← Κύπρος

Επί της αφορώσι τον Ιωάννη Καραγιώργη, Αρ. Αίτ.: 167/08, 6 Νοεμβρίου, 2008

Επί της αφορώσι τον Ιωάννη Καραγιώργη, Αρ. Αίτ.: 167/08, 6 Νοεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτ.: 167/08 Εν πτωχεύσει Επί της αφορώσι τον Ιωάννη Καραγιώργη εκ Αγγλισίδες, Χρεώστη Εκ μέρους της Alfa Concrete Ltd από την Λεμεσό Πιστωτή Αίτηση για αναστολή της διαδικασίας ημερ. 30/9/08 Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Α. Κουκούνης για να ακούσει απόφαση για κ. Τ. Κουκούνη Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Φράγκος για να ακούσει απόφαση για κ. Χαβιαρά Ενδιάμεση Απόφαση Η Alpha Concrete Ltd ζήτησε την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Ιωάννη Καραγιώργη λέγοντας ότι διέπραξε πράξη πτώχευσης εφόσον παρέλειψε να συμμορφωθεί σε ειδοποίηση πτώχευσης και να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος στην αγωγή 3979/03. Ο εν λόγω χρεώστης καταχώρησε ένσταση αλλά παράλληλα και την παρούσα αίτηση για αναστολή της διαδικασίας για τον λόγο ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης (Πολιτική ΄Εφεση 267/07), επικαλούμενος τις πρόνοιες του άρθρου 6

(4)του περί Πτωχεύσεως νόμου, Κεφ. 5. Οι πρόνοιες του άρθρου 6
(4)έχουν ως ακολούθως: «
(4)΄Οταν η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας ή συμβιβασμό του εξ αποφάσεως χρέους ή ποσού που διατάχθηκε να πληρωθεί, το Δικαστήριο δύναται, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος.» Στην υπόθεση Επί τοις Αφορώσι τον Λουκή Παπαχριστοφόρου
(2003)1 Α.Α.Δ. 332, γίνεται αναφορά στις παραπάνω πρόνοιες και στην εξ αυτών διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Ο τρόπος άσκησης της εξουσίας αυτής εξηγείται μέσα από την αγγλική νομολογία επί παρομοίων προνοιών. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή παρέπεμψε σε σχετική νομολογία και στα Halsbury's Laws of England, 3η έκδ., τόμος 2, παρ. 590 όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: «If the appeal appears to be bona fide, the hearing of the petition ought to be adjourned; if evidently frivolous, a receiving order ought to be made (Re Rhodes, Ex parte Heyworth
(1884), 22 Q.B.D. 83, C.A.). Αρχή θα μπορούσε να γίνει από την υπόθεση Ex p Yeatman, re Yeatman
(1880)16 Ch D 283 όπου, ενώ αναγνωρίστηκε κατά γενικό τρόπο η ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει αναστολή, τέθηκε ως συγκεκριμένο κριτήριο το κατά πόσο υπάρχει πραγματική ή καλή τη πίστει έφεση. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο οφείλει πλέον να αναστείλει την διαδικασία μέχρι το αποτέλεσμα της έφεσης. Στην υπόθεση Re Noble [1964] 2 All E.R. 552 (C.A.) θεωρήθηκε ότι το εν λόγω κριτήριο είναι σωστό. Ακολούθως, στην υπόθεση Heath v. Tang, Stevens v. Peacock [1993] 4 All E.R. 694 (C.A.) επιβεβαιώθηκε η ίδια αρχή η οποία τέθηκε επιγραμματικά ως ακολούθως: «Although this provision confers upon the court a discretion (see Re Flatau, ex p Scotch Whisky Distillers Ltd
(1888)22 QBD 83), it has been said more than once that if the appeal appears to be bona fide the court should adjourn the petition until it has been heard: see Ex p Yeatman, re Yeatman
(1880)16 Ch D 283 and Re Noble (a bankrupt), ex p the bankrupt v. Official Receiver [1964] 2 All E.R. 522, [1965] Ch 129.» Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Re a Debtor (No 799 of 1994), ex parte Cobbs Property Services Ltd [1995] 3 All E.R. 723 (Ch.D.) έχει αναγνωριστεί ένα επιπρόσθετο κριτήριο, το κατά πόσο δηλαδή ο εφεσείων χειρίζεται με την δέουσα σοβαρότητα και επιμέλεια την έφεση του. Πειστικά εξηγείται ότι εάν δεν ενεργεί έναντι της έφεσης του με την δέουσα σοβαρότητα, εκείνο που μπορεί να λεχθεί είναι πως αυτός ο ίδιος δεν προσδίδει σημασία στην έφεση του ανεξάρτητα από το τι θα μπορούσε να σκεφτεί το δικαστήριο. Εν προκειμένω, στους λόγους της ένστασης δεν αμφισβητούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 6
(4), αλλ' ούτε προβάλλεται συγκεκριμένος λόγος που να έχει σχέση με τα παραπάνω κριτήρια. Αλλά και η αγόρευση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση δεν περιστράφηκε γύρω από τα κριτήρια αυτά. Με αφετηρία το γεγονός ότι το διάταγμα παραλαβής δεν είναι μέτρο εκτέλεσης αλλά σκοπό έχει την προστασία της περιουσίας (Πετράκης v. Κίμωνος
(2006)1 Α.Α.Δ. 1311) εισηγήθηκε ότι εδώ ο αιτητής δεν έχει δείξει λόγο γιατί να ανατραπεί αυτός ο σκοπός μέσα από αναστολή της διαδικασίας την στιγμή που εάν ήθελε να εξασφαλίσει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα έπρεπε να καταφύγει στις πρόνοιες της Δ.35 κ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Αυτό όμως είναι άλλο ζήτημα. Ως εκ των άνω, η αίτηση έχει παραμείνει κατ' ουσία αναντίλεκτη. Με δεδομένο ότι η έφεση εκκρεμεί δεν υπάρχει θέση ότι αυτή δεν είναι καλή τη πίστει ή σοβαρή, ή πραγματική, ούτε έχει εγερθεί ζήτημα πλημμελούς προώθησης της. ΄Αλλωστε, ο αιτητής έχει αποκαλύψει σε αυτή την αίτηση τους λόγους της έφεσης και τις θέσεις που υποστηρίζει και δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι πρόκειται για φανερά επιπόλαια έφεση. Αφετέρου, η έφεση ήταν ορισμένη για προδικασία στις 21/10/08 και έχουν δοθεί οδηγίες για να καταχωριστούν περιγράμματα. Συνεπώς, η παρούσα διαδικασία θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την περάτωση της έφεσης. Σε τέτοια περίπτωση, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση, θα πρέπει ο αιτητής να διαταχθεί να δώσει εξασφάλιση εφόσον με την αναστολή θα τεθεί σε κίνδυνο η πτωχευτική περιουσία. Εισηγήθηκε ότι τέτοια εξουσία παρέχεται από το άρθρο 6
(4)του Νόμου και από τον κανονισμό 19 των Πτωχευτικών Κανονισμών. ΄Ομως, το άρθρο 6
(4)δεν παρέχει τέτοια εξουσία, ο δε κανονισμός 19 ρυθμίζει τον τρόπο που παρέχεται η εξασφάλιση όταν δίδεται σχετική διαταγή και όχι υπό ποίες προϋποθέσεις μπορεί να δοθεί τέτοια διαταγή. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή εισηγήθηκε ότι το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διατάξει την παροχή εγγύησης εφόσον εάν ο νομοθέτης είχε σκοπό να δώσει τέτοια εξουσία θα το έκαμνε ρητά, κάτι που δεν έκαμε με το άρθρο 6
(4). Σε αντιδιαστολή, εκεί που ήθελε να προβλέψει τέτοια εξουσία το έκαμε, εισηγήθηκε ο κ. Κουκούνης παραπέμποντας στις πρόνοιες του άρθρου 6
(6)του ίδιου Νόμου. Στο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα μπορεί να προστεθεί και αναφορά στη Δ.35, κ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών (αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης εφέσεως), όπου η παροχή εξασφάλισης προβλέπεται ρητά και επιτακτικά. Συνεπώς, οι πρόνοιες στις οποίες παρέπεμψε ο κ. Χαβιαράς δεν δίδουν κατά τρόπο ρητό τέτοια εξουσία, ενώ το επιχείρημα του κ. Κουκούνη φαίνεται πειστικό. Ως προς τα έξοδα ο κ. Κουκούνης εισηγήθηκε ότι θα πρέπει κατά τον γενικό κανόνα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, ενώ ο κ. Χαβιαράς εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί αναλογικά η πρακτική ρύθμιση που γίνεται σε περίπτωση επιτυχίας μιας αίτησης για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης εφέσεως. Από τα ήδη λεχθέντα προκύπτει διαφορά της αναστολής της αίτησης πτώχευσης από την αναστολή εκτέλεσης. Από την άλλη η απόφαση που εφεσιβλήθηκε δεν έχει ανασταλεί και η παρούσα διαδικασία υπάρχει λόγω της απόφασης εκείνης και της μη εξόφλησης της. Υπό όλες τις περιστάσεις θεωρώ ότι είναι δίκαιο τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της έφεσης που αποτελεί το υπόβαθρο της αναστολής. Η διαδικασία πτώχευσης αναστέλλεται μέχρι την περάτωση της έφεσης 267/2007. Διαταγή για έξοδα ως ανωτέρω. (Υπ.).............................. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.