Μαρούλλα Λιοπετρίτου κ.α. ν. BINNAS ENTERPRISES LTD, Αρ. Αγωγής: 2559/07., 14 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A87 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Τ.Καρακάννα, Α.Ε.Δ., Αρ. Αγωγής: 2559/
- Μεταξύ: Μαρούλλα Λιοπετρίτου
- Παντελής Αθανασίου 3.Ανδρέας Παντέλα
- Παρασκευάς Παντέλα Εναγόντων, και BINNAS ENTERPRISES LTD, Εναγομένων. Αίτηση παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 8.1.
- 14 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές:0 Ο κ. Κ.Ανδρέου. Για τον καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Κούμας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 9/5/02 ο Αθανάσης Παντελή συμφώνησε όπως ενοικιάσει στους εναγόμενους ένα κτίριο στο χωριό Λειβάδια. Η περίοδος ενοικίασης θα άρχιζε την 1.5.02 και θα έληγε την 30.4.
- Ο Αθανάσης Παντελή απεβίωσε και το επίδικο υποστατικό μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες. Οι ενάγοντες στην Εκθεση Απαίτησης που κατεχώρησαν ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν μέρος των συμφωνηθέντων ενοικίων και ως εκ τούτου αξίωσαν την έξωση των εναγομένων από το επίδικο υποστατικό, όπως επίσης και τη καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Παρασκευά Μανώλη, διευθυντή της εταιρείας, την 19.10.07, αυτός όμως παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Την 19.11.07, μετά από σχετική αίτηση των εναγόντων, εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, για το ποσό των Λ.Κ.9.800, πλέον τόκους και διάταγμα όπως οι τελευταίοι παραδώσουν κενή την κατοχή του επιδίκου υποστατικού. Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι αξιώνουν τον παραμερισμό της απόφασης. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Μαρίας Ευσταθίου. Η ομνύουσα είναι γραμματέας και σύμβουλος της εταιρείας και παράλληλα σύζυγος του Μανώλη Παρασκευά, στον οποίο είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα. Ο Μανώλης Παρασκευά, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, αντιμετωπίζει χρόνιο πρόβλημα εξάρτησης από το αλκοόλ, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει διαλείψεις στη μνήμη και δυσκολίες στη συγκέντρωση και προσοχή. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ιατρική έκθεση του ψυχιάτρου Δρ. Κυριάκου Βερεσιέ, στην οποία επιβεβαιώνονται τα πιο πάνω. Τη 19.10.07, όταν επιδόθηκε σ΄ αυτόν το κλητήριο ένταλμα, ήταν μεθυσμένος με αποτέλεσμα να ξεχάσει ότι το είχε παραλάβει. Η ομνύουσα βρήκε τυχαία το κλητήριο ένταλμα όταν καθάριζε το σπίτι. Η ομνύουσα επικοινώνησε αμέσως με το δικηγόρο της, ο τελευταίος την πληροφόρησε, λίγο χρόνο αργότερα, ότι είχε ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον της εναγομένης εταιρείας. H ομνύουσα ισχυρίζεται επίσης ότι το επίδικο υποστατικό βρισκόταν σε πολύ άσχημη κατάσταση, η στέγη του κτιρίου κατέρρευσε και κατέστη ακατάλληλο για χρήση σαν καφετέρια. Ο ιδιοκτήτης του κτιρίου, Θανάσης Παντελή υποσχέθηκε ότι θα προέβαινε στις αναγκαίες επιδιορθώσεις, παράλειψε όμως να το πράξει. Μετά το θάνατο του Θανάση Παντελή, οι εναγόμενοι ζήτησαν από τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα να αναστηλώνει το κτίριο, σε αντίθετη περίπτωση θα το αναστήλωναν οι ίδιοι με δικά τους έξοδα και στη συνέχεια θα διεκδικούσαν τα έξοδα και ή τα έξοδα θα συνυπολογίζονταν με τα ενοίκια. Σχετική επιστολή, ημερομηνίας 7/9/07, που είχε αποσταλεί από το δικηγόρο των εναγομένων προς το δικηγόρο των εναγόντων επισυνάπτεται ως τεκμήριο. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται επίσης και αντίγραφο της ειδοποίησης του Επάρχου προς τον Μανώλη Παρασκευά, με την οποία τον πληροφορεί ότι μέρος της επίδικης οικοδομής αποτελεί κίνδυνο για τους διερχομένους και του ζητά να λάβει επιδιορθωτικά μέτρα. Οι εναγόμενοι, ενόψει της παράλειψης των ιδιοκτητών να επιδιορθώσουν το επίδικο υποστατικό, προέβηκαν οι ίδιοι με δικά τους έξοδα στην αναστύλωση και επιδιόρθωση του κτιρίου και τον εξωραϊσμό των εξωτερικών χώρων. Τα έξοδα επιδιόρθωσης και αναστύλωσης του γκρεμισμένου κτιρίου υπερβαίνουν, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, το ποσό των Λ.Κ. 50.
- Η ομνύουσα παραδέχεται ότι σε κάποιο στάδιο οι εναγόμενοι σταμάτησαν να καταβάλλουν τα ενοίκια, δεν αρνήθηκαν όμως να τα πληρώσουν «...νοουμένου ότι ο διαχειριστής θα προέβαινε σε αναστύλωση του κτιρίου για να μπορεί να χρησιμοποιείται ως καφετέρια». Οποιαδήποτε ενοίκια οφείλονται, σύμφωνα πάντα με την ίδια, «...θα συμψηφισθούν και θα αφαιρεθούν από τις αξιώσεις της Εταιρείας λόγω της αναστύλωσης και επιδιορθώσεως του κτιρίου.» Οι ενάγοντες, καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα διαδικασία, κατεχώρησαν ένσταση, η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα
- Ο ενάγοντας 2 ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η Μαρία Ευσταθίου δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που αναγράφονται στην ένορκη δήλωση της και δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης της. Πέραν τούτου, αμφισβητεί ότι ο Παρασκευάς Μανώλη, το άτομο στο οποίο είχε επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα, βρισκόταν σε κατάσταση μέθης. Οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται επίσης ότι οι αιτητές δεν έχουν εκ πρώτης όψεως και ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Ο ενάγοντας 2, στην ένορκη δήλωση του και συγκεκριμένα στην παράγραφο 9, απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι μέρος του υποστατικού είχε καταρρεύσει και ότι χρειαζόταν επιδιόρθωση και αναστήλωση, ισχυρισμό τον οποίο ανατρέπει ο ίδιος με τη δήλωση του στην παράγραφο 13 (α) του ίδιου εγγράφου όπου διαβάζουμε τα πιο κάτω. «13 ............................................................................................................... (α) Η κατάρρευση του επίδικου υποστατικού η οποία έγινε λόγω των καταστρεπτικών πράξεων ή και ηθελημένης σοβαρής αμέλειας των Εναγομένων Αιτητών έλαβε χώρα κατά ή περί το Σεπτέμβριο
- Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στη Διαταγή 17, Θεσμός 10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών που προβλέπει τα πιο κάτω, σ΄ ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Οταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιο.» Το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο πρέπει να λάβει υπόψη δύο παράγοντες, πρώτον ότι ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε η απόφαση δεν πρέπει να αποκλείεται από του να παρουσιάσει την υπόθεση του και δεύτερο την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων, χάρη του δημοσίου συμφέροντος. Ο αιτητής για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του ή συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση. Θα πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού[1]. Το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι εναγόμενοι έχουν εκ πρώτης όψεως καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση στη βάση του ισχυρισμού που προβάλλεται. Το έργο του Δικαστηρίου δεν είναι να κάνει ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του, πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όταν αποφασίζει θέμα παραμερισμού της απόφασης. Κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο πρέπει επίσης να ικανοποιηθεί ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δικαιολογούσε την απουσία του αιτητή από το Δικαστήριο. Η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης[2]. Οπως λέχθηκε χαρακτηριστικά στη Phylactou v. Michael[3] : «.......Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Οπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.....» Στρέφομαι τώρα στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ηταν η θέση των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση ότι η Μαρία Ευσταθίου, η οποία υπογράφει την ένορκη δήλωση δεν ήταν σε θέση να ορκιστεί θετικά σε σχέση με τα γεγονότα που περιέχονται στο πιο πάνω έντυπο, θέση που δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η Μαρία Ευσταθίου ήταν γραμματέας και σύμβουλος της εναγομένης εταιρείας και παράλληλα σύζυγος του Μανώλη Παρασκευά, διευθυντή της εναγομένης εταιρείας. Η Μαρία Ευσταθίου, ως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση της, είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που περιλαμβάνονται σε αυτή. Η ομνύουσα είχε προσωπική γνώση της κατάστασης του συζύγου της και ήταν αυτή που είχε βρει το κλητήριο ένταλμα και αργότερα επικοινώνησε με το δικηγόρο. Πέραν τούτου όμως, ως αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση, είχε προσωπική γνώση όλων των γεγονότων, ήταν αυτή που είχε διαπραγματευτεί με τον Θανάση Παντελή, τον πρώην ιδιοκτήτη του επιδίκου υποστατικού και ήταν αυτή που απέσπασε την υπόσχεση του ότι θα επιδιόρθωνε το επίδικο υποστατικό. Με βάση τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση, διαφαίνεται ότι η Μαρία Ευσταθίου συμμετείχε ενεργά στις εργασίες της εναγομένης εταιρείας, στην έκταση που αυτές αφορούσαν την ενοικίαση του επιδίκου υποστατικού. Η Μαρία Ευσταθίου εξηγεί στην ένορκη δήλωση της το λόγο που δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης. Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Μανώλη Παρασκευά ο οποίος αντιμετώπιζε χρόνιο πρόβλημα αλκοολισμού, σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό έχει επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση. Ο Παρασκευά, λόγω του πιο πάνω προβλήματος που αντιμετώπιζε, δεν ήταν υπεύθυνο άτομο αλλά αντίθετα παρουσίαζε «διαλείψεις στη μνήμη». Αυτός ήταν προφανώς και ο λόγος που δεν γνωστοποίησε στη σύζυγο του, ότι του είχε επιδοθεί η επίδικη αγωγή. Οι καθ΄ ων η αίτηση αμφισβητούν την πιο πάνω μαρτυρία, ήτοι ότι ο Παρασκευάς Μανώλη βρισκόταν σε κατάσταση μέθης όταν παρέλαβε, το κλητήριο ένταλμα, δεν ζήτησαν όμως άδεια να αντεξετάσουν την ομνύουσα Μαρία Ευσταθίου επί του σημείου αυτού. Το βάρος απόδειξης του πιο πάνω ισχυρισμού το έφεραν οι αιτητές. Οι αιτητές προσκόμισαν πιστοποιητικό του ψυχιάτρου Δρ. Κυριάκου Βερεσιέ όπου ρητά αναφέρεται ότι ο Παρασκευάς Μανώλη έχει χρόνιο πρόβλημα αλκοολισμού, όταν δε βρίσκεται σε κατάσταση αλκοολικής πολυποσίας και μέθης έχει διαλείψεις στην μνήμη και έχει δυσκολίες στη συγκέντρωση και προσοχή. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται επίσης «Πιστοποιητικό Στρατολογικής Κατάστασης Τύπου «Α»», στο οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι ο Παρασκευάς Μανώλη ήταν ακατάλληλος για στράτευση καθότι έπασχε από «βαρειά διαταραχή προσωπικότητας με ανώριμη και αντικοινωνική συμπεριφορά». Ολα τα πιο πάνω στοιχεία τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, δεικνύουν ότι ο Παρασκευάς Μανώλη ήταν ένα άτομο μη συγκροτημένο, με χρόνια σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, που έπασχε, μεταξύ άλλων και από διαλείψεις της μνήμης. Ο Παρασκευάς Μανώλη ήταν διευθυντής της εναγομένης εταιρείας, παρά ταύτα όμως δεν ήταν ο πλέον κατάλληλος, λόγω της ψυχολογικής κατάσταση του, να εκτελεί τα καθήκοντα της θέσης αυτής. Η συμπεριφορά του Παρασκευά Μανώλη και κατ΄ επέκταση της εναγομένης δεν ήταν ασυγχώρητη, περιφρονητική, μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας» που να δικαιολογεί απόρριψη της αγωγής. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, όπως επίσης και το γεγονός ότι δεν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αίτησης, κρίνω ότι ο χρόνος που διέρρευσε δεν ήταν τέτοιας έκτασης που να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Στρέφομαι τώρα στην ουσία της υπόθεσης, κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και ή συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μέρος του επίδικου υποστατικού είχε καταρρεύσει. Οι εναγόμενοι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους κατέβαλαν μεγάλα ποσά για την επιδιόρθωση του, καθότι ο πρώην ιδιοκτήτης της περιουσίας και αργότερα ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα ιδιοκτήτη παρέλειψαν να το πράξουν. Tα ποσά αυτά, «θα συμψηφίζονταν και θα αφαιρούνταν από τα ενοίκια». Τα πιο πάνω στοιχεία αποκαλύπτουν κατά την άποψη μου, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η αίτηση πετυχαίνει, η επίδικη απόφαση παραμερίζεται. Οι εναγόμενοι-αιτητές δικαιούνται όπως καταχωρήσουν εμφάνιση εντός 15 ημερών από σήμερα. Η συνήθης πρακτική που ακολουθείται από τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι ο διάδικος που χάνει βαρύνεται και με τα έξοδα της διαδικασίας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της αίτησης, κρίνω ότι η πιο πάνω πρακτική δεν πρέπει να ακολουθηθεί. Η επίδικη απόφαση εκδόθηκε νομότυπα και ως εκ τούτου τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης, ημερομηνίας 8.11.07, για έκδοση απόφασης επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση δεν ευθύνονται για την παράλειψη των εναγόντων-αιτητών να εμφανισθούν στη διαδικασία όπως επίσης και το γεγονός ότι οι πλείστες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου έγιναν με απώτερο σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της ουσίας της υπόθεσης, κρίνω ορθό και δίκαιο η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. Τ. Καρακάννα, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Κώστας Φρζντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1966)1 Α.Α.Δ. 1094. [2] Σκάρος ν. Π.Χριστοδούλου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 291. [3]
(1982)1 C.L.R. 204, 210 και Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βροθροτεκ Λτδ και Πραξιτέλη Φαντάκη Π.Ε. 10742, ημερ. 23.3.01. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο