← Κύπρος

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ν. INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 3942/2005, 27 Οκτωβρίου, 2008

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ν. INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 3942/2005, 27 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A94 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3942/2005 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Ενάγοντα- Αιτητή και INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένης- Καθ΄ής η αίτηση ---------------------------------------- Ημερ. 27 Οκτωβρίου, 2008 Για τον ενάγοντα - αιτητή: κ. Τ. Κουκούνης Για εναγόμενη - Καθ΄ής η αίτηση: κα Στυλιανού Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων) Ο ενάγοντας - αιτητής με την αίτηση του αιτείται όπως εκδοθεί διάταγμα το οποίο να διατάσσει τους εναγόμενους ή/ και εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τους ή/ και το δικηγόρο τους όπως επιτρέψουν στον ενάγοντα ή /και στους δικηγόρους του να προβούν στην επιθεώρηση όλων των εγγράφων που αναφέρονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α της ενόρκου δηλώσεως ημερομηνίας 6.03.2008 της κ. Μαρίας Δρυμιώτου σε τέτοιο μέρος και με τέτοιο τρόπο και εντός του χρονικού διαστήματος που θα κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο πρέπον. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του κ. Κωνσταντίνου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα. Σε αυτή περιγράφει το ιστορικό πως προέκυψε το όλο ζήτημα που έχει καταστήσει τη παρούσα αίτηση αναγκαία. Ενώ υπήρξε συγκατάθεση επιθεώρησης κάποιων εγγράφων που αναφέρονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α της ενόρκου δηλώσεως αποκάλυψης εγγράφων ημερομηνίας 6.03.2008 της κ. Μ. Δρυμιώτου, η οποία ακολούθησε σχετικό αίτημα εκ μέρους του ενάγοντος, υπήρξε ταυτόχρονα και ένσταση στο να επιθεωρηθούν τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία επίσης αναφέρονταν στην ίδια ένορκο δήλωση: (α) Συμφωνία εξαγοράς μεταξύ της Investylia Ltd, Bellapais Ltd και Ψυκτικοί θάλαμοι Παπαχριστοδούλου Λτδ ημερομηνίας 25.04.2000, (β) Ξεχωριστά συμβόλαια εξαγοράς των πιο πάνω εταιρειών ημερομηνίας 23.06.2000, (γ) Συμφωνία ημερομηνίας 12.06.2002 και (δ) Συμφωνία ημερομηνίας 24.10.

  1. Υποστηρίζεται στην ένορκο δήλωση του αιτητού ότι τα έγγραφα αυτά σχετίζονται άμεσα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων στις παραγράφους 3.1-3.8 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Για τούτο υποστηρίζεται ότι είναι άδικο και αντίθετο με τη δίκαιη αποπεράτωση των ζητημάτων της παρούσας αγωγής να μην επιτρέπεται στον ενάγοντα να επιθεωρήσει οποιαδήποτε έγγραφα σχετικά με την αγωγή και ειδικότερα όταν αυτά τα έγγραφα αφορούν ισχυρισμούς των εναγομένων οι οποίοι προέκυψαν μετά που τροποποιήθηκαν σε προχωρημένο στάδιο της αγωγής. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγομένων αμφισβητούν κάθετα το δικαίωμα του ενάγοντα να απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων του και επομένως αφορούν την ουσία της υπόθεσης της αγωγής. Στη συνέχεια απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους απορρίπτονται οι λόγοι ένστασης επιθεώρησης των εν λόγω εγγράφων οι οποίοι προβλήθηκαν στην ειδοποίηση με την οποία πληροφορούσαν τον ενάγοντα ότι θα μπορούσε να επιθεωρήσει μερικά από τα έγγραφα στους οποίους θα κάμω αναφορά σε άλλο μέρος της απόφασης μου καθώς ταυτόσημοι λόγοι προβάλλονται και στην ένσταση εκ μέρους των εναγομένων που αφορά την παρούσα αίτηση και είναι αυτοί που στην ουσία αναπτύχθηκαν εκτενέστερα και κατά την αγόρευση του κ. Κουκούνη. Οι λόγοι της ένστασης των εναγομένων - καθ' ών η αίτηση είναι οι ακόλουθοι: (α) Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, (β) γίνεται με κακή πίστη ή/ και με μόνο σκοπό την παρακώλυση και καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής, (γ) είναι άνευ ουσίας ή /και αντικειμένου, (δ) τα αιτούμενα έγγραφα βρίσκονται ήδη στην κατοχή του ενάγοντα, (ε) η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα συνιστούσε αδικαιολόγητη ή /και παράλογη επιβάρυνση των εναγομένων με περαιτέρω δικηγορικά /ή και άλλης μορφής έξοδα, (στ) η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι αναγκαία ή/ και εύλογη για την δίκαιη εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή /και των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής. Στην ένορκο δήλωση της κ. Χρ. Δράκου συνεταίρου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των εναγομένων πέραν της άρνησης των ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος εκ μέρους του αιτητού, υποστηρίζεται ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. Τα κύρια σημεία των ισχυρισμών προς υποστήριξη των λόγων της ένστασης είναι τα ακόλουθα: (α) Τα θέματα για τα οποία ζητούνται οι αιτούμενες συμφωνίες είναι άσχετα και /ή τείνουν να εκτροχιάσουν τη διαδικασία από τα πραγματικά επίδικα θέματα, (β) οι αιτούμενες συμφωνίες αποτελούν μαρτυρία και μάλιστα μαρτυρία την οποία επικαλείται ο ενάγοντας, (γ) οι αιτούμενες συμφωνίες αποτελούν ιδιωτικές συμφωνίες μεταξύ των εναγομένων και τρίτου νομικού προσώπου στο οποίο μάλιστα ο ενάγοντας τυγχάνει να είναι και διευθυντικό στέλεχος, (δ) οι αιτούμενες συμφωνίες είναι στην γνώση και/ ή κατοχή του ενάγοντα αφού είναι συμφωνίες μεταξύ των εναγομένων και των εταιρειών στις οποίες ο ενάγοντας είναι διευθυντικό στέλεχος, (ε) επιπλέον οποιεσδήποτε μετοχές έλαβε ο κ. Γιάννος Παπαχριστοδούλου τις οποίες σύμφωνα με τον ισχυρισμό των εναγομένων μέρος αυτών των μετοχών μεταβίβασε στον ενάγοντα, όπως διαφαίνεται και από τις λεπτομέρειες που δόθηκαν στον ενάγοντα με ένορκη δήλωση ημερ. 7.03.2008, ήταν λόγω της εξαγοράς της εταιρείας Ψυκτικοί Θάλαμοι Παπαχρισοδούλου Λτδ και ως εκ τούτου οποιεσδήποτε συμφωνίες μεταξύ των εναγομένων και της εν λόγω εταιρείας, δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα αγωγή, (στ) ο ενάγοντας είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο έχει υποβάλει αίτηση για αγορά μετοχών στο κεφάλαιο των εναγομένων και κατά πόσο έχει πληρώσει για αυτές τις μετοχές , αφού όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαιτήσεως του υπέβαλε αίτηση και έχει απόδειξη είσπραξης του ποσού που κατέβαλε για τις εν λόγω μετοχές, χωρίς να χρειάζεται η επιθεώρηση και να παραδώσουν οι εναγόμενοι αντίγραφα ιδιωτικών συμφωνιών, οι οποίες είναι ήδη εις γνώση και /ή στην κατοχή του ενάγοντα και οι οποίες έγιναν, όχι με τον ενάγοντα αλλά με τρίτο πρόσωπο και αφορούν μεγάλα χρηματικά ποσά, (ζ) ο ενάγοντας έχει πλήρη ευθύνη να αποδείξει στο Δικαστήριο ότι αγόρασε και πλήρωσε στους εναγομένους τις μετοχές που ισχυρίζεται ότι κατέχει και όχι οι εναγόμενοι να αποδείξουν ότι δεν πλήρωσε, (η) η έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων παρέχει το αναγκαίο περίγραμμα της υπόθεσης που έχει να αντιμετωπίσει ο ενάγοντας και όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε να μπορεί ο ενάγοντας να σχηματίσει σαφή εικόνα για την φύση και έκταση της υπόθεσης την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει κατά τη δικάσιμο και να ετοιμάσει τη δική του υπόθεση ανάλογα, (θ) επιπλέον είναι η θέση των εναγομένων ότι δεν νομιμοποιούνται αλλά ούτε και είναι επαγγελματικά ορθό εκ μέρους τους να δημοσιοποιήσουν και παραδώσουν αντίγραφα ιδιωτικών συμφωνιών που έχουν συνάψει με τρίτο νομικό πρόσωπο, το οποίο τρίτο νομικό πρόσωπο καμία σχέση δεν έχει με την παρούσα αγωγή. Επαναλαμβάνεται ότι ο ενάγοντας είναι διευθυντικό στέλεχος αυτού του τρίτου νομικού προσώπου, και επομένως έχει γνώση αλλά και πρόσβαση στις αιτούμενες συμφωνίες, και ο οποίος μάλιστα, όπως την πληροφορούν οι εναγόμενοι, ήταν μπροστά σε κάποιες από τις συνομιλίες μεταξύ των εναγομένων και του εν λόγω τρίτου νομικού προσώπου προς επίτευξη κάποιων από αυτές τις αιτούμενες συμφωνίες. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για επιθεώρηση ότι η θέση του ενάγοντα δεν του επιτρέπει να έχει πρόσβαση σε αυτές τις συμφωνίες δεν ευσταθεί και τον απορρίπτει κατηγορηματικά. Σε σχέση τώρα με το ζήτημα της σχετικότητας των εγγράφων αυτών, όπως διατείνεται ο ενάγοντας, και ειδικότερα ότι αυτά τα έγγραφα αφορούν ισχυρισμούς των εναγομένων οι οποίοι αμφισβητούν κάθετα το δικαίωμα του ενάγοντα να απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων του και επομένως αφορούν την ουσία της υπόθεσης και εφόσον πρόκειται για δικογραφημένους ισχυρισμούς σε αναφορά σε αυτά τα έγραφα καθ΄ότι καθίσταται επιβεβλημένη η παρουσίαση και επιθεώρηση τους με σκοπό τον περιορισμό των επιδίκων θεμάτων και προς εξοικονόμηση εξόδων και δικαστικού χρόνου, προβάλλεται εκ μέρους των εναγομένων ότι ενώ το όλο θέμα είναι απλό ο ενάγοντας το παρουσιάζει περίπλοκο καθώς αυτός ισχυρίζεται ότι αγόρασε τις μετοχές από τους εναγομένους ενώ οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τις απέκτησε από μεταβίβαση από τρίτο πρόσωπο. Οτιδήποτε περαιτέρω είναι μαρτυρία προς ενίσχυση των εν λόγω ισχυρισμών των εναγομένων και δεν τους απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των δικών τους ισχυρισμών. Επομένως δεν καθίσταται κατανοητός ο σκοπός της επιθεώρησης και λήψης υπόψη των αντιγράφων αυτών των εγγράφων. Ο ενάγοντας μετά την ένορκη δήλωση αποκάλυψης και παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών είναι σε θέση να γνωρίζει ξεκάθαρα τη θέση των εναγομένων σε σχέση με τον ισχυρισμό τους ότι ο ενάγοντας κατέχει τις ισχυριζόμενες μετοχές από μεταβίβαση. Ούτε τέλος αυτά τα έγραφα έχουν οποιαδήποτε άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, ή τουλάχιστον δεν καταδεικνύεται η σχετικότητα και/ ή η αναγκαιότητα τους προς επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων από αυτά τούτα τα δικόγραφα. Η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις εκ μέρους των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων οι οποίοι ουσιαστικά επανέλαβαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με περισσότερη λεπτομέρεια και με παραπομπή σε σχετική νομολογία και αυθεντίες, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου που με οδηγούν στην τελική μου κατάληξη. Θεωρώ σκόπιμο και για καλύτερη κατανόηση του θέματος για τον αναγνώστη της απόφασης, εφόσον το όλο σκεπτικό που οδήγησε το ενάγοντα να επιμένει στην αποκάλυψη των πιο πάνω εγγράφων οφείλεται στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των εναγομένων όπως αυτοί εισήχθηκαν μετά την τροποποίηση της εκθέσεως υπερασπίσεως τους να καταγράψω στη συνέχεια τη παράγραφο 3 της εκθέσεως απαιτήσεως η οποία αντικρούεται από την παράγραφο 3.1-3.8 της τροποποιημένης έκθεσης υπερασπίσεως την οποία επίσης θα παραθέσω: Παράγραφος 3 της έκθεσης απαιτήσεως: - Κατά ή περί τα μέσα του 2000 ο ενάγοντας μετά από παραστάσεις της εναγομένης ότι η εναγομένη θα υπέβαλλε σύντομα αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, ότι η αίτηση της θα γινόταν δεκτή από τις αρμόδιες αρχές και ότι οι τίτλοι της θα εισήγοντο αμέσως στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, υπέβαλε αίτηση προς την εναγόμενη για την αγορά τίτλων της εναγομένης εταιρείας, ήτοι για αγορά 20.000 συνήθων μετοχών προς Λ.Κ.0,75 έκαστη και η εναγομένη εταιρεία αποδέχτηκε την αίτηση του ενάγοντα. Ο ενάγοντας κατέβαλε προς την εναγομένη και η εναγομένη αποδέχτηκε το ποσό των Λ.Κ.15,020= κατά ή περί τις 25.06.
  2. Παράγραφος 3 της Τροποποιημένης Υπεράσπισης:- Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης οι εναγόμενοι λέγουν τα εξής:
  3. Αρνούνται όλους ομού και έναν έκαστο κεχωρισμένως τους ισχυρισμούς του ενάγοντος στην εν λόγω παράγραφο, καλούν αυτόν σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους ως ανωτέρω και κατωτέρω εκτίθενται. 3.
  4. Περαιτέρω οι εναγόμενοι λέγουν ότι ο ενάγων εργαζόταν σε διευθυντική θέση στην εταιρεία Bellapais Suppliers Ltd της οποίας η εναγομένη εταιρεία βάσει του στρατηγικού της σχεδιασμού είχε εξαγοράσει στις 8.04.2000 το 51% του μετοχικού της κεφαλαίου μαζί με το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της συνδεόμενης με αυτήν εταιρείας Ψυκτικοί θάλαμοι Παπαχριστοδούλου Λτδ. 3.
  5. περαιτέρω οι εναγόμενοι λέγουν ότι οι 20.000 συνήθεις και οι 20 ιδρυτικές μετοχές που κατέχει σήμερα ο ενάγοντας αποτελούν μέρος της συνολικής διευθέτησης εξαγοράς από την εναγόμενη εταιρεία των εταιρειών Bellapais Suppliers Ltd και Ψυκτικοί θάλαμοι Παπαχριστοδούλου Λτδ. Με βάση την ως άνω διευθέτηση ο εκ των μετόχων των ως άνω εταιρειών Γιάννος Παπαχριστοδούλου έλαβε ποσό σε μετρητά και επιπλέον 530,000 συνήθεις μετοχές και 530 ιδρυτικές μετοχές, μέρος των οποίων ήτοι 20,000 συνήθεις και 20 ιδρυτικές μετοχές μεταβίβασε στον ενάγοντα. 3.
  6. Συνεπώς οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ουδέποτε η εναγομένη εταιρεία αποδέχτηκε αυτή την κατ΄ ισχυρισμό αίτηση του ενάγοντα και /ή ουδέποτε ο ενάγοντας ήρθε σε επαφή με την εναγομένη και ουδέποτε κατέβαλε οιονδήποτε ποσό για την αγορά οιονδήποτε μετοχών της εναγομένης ως εσφαλμένα ή και ψευδώς ισχυρίζεται και ως εκ τούτου ή και εν πάση περιπτώσει δεν νομιμοποιείται να αξιώνει οιονδήποτε ποσό και/ ή οιανδήποτε θεραπεία εναντίον της εναγομένης. 3.
  7. Περαιτέρω η συμφωνία εξαγοράς που αναφέρεται στην παρ. 3.
  8. πιο πάνω ανατράπηκε και/ ή ακυρώθηκε και τα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση όπως επιστρέψουν το ένα στον άλλο οιονδήποτε αντάλλαγμα εκατέρωθεν πληρώθηκε όπως και έγινε. 3.
  9. Εν πάση περιπτώσει οι εναγόμενοι λέγουν ότι η εναγομένη εταιρεία παραχώρησε τις μετοχές της στους πρώην ιδιοκτήτες της Bellapais Suppliers Ltd βάσει των προνοιών του ενημερωτικού δελτίου της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή και δεν προέβη σε οιεσδήποτε παραστάσεις προς αυτούς ή προς οιονδήποτε άλλο πέραν των όσων αναφέρονται στο Ενημερωτικό Δελτίο της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή. 3.
  10. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι σύμφωνα με τα όσα ανωτέρω αναφέρονται κατά/ ή περί τον Ιούνιο του 2000 η εναγομένη εταιρεία εξέδωσε στο όνομα του ενάγοντα δυνάμει μεταβίβασης από τον Γιάννο Παπαχριστοδούλου πιστοποιητικό μετοχών και απέστειλε στον ενάγοντα τους σχετικούς τίτλους. 3.
  11. Οι εναγόμενοι εν πάση περιπτώσει ρητά αρνούνται ότι ο ενάγοντας πλήρωσε το αναφερόμενο στην έκθεση απαίτησης ή και οποιοδήποτε ποσό στους εναγομένους και πολύ περισσότερο αρνούνται ότι ο ενάγοντας πλήρωσε οιονδήποτε ποσό με βάσει τις παραστάσεις που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο και/ ή στην παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης ή και αρνούνται ότι έγινε η ισχυριζόμενη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και λέγουν ότι ο ενάγοντας απέκτησε τις μετοχές του ως ανωτέρω περιγράφεται¨. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση βασίζεται στη Διαταγή 28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Διαταγή 28 Θ. 1 είναι ταυτόσημη με την αντίστοιχη Αγγλική Ο. 31 r.12 των παλιών Αγγλικών Θεσμών και διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ¨Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at that stage of the cause or matter, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be thought fit: provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit". Η αποκάλυψη είναι η μέθοδος με την οποία οι διάδικοι αν διαταχθούν προς τούτο, θα πρέπει να αποκαλύψουν την ύπαρξη όλων των εγγράφων που έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα. Η αποκάλυψη συνήθως δίνει μια πρώτη ευκαιρία στην μια πλευρά να μάθει κάτι περισσότερο για την υπόθεση του αντιδίκου της. Απ΄ ό,τι μπορεί να συναχθεί από τα δικόγραφα η αποκάλυψη εγγράφων καθιστά δυνατή τη χρησιμοποίηση έγγραφου υλικού από ένα διάδικο για να υποστηρίξει τις θέσεις του ή για να αντικρούσει τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς. Άλλος σκοπός της αποκάλυψης είναι η αποτροπή του αιφνιδιασμού καθ΄όλη τη διάρκεια της δίκης σε σχέση με την έγγραφη απόδειξη. Με άλλα λόγια έχει ως στόχο τη παροχή της βάσης για τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και τη μείωση των εξόδων της δίκης (βλέπε Annual Practice

(1958)σελ. 683, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides and another
(1962)C.L.R., G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL
(1988)1 Α.Α.Δ. 1624). Η αποκάλυψη εγγράφων είναι θέμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα έγγραφα για τα οποία εκδίδεται διάταγμα αποκάλυψης θα πρέπει: (α) να βρίσκονται ή να υπήρξαν στην κατοχή ή τον έλεγχο ενός διαδίκου και (β) να είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα στην αγωγή (βλ. Δ.28 Θ. 11 στην οποία επίσης βασίζεται η αίτηση). Δεν κρίνω σκόπιμο να κάμω ιδιαίτερη αναφορά σε σχέση με τις αυθεντίες και τη νομολογία που αφορούν τον χρόνο και το στάδιο που ζητείται η αποκάλυψη εφόσον τα εν λόγω ζητήματα δεν τέθηκαν και δεν συζητήθηκαν, εν πάση περιπτώσει για τα ζητήματα αυτά θα παρέπεμπα στο σχόλιο του Annual Practice 1956 στη σελ. 491 κάτω από τον τίτλο "Time or stage for Discovery". Έγγραφα είναι σχετικά αν μπορούν να ρίξουν φως στην υπόθεση και αν είναι αναγκαία για τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και για την εξοικονόμηση εξόδων. Συνήθως η σχετικότητα ελέγχεται σε σχέση με τα δικόγραφα. Ένα έγγραφο είναι σχετικό αν περιέχει πληροφορίες οι οποίες είτε άμεσα είτε έμμεσα επιτρέπουν σ΄ένα διάδικο να προωθήσει την υπόθεση του ή να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του αντιδίκου του ή ακόμα και να κάμει ζημιά στην υπόθεση της άλλης πλευράς (βλέπε Merchants & Μanufactures Insurance Co Ltd v. Davies
(1937)2 All E.R. 767 C.A., National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides and Another (ανωτέρω) G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marritima SRL, (ανωτέρω). Όμως το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει αποκάλυψη αν κατά την άποψη του σκοπός του διαδίκου είναι να ψαρέψει μαρτυρία για να θεμελιώσει νέα υπόθεση άσχετη με τα επίδικα θέματα (βλ. Board v.Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431 στη σελ. 432, Τυλληρή v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 2271). Συμπεράσματα: Το βασικό σημείο το οποίο καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει στη παρούσα περίπτωση είναι η σχετικότητα των εγγράφων τα οποία ζητούνται από τον ενάγοντα όπως αποκαλυφθούν. Το ζήτημα της κατοχής τους δεν τίθεται εφόσον οι ίδιοι οι εναγόμενοι παραδέχονται με την ένορκο δήλωση τους με ημερομηνία 6.03.2008 ότι τα κατέχουν. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση στη παρ. 4 αναφέρεται ότι τα εν λόγω έγγραφα σχετίζονται άμεσα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων στις παραγράφους 3.1-3.8 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης τους. Στη δε παρ. 5 πλην της σχετικότητας που προσδίδουν σε αυτά τα έγγραφα προς τη δίκαιη αποπεράτωση των ζητημάτων της αγωγής προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι τα όσα προβάλλουν οι εναγόμενοι σε αυτές τις παραγράφους της υπεράσπισης τους και σχετίζονται με τα εν λόγω έγγραφα αμφισβητούν κάθετα το δικαίωμα του ενάγοντα να απαιτήσει την επιστροφή των χρημάτων του και επομένως αφορούν στην ουσία της υπόθεσης του. Πιο συγκεκριμένα στη παράγραφο 6(γ) της ενόρκου δηλώσεως αναφέρονται τα εξής: ¨η δικογράφηση των ισχυρισμών των εναγομένων με αναφορά στα εν λόγω έγγραφα και συμφωνίες καθιστά επιβεβλημένη την παρουσίαση και επιθεώρηση των εγγράφων αυτών από τον ενάγοντα, μια και με τον τρόπο αυτό περιορίζονται τα επίδικα θέματα και εξοικονομούνται έξοδα και δικαστικός χρόνος...¨ Στη παράγραφο 3.2 της τροποποιημένης έκθεσης υπερασπίσεως πράγματι προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εναγομένη βάσει του στρατηγικού της σχεδιασμού είχε εξαγοράσει στις 8.04.2000 ο 51% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Bellapais Suppliers Ltd μαζί με το 51% του μετοχικού κεφαλαίου της συνδεόμενης με αυτή εταιρείας Ψυκτικοί Θάλαμοι Παπαχριστοδούλου Λτδ. Στη συνέχεια στη παρ. 3.3 εξηγείται η διευθέτηση της εξαγοράς αυτών των μετοχών εκ των οποίων ο ενάγοντας, τότε εργαζόμενος δε διευθυντική θέση στην εταιρεία Bellapais, κατέχει 20.000 συνήθεις και 20 ιδρυτικές μετοχές των εναγομένων. Στη δε παράγραφο 3.5 προβάλλεται ο ισχυρισμός για ανατροπή και/ ή ακύρωση της πιο πάνω συμφωνίας. Τέλος στη παράγραφο 3.8 οι εναγόμενοι αρνούνται ότι ο ενάγοντας πλήρωσε το αναφερόμενο στην έκθεση απαίτησης ή και οποιοδήποτε ποσό στους εναγόμενους ή ότι υπήρξε οποιαδήποτε μεταξύ τους συμφωνία όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στη παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης του. Έχοντας υπόψη τους πιο πάνω προβαλλόμενους ισχυρισμούς εκ μέρους των δύο πλευρών και επιπλέον τα όσα στη παράγραφο 5.5 της ενόρκου δηλώσεως της κ. Δράκου που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων (βλ. ανωτέρω στη παράθεση των λόγων της ένστασης υπό στοιχείο (ε), πιστεύω ότι συνηγορούν σε εκ πρώτης όψεως σχετικότητα των εν λόγω εγγράφων με τα επίδικα εφόσον είναι φανερό ότι σε αυτές τις συμφωνίες θα αποκαλύπτονται ο τρόπος, η μεθόδευση, οι διευθετήσεις και όσα κατέστησαν εφικτές την εξαγορά αυτών των εταιρειών από τους εναγόμενους και πως τελικά κατέληξαν στον ενάγοντα. Ως θέματα τα οποία αλληλοεπηρεάζονται ή και αλληλοσυμπληρώνονται κρίνω ότι δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου η επιθεώρηση τους θα επηρέαζε καθ΄οιονδήποτε τρόπο το αντισυμβαλλόμενο μέρος το οποίο δεν είναι μέρος της παρούσας διαδικασίας. Εξάλλου η όποια αναφορά γίνει σε αυτά προς αντίκρουση των ισχυρισμών του ενάγοντος θα είχε ακριβώς το ίδιο αποτέλεσμα. Η αποκάλυψη και αυτών των εγγράφων ή συμφωνιών θα δώσει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα των δοσοληψιών που οδήγησαν στην αγορά των επίδικων μετοχών από τον ενάγοντα. Προβάλλεται ότι οι αιτούμενες συμφωνίες είναι στην γνώση και /ή κατοχή του ενάγοντα αφού αυτές έγιναν μεταξύ των εναγομένων και εταιρειών στις οποίες ο ενάγων είναι διευθυντικό στέλεχος ισχυρισμός ο οποίος απορρίπτεται στη παράγραφο 6 (β) της ένορκης δήλωσης όπου αναφέρεται ότι: ¨η θέση του ενάγοντα στις εν λόγω εταιρείες δεν του επιτρέπει να έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε συμφωνία που αφορά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των εν λόγω εταιρειών¨. Επομένως χωρίς να αντικρουσθεί περαιτέρω ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν θα αποδεχόμουν, άνευ άλλου, ότι η ιδιότητα που του αποδίδεται ως διευθυντικού στελέχους των εξαγορασθησών εταιρειών (βλέπε παρ. 5.4, και 5.9 της ενόρκου δηλώσεως) του δίδει ταυτόχρονα και τη δυνατότητα πρόσβασης ή ακόμα και κατοχής αυτών των εγγράφων όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται. Τέλος στη παράγραφο 5.9 της ενόρκου δηλώσεως χωρίς να προβάλλεται ευθέως ζήτημα κωλύματος ή ότι αυτά τα έγγραφα είναι προνομιούχα προβάλλεται ότι δεν νομιμοποιούνται αλλά ούτε και είναι επαγγελαμτικά ορθό εκ μέρους τους να δημοσιοποιήσουν και παραδώσουν αντίγραφα ιδιωτικών συμφωνιών που έχουν συνάψει με τρίτο νομικό πρόσωπο το οποίο καμιά σχέση δεν έχει με την παρούσα αγωγή. Ο κ. Κουκούνης αντέτινε ότι οι όποιες συμφωνίες έγιναν μεταξύ των εναγομένων και αυτών των τρίτων νομικών προσώπων είναι σχετικές και τις επικαλούνται οι εναγόμενοι για να αντικούσουν το δικό του ισχυρισμό για το πως περιήλθαν οι μετοχές στα χέρια του, σε κάθε περίπτωση εκείνο το οποίο επιθυμεί είναι η επιθεώρηση και μόνο αυτών των εγγράφων χωρίς κατ΄ανάγκη να λάβει και αντίγραφα και κάτι τέτοιο δεν θα αποκλειόταν. Σε σχέση με το ζήτημα του κατά πόσο ο ενάγων επιθυμεί να εξασφαλίσει μαρτυρία προς ενίσχυση των ισχυρισμών του όπως διατίνονται οι εναγόμενοι στη παράγραφο 6 των λόγων ένστασης τους δεν θα συμφωνήσω μαζί τους. Ο αιτητής είναι φανερό ότι γνωρίζει σε γενικές γραμμές τη μαρτυρία που ζητά και επομένως δεν μπορώ να δεχθώ ότι τεκμηριώνεται ο ισχυρισμός ότι γίνεται προσπάθεια εκ μέρους του να εκμαιεύσει ή να ψαρέψει μαρτυρία. Σύμφωνα με τη νομολογία επιτρέπεται όχι μόνο η αποκάλυψη εγγράφων τα οποία θα αποτελέσουν μαρτυρία αλλά και εγγράφων που σχετίζονται με ειδικά θέματα στην αγωγή, άσχετα με το κατά πόσο αποτελούν μαρτυρία ή κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν ως μαρτυρία (βλ. O' Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581 HL 630). To κριτήριο κατά την άποψη μου είναι κατά πόσο τα επίδικα έγγραφα είναι σχετικά και κατά πόσο μπορούν να ρίξουν φως στην επίδικη διαφορά. Στην προκείμενη περίπτωση τα έγγραφα που ζητούνται είναι έγγραφα τα οποία αναμφίβολα θα ρίξουν φως στα επίδικα θέματα. Η απαγόρευση στην αποκάλυψη εγγράφων με απώτερο σκοπό ένας διάδικος να καταστεί ικανός να ψαρέψει μαρτυρία, νομολογιακά έχει ερμηνευθεί σε απαγόρευση σε διάδικο να επιχειρήσει με την αποκάλυψη να ψαρέψει μαρτυρία σε σχέση με ζητήματα που δεν καλύπτονται από την αγωγή αλλά θα τον βοηθήσουν να θεμελιώσει νέα αγωγή. Στην υπόθεση Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 431 διευκρινίστηκε ότι η σχετική απαγόρευση συνήθως αφορά στο ¨ψάρεμα μαρτύρων¨ υπό την έννοια του εντοπισμού μαρτύρων. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Annual Practice
(1959)στη σελ. 694, ο λόγος που ορισμένες φορές δεν υποχρεώνεται ένας διάδικος να αποκαλύψει τη μαρτυρία του είναι για να μην δοθεί ευκαιρία στον αντίδικο του να επηρεάσει του μάρτυρες - η μαρτυρία των οποίων αποκαλύπτεται- ή να δοθεί η ευκαιρία να κατασκευαστεί μαρτυρία για να αντικρουστεί η μαρτυρία της άλλης πλευράς. Στη προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι δεν συντρέχει τέτοιος κίνδυνος και ούτε έχει γίνει μια τέτοια εισήγηση εκ μέρους της ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων. Τέλος στη παρ. 9 των λόγων ένστασης προβάλλεται ότι με την επιθεώρηση των αιτούμενων συμφωνιών δεν περιορίζονται τα επίδικα θέματα αλλά ούτε και εξοικονομούνται έξοδα και δικαστικός χρόνος εφόσον ο ενάγοντας θα πρέπει να είναι ήδη σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο κατέχει αυτές τις μετοχές από μεταβίβαση ή από απευθείας παραχώρηση από τους εναγόμενους όπως ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαιτήσεως του. Ακριβώς δεν αντιλαμβάνομαι πως με την αίτηση του ο ενάγων συμβάλλει στην επαύξηση των εξόδων ή δεν αποσκοπεί στο να περιορίσει τα επίδικα θέματα και κατά αυτόν τον τρόπο να εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος. Πέραν της διατύπωσης του συγκεκριμένου λόγου ένστασης δεν επεξηγείται με ποιο τρόπο η αίτηση επαυξάνει τα έξοδα. Αντίθετα, και συμφωνώ με τον συνήγορο του αιτητού ο οποίος με πειστικά επιχειρήματα πρόβαλε την αναγκαιότητα αποκάλυψης και αυτών των εγγράφων ως σχετικών με τα επίδικα θέματα, διαφορετικά δεν θα υπήρχε ανάγκη ή σκοπιμότητα αποκάλυψη ύπαρξης και κατοχής τους όπως έγινε με την ένορκο δήλωση της κ. Δρυμιώτου και κρίνω περαιτέρω ότι αυτό είναι αναγκαίο και θα βοηθήσει στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων αφού ο ενάγων θα είναι πλέον σε θέση αφού αξιολογήσει και αυτά τα έγγραφα να παρουσιάσει την υπόθεση του με ορθότερο και συντομότερο τρόπο. Επομένως δεν θα συμμεριστώ την άποψη της ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων ούτε και σε αυτόν τον λόγο ένστασης τους και ως εκ τούτου τον απορρίπτω. Πέραν των πιο πάνω εάν θα μπορούσε να συναχθεί από το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων ότι ο ενάγοντας καταχρηστικά χρησιμοποιεί όλα τα διαδικαστικά διαβήματα που του παρέχει η δικονομία όπως π.χ. για περαιτέρω λεπτομέρειες, της αποκάλυψης εγγράφων με τη διαδικασία της μαρτυρικής κλήσης τύπου Sub poena duces tecum, (βλ. Ο.37 r. 20, The Annual Practice 1964), και για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων και ότι αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση την πρόθεση του και την καλοπιστία του, θα παρατηρούσα τα ακόλουθα: Το Δικαστήριο κάτω από τις συμφυείς εξουσίες του έχει την ευχέρεια να συμπληρώνει τον εαυτό του ως Δικαστήριο, ορθά και αποτελεσματικά (βλ.Connelly v. D.P.P.
(1964)All E.R. 401), και να ρυθμίζει τις ενώπιον του διαδικασίες ώστε να παρεμποδίζει την κατάχρηση τους με απώτερο σκοπό τη διασφάλιση της δίκαιης δίκης (βλ. Τζενάρο Περέλλα v. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ. 911 και Ηλίας v. Ηλία αρ.3
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 786). Κρίνω ότι στη παρούσα περίπτωση η φύση των εγγράφων τα οποία ζητούνται όπως αποκαλυφθούν δεν μπορεί να έχει σχέση με κατάχρηση της διαδικασίας ούτε και αποτελεί καταπιεστικό μέτρο εναντίον των εναγομένων ούτε και κάτι τέτοιο έχει αποδειχθεί. Αν η πλευρά των εναγομένων συμμορφωνόταν και αποκάλυπτε και αυτά τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στην ένορκο δήλωση της κ. Δρυμιώτου της 6.03.2008 με τη διαδικασία δηλαδή της μαρτυρικής κλήσης τότε δεν θα παρίστατο ανάγκη να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση για να αποκαλυφθούν και αυτά τα έγγραφα για τη σχετικότητα των οποίων αποφάσισα πιο πάνω. Επομένως καταλήγω ότι ούτε κατάχρηση των διαδικασιών διαφαίνεται από την όλη στάση του ενάγοντος. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι δεν θα αποδεχθώ κανένα από τους λόγους ένστασης. Ανεξάρτητα αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για χορήγηση των θεραπειών που ζητούνται με την αίτηση, το Δικαστήριο πάντοτε διατηρεί διακριτική ευχέρεια κατά πόσο υπό τις περιστάσεις ενδείκνυται η χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών της αποκάλυψης, επιθεώρησης και λήψης αντιγράφων. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση τόμος 2, σελ. 244 παρ. 459 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: ¨The power to order inspection is discretionary power and will be exercised with great caution and on sufficient grounds only; and the order, if made, should be limited to relevant entries. The order will only be made where the entries of which inspection is sought will be admissible in evidence at the trial. If would appear that there is jurisdiction to order inspection of the accounts of persons who are not parties to the litigation; but this power will seldom, if ever, be exercised, except where the account sought to be inspected is in form substance really the account of a party to the litigation or is kept on his behalf, so that the entries in it would be litigation or is kept on his behalf, so that the entries in it would be evidence against him at the trial, and then only on notice to the third party and to the bank." Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω θα προχωρήσω και θα εξετάσω καταληκτικά κατά πόσο ενδείκνυται η αποκάλυψη και επιθεώρηση των συγκεκριμένων εγγράφων που αναφέρονται στην αίτηση. Κατάληξη: Με βάση όλα όσα ανέφερα πιο πάνω καταλήγω ότι η αποκάλυψη στο στάδιο αυτό και των υπόλοιπων εγγράφων που ζητούνται, είναι αναγκαία όχι μόνο γιατί θα δώσει την ευκαιρία στην πλευρά των αιτητών να προωθήσουν την υπόθεση τους αλλά και για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς. Πέραν αυτού θα εξυπηρετήσει και τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης εφόσον πλέον η κάθε πλευρά θα έχει μπροστά της την πλήρη εικόνα όσων μεσολάβησαν μέχρι και την απόκτηση των επίδικων μετοχών εκ μέρους του ενάγοντος. Επομένως η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα όπως η παράγραφος 1 της αίτησης με τη διαφοροποίηση έτσι ώστε να μη δεσμεύει και τον δικηγόρο των εναγομένων. Το διάταγμα θα διαλαμβάνει ότι οι εναγόμενοι θα επιτρέψουν στον αιτητή - ενάγοντα ή σε αντιπρόσωπο του ή στον δικηγόρο του ή με τη συνοδεία του δικηγόρου του μέσα σε 15 ημέρες από της ημέρας που θα επιδοθεί στους Καθ΄ών η αίτηση το διάταγμα αποκάλυψης, να επιθεωρήσουν τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 της αίτησης και εάν επιθυμούν να λάβουν αντίγραφα ή αντίγραφα αποσπασμάτων αυτών. Ο ενάγων - αιτητής είχε ζητήσει από τους εναγόμενους - καθ΄ών η αίτηση να αποκαλύψουν τα πιο πάνω έγγραφα και δεν το έπραξαν για τους λόγους που εξήγησαν. Εφόσον το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης είναι διαφορετικό, καταλήγω ότι θα ήταν δίκαιο τα έξοδα να επιδικάζονταν υπέρ του αιτητού και εναντίον των καθ΄ών η αίτηση. Αυτά θα πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας αφού προηγουμένως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.