← Κύπρος

NABOWARE LTD ν. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής:4498/2005, 29.9.08

NABOWARE LTD ν. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής:4498/2005, 29.9.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:4498/2005 Μεταξύ: NABOWARE LTD, εκ Λειβαδιών Εναγόντων και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 29.9.08 Εμφανίσεις: Για τους Eνάγοντες: κα. Μαθηκολώνη Για τους Eναγόμενους: κ. Ζαχαρίου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν εναντίον των εναγομένων αποθηκευτικά έξοδα για την φύλαξη εισαγόμενων εμπορευμάτων στην αποθήκη αποταμίευσης τους. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης μετά από συμφωνία των εναγόντων με τους εναγόμενους οι ενάγοντες ανάλαβαν την αποθήκευση εμπορευμάτων εισαγωγής πελατών των εναγομένων, των οποίων ιδιοκτήτες και υπόλογοι για την πληρωμή αποθηκευτικών εξόδων ήταν οι εναγόμενοι μέχρι την έκδοση διαταχτικού παράδοσης προς τον τελικό παραλήπτη. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το συμφωνηθέν ποσό ήταν ΛΚ700 μηνιαίως, το οποίο οι πελάτες των εναγομένων αδυνατούσαν να καταβάλουν. Ως αποτέλεσμα περί το Δεκέμβριο 2002 οι ενάγοντες με τους εναγομένους συνήψαν νέα προφορική συμφωνία για καταβολή από τους εναγομένους ΛΚ400 μηνιαίως ως αποθηκευτικά έξοδα από τον Ιανουάριο του 2003 μέχρι την απόσυρση των εμπορευμάτων από την αποθήκη αποταμίευσης. Το ποσό των ΛΚ400 καταβλήθηκε μέχρι τον Απρίλιο 2004 και έκτοτε οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό. Οι εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης τους αρνούνται ότι έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό αφού ιδιοκτήτες και δικαιούχοι των εμπορευμάτων δυνάμει συμφωνίας πίστωσης ήταν η εταιρεία Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ. Αρνούνται, περαιτέρω, ότι κατά το Δεκέμβριο 2002 προέβηκαν σε προφορική και/ή άλλη συμφωνία με τους ενάγοντες, ισχυρίζονται δε ότι δεν έχουν πληρώσει κανένα ποσό και ότι οποιοδήποτε ποσό έχουν πληρώσει ήταν για λογαριασμό «κατ' εντολή και/ή παράκληση και/ή σύμφωνα με οδηγίες» των πελατών τους, οι οποίοι ήταν οι μόνοι υπόχρεοι να καταβάλουν τα εν λόγω ποσά. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση τους οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι εμποδίζονται ή και κωλύονται λόγω συμπεριφοράς ή παραστάσεων προς τους ενάγοντες να αρνηθούν τις υποχρεώσεις τους. Κατά την τελική της αγόρευση η κα Μαθηκολώνη εγκατέλειψε την παράγραφο Α της αξίωσης της λόγω του ότι κατέστη άνευ αντικειμένου και περιόρισε την παράγραφο Γ της αξίωσης μέχρι τις 30/4/07 αφού στις 3/4/07 δόθηκαν οδηγίες για την τύχη των εμπορευμάτων. Ο ΜΕ1 ήταν ο διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση, Τεκμήριο 1 στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Μέχρι τις 23/9/2006 η ενάγουσα διατηρούσε αποθήκη αποταμίευσης τελωνείου στο χωριό Λειβάδια της Επαρχίας Λάρνακας για τον σκοπό της αποθήκευσης και φύλαξης εισαγόμενων εμπορευμάτων άνευ δασμού μέχρι τον εκτελωνισμό τους ή μέχρι την λήψη οδηγιών από τους πελάτες της (δηλαδή μέχρι την έκδοση διαταχτικών) σχετικά με την αποδέσμευση, εκτελωνισμό ή και παραλαβή τους. Μετά τις 23/9/2006 η ενάγουσα νοικίαζε το εν λόγω υποστατικό από τους ιδιοκτήτες για τη φύλαξη των επίδικων εμπορευμάτων μέχρι την 30/4/2007. Τα εμπορεύματα αυτά είναι τα μονα που φυλάττοντο στην αποθήκη αυτή από την 31/3/2005. Η ενάγουσα μαζί με την εναγόμενη τράπεζα, περίπου το 1990, έκαναν προφορική συμφωνία με βάση την οποία η ενάγουσα ανέλαβε στο πλαίσιο των εργασιών της να αποθηκεύει εμπορεύματα με οδηγίες της τράπεζας στο όνομα της οποίας θα εκδίδονταν τα σχετικά πιστοποιητικά αποταμίευσης ως ιδιοκτήτριας ή και καταθέτη (depositor) ή και αποκλειστικού δικαιούχου των εμπορευμάτων ή αγαθών, σε σχέση με εμπορεύματα εισαγωγής των διαφόρων πελατών της Τράπεζας οι οποίοι λάμβαναν από αυτήν πιστωτικές διευκολύνσεις για τα εμπορεύματα αυτά. Τα εμπορεύματα με βάση την συμφωνία θα φυλάττονταν στην αποθήκη αποταμίευσης της ενάγουσας μέχρι εκτελωνισμού τους ή μέχρι εκδόσεως διαταχτικού προς παράδοση στους πελάτες της εναγόμενης Τράπεζας ή οποιουδήποτε άλλου διαταχτικού ή οδηγίας αναφορικά με τον προορισμό τους που σύμφωνα με το νόμο πάντοτε έπρεπε να δίδεται από την τράπεζα. Αυτό γιατί σύμφωνα με τα έγγραφα του τελωνείου η τράπεζα είναι η εγγεγραμμένη δικαιούχος και ιδιοκτήτρια τους. Δηλαδή, κάθε φορά που αποστέλλονταν εμπορεύματα ο αποστολέας δήλωνε τον παραλήπτη, δηλαδή αυτόν στον οποίο θα παραδίδονταν τα εμπορεύματα, και στις περιτπώσεις αυτές στις φορτωτικές και στις τελωνειακές διατυπώσεις αναφερόταν πάντοτε η εναγόμενη τράπεζα διότι η τράπεζα κατέβαλλε το ποσό της αξίας των εμπορευμάτων στους αποστολείς είτε δια letter of credit είτε έναντι φορτωτικών εγγράφων ή άλλως πως για λογαριασμό των πελατών της. Με λίγα λόγια, η Τράπεζα ήταν η ιδιοκτήτρια και καταθέτης μέχρι εκδόσεως του delivery order, δηλαδή του διαταχτικού επ' ονόματι των πελατών της οπότε και μεταβιβαζόταν και η κυριότητα στο πρόσωπο που προσδιοριζόταν στο διαταχτικό. Με βάση αυτή τη συμφωνία θα εκδίδονταν από την ενάγουσα σχετικά πιστοποιητικά κατάθεσης, επ' ονόματι της εναγόμενης Τράπεζας ως ιδιοκτητών ή και καταθετών ή και αποκλειστικών δικαιούχων σε σχέση με εμπορεύματα εισαγωγής των διαφόρων πελατών της τράπεζας. Επίσης, τα εμπορεύματα που θα αποθηκεύονταν εκ μέρους της Τράπεζας αποτελούσαν αποκλειστική ιδιοκτησία της για όλους τους σκοπούς της αποθήκευσης τους και θα παρέμεναν στην αποθήκη αποταμίευσης της ενάγουσας μέχρι τον εκτελωνισμό τους ή και μέχρι την λήψη οδηγιών δηλαδή διαταχτικού από την Τράπεζα για παράδοση στους πελάτες της ή οποιουδήποτε διαταχτικού αναφορικά με τον προορισμό τους. Με βάση την πιο πάνω συμφωνία η ενάγουσα ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες αποθήκευσης θα δικαιούτο αμοιβή για αποθηκευτικά και άλλα έξοδα τα οποία καθορίζονταν ξεχωριστά για κάθε συγκεκριμένη αποθήκευση. Η αμοιβή αυτή θα καταβαλλόταν με βάση την συμφωνία από τον τελικό παραλήπτη των εμπορευμάτων ως αυτός θα αναφερόταν στο διαταχτικό που θα εξέδιδε η τράπεζα. Εάν όμως η τράπεζα δεν εξέδιδε διαταχτικό, η τράπεζα συνέχιζε να είναι υπόλογη για καταβολή της αμοιβής ή και των αποθηκευτικών και άλλων εξόδων της ενάγουσας όπως άλλωστε αναφέρεται στους όρους που επισυνάπτονται και αποτελούν μέρος των πιστοποιητικών κατάθεσης που εκδίδονταν από την ενάγουσα με βάση τους οποίους φυλάττονταν και τα εκάστοτε εμπορεύματα. Με βάση τη συμφωνία η ενάγουσα σε διάφορες ημερομηνίες αποθήκευσε στην αποθήκη αποταμίευσης της εισαγόμενα εμπορεύματα ή και αγαθά ή και έπιπλα στο όνομα της Τράπεζας ως ιδιοκτήτριας και καταθέτου (depositor) και αποκλειστικής δικαιούχου σε σχέση με εμπορεύματα εισαγωγής της εταιρείας Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ. Η ενάγουσα ετοίμασε και εξέδωσε επ' ονόματι των εναγομένων πιστοποιητικά αποθηκεύσεως για κάθε εισαγωγή εμπορευμάτων ή και αγαθών της Τράπεζας όπως αναφερόταν στα έγγραφα του τελωνείου. Η εταιρεία Επιπλώσεις Προκοπίού (Εισαγωγές) Λτδ πλήρωνε τα αποθηκευτικά έξοδα της ενάγουσας κανονικά εκ ποσού ΛΚ700.00 (€1,196.02) μηνιαίως μέχρι τον Δεκέμβριο του 2002 αφού εκδίδονταν σχετικά διαταχτικά επ' ονόματι της. Ακολούθως λόγω οικονομικών δυσκολιών δεν εκδίδονταν πλέον διαταχτικά επ' ονόματι της εν λόγω εταιρείας, εναντίον της οποίας εκδόθηκε κατά ή περί την 26/3/2003 διάταγμα εκκαθάρισης. Εν όψει των πιο πάνω και επειδή υπήρχαν στην αποθήκη εμπορεύματα για τα οποία δεν εδόθηκε κανένα διαταχτικό από την τράπεζα, περί τον Δεκέμβριο του 2002 ο ΜΕ1 εκ μέρους της ενάγουσας και η Τράπεζα μέσω του κου Λιβέρα τότε διευθυντή της, έκαναν νέα συμφωνία με βάση την οποία τα εν λόγω εμπορεύματα θα παρέμεναν φυλαγμένα στην αποθήκη με αντάλλαγμα την καταβολή από τους εναγόμενους του ποσού των ΛΚ400.00 (€683.44) μηνιαίως ως αποθηκευτικά έξοδα για την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2003 μέχρι τον εκτελωνισμό ή και την παραλαβή από την Τράπεζα των εν λόγω εμπορευμάτων. Το ποσό των ΛΚ400.00 συμφωνήθηκε κατόπιν συνεννόησης του ΜΕ1 με τον κο Λιβέρα ο οποίος θεωρούσε το ενοίκιο των ΛΚ700.00 ακριβό σε σχέση με το εμπόρευμα που παρέμεινε και για αυτό το λόγο ζήτησε κάποια μείωση και συμφωνήθηκε τελικά ενοίκιο για ΛΚ400.00 (€683.44). Με βάση την πιο πάνω συμφωνία η Τράπεζα κατέβαλε στην ενάγουσα τα οφειλόμενα ποσά από τον Ιανουάριο του 2003 μέχρι και τον Απρίλιο του 2004, όπως αυτά συμφωνήθηκαν μηνιαίως με επιταγή και εκδιδόταν μηνιαίως απόδειξη στο όνομα της Τράπεζας, Τεκμήριο 22. Έκτοτε όμως, δηλαδή από τον Μάιο 2004 μέχρι τις 3/4/07 παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση ή και τα οφειλόμενα ποσά. Όταν η Τράπεζα σταμάτησε να πληρώνει τις ΛΚ400 μηνιαίως ο ΜΕ1 προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα, να επικοινωνήσει με τους εναγόμενους. Η ενάγουσα απέστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 28/1/05, 23/2/05, 29/3/05, Τεκμήρια 23 -25 με τις οποίες κάλεσε την Τράπεζα να εκτελωνίσει ή παραλάβει τα εμπορεύματα, η οποία αρνήθηκε να συμμορφωθεί και απέστειλε την επιστολή 9/6/05, Τεκμήριο 26. Με την επιστολή 23/2/05 η ενάγουσα πληροφόρησε επίσης την Τράπεζα ότι πρόθεση τους ήταν να τερματίσουν τις εργασίες τους. Για την επίδικη αποθήκη εκδόθηκε διάταγμα έξωσης. Με την ίδια επιστολή ενημέρωναν την Τράπεζα ότι από 31/3/05 τα αποθηκευτικά έξοδα θα ανέρχονταν σε ΛΚ684 μηνιαίως ποσό που αντιστοιχούσε στο ποσό που κατέβαλλε η ενάγουσα για τη διατήρηση της αποθήκης, η οποία από εκείνη την μέρα θα χρησιμοποιείτο αποκλειστικά για τα εμπορεύματα της Τράπεζας. Περί τις 23/9/06 η άδεια της ενάγουσας για διατήρηση γενικών αποθηκών αποταμίευσης ανακλήθηκε. Το Τελωνείο όμως δεν επέτρεπε στην ενάγουσα να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με αυτά χωρίς διαταχτικό ή εξουσιοδότηση από την Τράπεζα και έτσι η ενάγουσα συνέχισε να πληρώνει ενοίκιο από τις 31/3/05 μέχρι 3/4/07 όταν η Τράπεζα έδωσε σχετικές οδηγίες. Περαιτέρω, η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 2/9/2005, Τεκμήριο 27 έκαμε ουσιώδη τον όρο για πληρωμή των μηνιαίων αποθηκευτικών εξόδων και κάλεσε την εναγόμενη να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά εντός 10 ημερών από της λήψεως της επιστολής όμως η τράπεζα παρ' όλο ότι παρέλαβε την επιστολή με ιδιώτη επιδότη αρνήθηκε με επιστολή της ημερομηνίας 27/9/2005 την οφειλή της και παρέλειψε να την εξοφλήσει. Μετά τα πιο πάνω οι δικηγόροι της ενάγουσας απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 12/10/2005, Τεκμήριο 28 και τερμάτισαν την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και κάλεσαν την εναγόμενη όπως εκτελωνίσει τα εν λόγω εμπορεύματα και καταβάλει την οφειλή της στην ενάγουσα, όμως οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Έκτοτε η Τράπεζα δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό για την εν λόγω οφειλή της η οποία ανέρχεται σε (ΛΚ21.500) €36,734.93 που αντιστοιχεί στην αμοιβή της ενάγουσας απο 1/5/2004 μέχρι και 31/3/2005 (11 μήνες προς (ΛΚ400) €683.44 σύνολο ΛΚ 4,400 δηλαδή €7517.85) και για την αμοιβή των εναγόντων από 1/4/2005 μέχρι τις 30/4/2007 σύνολο 25 μήνες προς ΛΚ684.00 δηλαδή €1168.68 σύνολο ΛΚ17,100 δηλαδή €29,217.08). Επιπλέον ο κ Πανίκος Χριστοδουλίδης των Τελωνειακών Αρχών επικοινώνησε επανειλημμένως με τους κ.κ. Χατζησάββα και Μιχαηλίδη, υπαλλήλους της Τράπεζας, και τους ανέφερε ότι έπρεπε να στείλουν επιστολή δίδοντας οδηγίες στην ενάγουσα ή στις τελωνειακές αρχές αναφορικά με το τι θα γινόταν με τα εν λόγω εμπορεύματα, πράγμα που τελικά έπραξαν στις 3/4/2007 με επιστολή τους, Τεκμήριο 31. Αναφέρει, επίσης, ο ΜΕ1 ότι ακόμα και μετά που η Τράπεζα σταμάτησε να πληρώνει τις ΛΚ400.00 μηνιαίως, έστελλε πιθανούς αγοραστές για τα εν λόγω εμπορεύματα στην αποθήκη τους για να τους πωλήσουν τα εν λόγω εμπορεύματα, γεγονός που δείχνει ακόμα πιο ξεκάθαρα ότι δικαιούχοι ή και ιδιοκτήτες των αντικειμένων αυτών ήταν η Τράπεζα και αυτή οφείλει να καταβάλει την αμοιβή και τις αποζημιώσεις που διεκδικεί η ενάγουσα πλέον όλους τους νόμιμους τόκους και τα έξοδα. Ο ΜΕ1 κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 2, πιστοποιητικό του Τμήματος Τελωνείου με βάση το οποίο τα εμπορεύματα με τους κωδικούς τελωνείου που φαίνονται στην πρώτη στήλη (ΙΜ7) αποθηκεύτηκαν στις αποθήκες της ενάγουσας στο όνομα της εναγομένης, με τον αριθμό αποθήκευσης της δεύτερης στήλης. Κατέθεσε επίσης τα Τεκμήρια 3-21, το καθένα από τα οποία αποτελείται από 4 έγγραφα, συγκεκριμένα (α) έγγραφο της ενάγουσας για τον κάθε αριθμό αποθήκευσης στο οποίο, φαίνονται οι αποσύρσεις εμπορευμάτων (β) έγγραφο της ενάγουσας (πιστοποιητικό αποθήκευσης) το οποίο εκδίδει στην Τράπεζα και στο οποίο φαίνεται ότι έλαβαν τα εμπορεύματα για λογαριασμό της εταιρείας Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ, (γ) έγγραφο που υποβάλλεται στο Τελωνείο από τον εκτελωνιστή (δ) ένα διαταχτικό πληρωμής (delivery order). Το τελευταίο έγγραφο απουσιάζει στα Τεκμήρια 19 - 21. Στις 6/4/06 μέσω των δικηγόρων του απέστειλε την επιστολή, Τεκμήριο 29 στην οποία έλαβε την απάντηση 14/4/06, Τεκμήριο 30. Το Τελωνείο τους διαβίβασε, επίσης την επιστολή της εναγομένης ημερομηνίας 3/4/07, Τεκμήριο 31. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι τα εμπορεύματα τα εισήγαγε η εταιρεία Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ με πίστωση που της άνοιξε η εναγομένη. Συμφώνησε ότι για να γίνουν πιστώσεις πρέπει αυτός που παραγγέλλει να καταθέσει ένα ποσό που κατακρατεί η Τράπεζα. Όταν φθάσουν τα εμπορεύματα η Τράπεζα εισπράττει το οφειλόμενο ποσό. Αν δεν το εισπράξει βάζει τα εμπορεύματα με εγγύηση επ' ονόματι της και κάθε ανάληψη πληρώνεται από τον έμπορα. Δέχθηκε πως πρόκειται για ενέγγυο πίστωση. Κατά τον ίδιο ο ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων είναι η Τράπεζα, ο καταθέτης (depositor) ήταν η Τράπεζα για τον πελάτη της. Διαφώνησε ότι τα Τεκμήρια 3 - 21 συνοδεύονταν από επιστολή της Τράπεζας. Η επιστολή δίδεται στον εκτελωνιστή για να γνωρίζει σε ποιά αποθήκη να τα τοποθετήσει και δεν απευθυνόταν στον ίδιο. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 32Α αν η Τράπεζα εκδώσει delivery order τότε ο Προκοπίου πρέπει να πληρώσει το ενοίκιο και άλλα έξοδα. Αν δεν εκδώσει τότε τα εμπορεύματα εξακολουθούν να είναι ιδιοκτησία της Τράπεζας. Φαίνεται από τα έγγραφα του Τελωνείου. Σε ερώτηση αν γνωρίζει ότι τα εμπορεύματα ήταν για λογαριασμό της Εταιρείας Προκοπίου και ότι με την Εθνική Τράπεζα είχε απλώς δημιουργηθεί σχέση ενεχύρου προς εξασφάλιση της πίστωσης απάντησε «αν ήταν του Προκοπίου γιατί να χρειάζεται delivery order;» Και γιατί, διερωτήθηκε η Τράπεζα πλήρωνε ενοίκιο από 1/1/03 μέχρι 30/4/04 εφόσον δεν της ανήκαν · Αρνήθηκε υποβολή ότι αποφάσισε να κινηθεί εναντίον της Τράπεζας γιατί πτώχευσε η Εταιρεία. Αρνήθηκε υποβολή ότι ουδέποτε έκανε άλλη ειδική συμφωνία με την Τράπεζα. Η ΜΕ2 ήταν η Μαρίνα Χαραλάμπους η οποία μεταξύ των ετών 2002 και 2006 εργαζόταν στην ενάγουσα. Αναγνώρισε την επιστολή Τεκμήριο 32Β. Τη σύνταξε ο ΜΕ1 και τη δακτυλογράφησε η ίδια. Την έστειλε με fax στην Εθνική Τράπεζα. Στο Τεκμήριο 32Β επισυνάπτεται και η σχετική απόδειξη. Αντεξαζόμενη ανέφερε ότι έστειλε το φαξ στην Λευκωσία. Δεν είδε γραπτή απάντηση στην επιστολή αλλά μετά την αποστολή της οι εναγόμενοι άρχισαν να πληρώνουν. Για την υπεράσπιση κατέθεσε μόνο ο ΜΥ1, Γιώργος Δημητρίου υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας (Εναγομένων) από το 1974. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση του, Τεκμήριο 33 στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι πάντοτε ενεργούσαν για λογαριασμό της εταιρείας Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ και αυτό φαίνεται σε όλα τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στα οποία αναφέρεται ότι όλες οι καταθέσεις εμπορευμάτων εγίνοντο για λογαριασμό της εταιρείας Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ, που ήταν οι ιδιοκτήτες. Οι εναγόμενοι είχαν ανοίξει ενέγγυες πιστώσεις για τα εμπορεύματα, και ήταν στα πλαίσια αυτών των πιστώσεων και για σκοπούς εξασφάλισης των εναγομένων που εδίδετο αυτή η ασφάλεια επί των τίτλων των εμπορευμάτων οι δε σχέσεις τους με την εταιρεία Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ ήταν σχέση δανειστή και οφειλέτη και τα έγγραφα που δημιουργούν τίτλο στα εμπορεύματα κρατούνταν από τους εναγόμενους σαν απλή εξασφάλιση του χρέους. Κατέθεσε τις ενέγγυες πιστώσεις που αφορούν τα επίδικα εμπορεύματα, Τεκμήριο 34. Επιπρόσθετα, κάθε κατάθεση εμπορευμάτων στους ενάγοντες συνοδευόταν από επιστολή, σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία ευθύνη για το ενοίκιο ή άλλα έξοδα γεγονός το οποίο παραδέκτηκε και ο ΜΕ1. Δέσμη επιστολών κατατέθηκε ως, Τεκμήριο 35. Καμία άλλη συμφωνία δεν έχει γίνει με τους ενάγοντες. Όλα αυτά τα γνωρίζουν οι ενάγοντες και ο μάρτυρας των εναγόντων και φαίνονται από τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί από τους ίδιους που είναι οι καταθέσεις των εμπορευμάτων και οι αποδείξεις είσπραξης που οι ενάγοντες εξέδιδαν στις οποίες φαίνεται ότι οι ενάγοντες πάντοτε εγνώριζαν ότι οι εναγόμενοι ενεργούσαν για λογαριασμό της εταιρείας Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ. Πρόσθεσε ότι η πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 3 δεν αποστέλλεται στην Τράπεζα. Η δεύτερη σελίδα αποστέλλετο στην Τράπεζα από την ενάγουσα και τους πληροφορούσε ότι αποθήκευσε τα εμπορεύματα στο όνομα της ενάγουσας για λογαριασμό των Επιπλώσεων Προκοπίου. Οι αποδείξεις Τεκμήριο 22 εκδίδονταν από την ενάγουσα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα εμπορεύματα ανήκαν στην Εταιρεία Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ και αποτελούσαν απλώς εξασφάλιση. Αν η Εταιρεία πλήρωνε αντίστοιχο ποσό η Τράπεζα θα έκδιδε διαταχτικό για να τα παραλάβει, χωρίς αυτό η Εταιρεία δεν μπορούσε να τα παραλάβει. Σε ερώτηση με ποιό τρόπο ήταν ιδιοκτήτες οι Επιπλώσεις Προκοπίου αφού δεν μπορούσαν να πάρουν τα εμπορεύματα απάντησε ότι ήταν εξασφάλιση χρέους της εταιρείας για εισαγωγή των εμπορευμάτων. Σε περιπτώσεις που δεν πλήρωνε η εταιρεία και δεν εκδιδόταν διαταχτικό το Τελωνείο θα μπορούσε να πωλήσει τα εμπορεύματα σε πλειστηριασμό. Συμφώνησε ότι απέστειλαν το Τεκμήριο 31. Δεν γνωρίζει τίποτε σε σχέση με τις συνθήκες που περιβάλλουν την αποστολή του Τεκμηρίου 31. Το Τελωνείο μπορούσε και από μόνο του να πωλήσει τα εμπορεύματα. Για τα εμπορεύματα εισαγωγέας ήταν οι Επιπλώσεις Προκοπίου. Τα έγγραφα όταν εισαχθούν τα εμπορεύματα παραδίδονται στην ενάγουσα για εκτελώνιση και τοποθέτηση στο bonded. Αρνήθηκε υποβολή ότι το Τεκμήριο 35 δεν δόθηκε στην ενάγουσα. Η επιστολή είναι καθαρή. Σε σχέση με το κατά πόσο έγινε συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ανέφερε ότι στους φακέλους δεν υπάρχουν στοιχεία. Προφορικά δεν μπορεί να ξέρει αν έγινε τέτοια συμφωνία. Αν η συμφωνία δεν έγινε γραπτώς δεν ισχύει εκτός αν έστω και εκ των υστέρων υπάρχει έγκριση. Ο κος Λιβέρας ήταν διευθυντής της Τράπεζας και έχει αφυπηρετήσει. Σε ερώτηση τότε για πιο λόγο ξεκίνησε να πληρώνει η Τράπεζα από 1/1/03 μέχρι 30/4/04 απάντησε πως πλήρωσε κατόπιν εντολής της εταιρείας και χρεώθηκε ο λογαριασμός της, γεγονός που γνωρίζει από τις αποδείξεις, Τεκμήριο 22. Σε ερώτηση που φαίνετο αυτό στο Τεκμήριο 22 ανέφερε ότι ο διευθυντής του κος Πανίκος Χ΄΄Σάβββας, του το ανέφερε ο οποίος το γνώριζε από προηγουμένως. Σε ερώτηση αν ο ίδιος δεν το γνωρίζει απάντησε ότι δεν μπορεί να χρεωθεί λογαριασμός αν δεν υπάρχουν οδηγίες. Σε υποβολή ότι η Εταιρεία Επιπλώσεις Προκοπίου διαλύθηκε στις 26/3/03 και σε ερώτηση πως μπορούν να παίρνουν οδηγίες από Εταιρία υπό διάλυση απάντησε πως δεν γνωρίζει. Σε υποβολή ότι ο λόγος που πλήρωνε η Τράπεζα ήταν η συμφωνία με τον κο Λιβέρα ανέφερε πως δεν γνωρίζει. Αρνήθηκε υποβολή ότι η εναγόμενη ήταν υπόχρεη ως δικαιούχος να πληρώνει τα ενοίκια εκτός αν εξέδιδε διατακτικά, παραπέμποντας στην επιστολή Τεκμήριο 35. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω. Ο ΜΕ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Πλην του μέρους της μαρτυρίας του ότι με βάση την αρχική συμφωνία της ενάγουσας με την Τράπεζα και πριν το Δεκέμβριο του 2002 η Τράπεζα ήταν ιδιοκτήτρια των επίδικων εμπορευμάτων και ότι είχε την ευθύνη πληρωμής των αποθηκευτικών τελών το οποίο δεν αποδέχομαι για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του η οποία ήταν πειστική και ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Η θέση του ΜΕ1 περί αποκλειστικής ιδιοκτησίας, όπως προέκυψε και από την αντεξέταση του, ήταν η προσωπική του άποψη και ερμηνεία των εγγράφων. Δεν υποστηρίζεται κάτι τέτοιο είτε από τα έγγραφα του τελωνείου είτε από τα σχετικά πιστοποιητικά κατάθεσης, των Τεκμηρίων 3 -21. Στα πιστοποιητικά κατάθεσης που έκδοσε η ίδια η εταιρεία φαίνεται πως τα εμπορεύματα κατατέθηκαν από την εναγόμενη 1 για λογαριασμό της εταιρείας «By Messrs NATIONAL BANK OF GREECE - A/C EPIPLOSEIS PROKOPIOU EISAGOGES LTD». Η αναφορά δε του ΜΕ1 στα έγγραφα του τελωνείου ήταν αόριστη αφού παρέλειψε να αναφέρει ποιά έγγραφα ή ποιο σημείο των εγγράφων υποστηρίζει τη θέση του περί αποκλειστικής ιδιοκτησίας. Η πιο πάνω θέση του αποδυναμώνεται, περαιτέρω, και από την ύπαρξη της επιστολής Τεκμηρίων 32Α και 35 η οποία απευθύνεται στην ενάγουσα και στην οποία η εναγόμενη αποποιείται οποιασδήποτε ευθύνης για τη μη πληρωμή αποθηκευτικών και άλλων εξόδων («The Bank assumes no responsibility for the non payment of store rent, delivery fees and any other expenses which should be collected from our above named customers»). Η θέση του ΜΕ1 ότι αυτό ισχύει μόνο στην περίπτωση που εκδοθεί διαταχτικό πληρωμής (delivery order) δεν υποστηρίζεται από το λεκτικό των Τεκμηρίων ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 είναι, όπως προανάφερα, αποδεκτό. Η αποστολή της επιστολής Τεκμήριο 32Β προς την εναγομένη δεν αμφισβητήθηκε, ούτε και το περιεχόμενο της. Στο ΜΕ1 δεν υπεβλήθη ότι δεν προέβη σε συμφωνία με τον κο Λιβέρα ή ότι ο τελευταίος χρειαζόταν έγκριση για να προβεί σε συμφωνία με το ΜΕ1. Δεν υπεβλήθη δε στο ΜΕ1 ότι το εν λόγω ποσό πληρώθηκε κατ' εντολή της εταιρείας ως ήταν η θέση του ΜΥ1. Εν πάση όμως περιπτώσει παρέμεινε αδιαμφισβήτητη η πληρωμή των ΛΚ400 μηνιαίως από τον Ιανουάριο 2003 μέχρι τον Απρίλιο 2004. Αποδέχομαι τη μαρτυρία περί ύπαρξης συμφωνίας για πληρωμή από την Τράπεζα ΛΚ400 μηνιαίως από 1/1/03. Η εν λόγω μαρτυρία ενισχύεται και από την ύπαρξη του Τεκμηρίου 22, αποδείξεων, στις οποίες φαίνεται ότι τα ποσά εισπράττονταν από την εναγομένη σε σχέση με τα εμπορεύματα της εταιρείας. Αποδέχομαι, περαιτέρω τα όσα επακολούθησαν της παράλειψης πληρωμής της πιο πάνω δόσης από την Τράπεζα, γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν. Ο ΜΥ1 γενικά δεν μου έκανε άσχημη εντύπωση. Αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με το οποίο ήταν γνώστης των επίδικων γεγονότων και το οποίο στηρίζεται από τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Η απόλυτη δήλωση του στην κυρίως εξέταση του ότι «καμία άλλη συμφωνία δεν έχει γίνει με τους ενάγοντες» (παράγραφος 4 του Τεκμηρίου 33) ανατράπηκε κατά την αντεξέταση του απ' όπου προέκυψε πως ο ίδιος δεν ήταν προσωπικά γνώστης των επίδικων γεγονότων και δη αυτών που περιβάλλουν το Τεκμήριο 32Β και τις επιστολές που ακολούθησαν. Η μαρτυρία του σε σχέση με την μη ύπαρξη συμφωνίας διέπετο από αοριστία αλλά και αντιφατικότητα, αφού δέχθηκε πως οι πληρωμές των ΛΚ400 μηνιαίως γίνονταν. Ουδεμία βαρύτητα μπορεί, περαιτέρω να αποδοθεί στον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι οι πληρωμές των ΛΚ400 μηνιαίως γίνονταν με εντολή της Εταιρείας Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ. Η θέση του ότι αυτό προκύπτει από τα Τεκμήρια 22 δεν υποστηρίζεται από τα εν λόγω Τεκμήρια. Πέραν τούτου, το άτομο που του ανέφερε σύμφωνα με τη θέση του τα περί εντολής για άγνωστο λόγο δεν προσήλθε να καταθέσει στο Δικαστήριο. Παρέμεινε συνεπώς άγνωστο τι ακριβώς λέχθηκε στο ΜΥ1 από το πιο πάνω άτομο και πότε του λέχθηκε αλλά ούτε και από που το εν λόγω άτομο γνώριζε ή που βάσισε τα όσα ανέφερε στον ΜΥ1. Και κάτι άλλο. Η θέση ότι οι πληρωμές γίνονταν με εντολή της Εταιρείας Επιπλώσεις Προκοπίου και χρεώνονταν στο λογαριασμό της Εταιρείας στερείτο πειστικότητας έχοντας υπόψη ότι η Εταιρεία είχε διαλυθεί. Εν πάση όμως περιπτώσει στη σχετική υποβολή της συνηγόρου των εναγόντων ο ΜΥ1 δεν μπορούσε να απαντήσει ενώ η θέση του ότι χρέωση δεν μπορεί να γίνει χωρίς οδηγίες βασίζετο σε υποθέσεις. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα: Περί το 1990 η ενάγουσα και η εναγόμενη προέβησαν σε προφορική συμφωνία με βάση την οποία η ενάγουσα ανέλαβε να αποθηκεύει εμπορεύματα εισαγωγής των πελατών της Τράπεζας οι οποίοι λάμβαναν από αυτή πιστωτικές διευκολύνσεις. Η ενάγουσα με βάση τη συμφωνία αποθήκευσε σε διάφορες ημερομηνίες εισαγόμενα εμπορεύματα εισαγωγής της Εταιρείας Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ και εξέδωσε στο όνομα της τράπεζας για λογαριασμό της πιο πάνω εταιρείας πιστοποιητικά αποθήκευσης για κάθε εισαγωγή εμπορευμάτων (Τεκμήρια 3-21). Η εναγομένη είχε ανοίξει ενέγγυες πιστώσεις για τα επίδικα εμπορεύματα, Τεκμήριο 34. Κάθε κατάθεση εμπορευμάτων στην ενάγουσα συνοδευόταν από επιστολή, Τεκμήριο 35 σύμφωνα με την οποία η εναγομένη δεν είχε καμιά ευθύνη για το ενοίκιο ή άλλα έξοδα. Μέχρι το Δεκέμβριο 2002 η Εταιρεία Επιπλώσεις Προκοπίου (Εισαγωγές) Λτδ πλήρωνε στην ενάγουσα το ποσό ΛΚ700 μηνιαίως αποθηκευτικά έξοδα αφού εκδίδονταν σχετικά διαταχτικά επ΄ ονόματι της. Στη συνέχεια δεν εκδίδονταν διαταχτικά λόγω οικονομικών δυσκολιών. Εναντίον της εταιρείας αυτής εκδόθηκε κατά ή περί την 26/3/2003 διάταγμα εκκαθάρισης. Εν όψει των πιο πάνω και επειδή υπήρχαν στην αποθήκη εμπορεύματα για τα οποία δεν εδόθηκε κανένα διαταχτικό από την τράπεζα, περί τον Δεκέμβριο του 2002 ο ΜΕ1 εκ μέρους της ενάγουσας και η Τράπεζα μέσω του κου Λιβέρα τότε διευθυντού της, προέβησαν σε νέα συμφωνία με βάση την οποία τα εν λόγω εμπορεύματα θα παρέμεναν φυλαγμένα στην αποθήκη της ενάγουσας με αντάλλαγμα την καταβολή από την εναγομένη του ποσού των ΛΚ400.00 (€683.44) μηνιαίως ως αποθηκευτικά έξοδα ή και ως αμοιβή για την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2003 μέχρι τον εκτελωνισμό ή και την παραλαβή από την εναγομένη των εν λόγω εμπορευμάτων. Στις 5/12/02 η ενάγουσα απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο 32Β προς την εναγομένη. Το μέρος που αφορά είναι το ακόλουθο: «For facilitating you to avoid additional expences, i.e transport expences, porterages, commision to clearing agents etc and most probably damages to the goods, we propose to keep them in our Bonded stores as they are until same are cleared with monthly basis storage charges of CY £400 as from 1st January 2003. In case that our proposal is rejected(
  2. a)you ought to remove goods until 22nd of December 2002 (
  3. b)we are ready to provide your clearing agent with all necessary records to proceed with the Customs Documentation of form C42 to another Bonded.» Με βάση την πιο πάνω συμφωνία η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα τα οφειλόμενα ποσά από τον Ιανουάριο του 2003 μέχρι και τον Απρίλιο του 2004, με επιταγή και εκδιδόταν μηνιαίως από την ενάγουσα στο όνομα της Τράπεζας, απόδειξη - Τεκμήριο 22. Έκτοτε όμως η Τράπεζα παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση ή και τα οφειλόμενα ποσά. Όταν η εναγομένη σταμάτησε να πληρώνει τις ΛΚ400 μηνιαίως ο ΜΕ1 προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα, να επικοινωνήσει μαζί της. Η ενάγουσα απέστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 28/1/05, 23/2/05, 29/3/05, Τεκμήρια 23 -25 με τις οποίες κάλεσε την εναγομένη να εκτελωνίσει ή παραλάβει τα εμπορεύματα, η οποία αρνήθηκε να συμμορφωθεί και απέστειλε την επιστολή 9/6/05, Τεκμήριο 26. Με την επιστολή 23/2/05 η ενάγουσα πληροφόρησε επίσης την εναγομένη ότι πρόθεση τους ήταν να τερματίσουν τις εργασίες τους. Για την επίδικη αποθήκη εκδόθηκε διάταγμα έξωσης. Με την ίδια επιστολή ενημέρωναν την εναγομένη ότι από 31/3/05 τα αποθηκευτικά έξοδα θα ανέρχονταν σε ΛΚ684 μηνιαίως ποσό που αντιστοιχούσε στο ποσό που κατέβαλλε η ενάγουσα για τη διατήρηση της αποθήκης η οποία από εκείνη την μέρα θα χρησιμοποιείτο αποκλειστικά για τα εν λόγω εμπορεύματα. Περί τις 23/9/06 η άδεια της ενάγουσας για διατήρηση γενικών αποθηκών αποταμίευσης ανακλήθηκε. Το Τελωνείο όμως δεν επέτρεπε στην ενάγουσα να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με αυτά χωρίς διαταχτικό ή εξουσιοδότηση από την εναγομένη και έτσι η ενάγουσα συνέχισε να πληρώνει ενοίκιο από τις 31/3/05 μέχρι 3/4/07 όταν η εναγομένη έδωσε σχετικές οδηγίες. Περαιτέρω η ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 2/9/2005, Τεκμήριο 27 κατέστησε ουσιώδη τον όρο για πληρωμή των μηνιαίων αποθηκευτικών εξόδων και κάλεσε την εναγόμενη να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά εντός 10 ημερών από της λήψεως της επιστολής όμως η τελευταία αρνήθηκε με επιστολή της ημερομηνίας 27/9/2005 την οφειλή της και παρέλειψε να την εξοφλήσει. Μετά τα πιο πάνω οι δικηγόροι της ενάγουσας απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 12/10/2005, Τεκμήριο 28 και τερμάτισαν την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και κάλεσαν την εναγόμενη όπως εκτελωνίσει τα εν λόγω εμπορεύματα και καταβάλει την οφειλή της στην ενάγουσα όμως η εναγομένη αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Έκτοτε η Τράπεζα δεν έχει καταβάλει κανένα ποσό για την εν λόγω οφειλή της η οποία ανέρχεται σε (ΛΚ21.500) €36,734.93 που αντιστοιχεί στην αμοιβή της ενάγουσας απο 1/5/2004 μέχρι και 31/3/2005 (11 μήνες προς (ΛΚ400) €683.44 σύνολο ΛΚ 4,400 δηλαδή €7517.85) και για την αμοιβή της ενάγουσας από 1/4/2005 μέχρι τις 30/4/2007 σύνολο 25 μήνες προς ΛΚ684.00 δηλαδή €1168.68 σύνολο ΛΚ17,100 δηλαδή €29,217.08). Επιπλέον ο κ Πανίκος Χριστοδουλίδης των Τελωνειακών Αρχών επικοινώνησε επανειλημμένως με τους κ.κ. Χατζησάββα και Μιχαηλίδη υπαλλήλους της Τράπεζας, και τους ανέφερε ότι έπρεπε να στείλουν επιστολή και να δίδουν οδηγίες στην ενάγουσα ή στις τελωνειακές αρχές αναφορικά με το τι θα γινόταν με τα εν λόγω εμπορεύματα, πράγμα που τελικά έπραξαν στις 3/4/2007 με επιστολή τους, Τεκμήριο 31. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι ούτε η διάρκεια της αποθήκευσης αλλά ούτε και το ύψος των αποθηκευτικών τελών έχουν στην ουσία τους αμφισβητηθεί. Το βασικό επιχείρημα του κου Ζαχαρίου κατά τις τελικές αγορεύσεις ήταν ότι με βάση την ισχύουσα νομολογία η υποχρέωση καταβολής αποθηκευτικών τελών βαρύνει τον ιδιοκτήτη των εμπορευμάτων, ότι η μόνη ισχύουσα συμφωνία ήταν η συμφωνία του 1990 και ότι δεν προκύπτει θέμα νέας συμφωνίας. Συνεπώς η Τράπεζα δεν υπέχει ευθύνη για την πληρωμή των αποθηκευτικών τελών αφού δεν ήταν η ιδιοκτήτρια των εμπορευμάτων. Είναι γεγονός ότι από τη νομολογία (βλ. Fairways (Limassol) Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας

(1992)4 ΑΑΔ 4221) προκύπτει ότι η σχέση μεταξύ τραπεζών και αγοραστών αιτητών βάσει της ενέγγυου πιστώσεως είναι εκείνη του δανειστή και οφειλέτη και τα έγγραφα που δημιουργούν τίτλο στα αγαθά κρατούνται από την τράπεζα ως απλή εξασφάλιση του χρέους. Η οποία κατά συνέπεια ως μη ιδιοκτήτρια δεν θα είχε υποχρέωση να καταβάλει οποιαδήποτε αποθηκευτικά τέλη. Είναι όμως προφανές ότι στην παρούσα περίπτωση η σχέση που υφίστατο διαφοροποιήθηκε αφού επήλθε νέα μεταγενέστερη συμφωνία. Η συμπεριφορά της Τράπεζας, η πληρωμή δηλαδή από την ίδια των αποθηκευτικών τελών που οφείλονταν στην ενάγουσα και συγκεκριμένα των δόσεων 1/1/03 - 1/4/07 με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρχε μεταξύ των μερών προφορική συμφωνία για πληρωμή μειωμένων αποθηκευτικών τελών. Θεωρώ ότι από τη στιγμή που η Τράπεζα αποδέχθηκε την προσφορά της ενάγουσας στο Τεκμήριο 32Β αρχίζοντας να πληρώνει το ποσό των ΛΚ400 και παραλείποντας να μεριμνήσει για την απόσυρση των εμπορευμάτων υπήρξε συμφωνία (βλ. μεταξύ άλλων την υπόθεση Brogden v. Metropolitan Ry
(1877)2 App Cas. 666). Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts, "General Principles", 24η έκδοση παράγραφος 80, σελίδα 41: «Obviously, an offer can be accepted by conduct; and this is never thought to give rise to any difficulty where the conduct takes the form of a positive act. In principle, conduct can also take the form of a forbearance: for example, a debtor's offer to give additional security for a debt can be accepted by the creditor's forbearing to sue for the debt. Similarly, a tenant can accept an offer of a new tenancy by simply not vacating the premises. In one such case it was said that the offer had been accepted by «silence»; but it seems better to say that it was accepted by conduct and that the landlord had waived notice of acceptance.» Με βάση τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση ως η παράγραφος 17Β, Γ και Δ της Έκθεσης Απαίτησης. Το ποσό της παραγράφου Γ να περιοριστεί μέχρι την 30/4/07. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ...................................................... (Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.