Επί τοις αφορώσι τον ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΣΙΝΟ, Αίτηση αρ. : 368/07, 3 Oκτωβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε. Δ. ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ (Κ.39) Αίτηση αρ. : 368/07 Εις Πτώχευση Επί τοις αφορώσι τον ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΣΙΝΟ, εκ Λάρνακος, Καρυάτιδων αρ. 30, Α.Τ. 623969 Αίτηση (Ένορκη Δήλωση) ημερομηνίας 25.6.2007, για ακύρωση και/ή παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης (Κανονισμοί 40
(2)και 41). Ημερομηνία: 3 Oκτωβρίου 2008 Εμφανίσεις Για τον Αιτητή-Χρεώστη: κ. Καϊμακλιώτης για κ. Γιώργο Βασιλείου Για τους Καθ΄ων η Αίτηση-Πιστωτές: κα Μαθηκολώνη για ΑΝΔΡΕΑΣ Θ. ΜΑΘΗΚΟΛΩΝΗ & ΣΙΑ (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Σκορδής) Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 27.1.1995 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος εξέδωσε εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή αρ. 379/94, εναντίον των
- Αντώνη Βεντούρη
- Λευκής Βεντούρη και
- Χρίστου Κάσινου (στο εξής αναφερομένου ως ο Χρεώστης), ευθυνομένων ομού και/ή κεχωρισμένως και προς όφελος των LOMBARD NATWEST LTD (στο εξής αναφερομένων ως οι Πιστωτές), για το ποσό των ΛΚ.7,219.82 με τόκο προς 6% ετησίως επί του ποσού αυτού από 27.1.95 μέχρι εξόφλησης και έξοδα. Στις 24.5.2007 οι Πιστωτές καταχώρησαν δια του δικηγόρου των, αίτηση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης εναντίον του Χρεώστη, συνοδευομένη από Ειδοποίηση Πτώχευσης η οποία επεδόθη στον Χρεώστη στις 21.6.
- Στις 25.6.2007 ο Χρεώστης καταχώρησε Ένορκη Δήλωση (η οποία σύμφωνα με τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς (Κανονισμός 41) θεωρείται αίτηση για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης) με την οποία επιζητεί την ακύρωση της Ειδοποίησης, προβάλλοντας συνοπτικά τους εξής λόγους: (α) το ποσό που αναφέρεται στην αίτηση για έκδοση της Πτωχευτικής Ειδοποίησης είναι υπερβολικό και αποτελεί προϊόν παράνομου χρέους καθότι όλο το εξ' αποφάσεως χρέος στην αγωγή αρ. 379/94 του Ε.Δ. Λάρνακος πλέον τα έξοδα και οι τόκοι, έχουν εξοφληθεί. (β) οι Πιστωτές έχουν λάβει ήδη μέτρα εκτέλεσης εναντίον του και συγκεκριμένα έχουν εκδώσει, στα πλαίσια της προαναφερομένης αγωγής, Διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον του, βάσει του οποίου ο ίδιος κατέβαλε "αρκετά ποσά". (γ) ο λόγος για τον οποίο οι Πιστωτές προχώρησαν με την παρούσα διαδικασία είναι για να τον εκβιάσουν επειδή ο ίδιος σήμερα εργάζεται ως ασφαλιστής και ενδεχομένως να "χάσει" την άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος του, εάν η παρούσα διαδικασία προχωρήσει εναντίον του. (δ) οι Πιστωτές δεν έλαβαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του πρωτοφειλέτη και του άλλου εγγυητού (στην αγωγή αρ. 379/94 Ε.Δ. Λάρνακος) τους οποίους "παρέκαμψαν" αδικαιολόγητα. (ε) η αίτηση για έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αποσκοπεί μόνο στον εξαναγκασμό του να καταβάλει ολόκληρο το εξ' αποφάσεως χρέος . Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκονται "αλλότριοι σκοποί" και συγκεκριμένα "ο προσπορισμός οφέλους ξένου προς τον σκοπό για τον οποίο παρασχέθηκε το δικαίωμα στις πτωχευτικές διαδικασίες". (στ) η εν λόγω αίτηση είναι "αβάσιμη, νομικά αστήρικτη, αδικαιολόγητη και δεν περιέχει οποιοδήποτε ουσιαστικό λόγο ή έρεισμά για την θεμελίωση ή τεκμηρίωση αυτής". (z) η αίτηση είναι "παράτυπη και δεν αναφέρει τους Νόμους και τους Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται. Περαιτέρω οι αιτητές δεν εξάντλησαν όλα τα μέτρα εκτέλεσης που προβλέπει ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ.
- Ο Χρεώστης αρνείται τέλος ότι οι Πιστωτές (LOMBARD NATWEST LTD) έχουν μετονομαστεί σε ALFA ASSET FINANCE LIMITED. Οι Πιστωτές δεν καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση (Ένορκη Δήλωση του Χρεώστη). Και τα δύο μέρη συμφώνησαν ως Παραδεκτά Γεγονότα τα εξής: Η εκδοθείσα την 27.1.1995 απόφαση (στα πλαίσια της αγωγής 379/94 Ε.Δ. Λάρνακας) ανανεώθηκε την 5.6.2002, όπως φαίνεται και στο επισυνημμένο στην Ειδοποίηση Πτώχευσης, Τεκμήριο
- Οι Πιστωτές (LOMBARD NATWEST LTD) έχουν μετονομαστεί από 30.9.1998 σε ALPHA ASSET FINANCE LTD. Το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο του εξ' αποφάσεως χρέους, αφαιρουμένων των ποσών που έχουν καταβληθεί σε σχέση με την εν λόγω οφειλή, ανέρχεται σε €23.597,
- Η Ειδοποίηση Πτώχευσης επεδόθη προσωπικά στον Χρεώστη την 21.6.2007, από ιδιώτη επιδότη. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανέπτυξαν τις θέσεις τους με αναφορά στην Νομολογία. Στις πρόνοιες του άρθρου 3 εδάφιο 1(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, προβλέπεται ότι η μη συμμόρφωση σε Ειδοποίηση Πτώχευσης εντός επτά
(7)ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης, συνιστά πράξη πτώχευσης βάσει της οποίας μπορούν να ληφθούν μέτρα για την έκδοση Διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του χρεώστη. Ο Κανονισμός 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να υποβάλει ένσταση στην Ειδοποίηση Πτώχευσης, οφείλει να καταχωρήσει, (εντός του χρόνου που καθορίζεται στην Ειδοποίηση) Ένορκη Δήλωση στην οποία θα εξειδικεύει κατά πόσον έχει εναντίον του εξ' αποφάσεως πιστωτή ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή η οποία ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος και την οποία δεν θα μπορούσε να προβάλει στην προγενέστερη διαδικασία μεταξύ των μερών. Στην προκειμένη περίπτωση ο Χρεώστης καταχώρησε την Ένορκη του Δήλωση ημερομηνίας 25.6.2007, υπό μορφή Αίτησης για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. Αυτό εξάλλου καταγράφεται (υπό μορφή τίτλου) στο άνω μέρος της πρώτης σελίδας της Ένορκης Δήλωσης. Με αυτό τον τρόπο, ο Χρεώστης συγκεκριμενοποίησε τον τύπο που ήθελε να χρησιμοποιήσει σύμφωνα με τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς. Οι λόγοι που μπορούν να προβληθούν στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση - Αίτηση είναι αυτοί που προβλέπονται από τον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω (βλ. Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1 ΑΑΔ 1694). Εν προκειμένω, από μια απλή μελέτη της Ένορκης Δήλωσης του Χρεώστη, προκύπτει αβίαστα ότι κανένας από τους λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, δεν προβάλλεται σ' αυτή. Ο ισχυρισμός ότι το εξ' αποφάσεως χρέος έχει πληρωθεί, αναιρείται από το παραδεκτό γεγονός ότι το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο του εξ' αποφάσεως χρέους, αφαιρουμένων των ποσών που έχουν πληρωθεί, ανέρχεται σε €23.597,25. Στην υπόθεση Re Costas Louca
(1986)2 J.SC 35 ο πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Π. Καλλής (Επαρχιακός Δικαστής όπως ήταν τότε) τόνισε ότι δεν μπορούν να συμπεριλαμβάνονται στην Ένορκη Δήλωση που καταχωρείται για ακύρωση Ειδοποίησης Πτώχευσης, λόγοι πέραν εκείνων που περιοριστικά καθορίζονται από τον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, δηλαδή ισχυρισμός για συμψηφισμό, ανταξίωση ή ανταγωγή που δεν μπορούσε να εγερθεί στην προγενέστερη, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, διαδικασία. Ως εκ τούτου στην προκειμένη περίπτωση, η Ένορκη Δήλωση του Χρεώστη δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 και του Κανονισμού 40
(2), αφού δεν εγείρει οποιαδήποτε ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό, τα οποία είναι τα μόνα θέματα που μπορεί να προβάλει ένας χρεώστης με ΄Ενορκη Δήλωση, όπως έχω προαναφέρει. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προσθέσω ότι σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Νόμου (Κεφ. 5) αλλά και του Κανονισμού 40
(2), το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη ανταξίωσης, δικαιώματος συμψηφισμού ή ανταγωγής βαρύνει τον Χρεώστη. Το ερώτημα το οποίο εγείρεται είναι εάν ένας χρεώστης έχει την δυνατότητα να ζητήσει από το Δικαστήριο τον παραμερισμό Ειδοποίησης Πτώχευσης, για λόγους άλλους από αυτούς που ρητά καθορίζονται στον Κανονισμό 40
(2). Η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική. Πράγματι το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα να εξετάσει ένα τέτοιο θέμα, αλλά στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να υποβληθεί αίτηση (motion) και όχι ένσταση όπως έχει καταχωρηθεί εν προκειμένω. Τούτο τονίζεται και στην υπόθεση Re Costas Louca (ανωτέρω). Οι Κανονισμοί 16, 17 και 18 των Πτωχευτικών Κανονισμών προβλέπουν την καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Βάσει του Κανονισμού 16, κάθε αίτηση θα εκθέτει τον Νόμο ή τους Κανονισμούς στους οποίους στηρίζεται και θα συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία θα βεβαιώνει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται. Η αρχή αυτή καταγράφεται στο σύγγραμμα Williams and Muir Hunter: The Law and Practice on Bankruptcy, 19η έκδοση όπου στη σελίδα 38 αναφέρονται τα εξής: "Setting aside Bankruptcy notice on grounds other than set off. ........ The debtor may apply by motion (i.e. not by the summary affidavit procedure of the B.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc". Σε ελεύθερη μετάφραση: "Αίτηση παραμερισμού Ειδοποίησης Πτώχευσης για λόγους άλλους από συμψηφισμό. .......... Ο χρεώστης δύναται να υποβάλει αίτηση (με άλλα λόγια όχι με την συνοπτική διαδικασία της ενόρκου δηλώσεως του Κανονισμού Πτώχευσης 139) για παραμερισμό της ειδοποίησης πάνω σε άλλους λόγους π.χ. παρατυπία, κακή επίδοση, πληρωμή (ή νόμιμη προσφορά πληρωμής) του χρέους κλπ". Γίνεται δε παραπομπή στην υπόθεση In re a Debtor 30 L.L. 1956, ex parte The Debtor v. Harman
(1957)2 All E.R. 216 όπου η Eιδοποίηση Πτώχευσης παραμερίστηκε μετά από αίτηση, για τον λόγο ότι η απόφαση είχε ικανοποιηθεί. Λέχθηκαν δε τα εξής: "There are a number of cases in which bankruptcy notices have quite plainly been set aside on motion on other grounds than those mentioned in rule 137." Γίνεται επίσης αναφορά στην υπόθεση In re Howes
(1982)1 Q.B. 628, In re H.B.
(1904)1 KEG B.94 και στην υπόθεση In re Miller
(1912)3 K.B.D όπου λέχθηκαν τα εξής: "One of those grounds plainly must be satisfaction because if a judgment has been satisfied .... there is no judgment left on which to found the bankruptcy notice". Στο Pocket Law Lexicon ως "motion" ορίζεται: "An application made to the Court by the parties or their counsel, in order to obtain some rule or order, either in the progress of a cause, or summarity, as in the case of a motion of a writ of habeas corpus ... As to notice of motion and procedure generally see R.S.C. Ord. L II". Σχετική αναφορά γίνεται στο Annual Practice 1959, στη σελίδα 1268 όπου υπό τον υπότιτλο "Practice-Originating notice of motion" καταγράφεται η διαδικασία η οποία είναι παρόμοια με αυτή που προβλέπεται για τις αιτήσεις από τους δικούς μας Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Εφαρμόζοντας τα προαναφερθέντα στην προκειμένη περίπτωση, θα έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 3, εδάφιο 3(β) του Κεφ. 5, μέσα στην προθεσμία που δόθηκε για πληρωμή (εάν θέση του Χρεώστη ήταν ότι το ποσό που ορίζεται στην Ειδοποίηση ως το οφειλόμενο υπερβαίνει το ποσό που πραγματικά οφείλεται) ο Χρεώστης να γνωστοποιήσει στον Πιστωτή ότι αμφισβητεί την εγκυρότητα της Ειδοποίησης Πτώχευσης, βάσει της ανακρίβειας αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση εάν ο Χρεώστης δεν προβεί σε τέτοια γνωστοποίηση θα θεωρείται ότι έχει συμμορφωθεί με την Ειδοποίηση Πτώχευσης εάν μέσα στην προθεσμία που δόθηκε λαμβάνει τέτοια μέτρα τα οποία θα συνιστούσαν συμμόρφωση προς την Ειδοποίηση, εάν το πραγματικά οφειλόμενο ποσό καθοριζόταν ορθά σ' αυτήν. Ως εκ τούτου, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Κανονισμού 18 των Πτωχευτικών Κανονισμών, κρίνω ότι η Ένορκη Δήλωση του Χρεώστη ημερομηνίας 25.6.2007 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "Ειδοποίηση" στην έννοια της επιφύλαξης του άρθρου 3, εδάφιο 3(β) του Κεφ. 5. Η ερμηνεία αυτή του όρου "Ειδοποίηση" (notice) με βάση των Κανονισμό 18 βρίσκει έρεισμα και στα όσα ανέφερα πιο πάνω σε σχέση με την αρχή ότι όταν οι λόγοι της ένστασης δεν είναι αυτοί που προβλέπονται στον Κανονισμό 40
(2), η ένσταση πρέπει να γίνεται με αίτηση (motion). Η προσέγγιση αυτή βρίσκει έρεισμα και από την βασική αρχή που διατυπώνεται στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, third edition, Vol. 2, παρ. 511 στη σελ. 272 (όπου γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Re A. Bankruptcy Notice
(1907)1 K.B. 478: "The words of the enactment creating the act bankruptcy are construed and applied in the strict sense". Παρόλο που η τύχη της Αίτησης (Ένορκης Δήλωσης) του Χρεώστη έχει κριθεί, θα εξετάσω στη συνέχεια τους υπόλοιπους λόγους που προβάλλονται σ' αυτή. Μεταξύ άλλων, προβάλλεται ότι η αίτηση για έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης είναι παράτυπη και δεν αναφέρει την νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται. Δεν εξειδικεύεται όμως στην Ένορκη Δήλωση του Χρεώστη ποια είναι η ορθή νομική βάση και για ποιο λόγο η αίτηση για έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης είναι παράτυπη. Ούτε και στο στάδιο των αγορεύσεων ο συνήγορος του Χρεώστη ανέλυσε την εν λόγω θέση, ούτε και την τεκμηρίωσε, με αποτέλεσμα ο εν λόγω ισχυρισμός να παραμείνει γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος. Εν πάση περιπτώσει, η αίτηση για έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης βασίστηκε στον Κανονισμό 39 των Πτωχευτικών Κανονισμών, όπως αναγράφεται στον τίτλο της αίτησης. Ως εκ τούτου ο ρηθείς ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός. Οι ισχυρισμοί περί αλλαγής του ονόματος των Πιστωτών καθώς επίσης και περί μη "ανανέωσης" της απόφασης καταρρίπτονται από τα Παραδεκτά Γεγονότα. Ο ισχυρισμός ότι οι Πιστωτές έχουν ήδη λάβει μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Χρεώστη (εξασφαλίζοντας Διάταγμα Μηνιαίων Δόσεων εναντίον του) δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός καθότι η παρούσα διαδικασία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τρόπος εκτέλεσης. Στην Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του έτους 1966 αναφέρεται στη σελίδα 1019: "Execution": The issue of a bankruptcy notice is not a form of execution (Re a Bankruptcy notice,
(1898)1 QB 388, per Chitty L.J. at. p. 387". Στην υπόθεση Οικονομίδης ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) 1255 αναφέρεται στη σελίδα 1263 ότι "οι μέθοδοι εκτέλεσης προδιαγράφονται από το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 το οποίο δεν περιλαμβάνει την διαδικασία πτώχευσης". Συνεπώς η έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης στην προκειμένη περίπτωση δεν αποτελεί τρόπο εκτέλεσης και επομένως ο Χρεώστης δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή πως ένας εξ' αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να επιδιώκει ταυτόχρονα δύο τρόπους εκτέλεσης (βλ. Christodoulou v. Andreou CLR XVI 95, Panaou v. HajiChristofi and Others
(1963)2 CLR 19). Τέλος ο ισχυρισμός ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης είναι εκδικητική, καταχρηστική και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς, παρέμεινε ατεκμηρίωτος. Ο Χρεώστης δεν απέδειξε με οποιοδήποτε τρόπο τον εν λόγω ισχυρισμό. Ο περί Πτωχεύσεως Νόμος και οι σχετικοί Κανονισμοί δεν επιβάλλουν στον Πιστωτή υποχρέωση να εξαντλήσει όλα τα δυνατά μέτρα εκτέλεσης προτού τροχιοδρομήσει διαδικασία πτώχευσης εναντίον του εξ' αποφάσεως οφειλέτη. Στην υπόθεση London Clubs Ltd κ.α. ν. Παπαδοπούλου
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1699, λέχθηκε ότι η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του προς συγκεκριμένο πιστωτή. Σκοπό της είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση προσώπου, ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο Νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ' ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Στην υπόθεση London Clubs Ltd (ανωτέρω) απεφασίσθη ότι η κατ' επανάληψη καταχώρηση Ειδοποιήσεων Πτώχευσης εναντίον του χρεώστη, (με επακόλουθο την στο μεταξύ συμφωνία του να δεχθεί διάταγμα αυξημένων μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο παράλληλης διαδικασίας) συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας η οποία εν τέλει ήταν καταπιεστική σε βάρος του χρεώστη. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον μου από το οποίο να φαίνεται ότι οι Πιστωτές χρησιμοποιούν την διαδικασία αυτή κατ΄ αθέμιτο τρόπο, με στόχο άλλο από εκείνο που προβλέπεται από τον Νόμο και κατά τρόπο καταπιεστικό ή εκδικητικό για τον χρεώστη. Όπως λέχθηκε στην Μερκής ν. Intertobacco Ltd, Πολιτική Έφεση 131/2005, ημερ. 8.9.2006 (στην οποία έγινε αναφορά και στην υπόθεση London Clubs Ltd): "Δεν ασκείται έλεγχος εσωτερικών ελατηρίων και δεν είναι με αναφορά σε τέτοια αλλά στον τρόπο χρησιμοποίησης των διαδικασιών που παραπέμπει η πιο πάνω απόφαση (βλ. σχετικά και την Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522)". Σημειώνω επίσης ότι η υπό κρίση Ειδοποίηση Πτώχευσης εκδόθηκε και επιδόθηκε στα πλαίσια μιας νομότυπης και ορθής αίτησης η οποία πληρεί και είναι απόλυτα σύμφωνη με το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις που θέτουν οι Κανονισμοί 39, 40 και 43 των Πτωχευτικών Κανονισμών. Βάσει όλων όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω ότι ο Χρεώστης έχει αποτύχει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υφίσταται ένας από τους λόγους που καθορίζει ρητά και κατά τρόπο περιοριστικό ο Κανονισμός 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών που θα δικαιολογούσαν την ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης (βλ. Μιχαλάκης Αλωνεύτης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 315/05, ημερ. 29.3.2007). Η Αίτηση (Ένορκη Δήλωση) του δεν παρέχει έρεισμα για την ακύρωση της εν λόγω Ειδοποίησης. Κρίνω, περαιτέρω, ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης έχει καλώς εκδοθεί. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. Ως εκ τούτου η Αίτηση (Ένορκη Δήλωση του Χρεώστη) για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης απορρίπτεται με έξοδα υπερ του Πιστωτή και σε βάρος του Χρεώστη, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο