← Κύπρος

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ν. INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 3942/2005, 27 Οκτωβρίου, 2008

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ν. INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 3942/2005, 27 Οκτωβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A95 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3942/2005 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Ενάγοντα- Αιτητή και INVESTYLIA PUBLIC COMPANY LTD Εναγομένης- Καθ΄ής η αίτηση ---------------------------------------- Ημερ. 27 Οκτωβρίου, 2008 Για τον ενάγοντα - αιτητή: κ. Τ. Κουκούνης Για εναγόμενη - Καθ΄ής η αίτηση: κα Στυλιανού Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης) Με την αγωγή του ο ενάγοντας αξιώνει την επιστροφή με τόκους του ποσού των Λ.Κ.15.020,00 που κατέβαλε ως επενδυτής στην εναγομένη το έτος 2000 για την αγορά μετοχών της εναγομένης εταιρείας μετά από δημόσια πρόσκληση της για την αγορά των τίτλων /και ή μετοχών της, παριστάνοντας ότι θα υπέβαλλε αίτηση για την εισαγωγή των τίτλων της στο Χ.Α.Κ. γεγονός το οποίο τελικά δεν επετεύχθη. Δεν κρίνω σκόπιμο να κάμω ιδιαίτερη αναφορά στη πορεία της υπόθεσης, αν και ο χρόνος που υποβάλλεται η παρούσα αίτηση συνιστά ένα από τους λόγους της προβαλλόμενης ένστασης. Η πορεία της υπόθεσης εξάλλου φαίνεται από τον φάκελο και εάν κριθεί σκόπιμο για τον σχολιασμό του πιο πάνω λόγου θα κάμω ειδικότερη αναφορά σε κατάλληλο σημείο της απόφασης μου. Παρατηρώ ότι και από τις δύο πλευρές εξαντλήθηκαν στη παρούσα υπόθεση όλα ή σχεδόν όλα τα διαδικαστικά μέτρα που προνοούνται στους θεσμούς μας και κάθε ένα από αυτά έβρισκε τη σθεναρή ένσταση της άλλης πλευράς, τακτική η οποία ασφαλώς και δεν διασφαλίζει την γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης αλλά και την επιβαρύνει με αχρείαστα, κατά την άποψη μου, έξοδα. Ο ενάγοντας - αιτητής με την αίτηση του αιτείται όπως εκδοθεί διάταγμα το οποίο να διατάσσει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με τη προσθήκη μετά το τέλος της παραγράφου 7 των ακόλουθων: ¨Ο ενάγοντας είχε ήδη αποστείλει στην εναγόμενη επιστολή για επιστροφή των χρημάτων του κατά ή περί την 23.01.2003, χωρίς όμως καμιά ανταπόκριση από την εναγομένη¨. Η αίτηση υποστηρίζεται με την ένορκο δήλωση του κ. Κωνσταντίνου, ασκούμενου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος. Στη παράγραφο 3 γίνεται η ακόλουθη αναφορά: ¨Η αιτούμενη τροποποίηση είναι δικαιολογημένη και δεν αποτελεί καινούριο γεγονός ή ισχυρισμό. Η εν λόγω πρόταση για την οποία ο ενάγοντας εξαιτείται την προσθήκη της στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης του πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αναφέρεται ξεκάθαρα στην Απάντηση του ενάγοντα ημερομηνίας 23.01.2006 και επομένως η εναγόμενη γνωρίζει πολύ καλά τη θέση του ενάγοντα επί του θέματος. Με τη προσθήκη της εν λόγω πρότασης και στην Έκθεση Απαίτησης θα γίνεται πιο στρωτή η παράθεση των ισχυρισμών του ενάγοντα στο δικόγραφο του και θα γίνει ακόμα πιο κατανοητή η σειρά των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης με τη προσκόμιση της μαρτυρίας από τη πλευρά του ενάγοντα κατά την ακροαματική διαδικασία¨. Στη συνέχεια στη παράγραφο 4 γίνεται αναφορά στη ζημιά που ενδέχεται να υποστεί ο ενάγων εάν δεν επιτραπεί η τροποποίηση στην παρουσίαση και προώθηση της υπόθεσης του στο δικαστήριο που όπως την προσδιορίζει, αφορά στην ορθή χρονολογική σειρά που θα προβληθεί αυτός ο ισχυρισμός του έτσι ώστε να βγαίνει καλύτερο νόημα και από τα δύο δικόγραφα του δηλαδή αυτό της Έκθεσης Απαίτησης και αυτό της Απάντησης. Στη συνέχεια εξηγείται πως παρόμοιο ζήτημα ανέκυψε σε άλλη παρόμοια υπόθεση μεταξύ των ίδιων διαδίκων και με παρόμοιο αντικείμενο αγωγής ενώπιον άλλου δικαστηρίου. Η τροποποίηση κρίνεται αναγκαία και απαραίτητη και είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της ορθής και δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σε αντίθετη περίπτωση ο ενάγων θα υποστεί ζημιά και αδικία, ενώ οι εναγόμενοι δεν θα πάθουν καμιά ζημιά. Οι λόγοι της ένστασης όπως απαριθμούνται είναι οι ακόλουθοι: Με την αίτηση τροποποίησης γίνεται προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων αφού εισαγάγει νέους ισχυρισμούς επί των γεγονότων. Η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και συγκεκριμένα 2 ½ ολόκληρα χρόνια από την καταχώρηση της αρχικής Έκθεσης Απαίτησης του ενάγοντα. Δεν παρατίθεται από μέρους του Ενάγοντα εύλογη δικαιολογία για το καθυστερημένο της υποβολής της αίτησης. Δεν παρατίθεται από μέρους του Ενάγοντα εύλογη δικαιολογία σχετικά με το αναγκαίο της έκδοσης του διατάγματος. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση ήταν σε γνώση του Ενάγοντα από την έγερση της παρούσας διαδικασίας ενώ ο ίδιος αμέλησε να εκθέσει τα ισχυριζόμενα γεγονότα στο αρχικό του δικόγραφο ή/ και να φροντίσει να προχωρήσει σε αίτηση τροποποίησης σε προηγούμενο στάδιο. Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει κατάφορη αδικία, δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα των Εναγομένων και ταλαιπωρία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Πλήγονται συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων με την αιτούμενη τροποποίηση και συγκεκριμένα το δικαίωμα τους για εκδίκαση της δικαστικής διαφοράς εντός εύλογου χρόνου. Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει διάταγμα ως η αίτηση. Στην ένορκο δήλωση της εκ των δικηγόρων του δικηγορικού γραφείου των εναγομένων κ. Χ. Δράκου υποστηρίζεται περαιτέρω ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη. Ότι με την αιτούμενη τροποποίηση γίνεται προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των επίδικων θεμάτων αφού εισαγάγει νέους ισχυρισμούς επί των γεγονότων και περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι ο λόγος προσθήκης της εν λόγω πρότασης είναι για να γίνει πιο στρωτή η παράθεση των ισχυρισμών του και πιο κατανοητή η σειρά των γεγονότων δεν ευσταθεί καθότι αποτελεί μια προσπάθεια από μέρους του να εισαγάγει μαρτυρία η οποία δεν ήταν δικογραφημένη εξ αρχής καθώς επίσης και νέους ισχυρισμούς επί των γεγονότων οι οποίοι με τη σειρά τους θα διαφοροποιούσαν τα επίδικα θέματα ως μέχρι σήμερα διαμορφώθηκαν επί των εγγράφων προτάσεων των μερών. Στη συνέχεια της ενόρκου δηλώσεως προβάλλονται με περισσότερες λεπτομέρειες και επεξηγείτε η θέση των εναγομένων γιατί δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Σημειώνω ως κύρια σημεία τα ακόλουθα, αποφεύγοντας τις επαναλήψεις που χαρακτηρίζουν την ένορκο δήλωση: (α) ότι δεν πρόκειται για σοβαρό και πραγματικό λόγο που γίνεται η αίτηση όταν υποστηρίζεται ότι ένας από τους ισχυρισμούς του δεν προβάλλεται στην ορθή χρονολογική σειρά έτσι που να βγαίνει καλύτερο νόημα από τα δύο δικόγραφα του και έτσι θα υποστεί ζημιά, (β) πρόκειται για επίδειξη κακοπιστίας εκ μέρους του σε σχέση με τους λόγους αλλά και με το χρόνο που επελέγη εκ μέρους του να προβεί σε τροποποίηση χωρίς να προβάλλεται κάποια εύλογη δικαιολογία για την υπερβολική καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος δηλαδή 2 ½ χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαιτήσεως χωρίς να δίδεται κάποια δικαιολογία για την καθυστέρηση έτσι που να αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εφόσον αφορά γεγονός το οποίο ήταν εξ αρχής υπόψη του ενάγοντος και δεν αποτελεί παράλειψη ή και αβλεψία ή οφείλεται σε παραδρομή. (γ) η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα για το λόγο ότι μετά που ηγέρθη ένσταση σε παρόμοια υπόθεση μεταξύ των ίδιων διαδίκων σε παρόμοια πρόταση που δεν ήταν δικογραφημένη στην έκθεση απαιτήσεως, αλλά σε αυτή γινόταν αναφορά στην απάντηση, ότι δηλαδή αποτελούσε προσπάθεια εισαγωγής νέας μαρτυρίας μη δικογραφημένης. (δ) με την αίτηση προκαλείται καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων των εναγομένων και θίγεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα τους για σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης τους και οι εναγόμενοι θα βρεθούν σε χειρότερη θέση από αυτή που βρίσκονται σήμερα με αποτέλεσμα να προκαλείται κατάφορη αδικία σε βάρος τους. (ε) προβάλλεται ότι επαναπροσδιορίζονται πλήρως τα επίδικα θέματα μεταξύ των μερών και αλλάζει παντελώς η βάση της αγωγής αλλά και η πορεία της δικαστικής διαδικασίας με την αναπόφευκτη ανάγκη καταχώρησης τροποποιημένης Υπεράσπισης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους στην ουσία ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση όπως τα κατέγραψα πιο πάνω υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες. Η νομική πτυχή της τροποποίησης δικογράφου: Η Διαταγή 25 Θ.1 στην οποία βασίζεται η αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: " The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties" Σε μετάφραση: ¨Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων¨. Προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη αλλά και η νομολογία μας φανερώνει ως γενική αρχή ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.

(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε):
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη¨. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Στην υπόθεση Περιεκτιόνη Χρίστου v. Α. Στυλιανού Αζά ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Σάββα
(1992)1 (Α) Α.Α.Δ. 704 λέχθηκε ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11). Δεδομένου δε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την τροποποίηση αναγκαία, για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, αυτή επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Σε σχέση με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: ¨Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. Σε σχέση τέλος με το ζήτημα της καθυστέρησης στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και αρχίζοντας την εξέταση των λόγων ένστασης από τον παράγοντα της καθυστέρησης συμφωνώ με τη δικηγόρο της Καθ΄ής η Αίτηση ότι το στάδιο που εγείρεται το θέμα της τροποποίησης είναι προχωρημένο αφού τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν ήδη από τις 23.01.2006 όταν καταχωρήθηκε η απάντηση στην υπεράσπιση δηλαδή δύο και πλέον χρόνια αφότου προέκυψε η ανάγκη για την παρούσα αίτηση όπως εξηγεί ο αιτητής. Η καθυστέρηση όμως αυτή δεν μπορεί να αναχθεί σε σημείο που να αντιβαίνει τις πρόνοιες του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος ως προς το δικαίωμα των εναγομένων να εκδικασθεί σύντομα η διαφορά τους με τον ενάγοντα, αλλά ούτε και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε και συντρέχει περίπτωση κακοπιστίας εκ μέρους του ενάγοντος εφόσον εξηγεί με σαφήνεια την αναγκαιότητα που του επέβαλε να προβεί σε αυτό το διάβημα. Έστω όμως και εάν το Δικαστήριο καταλήγει στη πιο πάνω διαπίστωση, ότι δηλαδή υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω), Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Στη προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι δεν υπάρχει εκτροχιασμός της δίκης και με την αιτούμενη τροποποίηση δεν διακυβεύονται τα θέσμια του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι πιο ουσιαστικά από αυτά που θα διακυβεύονταν εάν δεν επιτρεπόταν η τροποποίηση. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα της τροποποίησης κατά τη διάρκεια της εκδίκασης παρόμοιας υπόθεσης με το ίδιο αντικείμενο και τους ίδιους εναγόμενους σε άλλο Δικαστήριο και μετά τις επισημάνσεις αδελφού δικαστού και αμέσως προς τούτο προέβη στο παρών διάβημα στη παρούσα υπόθεση. Επομένως δίδεται μια δικαιολογία για την καθυστέρηση της υποβολής του αιτήματος. Δεν βρίσκω πως η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στη πλευρά των εναγομένων εφόσον πρόκειται για ένα ισχυρισμό που θα πρέπει να ήταν σε γνώση της και ο οποίος εξάλλου έχει δικογραφηθεί στο σχετικό δικόγραφο και σε απάντηση του ενάγοντος σε ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Επομένως δεν μπορώ να αντιληφθώ πως αυτή η συμπερίληψη και στο σώμα της έκθεσης απαίτησης του ίδιου ισχυρισμού θα προκαλέσει σε αυτή ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία. Η κατάληξη μου δε αυτή δεν γίνεται ανεξάρτητα του γεγονότος ότι στο μεταξύ έχει υποβληθεί αίτηση διαγραφής του πιο πάνω ισχυρισμού από το σώμα της απάντησης στην υπεράσπιση στις 8.05.2008 μετά δηλαδή την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Πρόκειται για ισχυρισμό ο οποίος άπτεται της ουσίας της διαφοράς και έχει άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα και δεν μπορώ να αντιληφθώ πως αυτός ο ισχυρισμός επαναπροσδιορίζει τα επίδικα θέματα. Μπορεί αυστηρά ομιλούντες να εισάγεται νέος ισχυρισμός επί των γεγονότων, όμως αυτό δεν είναι που επιδιώκεται με την τροποποίηση, να τεθούν δηλαδή όλα τα γεγονότα που άπτονται αυτής της διαφοράς των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου; Ο ισχυρισμός μάλιστα αυτός προβλήθηκε στη παρ. 6 της απάντησης στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 23.01.2006 και επαναλαμβάνεται και στην παράγραφο 13 της τροποποιημένης απάντησης στις 13.12.2007. Ίσως να μην ήταν ο κατάλληλος τρόπος εισαγωγής ενός τέτοιου ισχυρισμού με την απάντηση όμως δεν παύει το γεγονός ότι προβλήθηκε και πρόκειται για ένα δικογραφημένο ισχυρισμό ο οποίος δεν μπορεί να παραβλεφθεί εντελώς. Για όποια σημασία μπορεί να έχει η αιτούμενη τροποποίηση στην απερίσπαστη διεξαγωγή της δίκης δεν βλέπω λόγο γιατί να μην εγκρίνω το αίτημα. Κρίνω ότι παρέχεται κάποια δικαιολογία γιατί θα πρέπει να κριθεί αναγκαία η έκδοση του διατάγματος και αυτή είναι η επίκληση παρόμοιας αντιμετώπισης του ίδιου ζητήματος σε άλλη υπόθεση με τους ίδιους εναγόμενους και με παρόμοιο αντικείμενο αγωγής. Σε αυτό ακριβώς αποσκοπεί και το αίτημα, να καταστήσει δηλαδή την παράθεση της μαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντος στην ουσία απρόσκοπτη και στο σημείο αυτό αντιπαρέρχομαι της φραστικής διατύπωσης στην ένορκο δήλωση προς δικαιολόγηση του αιτήματος την οποία θεωρώ ατυχή. Με αυτό το σχόλιο πιστεύω ότι απαντάται και ο λόγος ένστασης αρ. 5 με επιπρόσθετη επισήμανση ότι το διάβημα λήφθηκε αμέσως μόλις έγινε αντιληπτό, όπως εξηγείται για το πως ανέκυψε το όλο ζήτημα στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας σε παρόμοια υπόθεση με το ίδιο αντικείμενο που αφορούσε τους ίδιους εναγόμενους. Ο ισχυρισμός για επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγομένων παρέμεινε μετέωρος και δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί για το πως δηλαδή η εισαγωγή αυτού του ισχυρισμού, εάν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, επηρεάζει τα δικαιώματα των εναγομένων. Ούτε επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων αλλάζει, τουναντίον τίθενται οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί σε πιο ορθή βάση. Τα επίδικα θέματα εξακολουθούν να είναι τα ίδια και η νομική βάση της απαίτησης δεν διαφοροποιείται και ποσώς δεν αλλάζει η πορεία της διαδικασίας η οποία με την επιδιωκόμενη τροποποίησης θα προχωρήσει, τουλάχιστον ως προς αυτό το ζήτημα απρόσκοπτα. Η συνεπαγόμενη καθυστέρηση συνεπεία της αναγκαιότητας που θα προκύψει για καταχώρηση τροποποιημένων εγγράφων δεν θα πρέπει να υποσκελίσει την αποκρυστάλλωση των εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών. Δεν μπορώ να αντιληφθώ πως η επιστολή ημερομηνίας 23.01.2003 η οποία προηγήθηκε της καταχώρησης της παρούσας αγωγής αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης του ενάγοντα εφόσον αυτή, κατ΄ισχυρισμό, προϋπήρχε, όπως ανέφερα, και δεν κατασκευάστηκε εκ των υστέρων. Το Δικαστήριο είναι ταγμένο και οφείλει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και σε τέτοιας φύσης αιτήσεις όπου ο διάδικος επιδιώκει να εισαγάγει και προβάλει όλους τους ισχυρισμούς του, που ση προκείμενη περίπτωση δεν είναι άγνωστος στην άλλη πλευρά πρέπει να του παρέχεται η δυνατότητα και η ευχέρεια να τον προβάλει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί και προς τούτο εκδίδεται σχετικό διάταγμα για την τροποποίηση όπως το Α της αίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και οποιαδήποτε έξοδα χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης (βλ. Χ¨ιωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1454, Κώστας Χαραλάμπους Πιερή
(1999)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 809). Τροποποιημένη Έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 15 μερών από της συντάξεως του διατάγματος. Ακολούθως μετά την επίδοση της στους δικηγόρους των εναγομένων σε 15 ημέρες να κατατεθεί τροποποιημένη έκθεση Υπερασπίσεως και σε 7 ημέρες από της επιδόσεως της η τροποποιημένη απάντηση. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 20.12.2008. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.