, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, επετεύχθη εξώδικος συμβιβασμός ο οποίος έλαβε την μορφή γραπτής συμφωνίας η οποία κατέστη Κανόνας Δικαστηρίου (Τεκμήριο 1). Στα πλαίσια υλοποίησης της ρηθείσης επί Δικαστηρίω συμφωνίας, ο ενάγοντας αρ. 1 προσήλθε την 1.3.2005 μαζί με τον δικηγόρο του κ. Βαλιαντή στο γραφείο του δικηγόρου των εναγομένων κ. Θωμά. Ο ενάγοντας αρ. 1 είχε μαζί του επιταγή της ΝΕΑΣ ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ (Τεκμήριο 3) για το ποσό των ΛΚ.800=. Εκδότης της επιταγής ήταν η ΝΕΑ ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ και δικαιούχος ο ενάγοντας αρ.
  1. Εάν ο τελευταίος οπισθογραφούσε ως δικαιούχος την επιταγή προς όφελος οποιουδήποτε τρίτου προσώπου, τότε το εν λόγω πρόσωπο θα μπορούσε να την εξαργυρώσει. Ο ενάγοντας αρ. 1 είχε μαζί του εκτός από την επιταγή και χρήματα σε μετρητά ικανοποιητικά για να πληρώσει ΛΚ.120= για τα ενοίκια των υποστατικών (ΛΚ.60= για το καθένα) καθώς επίσης και επιπλέον ποσό ΛΚ.120= ως ντεπόζιτο. Κανένας από την πλευρά των εναγομένων δεν παρευρίσκετο στο γραφείο του κ. Θωμά. Τα ενοικιαστήρια έγγραφα (τα οποία θα κατήρτιζε η πλευρά των εναγομένων) δεν ήσαν έτοιμα για υπογραφή την εν λόγω ημέρα, γεγονός που ο ενάγοντας αρ. 1 πληροφορήθηκε από τον κ. Θωμά. Ούτε και οι εναγόμενες ήσαν έτοιμες να παραδώσουν την κατοχή των υποστατικών στους ενάγοντες. Ο ενάγοντας αρ. 1 και ο δικηγόρος του εν τέλει αποχώρησαν από την συνάντηση παίρνοντας και την επιταγή (Τεκμήριο 3). Οι ενάγοντες δεν έλαβαν ούτε την 1.3.2005 αλλά ούτε και σε οποιοδήποτε χρόνο μεταγενέστερα, την κατοχή των επίδικων υποστατικών, ούτε και οι εναγόμενες επέδειξαν σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο της 1.3.2005 χρόνο, προθυμία για υπογραφή νέων ενοικιαστηρίων συμβολαίων. Στο σημείο αυτό θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της επί Δικαστηρίω συμφωνίας (Τεκμήριο 1). "κ. Θωμά: Οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους τα εξής: Οι ενάγοντες θα καταβάλουν στις εναγόμενες το ποσό των ΛΚ.800,00 συμπεριλαμβανομένων δικηγορικών εξόδων μέχρι την 01.03.
  2. Οι ενάγοντες και οι εναγόμενες περαιτέρω συμφωνούν ότι θα καταρτίσουν μεταξύ τους και με τη βοήθεια των δικηγόρων τους νέα ενοικιαστήρια έγγραφα για τα επίδικα υποστατικά στην ίδια βάση των ενοικιαστηρίων εγγράφων που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής. Στα νέα ενοικιαστήρια έγγραφα το ενοίκιο θα καθορίζεται σε ΛΚ.120,00 μηνιαίως και για τα δύο υποστατικά από 01.03.2005, θα διαφυλάσσεται το δικαίωμα των εναγόντων να υπενοικιάσουν τα υποστατικά σε τρίτο πρόσωπο, εάν το επιθυμούν, και νοουμένου ότι οι ενάγοντες πληρώσουν το ποσό των ΛΚ.800,00 μέχρι την 01.03.2005 τότε την 01.03.2005 θα λάβουν κατοχή των επίδικων υποστατικών. κ. Βαλιαντής: Συμφωνώ έτσι είναι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων." Η συμφωνία επί Δικαστηρίω αποτελεί απλή σύμβαση μεταξύ των μερών που δεν μετατρέπεται αυτόματα σε δικαστική απόφαση, γι αυτό και χρειάζεται η έγερση νέας αγωγής προς εφαρμογή της. (βλ. Απαισιώτη ν. Ραγιά
(1993)1 ΑΑΔ 882, Μούχτου ν. Χείμαρου
(2001)1 ΑΑΔ, 1794 και Αίτηση Λευτέρη Μήλου κ.α. Αίτηση (Certiorari) Αρ. 18/2008, ημερ. 14.3.2008. Έχει λεχθεί νομολογιακά ότι η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά ζήτημα νομικό και αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων δεν είναι άλλος από την ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως αυτή διακηρύσσεται στο έγγραφο. Η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών όπως ο νόμος επιτρέπει. Η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι αυτή που εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο. (Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ και Γεωργιάδης ν. Γεωργιάδης
(1988)1 ΑΑΔ σελ. 428). Στην υπόθεση Οικονόμου ν. Ττοφινή
(1983)1 ΑΑΔ αναφέρονται τα εξής: "Σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές, ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφου είναι να ανακαλυφθεί η πρόθεση του συγγραφέα και συνεπώς η ερμηνεία πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στο μυαλό και τη φανερή πρόθεση των μερών. Η πρόθεση πρέπει να απορρέει από το έγγραφο και το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώσει τι εννοούσαν τα μέρη με την διατύπωση που χρησιμοποίησαν, να δηλώσει το νόημα του περιεχομένου του εγγράφου και όχι του τι υπήρχε πρόθεση να γραφτεί, να εφαρμόσει την πρόθεση όπως έχει εκφραστεί. Δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση. Η ερμηνεία εγγράφου, γενικά είναι θέμα νομικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο". Σύμφωνα με το κείμενο της επί Δικαστηρίω συμφωνίας, εκείνο που ρητά συμφώνησαν οι δύο πλευρές είναι η κατάρτιση μεταξύ τους νέας σύμβασης ενοικίασης για τα επίδικα στην αγωγή 1833/02, υποστατικά. Προϋπόθεση ήταν η καταβολή ποσού ΛΚ.800= από τους νύν (και τότε) ενάγοντες στις εναγόμενες, μέχρι την 1.3.2005. Εάν καταβάλλετο το πιο πάνω ποσό εντός της ταχθείσης προθεσμίας (μέχρι 1.3.2005) τότε την 1.3.2005 οι ενάγοντες θα λάμβαναν την κατοχή των υποστατικών. Στην επί Δικαστηρίω συμφωνία δεν καθορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο θα υπογράφοντο τα νέα ενοικιαστήρια συμβόλαια. Εφόσον όμως καθορίζεται ότι (τηρουμένης της προαναφερόμενης προϋπόθεσης) οι ενάγοντες θα λάμβαναν την κατοχή των υποστατικών την 1.3.2005, συνάγεται ότι και τα ενοικιαστήρια συμβόλαια θα υπογράφοντο ταυτόχρονα με την καταβολή του ποσού των ΛΚ.800=. Από τα ευρήματα στα οποία κατέληξα, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι εναγόμενες δεν ήσαν πρόθυμες να προχωρήσουν σε κατάρτιση νέας σύμβασης ενοικίασης των επίδικων υποστατικών με τους ενάγοντες. Ούτε τα ενοικιαστήρια έγγραφα ήσαν έτοιμα την 1.3.2005 ούτε και οι εναγόμενες ήσαν έτοιμες και πρόθυμες να παραδώσουν την κατοχή των υποστατικών στους ενάγοντες. Από την συμπεριφορά των εναγομένων όπως αυτή παρατίθεται ανωτέρω, προκύπτει ότι οι εναγόμενες δεν είχαν πρόθεση να εκτελέσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Είχαν δε καταστήσει την πρόθεση τους αυτή καθαρή, πέραν εύλογης αμφιβολίας. Οι εναγόμενες διέρρηξαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και κατά συνέπεια αθέτησαν την επί Δικαστηρίω συμφωνία, καθότι η υπόσχεση την οποία αθέτησαν ήταν ουσιώδης και όχι ασήμαντη (βλ. Ross Smyth & Co Ltd v. Bailey Son & Co
(1940)3 All E.R. 60, page 71, Law on Contract, Sheshire and Fifoot´s, 9th edition, page 5-68, Heyman v. Darwings Ltd
(1942)1 All E.R. 350). Οι ενάγοντες απέδειξαν παράβαση της επί Δικαστηρίω συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων και σε βάρος τους. Η παράβαση της συμφωνίας συνίσταται στα όσα αναφέρθησαν ανωτέρω τα οποία δεν θα επαναλάβω. Ως εκ τούτου οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημιώσεις εκ μέρους των εναγομένων. Οι ενάγοντες επί του σημείου τούτου αξιώνουν το ποσό των ΛΚ.3,000= ως αποζημιώσεις για την ζημιά την οποία υπέστησαν συνεπεία της παράβασης της επί Δικαστηρίω συμφωνίας από τις εναγόμενες. Είναι νομολογημένο ότι οι ειδικές ζημιές όχι μόνο πρέπει να αναφέρονται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια, αλλά και να αποδεικνύονται με θετική μαρτυρία και με ακρίβεια (Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 298, Λοιζίδου ν. Μουρτζή, Πολιτική Έφεση αρ. 10085, ημερομηνίας 21.06.99, Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Medcon Constructions Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 10239, ημερ. 21.6.2000). Εν προκειμένω οι ειδικές ζημιές όχι μόνο δεν δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης με την σαφήνεια και την λεπτομέρεια που απαιτείται, αλλά ούτε και έχουν αποδειχθεί όπως απαιτείται. Οι ενάγοντες δεν απέσεισαν από τους ώμους τους το βάρος απόδειξης που είχαν ως προς την απόδειξη της ισχυριζόμενης ζημιάς. Συνεπώς η αξίωσης τους για καταβολή ποσού ΛΚ.3,000= ως αποζημίωση παρέμεινε μετέωρη και επομένως δεν μπορεί να επιτύχει. Διά ταύτα εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων ως οι παραγράφοι Α, Β και Γ του αιτητικού της Εκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται επίσης προς όφελος των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα φέρουν νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής. Βάσει της αποδεχθείσης μαρτυρίας και των ευρημάτων μου κρίνω ότι η ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγομένων και προς όφελος των εναγόντων όπως αυτά επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.