ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ. ν. Μάρθας Ιωάννου, Αρ. Αγωγής 706/08, 3 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 706/08 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ., από τη Λευκωσία, Ενάγουσας -και- Μάρθας Ιωάννου, από την Πάφο, Εναγομένης ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 2.5.2008 ΓΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗ ΛΟΓΩ ΜΗ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ Ημερομηνία: 3 Οκτωβρίου, 2008. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: Η κα Γ. Ζαχαρίου. Για την Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση: Καμιά εμφάνιση. Εναγόμενη-Καθ΄ ης η αίτηση απούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγόμενη σε τυποποιημένο έγγραφο αιτήθηκε στις 30.5.1995 από την ενάγουσα την έκδοση πιστωτικής κάρτας. Η ενάγουσα ενέκρινε την έκδοση πιστωτικής κάρτας στις 31.5.1995 (βλ. Τεκμήριο Α) με όριο £200,- (€341,72) το οποίο είναι διαγραμμένο με το σημείο «Χ» και αναγράφεται £250,-. Η εναγόμενη χρησιμοποίησε την πιστωτική κάρτα στις 13.6.1995 για το ποσό των £10,64σεντ, £35,06σεντ και £40, στις 19.6.1995 για το ποσό των £37 και £50, στις 24.6.1995 για το ποσό των £7, στις 26.6.1995 για το ποσό των £40 και στις 27.6.1995 για το ποσό των £22.,50σεντ. Δηλαδή τη χρησιμοποίησε σε πέντε
(5)ημερομηνίες από τις 13.6.1995 έως τις 27.6.1995 και σε οκτώ
(8)περιπτώσεις για το συνολικό ποσό των £242,20σεντ (€413,82σεντ). ΄Εκτοτε δεν ξαναχρησιμοποίησε την πιστωτική κάρτα. Η ενάγουσα, δεκατρία
(13)χρόνια, περίπου, μετά την έκδοση και χρήση της πιστωτικής κάρτας, εγείρει την παρούσα αγωγή και αξιώνει εναντίον της εναγομένης το ποσό των €8.847,65σεντ (£5.178,30σεντ) με τόκο 12.5% από 31.12.2007 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου κάθε 30/6 και 31/12 εκάστου έτους και έξοδα. Σύμφωνα δε με την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε ως τεκμήριο «Α» με συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 28.8.2008, το ποσό στις 30.6.2008 ανήλθε στα €9.440,43σεντ (£5.525,24σεντ). Να σημειωθεί ότι δεν δόθηκε καμιά εξήγηση από την ενάγουσα γιατί άφησε να παρέλθει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και μετά να εγείρει την παρούσα αγωγή. Δεν προτίθεμαι όμως να εξετάσω θέμα εφαρμογής της αρχής ή δόγματος "laches" (ολιγωρία) (βλ. υπόθεση Γιωργαλλάς ν. Χατζηχριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ 2060 και Nelson n. Rye and others
(1996)2 All E.R. 186) ή των όσων λέχθηκαν στις υποθέσεις Ιερείδης ν. Παναγιώτου
(2006)1 Α.Α.Δ. 498 και Φράγκου ν. Στυλιανίδης, Πολιτική ΄Εφεση 12078 ημερ. 26.1.2007, καθότι η εναγόμενη δεν εμφανίζεται και δεν προβάλλεται τέτοια υπεράσπιση. Η αγωγή επιδόθηκε από ιδιώτη επιδότη, στον οποίο ανέθεσε την επίδοση η ενάγουσα, στις 16.4.2008 προσωπικά στην εναγόμενη στην Πάφο. Η εναγόμενη δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στον προβλεπόμενο από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας χρόνο, και η ενάγουσα στις 2.5.2008 καταχώρισε αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Ορίστηκε στις 21.5.2008 για απόδειξη. Στις 19.5.2008 καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση με επισυναπτόμενα τεκμήρια την αίτηση για έκδοση πιστωτικής κάρτας και την έγκριση, Τεκμήριο Α, επιστολή ημερομηνίας 20.12.2007, Τεκμήριο Β, με την οποία επιβεβαίωναν επιστολή ημερομηνίας 3.3.2003 του Κέντρου Κάρτας της ενάγουσας (η οποία σημειωτέον δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο) με την οποία αναστέλλετο η χρήση της κάρτας και καλείτο να εξοφλήσει το χρέος της και επίσης την πληροφορούσαν ότι θα χρεώνετο με 2% δικαιώματα διαπραγμάτευσης το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της και ότι ο λογαριασμός της θα χρεώνετο με συνολικό ποσοστό επιτοκίου προς 12.5% με κεφαλαιοποίηση τόκων ανά εξάμηνο. Ως Τεκμήριο Γ καταχωρήθηκε γενική κατάσταση λογαριασμού από το 2003 και εντεύθεν. Γι΄ αυτό το λόγο το Δικαστήριο στις 19.6.2008 ζήτησε όπως καταχωρηθεί αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, πράγμα που έγινε στην ημερομηνία που ήδη έχει αναφερθεί, δηλαδή στις 28.8.2008. Επειδή ο φάκελος της υπόθεσης, για άγνωστο για το Δικαστήριο λόγο, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 7.7.2008 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για απόδειξη, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 10.9.2008, ότε και επιφυλάχθηκε η απόφαση. Σύμφωνα με την αναλυτική κατάσταση που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο «Α» με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28.8.2008, το χρέος που δημιουργήθηκε από τη χρήση της κάρτας μέχρι τις 27.6.1995 και ανήρχετο στα €413,82σεντ (£242,20σεντ), διπλασιάστηκε στις 12.12.1997, δηλαδή σε δυόμισι (2½) χρόνια, αφού κατ΄ αυτή την ημερομηνία το οφειλόμενο ποσό από την εναγόμενη στην ενάγουσα ανήλθε στα €831,99σεντ (£486,94σεντ). Σύμφωνα με τον όρο 3 χρήσης της κάρτας, ο λογαριασμός της εναγόμενης θα χρεώνετο με τόκο 9% ετησίως και ή με το ανώτατο επιτόκιο που προβλέπεται από το νόμο, καθώς και με δικαιώματα εξυπηρέτησης, δικαιώματα διαπραγμάτευσης και ετήσια συνδρομή. Στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι εάν το οφειλόμενο υπόλοιπο χρεώνετο με τόκο 9% ετησίως, με δεδομένο ότι η εναγόμενη μέχρι τις 27.6.1995 χρησιμοποίησε από την κάρτα της το συνολικό ποσό των €413,82σεντ (£242,70σεντ) τούτο θα διπλασιάζετο σε οκτώ
(8)χρόνια, ήτοι περί τις 27.6.2003. Κατά την ημέρα της σύμβασης ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος 2/77, ο οποίος προνοεί: ΄Αρθρο 2: «Επιτόκιον» σημαίνει μονάδα υπολογισμού του τόκου «τόκος» σημαίνει την αμοιβήν ή αποζημίωσιν διά την χρήσιν ή διακράτησιν υφ΄ ενός προσώπου χρηματικού κεφαλαίου ανήκοντος ή οφειλομένου εις έτερον πρόσωπον και οιονδήποτε ποσόν, υπό μορφήν δικαιώματος επιβαρύνσεως ή εξόδων ή οιανδήποτε άλλην μορφήν, πέραν του κεφαλαίου, πληρωτέον εις τον δικαιούχον του χρηματικού κεφαλαίου επ΄ ανταλλάγματι εν σχέσει προς την χρήσιν ή διακράτησιν του χρηματικού κεφαλαίου, αλλά δεν περιλαμβάνει ποσά άτινα νομίμως επιβάλλονται συμφώνως προς τα ς διατάξεις του περί Τοκιστών Νόμου του 1962 ή συμφώνως προς τας διατάξεις του περί Ελέγχου Ενοικιαγοράς και Πωλήσεως επί Πιστώσει και Μισθώσεως Ιδιοκτησίας Νόμου του 1966 υπό τίνος τοκιστού ή διαθέτου, αναλόγως της περιπτώσεως, διά ενοίκια και δικαιώματα ενοικιαγοράς, έξοδα, επιβαρύνσεις ή δαπάνας· ΄Αρθρο 3: Το επιτόκιον εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν δύναται να υπερβαίνει το 9% ετησίως. Σύμφωνα με το ΄Αρθρο 5, κάθε παράβαση του άρθρου 3 συνιστά ποινικό αδίκημα. Σύμφωνα με το ΄Αρθρο 6
(1), καθυστερημένος τόκος δεν θα υπερβαίνει το αρχικό χρέος. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.ά. ν. Coudounaris Food Products Ltd κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 641, 651 λέχθηκε: «Η προσθήκη τόκου 9% στο συνολικό ποσό της οφειλής είναι παράνομη και άκυρη. Ο τόκος είχε ήδη προστεθεί στην αρχική οφειλή διότι το αρχικό κεφάλαιο των £574.545,00σεντ εχρεώνετο με τόκο από 1.1.1969 με αποτέλεσμα να διπλασιαστεί και η είσπραξη του τόκου επί του νέου κεφαλαίου θα σήμαινε χρέωση τόκου πέραν του 9% το χρόνο, που δεν είναι επιτρεπτό». Στην υπόθεση Ελισάβετ Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ.
(2003)1 Α.Α.Δ. 530, 537, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ΄Αρθρο 3 του περί Τόκου Νόμου ρητά προβλέπει ότι απαγορεύεται η χρέωση τόκου πέραν του 9% ετησίως, για τη χρήση χρηματικού κεφαλαίου ή για την εκπλήρωση υποχρέωσης. Αποκλείεται, τοιουτοτρόπως, η χρέωση, κάτω από οποιοδήποτε πρόσχημα ή μανδύα, ποσού πέραν του 9% για τη χρήση του κεφαλαίου που δανείζει ο πιστωτής. Αυτό σημαίνει ότι, στην υποθετική περίπτωση δανεισμού ποσού £100,00, δεν είναι παραδεκτή η χρέωση τόκου πέραν του 9% κατ΄ έτος, για όσο χρόνο διαρκεί ο δανεισμός. Η χρέωση τόκου είναι επιτρεπτή μόνο για το κεφάλαιο που δανείζεται κάποιος και όχι για τους καρπούς του, δηλαδή τον οφειλόμενο τόκο. Τι συνιστά τόκο προσδιορίζεται στο ΄Αρθρο 2 του Νόμου.» Στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(2005)1 Α.Α.Δ. 38 και δη στη σελίδα 46 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνάγεται, πως αν σε συγκεκριμένο δάνειο όπου ισχύουν οι προμνησθείσες περί τόκου διατάξεις, ο πιστωτής χρεώσει το χρεώστη με τόκο 9% ετησίως και πέραν αυτού και με οποιοδήποτε άλλο ποσό υπό μορφή εξόδων μελέτης ή πραγματικών εξόδων κλπ, αυτές οι χρεώσεις θα ισοδυναμούν με χρέωση τόκου πέραν του 9% ετησίως και θα είναι παράνομες. Αν όμως για το δάνειο που παραχωρήθηκε το συμφωνηθέν επιτόκιο είναι χαμηλότερο του 9%, παρέχεται δυνατότητα νόμιμης χρέωσης εξόδων μελέτης κλπ εφόσον το ποσό της χρέωσης μαζί με τους τόκους δεν θα υπερβαίνουν ποσοστό 9% ετησίως του κεφαλαίου.» Στην υπόθεση C.T.A. Techno Marketing Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 720, και δη στη σελίδα 727 ειπώθηκαν τα εξής: «Η χρέωση παράνομου τόκου στην πράξη στη συνέχεια δεν προσδίδει παράνομο χαρακτήρα στη σύμβαση. Οι ενάγοντες δικαιούνται στο μέρος εκείνο της αξίωσής τους, που ο νόμος επιτρέπει δηλαδή το κεφάλαιο και τους συμφώνως του νόμου υπολογισθέντες τόκους». Από την αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού της εναγόμενης που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα χρέωνε το λογαριασμό με τόκο πέραν του 9% αφού μέσα σε δυόμισι (2½) χρόνια διπλασιάστηκε το ποσό ενώ εάν χρεώνετο με 9% για να διπλασιαστεί το ποσό χρειάζοντο περίπου οκτώ
(8)χρόνια. Όπως φαίνεται από την αναλυτική κατάσταση λογαριασμών, επέβαλλε τόκο στο ποσό απόσυρσης λεφτών, χρέωση καθυστερήσεων και τόκο στις αγορές του προηγούμενου μήνα επί μηνιαίας βάσεως μέχρι τις 17.1.
- Να επαναληφθεί ότι η εναγόμενη τις αγορές ή την απόσυρση λεφτών τις έκανε από 13.6.1995 έως 27.6.
- Ακολούθως, η ενάγουσα από τις 18.2.2000 μέχρι και τις 11.2.2003 επέβαλλε χρέωση συνολικού τόκου και χρέωση καθυστερήσεων επί μηνιαίας βάσεως, η οποία υπερέβαινε το 9% που προβλέπεται στο άρθρο 3 του Νόμου 2/77 αλλά προέβαινε και σε ανατοκισμό περισσότερο από δύο φορές το χρόνο αφού χρέωνε το λογαριασμό της εναγόμενης και με άλλες χρεώσεις κατά παράβαση του άρθρου 3
(2)του Νόμου 160
(1)/99 σε περίπτωση που εφαρμογή έχει αυτός ή και αυτός ο νόμος στην υπό εξέταση υπόθεση. Στη συνέχεια από τις 13.3.2003 μέχρι και τις 30.6.2008, που είναι η τελευταία ημερομηνία της αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού Τεκμήριο «Α», προέβαινε σε κεφαλαιοποίηση τόκων ανά εξάμηνο και επιπλέον επέβαλε δύο άλλες χρεώσεις στις 14.5.2003 και 28.9.2004 για το ποσό των £30,- και £177,- αντίστοιχα. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η πρόνοια ή όρος για διάφορες επιβαρύνσεις στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση η οποία σήμαινε στην πράξη χρέωση τόκου πέραν του 9% ή και χρέωση τόκου πέραν του 9% είναι παράνομη και ως τέτοια μη επιτρεπτή σύμφωνα με τα άρθρα 3, 5 και 6
(1)του Νόμου 2/77. Τούτο όμως δεν οδηγεί σε παρανομία και ακύρωση όλης της σύμβασης. Αλλά απλά η ενάγουσα δεν δικαιούται τα ποσά που υπερβαίνουν το 9% ετησίως. Ο Νόμος 2/77 καταργήθηκε από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμο 160
(1)/99 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.
- Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέχρι και τις 31.12.2000 ισχύουν τα όσα προβλέπονται από το Νόμο 2/
- Αμφιβολία εγείρεται και ερωτηματικό γεννάται πώς πρέπει να ερμηνευθούν οι δύο νόμοι σε σχέση με οφειλές για συμβάσεις δανείων ή άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις που υφίσταντο πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου 160
(1)/99. Από την έρευνά μου δεν εντόπισα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού. Στο άρθρο 4 του Νόμου 160
(1)/99 προβλέπεται για τα υφιστάμενα δάνεια με εξασφάλιση υποθήκης ακινήτου ότι ο τόκος δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του οφειλόμενου κατά το χρόνο της είσπραξης κεφαλαίου. Στο άρθρο 5 του Νόμου 160
(1)/99 γίνεται πρόβλεψη για τα υφιστάμενα οικιστικά δάνεια. Για οφειλόμενα χρέη από άλλες συμβάσεις ή πιστωτικές διευκολύνσεις δεν γίνεται πρόβλεψη. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι, ακριβώς επειδή δεν προνοείται και για τις άλλες υφιστάμενες πιστωτικές διευκολύνσεις ή συμβάσεις δανείων ότι προνοείται για τα δάνεια που αναφέρονται στα πιο πάνω άρθρα, τούτο εξυπακούει ότι οι άλλες υφιστάμενες πιστωτικές διευκολύνσεις ή συμβάσεις δανείων που συνήφθησαν πριν την εφαρμογή του Νόμου 160
(1)/99 υπόκεινται στα προβλεπόμενα από το άρθρο 3
(1)του Νόμου 160
(1)/99 και όχι από το Νόμο 2/77. Από την άλλη όμως το Δικαστήριο επισημαίνει και παρατηρεί τα ακόλουθα: Στο άρθρο 3
(1)του Νόμου 160
(1)/99 καταγράφονται οι υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων, στα οποία περιλαμβάνεται και η ενάγουσα, έναντι των οφειλετών και έχει ως εξής: «3.-
(1)Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση- (α) Να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο ή άλλη πιστωτική διευκόλυνση για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση, τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται και το χρόνο κατά τον οποίο θα εισπράττεται ή θα χρεώνεται στο λογαριασμό του οφειλέτη· (β) να παρέχουν σε κάθε οφειλέτη λεπτομέρειες για τυχόν άλλες χρεώσεις ή ανάκτηση εξόδων που σχετίζονται με το δάνειο ή την πιστωτική διευκόλυνση· (γ) να ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση προς αυτούς για τυχόν αλλαγή στο επιτόκιο ή στον τρόπο υπολογισμού του ή στο χρόνο καταβολής του ή γενικά για οποιαδήποτε άλλη αλλαγή· (δ) να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο.
(2)Οποιοσδήποτε παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος αδικήματος τιμωρούμενου με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.» Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου 160
(1)/99, οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή (α) του άρθρου 36 του περί Κεντρικής Τράπεζας Νόμου του 1963 έως 1998 και (β) των διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης, η σύμβαση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης υπογράφηκε έξι
(6)περίπου χρόνια πριν την έναρξη της ισχύος του Νόμου 160
(1)/99, δηλαδή υπογράφηκε κατά το χρόνο που ίσχυε ο Νόμος 2/77, και δη το άρθρο 6
(1)του Νόμου 2/77, σύμφωνα με το οποίο δεν ήταν δυνατό να ανακτηθεί με αγωγή ως καθυστερημένος τόκος ποσό που θα υπερέβαινε το αρχικό χρέος ή υποχρέωση. Το ανώτατο προβλεπόμενο επιτόκιο από το άρθρο 3 του Νόμου 2/77, ήτοι 9%, καταγράφηκε ως όρος 3 στη μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Δημιουργείται η εντύπωση ότι, από τη φρασεολογία κυρίως του άρθρου 3
(1)(α) του Νόμου 160
(1)/99, και δη από το γεγονός ότι τα ρήματα βρίσκονται σε ενεστώτα και μέλλοντα χρόνο, «Όλα τα πιστωτικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση (α) να ενημερώνουν ειδικά κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχωρούν δάνειο», και δεν χρησιμοποιείται φρασεολογία όπως π.χ. «Να ενημερώνουν κάθε οφειλέτη στον οποίο παραχώρησαν δάνειο», οι υποχρεώσεις αυτές των πιστωτικών ιδρυμάτων έχουν εφαρμογή για σύμβαση δανείων ή οιωνδήποτε πιστωτικών διευκολύνσεων που θα παρείχοντο από την ισχύ του Νόμου 160
(1)/99 και μετά, δηλαδή από την 1.1.2001 και όχι για οιεσδήποτε πιστωτικές διευκολύνσεις ή συμβάσεις δανείων που ήδη υφίσταντο πριν την 1.1.2001. ΄Αλλωστε, για τους ίδιους λόγους που γίνεται ειδική πρόνοια για δάνεια με υποθήκη και οικιστικά δάνεια και δεν είναι άλλη από την προστασία του οφειλέτη, μεταξύ των οποίων η απώλεια π.χ. του ακινήτου ή της οικίας του, θα πρέπει να είναι και για τους άλλους οφειλέτες αφού παρέχεται στα πιστωτικά ιδρύματα η δικονομική δυνατότητα, σε περίπτωση μη πληρωμής του χρέους να αιτηθούν την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας κάποιου οφειλέτη. Πέραν τούτου, από τη στιγμή που με την επιφύλαξη του άρθρου 6(β) του Νόμου 160
(1)/99 δεν επηρεάζονται οι διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, θα ήταν άδικο να μπορεί να τροποποιηθεί μονομερώς από τα πιστωτικά ιδρύματα, και στην περίπτωση μας από την ενάγουσα, όρος της μεταξύ τους σύμβασης, και δη εις βάρος του οφειλέτη, που αφορά το επιτόκιο με το οποίο θα χρεώνετο ο λογαριασμός της εναγόμενης. Ακόμη, μπορεί να ισχυρισθεί κάποιος ότι για τη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων η οποία έγινε έξι
(6)χρόνια πριν την ισχύ του Νόμου 160
(1)/99, εφαρμογή έχουν τα άρθρα 3 και 6
(1)του Νόμου 2/77 και ο τόκος δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ποσό που έλαβε τον Ιούνιο του 1995 η εναγόμενη από την ενάγουσα. Τέλος, θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι θα ήταν άδικο για ένα ποσό της τάξης των €413,82σεντ να εκδοθεί απόφαση για €9.440,33σεντ, όταν η ενάγουσα θα μπορούσε να εγείρει την αγωγή της τουλάχιστον λίγους μήνες μετά που η εναγόμενη δεν έκανε χρήση της κάρτας της, δηλαδή στις αρχές του 1996 όταν ίσχυε ο Νόμος 2/77, και υπενθυμίζεται ότι δεν δόθηκε καμιά εξήγηση για την τόση μεγάλη καθυστέρηση, και όχι να περιμένει να εγείρει την αγωγή της μετά από δεκατρία
(13)χρόνια. Δεν θα ήταν δίκαιο αυτή που ευθύνεται για την καθυστέρηση να επωφεληθεί και από τη νέα νομοθεσία. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η ορθότερη προσέγγιση είναι η ακόλουθη. Η ενάγουσα μέχρι και τις 30.12.2000 που ίσχυαν τα άρθρα 3, 5 και 6
(1)του Νόμου 2 /77 από τα οποία διέπετο η συμφωνία ημερομηνίας 31.5.1995 μεταξύ των διαδίκων, μπορούσε να χρεώνει το υπόλοιπο του χρέους με τόκο 9% ή με λιγότερο τόκο και άλλες επιβαρύνσεις το συνολικό ποσό των οποίων μαζί με τον τόκο δεν θα υπερέβαινε το 9% ετησίως. Επομένως το χρέος της εναγόμενης στις 31.12.2000, δεδομένου ότι η εναγόμενη μέχρι τις 27.6.1995 έλαβε το ποσό των €413,82σεντ (£242,20σεντ), τούτο θα ανήρχετο στο ποσό των €670 (£391) περίπου. Στη συνέχεια το χρέος θα τοκίζετο και πάλι με 9% μέχρι τις 31.12.2007 επειδή η επιστολή που στάληκε δυνάμει του άρθρου 3
(1)(γ) του Νόμου 160
(1)/99, με την οποία ενημέρωνε η ενάγουσα την εναγόμενη ότι το επιτόκιο θα αυξάνετο σε 12.5% σταθερό με κεφαλαιοποίηση ανά εξάμηνο, φέρει ημερομηνία 20.12.2007. Δεν αποδέχομαι ότι στάληκε επιστολή ημερομηνίας 3.3.2003 αφού δεν επισυνάπτεται ως τεκμήριο τέτοια επιστολή. Ο τόκος δηλαδή από την 1.1.2001 μέχρι και τις 31.12.2007 θα ήταν και πάλι 9% ετησίως επί του χρέους, δηλαδή των €670 (£391). Οπότε η οφειλή της εναγόμενης προς την ενάγουσα στις 31.12.2007 θα ανήρχετο στο ποσό των €1.277,32σεντ (£747,58). Βέβαια, από την 1.1.2008 δικαιούται τόκο 12.5% ανά εξάμηνο μέχρι εξόφλησης, λόγω του ότι προβλέπεται τούτο στον όρο 3 της χρήσης της πιστωτικής κάρτας στην οποία καταγράφεται ότι η ενάγουσα διαζευκτικά με τη χρέωση τόκου 9% δύναται να χρεώνει με το ανώτατο επιτόκιο που προβλέπεται από το νόμο, πράγμα που έγινε με την ενεργοποίηση εκ μέρους της ενάγουσας του άρθρου 3
(1)(γ) του Νόμου 160
(1)/99 με την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 20.12.2007 και στα πλαίσια του άρθρου 6(β) του Νόμου 160
(1)/99 σύμφωνα με το οποίο οι διατάξεις του νόμου αυτούδεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή των διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €1.277,32σεντ (£747,58), με τόκο 12.5% από 1.1.2008 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον €292 έξοδα, συν Φ.Π.Α. με νόμιμο τόκο επί των εξόδων, πλέον €10 έξοδα επίδοσης. Ν. Γερολέμου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο