Αναφορικά με την εταιρεία Fever Boutique Ltd, Αρ. Αίτησης: 86/08, 10 Οκτωβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 86/08 Αναφορικά με την εταιρεία Fever Boutique Ltd Και αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 133 Αίτηση ημερομηνίας: 8.7.2008 Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου 2008 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κος Βραχίμης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κος Ποιητής Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση με την οποία αξιώνει την διάλυση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, την οποία είχε συστήσει με τον εν διαστάσει σύζυγό της. Ταυτόχρονα με την ως άνω αίτηση της, καταχώρησε και την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αξίωνε μονομερώς τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στην εταιρεία και /ή στους αξιωματούχους της και /ή στους αντιπροσώπους της από του να πουλήσει, υποθηκεύσει, δεσμεύσει, επιβαρύνει, μεταβιβάσει ή οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει ή διαθέσει το ενεργητικό, την περιουσία ή οποιοδήποτε συμφέρον της εταιρείας Fever Boutique Ltd μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η εταιρεία και οι αντιπρόσωποι ή οι αξιωματούχοι της να επιτρέπουν στην αιτήτρια την ελεύθερη επιθεώρηση των βιβλίων, τιμολογίων, δελτίων εισαγωγής, λογαριασμών, πωλήσεων, εισπράξεων, πληρωμών, πρακτικών, συμβολαίων, αλληλογραφίας ή άλλων εγγράφων της εταιρείας μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα με το οποίο να· διατάσσεται η καθ' ης η αίτηση εταιρεία καθώς και οι αξιωματούχοι, υπάλληλοι ή αντιπρόσωποι της όπως επιτρέψουν στην αιτήτρια και σε μέχρι τέσσερα άλλα πρόσωπα που θα υποδείξει η αιτήτρια, να εισέλθουν εντός του καταστήματος με την επωνυμία Fever που διατηρεί η εταιρεία επί της οδού Ερμού 11-13 στη Λάρνακα σε οποιαδήποτε ώρα μεταξύ τις 8.30π.μ. και της 6.30μ.μ. ώστε να επιθεωρήσουν, καταγράψουν και φωτογραφήσουν το εμπόρευμα που βρίσκεται εντός του καταστήματος περιλαμβανομένων και των αποθηκευτικών χώρων του καταστήματος. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα της παραγράφου Α της αιτήσεως ενώ για τα διατάγματα των παραγράφων Β και Γ διέταξε την επίδοσή τους στους καθ' ων η αίτηση. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Παντρεύτηκε τον Φοίβο Καμαρίτη στις 5.10.1985 και από τις 14.06.2007 τελούν σε διάσταση. Περί το 1984 ενώ ακόμα συζούσε με τον σύζυγο της ανέλαβε την διαχείριση ενός καταστήματος πώλησης πουκαμίσων που διατηρούσε ο σύζυγος της στη Λάρνακα. Μέσα στο ως άνω κατάστημα ίδρυσε επιχείρηση πώλησης γυναικείων ειδών και στη συνέχεια η επιχείρηση αυτή επεκτάθηκε σε διάφορες πόλεις της Κύπρου. Περί τον Αύγουστο του 1987 μαζί με το σύζυγο της μετέτρεψαν την επιχείρηση πώλησης γυναικείων ειδών σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία Fever Boutique Ltd. Το ονομαστικό κεφάλαιο της εταιρείας είναι Λ.Κ.10000 διαιρεμένο σε 1000 μετοχές εκ Λ.Κ.10 εκάστη. Το κεφάλαιο της εταιρείας εκδόθηκε ολόκληρο κατά τη σύστασή της. Ο σύζυγος της κατέχει 550 μετοχές και η ίδια τις υπόλοιπες 450. Εκτός από μέτοχοι είναι οι μοναδικοί διευθυντές της εταιρείας και επιπλέον ο σύζυγός της ανέλαβε τα καθήκοντα του γραμματέα της εταιρείας. Από της συστάσεως της η ορθή λειτουργία της εταιρείας στηριζόταν στη στενή προσωπική σχέση των μετόχων της ως συζύγων και στη μεταξύ τους αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ήταν επίσης αμοιβαία κατανοητό και από τους δύο συζύγους ότι θα συμμετείχε στις δραστηριότητες της εταιρείας τόσο ως διευθύντρια όσο και ως εργοδοτούμενη και η εταιρεία συστάθηκε με αυτό το δεδομένο. Η επιχείρηση σταδιακά επεκτάθηκε και στα πλαίσια της επέκτασης αυτής η εταιρεία απέκτησε ιδιόκτητο κτίριο στην οδό Ερμού 11 στη Λάρνακα αποτελούμενο από ένα ισόγειο κατάστημα με μεσοπάτωμα και δύο διαμερίσματα στον πρώτο και δεύτερο όροφο. Στο ισόγειο κατάστημα καθώς και σε διπλανό ενοικιαζόμενο κατάστημα η εταιρεία λειτουργεί επιχείρηση πώλησης ανδρικών και γυναικείων ρούχων. Το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου είναι πλήρως επιπλωμένο και από τον Οκτώβριο του 2007 ο σύζυγος της το έχει ενοικιάσει. Το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου είναι ημιτελές. Μέχρι το 2002 είχε την αποκλειστική διαχείριση του καταστήματος που διατηρούσε η εταιρεία στη Λάρνακα και στη συνέχεια, μετά την ανέγερση του ιδιόκτητου κτιρίου της εταιρείας και την επέκταση του καταστήματος, απασχολήθηκε στο κατάστημα και ο σύζυγος της. Από της διάστασής τους, ο σύζυγός της παράνομα και αυθαίρετα της απαγόρευσε να εισέρχεται στα καταστήματα της εταιρείας και να έχει οποιαδήποτε συμμετοχή στις δραστηριότητές της. Η εταιρεία δεν διανέμει μέρισμα στους μετόχους αλλά τα εισοδήματά της διοχετεύονται στους μετόχους της ως μισθοί διευθυντών της εταιρείας. Ως εκ τούτου, με την παύση της από υπάλληλο της εταιρείας και τον αποκλεισμό της από τη διοίκησή της ο σύζυγός της την έχει αποκλείσει από κάθε συμμετοχή της στα κέρδη ή έσοδα της εταιρείας. Με την ως άνω συμπεριφορά του ο σύζυγος της έχει καταχραστεί τη θέση του ως διευθυντής και πλειοψηφικός μέτοχος της εταιρείας και έχει θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχο του όλες τις δραστηριότητες της. Επίσης διοχετεύει στον εαυτό του όλα τα εισοδήματα της εταιρείας και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της προς εξυπηρέτηση των δικών του προσωπικών συμφερόντων και για δικό του όφελος. Από της διάστασής τους δεν της έχει δώσει οποιοδήποτε λογαριασμό, πληροφορία ή εξήγηση ως προς τη διαχείριση των εισοδημάτων ή των υποθέσεων της εταιρείας. Η όλη συμπεριφορά του συζύγου της είναι καταπιεστική και δυσμενής προς τα συμφέροντα της ως μετόχου της εταιρείας. Συνιστά επίσης απάτη έναντι της ως μειοψηφούσας μετόχου της εταιρείας. Περαιτέρω, με τη διάσταση στην προσωπική σχέση των δύο μετόχων της εταιρείας, ο σκοπός για τον οποίο αυτή ιδρύθηκε, δηλαδή η από κοινού διαχείριση της οικογενειακής επιχείρησης και το κύριο υπόβαθρο της εταιρείας, δηλαδή η προσωπική συζυγική σχέση μεταξύ των μετόχων της και η αμοιβαία μεταξύ τους εμπιστοσύνη έχει εκλείψει, ενώ το δεδομένο με βάση το οποίο συστάθηκε η εταιρεία, ότι και οι δύο μέτοχοι της θα συμμετείχαν στην διοίκηση και θα ήταν εργοδοτούμενοι της εταιρείας έχει ανατραπεί. Από την διάστασή τους ο σύζυγός της έχει πάρει στην κατοχή του όλα τα βιβλία ή έγγραφα της εταιρείας. Επίσης ο σύζυγός της ουδέποτε τηρούσε ορθά βιβλία του καταστήματος αφού δεν εκδίδει αποδείξεις για πολλές από τις πωλήσεις που γίνονται, ενώ τις πωλήσεις που γίνονται και κτυπούνται στον υπολογιστή /ταμείο του ημιώροφου καθώς και τις εισπράξεις που γίνονταν με πιστωτικές κάρτες από το ταμείο του ημιώροφου δεν τις δηλώνει στα βιβλία της εταιρείας. Έτσι τα βιβλία της εταιρείας δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική της κατάσταση, ούτε φαίνονται σε αυτά οι πραγματικές της πωλήσεις, τα κέρδη ή το στοκ της εταιρείας. Αναφορικά με τις μεταξύ τους περιουσιακές διαφορές έχει καταχωρήσει αίτηση περιουσιακών διαφορών εναντίον του συζύγου της, ο οποίος καταχώρησε ανταπαίτηση. Τόσο η καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία, όσο και ο εν διαστάσει σύζυγος της αιτήτριας εναντιώθηκαν τόσο στη συνέχιση του εκδοθέντος διατάγματος, όσο και στην έκδοση των διαταγμάτων τα οποία αξιώνονται στις παραγράφους (Β) και (Γ) της αίτησης. Στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασής του, την οποία καταχώρησαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: (α) Το παρόν δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. (β) Η αίτηση είναι πρόωρη δεδομένου ότι δεν έχει εκδικαστεί ακόμη η υπόθεση σχετικά με την ιδιοκτησία των μετοχών που εκκρεμεί ενώπιον του οικογενειακού δικαστηρίου. (γ) Δεν ικανοποιείται το στοιχείο του επείγοντος. (δ) Η αιτήτρια δεν αναφέρει την πηγή των πληροφοριών της. (ε) Η αιτήτρια δεν δικαιολογεί με κανένα τρόπο την καθυστέρησή της να ζητήσει το παρόν διάταγμα, ούτε και αναφέρει ποια θα είναι η ζημιά της αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (στ) Οι μετοχές που φαίνονται εγγεγραμμένες επ' ονόματι της αιτήτριας στην πραγματικότητα είναι μετοχές του καθ' ου η αίτηση ο οποίος τις παραχώρησε στην αιτήτρια χωρίς αυτή να έχει συνεισφέρει οποιοδήποτε ποσό για την απόκτηση τους, επειδή πίστευε ότι θα παρέμεναν για πάντα μαζί σαν σύζυγοι. Νομική Βάση Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 214 του περί εταιρειών νόμου Κεφ. 113, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμων Ν.14/60, στον περί Εκκαθαρίσεως Εταιρειών Κανονισμό Κ.92, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο στο αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι v. Κιταλίδης και άλλων (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του. Θα προχωρήσω στην συνεξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 υπό το πρίσμα του μαρτυρικού υλικού το οποίο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν αποφασίζει οριστικά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων (Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω) και Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό προκύπτει ότι η αιτήτρια επιζητά, ως μειοψηφούσα μέτοχος την διάλυση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας για 2 βασικά λόγους: (α) καταπιεστική συμπεριφορά του εν διαστάσει συζύγου της, ως πλειοψηφούντος μετόχου και (β) κατάρρευση του υπόβαθρου στο οποίο βασίστηκε η σύσταση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, η οποία οφείλεται στην διάσπαση της συζυγικής σχέσης των 2 μετόχων και διευθυντών της εταιρείας. Η καταπιεστική συμπεριφορά (oppressive conduct) συνίσταται κατά την αιτήτρια στον πλήρη αποκλεισμό της από όλες τις δραστηριότητες της εταιρείας από τον εν διαστάσει σύζυγό της, ο οποίος καταχρώμενος τη θέση του ως διευθυντής και πλειοψηφικός μέτοχος έχει θέσει κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του όλες τις δραστηριότητες της εταιρείας, διοχετεύει στον εαυτό του όλα τα εισοδήματα της εταιρείας και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της για εξυπηρέτηση των προσωπικών του συμφερόντων και για προσωπικό του όφελος. Από τα όσα αποδίδει στον καθ' ου η αίτηση-σύζυγό της η αιτήτρια, καθίσταται φανερό ότι έχει εκλείψει κάθε εταιρική σχέση μεταξύ αιτήτριας και καθ' ου η αίτηση. Ο καθ' ου η αίτηση συμπεριφέρεται ως ο απόλυτος μέτοχος και διευθυντής της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, παραγνωρίζοντας όλα τα δικαιώματα της αιτήτριας ως μειοψηφούσας μετόχου. Ας σημειωθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν αρνείται τους ως άνω ισχυρισμούς της αιτήτριας. Στην ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης και η οποία προέρχεται από δικηγόρο, δεν γίνεται κανένας σχολιασμός των όσων καταμαρτυρεί στον καθ' ου η αίτηση η αιτήτρια. Το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 κάμνει αναφορά στα δικαιώματα της μειοψηφίας των μετόχων, ειδικά δε στις περιπτώσεις όπου οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό από την πλειοψηφία. Συγκεκριμένα το άρθρο αυτό προνοεί τα ακόλουθα: 202. -
(1)Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), ................... δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
(2)Αν σε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο έχει τη γνώμη - (α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε και (β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων αναφορικά με εκείνα που υποβλήθηκε το παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά. Το τι συνιστά καταπιεστική συμπεριφορά (oppressive conduct) επεξηγείται στην Αγγλική απόφαση Re Five Munite Car Wash Services Ltd
(1966)1 All ER 242. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην απόφαση αυτή, ο αιτητής για να επιτύχει θα πρέπει να δείξει στην αίτησή του ότι (α) τα ζητήματα για τα οποία υποβάλλεται παράπονο σχετίζονται με το πρόσωπο ή τα πρόσωπα, τα οποία ισχυρίζονται ότι έτυχαν καταπιεστικής συμπεριφοράς, ως μέλη της εταιρείας, (β) τα ζητήματα για τα οποία υποβάλλεται παράπονο να σχετίζονται με την διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας και (γ) είναι τέτοιας φύσεως, εις τρόπο ώστε, όχι μόνο καθιστούν τη διάλυση της εταιρείας δίκαιη και εύλογη αλλά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι υποθέσεις της εταιρείας έτυχαν χειρισμού κατά τρόπο που μπορεί να χαρακτηριστεί ως καταπιεστικός για τον ίδιο τον αιτητή ή και για άλλα μέλη της εταιρείας. Επεξηγείται επίσης ότι το απλό γεγονός ότι ο αιτητής έχει χάσει την εμπιστοσύνη του στον τρόπο με τον οποίο τυγχάνουν χειρισμού οι υποθέσεις της εταιρείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταπιεστική συμπεριφορά. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι η καταπίεση περιλαμβάνει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας και της δίκαιης μεταχείρισης σε κάποιο μέλος της εταιρείας. Σύμφωνα με τον Lord Keith "............ oppression involves, I think, at least an element of lack of probity or fair dealing to a member in the matter of his proprietary rights as a shareholder". Στην υπόθεση Scotish-Co operative wholesale society Ltd v. Meyer and another
(1958)3 All ER 66 αναφέρεται ότι ο όρος καταπίεση περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity), ή δίκαιης μεταχείρισης (fair dealing) προς μέλη της εταιρείας σε σχέση με τα δικαιώματα τους ως μέτοχοι. Αντίθετα, ανεπάρκεια ή αμέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά (βλ. επίσης In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246). Επιπλέον, τα ενώπιον του δικαστηρίου γεγονότα θα πρέπει να καθιστούν την διάλυση της εταιρείας δίκαιη και εύλογη. Η σημασία του όρου "δίκαιη και εύλογη" (just and equitable) έχει επίσης επεξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων Ebrahimi v. Westbourne Galleries Ltd
(1972)2 All ER 492 και Bedros Karaoglanian & Sons Ltd and others v. Hagop Karaoglanian and another του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας 4 JSC
(488). Η διάλυση της εταιρείας καθίσταται δίκαιη και εύλογη όταν ο αιτητής αποδείξει ότι δεν υπάρχει πλέον μεταξύ των μελών της εταιρείας καμιά συνεννόηση, η οποία είναι θεμελιώδης για την σύσταση της επήρειας και ότι η εμπιστοσύνη (confidence) την οποία οφείλει ένα μέλος προς το άλλο ή άλλα μέλη έπαυσε να υπάρχει. Στην υπό εξέταση υπόθεση οι ενέργειες τις οποίες αποδίδει η αιτήτρια στον εν διαστάσει σύζυγό της αναμφιβόλως σχετίζονται με την διαχείριση της εταιρείας. Είμαι της άποψης ότι όλες οι ως άνω περιγραφόμενες ενέργειες του συζύγου της, ο οποίος είναι ο μέτοχος της πλειοψηφίας είναι ασυμβίβαστες με την εμπιστοσύνη που οφείλει ο ένας μέτοχος προς τον άλλο και το εταιρικό πνεύμα στο οποίο βασίστηκε η σύσταση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Τονίζω ότι η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι ο σύζυγος της οικειοποιήθηκε κατ' ουσίαν το κεφάλαιο και τα εισοδήματα της εταιρείας και ότι διαχειρίζεται τις υποθέσεις της για εξυπηρέτηση των δικών του προσωπικών συμφερόντων. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι η αιτήτρια έχει καταφέρει να αποδείξει μια εκ πρώτης όψεως καταπιεστική συμπεριφορά (oppressive conduct) του συζύγου της προς το πρόσωπό της, ως μειοψηφούσας μετόχου. Βασικός λόγος ένστασης των καθ' ων η αίτηση ήταν ότι το παρόν δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για να εκδικάσει την υπό εξέταση υπόθεση. Η εισήγηση των καθ' ων η αίτηση όπως την ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορος τους ήταν ότι η υπό εξέταση υπόθεση αποτελεί περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων που βρίσκονται σε διάσταση και κατ' επέκταση αρμόδιο δικαστήριο είναι, με βάση τις πρόνοιες του νόμου που ρυθμίζει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων (νόμος 232/91) το οικογενειακό δικαστήριο. Ο νόμος 232/91 είναι, κατά την εισήγηση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ειδικότερος νόμος από τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και κατ' επέκταση υπερισχύει του Κεφ. 113. Ο κος Ποιητής για να υποστηρίξει την ως άνω εισήγηση του έκαμε εκτενή αναφορά στην πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Παυλίνα Γρηγορίου ν. Δημήτρη Γρηγορίου και άλλων
(2001)1 ΑΑΔ 1461, Μαρίας Σωτήρη Ανδρέου ν. Σωτήρη Ανδρέου Κυριάκου
(2002)1ΑΑΔ 896, Ανδρέα Στέλιου Ορφανίδη ν. Νίκης Ανδρέα Ορφανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 179, Μαρίνας Μιχαήλ ν. Μανώλη Γιάγκου
(2001)1 ΑΑΔ 1643). Δεν θα συμφωνούσα με την ως άνω εισήγηση. Θα πρέπει να τονίσω ότι η θεραπεία, η οποία ζητείται με την παρούσα υπόθεση είναι η διάλυση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, η οποία είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Αναμφισβήτητα το παρόν δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διαγνώσει οποιαδήποτε τυχόν συνεισφορά του συζύγου της αιτήτριας στην απόκτηση των μετοχών της στην καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία. Η δικαιοδοσία αυτή ανήκει κατ' αποκλειστικότητα στο οικογενειακό δικαστήριο. Όμως τέτοιου είδους θεραπεία δεν ζητείται από την αιτήτρια. Από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την οποία έχω παραθέσει αμέσως πιο πάνω, προκύπτει ότι η δικαιοδοσία του οικογενειακού δικαστηρίου περιορίζεται σε αξιώσεις μεταξύ συζύγων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μαρία Σωτήρη Ανδρέου (ανωτέρω) "......... η εξουσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου να διατάξει ακύρωση μεταβίβασης που έγινε με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 14(Α) ή η εξουσία να επιλαμβάνεται αιτήσεων για δόλια διάθεση περιουσίας, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι διευρύνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για επίλυση περιουσιακών διαφορών που επεκτείνεται και σε αξιώσεις μεταξύ μη συζύγων. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου (Ν. 232/91) η αξίωση είναι ενοχική και προσωποπαγής όπως έχει ερμηνευθεί στην Ντ. Παπαϊωάννου ν. Γ. Παπαϊωάννου και Σχ. Κολαρίδου ν. Ευγ. Κολαρίδου, Νομικά Ερωτήματα 330 και 332, ημερ. 11.5.2000". Συμφώνως του άρθρου 209 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 δικαιοδοσία εκκαθάρισης οποιασδήποτε εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Στην αίτηση (petition) της αιτήτριας αναφέρεται ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Ερμού 113 στη Λάρνακα. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι αρμόδιο δικαστήριο για να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Το γεγονός ότι η αίτηση στρέφεται και εναντίον του εν διαστάσει συζύγου της αιτήτριας, ο οποίος είναι ο μέτοχος της πλειοψηφίας, δεν μεταβάλλει την κατάσταση, ούτε μετατρέπει την αιτούμενη θεραπεία σε περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων. Συνυφασμένος με την έλλειψη αρμοδιότητας είναι και ο λόγος ένστασης ότι η παρούσα υπόθεση είναι πρόωρη. Η επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση προς υποστήριξη του υπό εξέταση λόγου ένστασης ήταν η ακόλουθη: Ο εν διαστάσει σύζυγος της αιτήτριας αξιώνει ανταπαιτητικά, στα πλαίσια της αίτησης για επίλυση των περιουσιακών της διαφορών με τον εν διαστάσει σύζυγο της, η οποία κατεχωρήθη από την αιτήτρια ενώπιον του οικογενειακού δικαστηρίου Λευκωσίας (βλ. το τεκμήριο Α της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας) τις μετοχές στην καθ' ης η αίτηση εταιρεία, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της αιτήτριας. Κατ' επέκταση, η τυχόν διάλυση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, πριν ακόμα διαγνωστεί από το οικογενειακό δικαστήριο η ιδιοκτησία των μετόχων, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της αιτήτριας, θα ματαίωνε κατ' ουσία την ως άνω απαίτηση του καθ' ου η αίτηση. Κατά τον κο Ποιητή, η παρούσα διαδικασία αποτελεί καταστρατήγηση της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του οικογενειακού δικαστηρίου. Ούτε με αυτή την εισήγηση θα συμφωνούσα. Όπως φαίνεται στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του καθ' ου η αίτηση, το οποίο κατεχωρήθη στην αίτηση για επίλυση των περιουσιακών διαφορών της αιτήτριας (βλ. το επισυνημμένο τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας) αξιώνονται, διαζευκτικά με το διάταγμα για εγγραφή επ' ονόματι του καθ΄ ου η αίτηση των μετοχών οι οποίες είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της αιτήτριας, αποζημιώσεις ίσες προς την αξία των μετοχών της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της αιτήτριας. Είναι λοιπόν φανερό ότι ακόμα και στην περίπτωση που η καθ' ης η αίτηση εταιρεία τεθεί σε τελικό στάδιο υπό εκκαθάριση η απαίτηση του καθ' ου η αίτηση δεν θα ματαιωθεί, αφού θα μπορεί να διεκδικήσει αποζημιώσεις για τις μετοχές, τις οποίες διεκδικεί από την αιτήτρια, σε περίπτωση που η ανταπαίτηση του γίνει αποδεκτή. Επιπλέον, θα πρέπει να τονίσω ότι το παρόν δικαστήριο στα πλαίσια της υπό εκδίκαση υπόθεσης έχει, συμφώνως του άρθρου 202 του Κεφ. 113 ευρεία διακριτική εξουσία, στην οποία περιλαμβάνεται και η έκδοση διατάγματος για αναγκαστική εξαγορά των μετοχών της αιτήτριας από τον καθ' ου η αίτηση, ή ακόμα και η εξαγορά τους από την ίδια την εταιρεία με ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας [βλ. αναφορικά με την αίτηση του Χριστόφορου Πελεκάνου και άλλων
(1996)1 ΑΑΔ 110 και Scotish Co- Operative Wholesale Society Ltd (ανωτέρω)], Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι η έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της καθ' ης η αίτηση εταιρείας σε τελικό στάδιο δεν είναι η αποκλειστική θεραπεία την οποία μπορεί να παραχωρήσει το δικαστήριο. Για τους λόγους που αναφέρω αμέσως πιο πάνω καταλήγω ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης μπορεί να πετύχει. Έχοντας κατά νου τα όσα περιγράφω πιο πάνω καταλήγω ότι η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις 2 πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμων. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 έχω να αναφέρω ότι η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που ο σύζυγός της δεν εμποδιστεί από το δικαστήριο θα οικειοποιηθεί το ενεργητικό και τα κεφάλαια της εταιρείας και με τον τρόπο αυτό θα καταστήσει τη συμμετοχή της στην εταιρεία χωρίς καμιά αξία. Σε τέτοια περίπτωση η αίτηση για διάλυση θα καταστεί χωρίς αντικείμενο αφού η εταιρεία δεν θα έχει πλέον οποιαδήποτε αξία και κατ' επέκταση δεν θα έχει πλέον σημασία αν διαλυθεί. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι στην ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση δεν γίνεται κανένας σχολιασμός των ως άνω ισχυρισμών της αιτήτριας. Έχοντας κατά νου αφενός μεν τους ως άνω αναντίλεκτους ισχυρισμούς της αιτήτριας, αφετέρου δε το γεγονός ότι αυτό το οποίο ζητείται να δεσμευτεί είναι κατ' ουσίαν η περιουσία της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, της οποίας ζητείται η διάλυση καταλήγω ότι σε περίπτωση αρνήσεως του δικαστηρίου να δεσμεύσει την περιουσία της εταιρείας υπάρχει ορατός κίνδυνος η αίτηση για διάλυση της εταιρείας να καταστεί άνευ αντικειμένου. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφέρω ότι σύμφωνα με αναντίλεκτο ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας η περιουσία της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας είναι ήδη βεβαρυμένη με δύο υποθήκες για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.155.000. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποϊία "Λεωνίκ" Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 αναφέρθηκε ότι δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι η αιτήτρια πέτυχε να ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν στους λόγους ένστασης τους ότι δεν ικανοποιείται το θέμα του επείγοντος και ότι η αιτήτρια δεν δικαιολογεί με κανένα τρόπο την καθυστέρηση της να ζητήσει το παρόν διάταγμα. Αδιαμφισβήτητα η αιτήτρια έχει καθυστερήσει να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση. Η καθυστέρηση αγγίζει τους 13 σχεδόν μήνες από την ημερομηνία της διάστασης της με τον σύζυγό της. Στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18.7.08 την οποία καταχώρησε κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, επεξηγεί τους λόγους για την καθυστέρηση της να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλει στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν καταχώρησε ενωρίτερα την παρούσα υπόθεση ήταν ότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αποταθεί στο δικηγόρο της αμέσως μετά την διάσταση της με τον σύζυγό της λόγω του ότι μετά τον αποκλεισμό της από την οικογενειακή επιχείρηση έχει χάσει όλα τα εισοδήματα της και αναγκάζεται να ζει με κάποια επιδόματα που λαμβάνει από το γραφείο κοινωνικών ασφαλίσεων και από την διατροφή την οποία της επιδίκασε το οικογενειακό δικαστήριο, την οποία όμως ο σύζυγός της δεν καταβάλλει συστηματικά. Σε αντίθεση με τις διαδικασίες τις οποίες έχει καταχωρήσει στο οικογενειακό δικαστήριο, για τις οποίες έχει πάρει νομική αρωγή, η αίτηση διάλυσης εταιρείας δεν καλύπτεται από νομική αρωγή. Επιπλέον μετά την καταχώρηση της αιτήσεως της στο οικογενειακό δικαστήριο για επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών γίνονταν προσπάθειες για εξώδικη διευθέτηση όλων των εκκρεμουσών διαφορών με τον σύζυγό της οι οποίες όμως δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα και στις 12.3.08 ο σύζυγός της καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην αίτησης της για επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών. Κατόπιν αυτού έκαμε προσπάθειες να βρει κάποια χρήματα για να τα δώσει στον δικηγόρο της. Όταν τελικώς συγκέντρωσε τα χρήματα έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο της για να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης των καθ' ων η αίτηση δεν γίνεται καμιά αναφορά στους ως άνω ισχυρισμούς της αιτήτριας. Όπως έχει λεχθεί επανειλημμένα το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 598 και In Re Stavros Hotel Appartments Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 836). Στην υπόθεση Ahmad Zein και άλλου ν. Παράσκου Κ. Καμπανέλλα Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606 επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε ακυρωθεί προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Ένας από τους λόγους ακύρωσης του διατάγματος ήταν ότι δεν δικαιολογήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο η δεκατετράμηνη καθυστέρηση των εφεσειόντων-αιτητών να αποταθούν στο δικαστήριο για έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Σε αντίθεση με την υπόθεση Ahmad Zein (ανωτέρω), η αιτήτρια στην υπό εξέταση υπόθεση έχει δικαιολογήσει στο έπακρο την καθυστέρηση της να αποταθεί στο δικαστήριο. Από τους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως της προκύπτει ότι η καθυστέρηση της να καταχωρήσει την παρούσα υπόθεση δεν οφείλεται ούτε σε αμέλεια, ούτε σε αδράνεια της. Είναι φανερό ότι οι περιστάσεις, τις οποίες περιγράφει στην ένορκη δήλωση της δεν της επέτρεπαν να αποταθεί νωρίτερα στο δικαστήριο. Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης, την διαφοροποιούν, κατά την άποψη μου από την υπόθεση Ahmad Zein (ανωτέρω). Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω πιο πάνω απορρίπτω τον λόγο ένστασης για μη ικανοποίηση του κατεπείγοντος και για αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Ένας άλλος λόγος ένστασης είναι ότι η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση δεν αναφέρει από πού ελκεί τις αναφερόμενες πληροφορίες της. Εξ όσων προκύπτει από τους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως της η αιτήτρια κατά το πλείστον δεν στηρίζεται σε πληροφορίες αλλά στην προσωπική της γνώση. Όμως ακόμα και στα σημεία που δεν στηρίζεται στην προσωπική της γνώση αναφέρει την πηγή από την οποία έχει αντλήσει τις πληροφορίες. Με βάση τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω καταλήγω ότι και ο υπό εξέταση λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί ως ανεδαφικός. Τα ενώπιον του δικαστηρίου δεδομένα συνηγορούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος (balance of convenience). Σημειώνω ότι δεν προβάλλεται κανένας ισχυρισμός από τους καθ' ων η αίτηση ότι θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά ή ταλαιπωρία από την συνέχιση της ισχύος του διατάγματος. Αντίθετα είμαι της άποψης ότι αυτή η οποία θα υφίστατο ανεπανόρθωτη ζημιά από τυχόν ακύρωση του διατάγματος θα ήταν η αιτήτρια. Οι θεραπείες των παραγράφων (Β) και (Γ) της αιτήσεως Η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση ισχυρίζεται ότι ο σύζυγός της, από της διάστασης τους δεν της έχει δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες ή στοιχεία για τις δραστηριότητες της εταιρείας, ενώ έχει πάρει στην κατοχή του όλα τα βιβλία ή έγγραφα της εταιρείας. Ως εκ τούτου είναι απαραίτητο να της επιτραπεί όπως επιθεωρήσει το αρχείο της εταιρείας για να βεβαιωθεί ότι ο σύζυγός της δεν θα παραβιάσει το διάταγμα και να μπορεί να προωθήσει την υπόθεσή της. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο σύζυγός της ουδέποτε τηρούσε ορθά βιβλία του καταστήματος αφού δεν εκδίδει αποδείξεις για πολλές από τις πωλήσεις που γίνονται ενώ τις πωλήσεις που γίνονται και κτυπούνται στον υπολογιστή /ταμείο του ημιωρόφου καθώς και τις εισπράξεις που γίνονταν με πιστωτικές κάρτες από το ταμείο του ημιωρόφου δεν τις δηλώνει στα βιβλία της εταιρείας. Έτσι τα βιβλία της εταιρείας δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική κατάσταση της εταιρείας ούτε φαίνονται σε αυτά οι πραγματικές πωλήσεις, τα κέρδη ή το στοκ της. Το δικαστήριο για τους λόγους που επεξήγησε στην ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 23.7.08 απέρριψε το αίτημα της αιτήτριας για έκδοση των ως άνω διαταγμάτων μονομερώς και διέταξε την επίδοσή τους στους καθ' ων η αίτηση. Είναι φανερό ότι η αιτήτρια με τα αιτήματα των παραγράφων Β και Γ ζητά κατ' ουσίαν την έκδοση διαταγμάτων του τύπου Anton Piller. Όπως επεξηγείται από το Lord Denning στη γνωστή υπόθεση Anton Piller KG v. Manufacturing Processes Limited
(1976)1 All E.R.779 από την οποία τα διατάγματα αυτά έχουν πάρει το όνομα τους, τα διατάγματα αυτού του είδους παρέχουν εξουσιοδότηση για είσοδο και επιθεώρηση με την άδεια του εναγόμενου. Ο ενάγοντας θα πρέπει να πάρει την άδεια του εναγόμενου για να εισέλθει και να επιθεωρήσει. Στην πραγματικότητα όμως το διάταγμα διατάσσει τον εναγόμενο να δώσει την άδεια του για είσοδο και επιθεώρηση με αποτέλεσμα αν αρνηθεί να δώσει την άδεια του θεωρείται ένοχος για ανυπακοή του διατάγματος. Στο σύγγραμμα Commercial Litigation Pre-emptive remedies, 3η έκδοση περιγράφονται στη σελίδα 281 οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να εκδοθεί ένα διάταγμα του τύπου Anton Piller. Ένας από αυτούς είναι η παραχώρηση της δυνατότητας στον ενάγοντα να ανακαλύψει και να διαφυλάξει μαρτυρία εναντίον του εναγομένου η οποία βρίσκεται στη κατοχή του εναγομένου και υπάρχει κίνδυνος καταστροφής ή παραποίησης της. Στην υπόθεση Anton Piller KG v. Manufacturing Processes Limited (ανωτέρω) περιγράφονται οι προϋποθέσεις τις οποίες θα πρέπει να ικανοποιήσει ο Αιτητής για να δικαιούται στην έκδοση του διατάγματος αυτού του είδους. Οι προϋποθέσεις είναι τρείς: (α) θα πρέπει να υπάρχει εξαιρετικά δυνατή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, (β) η ζημιά, πραγματική ή ενδεχόμενη θα πρέπει να είναι πολύ σοβαρή για τον Αιτητή και (γ) θα πρέπει να υπάρχει ξεκάθαρη μαρτυρία ότι ο Καθ' ου η Αίτηση έχει στη κατοχή του ενοχοποιητικά στοιχεία και ότι υπάρχει πραγματική πιθανότητα να τα καταστρέψει ή να τα παραποιήσει σε περίπτωση που του επιδοθεί η αίτηση. Έχω μελετήσει προσεκτικά τα όσα επικαλείται στην ένορκη της δήλωση η αιτήτρια. Είμαι της άποψης ότι η ενώπιον μου μαρτυρία δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ειδικότερον οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι ο σύζυγός της δεν τηρεί ορθά τα λογιστικά βιβλία του καταστήματος ήταν γενικής φύσεως και αόριστη εις τρόπο ώστε δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ξεκάθαρη μαρτυρία, όπως προνοείται στην ως άνω αναφερόμενη υπόθεση. Η αιτήτρια παραλείπει να αναφέρει πως περιήλθε στην γνώση της ότι ο σύζυγός της δεν τηρεί πιστά τα λογιστικά βιβλία του καταστήματος και ότι αυτά δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική οικονομική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Όμως, πέραν της ως άνω διαπίστωσής μου θα πρέπει ακόμα να αναφέρω ότι ο ένας και πλέον χρόνος που διέρρευσε από της διάστασης των συζύγων δεν συνηγορεί στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα ο σύζυγος της αιτήτριας είχε τη δυνατότητα να αποκρύψει, να παραποιήσει ή και να αλλοιώσει οποιαδήποτε στοιχεία της εταιρείας αν πράγματι αυτή ήταν η πρόθεσή του. Τονίζω ότι στο μεσοδιάστημα η αιτήτρια καταχώρησε στο οικογενειακό δικαστήριο αίτηση για επίλυση των περιουσιακών διαφορών της με τον σύζυγό της, γεγονός το οποίο θεωρώ ως καθοριστικής για τις οποιεσδήποτε τυχόν μη έντιμες προθέσεις του συζύγου της. Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν θα μπορούσε κατά την άποψη μου να εξυπηρετήσει το σκοπό της διαφύλαξης ή ανακάλυψης από την αιτήτρια μαρτυρίας, η οποία θα μπορούσε να την βοηθήσει στην υπόθεσή της. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω τα αιτήματα των παραγράφων Β και Γ της αίτησης απορρίπτονται. Κατάληξη μου είναι ότι η αιτήτρια πέτυχε να ικανοποιήσει το δικαστήριο για την αναγκαιότητα συνέχισης του διατάγματος το οποίο εξεδόθη μονομερώς με βάση το αίτημα της παραγράφου Α της αιτήσεως. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 23.7.08 οριστικοποιείται. Διευκρινίζεται ότι από το διάταγμα θα εξαιρούνται τα εμπορεύματα τα οποία βρίσκονται στο κατάστημα της καθ' ης η αίτηση εταιρείας στην οδό Ερμού στη Λάρνακα και τα οποία πωλούνται λιανικώς. Η ως άνω εξαίρεση συμφωνήθηκε μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων κατά την ημερομηνία που το προσωρινό διάταγμα είχε οριστεί για αναθεώρηση. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ......... Θ. Θωμά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο