ALI POURHEIDARI ν. FARZAD RAMINI κ.α., Αρ. Αγωγής: 2982 / 2007, 11 Νοεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2982 / 2007 Μεταξύ: ALI POURHEIDARI Ενάγοντος -Αιτητού και
- FARZAD RAMINI
- RAHIL GHOLAM ZADEH
- F.R.F. PIZZA PIZZA CO LTD Εναγομένων - Καθ'ών η Αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11 Νοεμβρίου, 2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή - Ενάγοντα :κα Χάματσου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία η κα Βασιλείου στην εκφώνηση της απόφασης Για τους Καθ΄ών η αίτηση - Εναγόμενους 1 και 2: κ. Ν. Δαμιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα με ημερομηνία 9.11.2007) Στις 9.11.2007 οι ενάγοντες καταχώρησαν γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξίωναν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 εκτός από γενικές αποζημιώσεις για παράβαση καθηκόντων ή/ και υποχρεώσεων του εναγομένου 1 διευθυντή και/ ή διοικητικού συμβούλου και/ ή εμπιστευματοδόχου και/ ή θεματοφύλακα και/ ή άλλως πως της εναγομένης 3, αποζημιώσεις για απάτη ή/ και αδικαιολόγητο πλουτισμό και για υπεξαίρεση σε βάρος της εναγομένης 3 και διάφορα απαγορευτικής και προστακτικής φύσης διατάγματα. Την ίδια ημέρα καταχώρησαν την υπό εκδίκαση αίτηση και πέτυχαν μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορευόταν στους εναγόμενους 1 και 2 προσωπικά ή/ και διαμέσου αντιπροσώπου ή /και υπαλλήλου ή /και τρίτου προσώπου ή άλλως πως όπως πωλήσουν, μεταβιβάσουν ή αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο την κατοχή ή/ και την ιδιοκτησία του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΚΝΥ 172, μέχρι εκδικάσεως της πιο πάνω αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου εκτός εάν οι πιο πάνω εναγόμενοι εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και δείξουν λόγο γιατί να μη συνεχίσει να ισχύει το διάταγμα. Θα καταγράψω στη συνέχεια τη πορεία της υπόθεσης όπως προκύπτει από το φάκελο καθώς έχει σημασία για το χρόνο που διέρρευσε από της εκδόσεως του προσωρινού διατάγματος μέχρι σήμερα, ζήτημα εξάλλου που θα με απασχολήσει στη συνέχεια εφόσον το έθιξε η πλευρά των Καθ΄ών η αίτηση. Το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ορίστηκε αρχικά για αναθεώρηση στις 16.11.
- Αναβλήθηκε λόγω μη επίδοσης του για τις 26.11.2007 και ακολούθως για τις 3.12.
- Δεν έγινε κατορθωτή η προσωπική επίδοσης του και προς τούτο μετά από σχετικό διάβημα εκδόθηκε διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση δια δημοσιεύσεως της αίτησης και του διατάγματος σε καθημερινή εφημερίδα της ιρανικής κοινότητας του Λονδίνου όπου κατ΄ ισχυρισμό διέμεναν οι εναγόμενοι 1 και
- Ορίστηκε στις 16.01.2008 για να εμφανιστούν οι καθ΄ών η αίτηση - εναγόμενοι όπως και έγινε μέσω των δικηγόρων που διόρισαν αρχικά οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφανίσεως. Ζητήθηκε χρόνος για να καταχωρηθεί ένσταση στην αίτηση και στη συνέχιση ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Έτσι παρέμεινε για οδηγίες στις 11.02.2008 και με οδηγίες μέχρι τότε να καταχωρηθεί ένσταση. Ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος καταχώρησης της ένστασης και έτσι ορίστηκε πλέον η αίτηση για ακρόαση στις 5.03.2008 με την υποχρέωση 3 ημέρες προηγουμένως να καταχωρηθεί η ένσταση. Στις 29.02.08 οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση για παράταση του χρόνου για να καταχωρήσουν την ένσταση όπως και δόθηκε με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί εντός 20 ημερών και αναβλήθηκε η ακρόαση της για τις 4.04.2008 ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε από τον τότε δικηγόρο των εναγομένων όπως του δοθεί άδεια να αποσυρθεί από την υπόθεση στην παρουσία του εναγομένου
- Έτσι και πάλιν η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 9.04.2008 που ορίστηκε για οδηγίες με σκοπό να ενημερωθεί και η εναγομένη 2 για την πρόθεση του δικηγόρου της να αποσυρθεί όπως και έγινε. Η υπόθεση ορίστηκε ξανά στις 16.04.2008 και ακολούθως στις 30.05.2008 για οδηγίες με σκοπό να βρουν και να διορίσουν οι εναγόμενοι δικηγόρο. Στις 30.05.2008 εμφανίστηκαν οι δικηγόροι που εκπροσωπούν και σήμερα τους εναγόμενους. Ζητήθηκε και προς τούτο δόθηκε χρόνος μέχρι τις 12.06.2008 και ακολούθως μέχρι την 23.06.2008 για να καταχωρηθεί ένσταση όπως και έγινε στις 23.06.
- Η αίτηση παρέμεινε ξανά για οδηγίες στις 7.07.
- Ακολούθως με τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών η αίτηση παρέμεινε για ακρόαση στις 22.09.
- Σημειώνω ότι κάθε φορά που αναβαλλόταν η υπόθεση εκδιδόταν διαταγή σε σχέση με το διάταγμα το οποίο παρέμενε σε ισχύ. Στο μεταξύ η πλευρά των εναγομένων - καθ΄ών η αίτηση εξασφάλισαν διάταγμα για αντεξέταση του ενάγοντος - αιτητού και ενόρκως δηλούντος. Στις 22.09.2008 λόγω της απουσίας του ενάγοντος που βρισκόταν στη πατρίδα του στο Ιράν και οφειλόταν στη μη εξασφάλιση ταξιδιωτικής άδειας για να επισκεφθεί τη Κύπρο, η συνήγορος του ζήτησε αναβολή για να μπορέσει να ταξιδεύσει και να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναβλήθηκε για τις 15.10.2008 για ακρόαση και στο μεταξύ εξασφαλίστηκε διάταγμα αντεξέτασης του εναγομένου 1 που ήταν ο ενόρκως δηλών στην ένσταση. Στο μεταξύ στις 20.10.2008 υποβλήθηκε αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της με την καταχώρηση έκθεσης απαιτήσεως καθώς επίσης και αίτηση εκ μέρους των εναγομένων για παροχή ασφάλειας εξόδων από τον ενάγοντα οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις 15.10.2008 αναβλήθηκε ξανά η ακρόαση της αίτησης για τον λόγο ότι μετά την παρουσίαση κάποιων νέων στοιχείων έγιναν διαβουλεύσεις για κάποιας μορφής διευθέτηση, διαβουλεύσεις οι οποίες συνεχίστηκαν και στις 23.10.2008 οπότε στην αποτυχία κατάληξης ορίστηκε ξανά η αίτηση για ακρόαση στις 3.11.
- Μετά από σχετική άδεια καταχωρήθηκε στις 31.10.2008 συμπληρωματική ένορκος δήλωσης εκ μέρους του κ. Λυκούργου, εκ των δικηγόρων του ενάγοντος. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/60) στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ. 1-9 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση την οποία υπέγραψε ο ενάγοντας αποτελεί το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης όπως και η συμπληρωματική ένορκος δήλωσης του κ. Λυκούργου. Στις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις που συνοδεύονται από έγγραφα - τεκμήρια, περιγράφονται με λεπτομέρεια διάφορα γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν τις σχέσεις των διαδίκων. Θέση του ενάγοντος - αιτητού είναι ότι το αίτημα του είναι αιτιολογημένο καθ΄ ότι οι εναγόμενοι καθ΄ών η αίτηση εκμεταλλεύτηκαν την πρόσβαση και τη δυνατότητα που είχαν να κάμνουν αναλήψεις από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσαν στο όνομα της εναγομένης 3 όπως φαίνονται στη κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού το Τεκμήριο F. Στην εταιρεία μοναδικοί μέτοχοι είναι ο εναγόμενος 1 σε ποσοστό 51% και ο ενάγοντας σε ποσοστό 49%. Είναι και οι δύο Διοικητικοί Σύμβουλοι και Γραμματέας της είναι η εναγομένη
- Ισχυρίζεται οικονομική διαφορά η οποία προέκυψε, όπως διαπίστωσε από τη λειτουργία του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού ο οποίος ανοίχθηκε επ΄ονόματι της εναγομένης 3 εταιρείας την οποία θα χρησιμοποιούσαν με σκοπό την διεξαγωγή επιχείρησης στη Κύπρο και ο εν λόγω λογαριασμός θα χρησιμοποιείτο για τους σκοπούς της. Ουσιαστικά η οικονομική τους διαφορά προέρχεται από την κατ΄ ισχυρισμό χρησιμοποίηση του εν λόγω λογαριασμού χωρίς προς τούτο εξουσιοδότηση η οποία συνίστατο σε μόνο αναλήψεις χρηματικών ποσών προς ίδιον όφελος των εναγομένων 1 και
- Στην ειδοποίηση για την πρόθεση τους να ενστούν οι Καθ΄ών η Αίτηση εναγόμενοι 1 και 2, παραθέτουν και αυτοί με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο εναγόμενος 1 κατ΄ εξουσιοδότηση και της εναγομένης 2 ισχυρισμούς, γεγονότα και επισυνάπτονται τεκμήρια - έγγραφα προς απόδειξη τους. Παρουσιάζουν μια διαμετρικά αντίθετη εικόνα για το πως οι ίδιοι αντιλαμβάνονται την ισχυριζόμενη από τον ενάγοντα οικονομική τους διαφορά. Είναι η θέση τους ότι τουλάχιστο το μεγαλύτερο μέρος του ποσού το οποίο φαίνεται ότι εισέπραξαν οι ίδιοι από τον εν λόγω λογαριασμό το πήραν για να εξυπηρετήσουν τον ενάγοντα και ήταν προς όφελος του αφού έκαναν πληρωμές δικών του λογαριασμών όπως ενοικίων, λογαριασμού της Α.Η.Κ. κ.ά και παραδίδοντας του ακόμα χρήματα σε μετρητά για τις ανάγκες του. Αναπτύσσουν περαιτέρω νομική επιχειρηματολογία η οποία καθιστά, κατά την άποψη τους, την αίτηση και κατά συνέπεια το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα αστήρικτη καθώς δεν έχει αποκαλυφθεί ούτε καλή βάση αγωγής ή και καθόλου αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα κατά των εναγομένων και δεν υπάρχει ίχνος απόδειξης ή μαρτυρίας ότι χωρίς το αιτούμενο ή και μονομερώς εκδοθέν διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να ικανοποιηθεί τυχόν υπέρ του ενάγοντα θεραπεία. Περαιτέρω η αίτηση και το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση του ή/ και την οριστικοποίηση του. Το διάταγμα εκδόθηκε χωρίς την αποκάλυψη όλων των γεγονότων που χαρακτήριζαν τη μεταξύ τους σχέση. Στις 3.11.2008 οι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν την ανατεξέταση των ενόρκως δηλούντων και προχώρησαν στην ακρόαση της αίτησης με τις αγορεύσεις τους όπου υποστήριξαν και ανέλυσαν ο καθένας περαιτέρω τις δικογραφημένες θέσεις τους και νομική επιχειρηματολογία. Η κ. Χάματσου, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τις προϋποθέσεις που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων υποστήριξε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και-ή οριστικοποίησης του στις οποίες έκαμε αναφορά αναπτύσσοντας τις μία προς μία. Ο κ. Δαμιανού αναφερόμενος στα γεγονότα που περιστοιχίζουν την υπόθεση όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις ενόρκους δηλώσεις κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση και να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα με έξοδα υπέρ των εναγομένων καθώς δεν πληρούνται οι απαιτούμενες υπό του νόμου προϋποθέσεις. Έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι ο ενάγοντας με την ένορκη δήλωση του είχε αποκρύψει γεγονότα τα οποία εάν τα αποκάλυπτε δεν θα εκδιδόταν μονομερώς το διάταγμα του οποίου επιδιώκεται η ακύρωση. Σε περαιτέρω λεπτομέρειες των θέσεων και ισχυρισμών που οι δύο πλευρές προβάλλουν στις ενόρκους τους δηλώσεις και σε σχολιασμό των τεκμηρίων θα αναφερθώ όπου χρειαστεί στη συνέχεια της απόφασης μου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, εφαρμόζεται εκεί που η έκδοση συντηρητικού διατάγματος έχει σκοπό τη προστασία της περιουσίας που είναι αντικείμενο της αγωγής (Βλ. Cyprus Palestine Plantation Co Ltd v. Oliver & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122). Επομένως στη παρούσα περίπτωση όπου επιδιώκεται η δέσμευση ενός αυτοκινήτου που δεν έχει σχέση με τα επίδικα θέματα δεν έχει εφαρμογή. Το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 2029). Η έκδοση προσωρινού διατάγματος με μονομερή αίτηση δεν παρέχει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα στον αιτητή, ο οποίος βαρύνεται κατά την ακρόαση να τεκμηριώσει το αίτημα του για την παροχή θεραπείας (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1453). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύτηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ άλλων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς (δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Το Άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων (βλέπε Acropol Shipping Co. Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστυκών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates (ανωτέρω), National Bank of Greece SA v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd.
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd. v. Global Cruises SA
(1989)1 A.A.Δ. 182, Zεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282, Vuitton v. Dermosak Limited κ.α. (ανωτέρω), αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (
- i)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (
- ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι ενάγοντες σε θεραπεία. (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τους αιτητές μόνο να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας ("visible chance of success"). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ των εναγόντων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το Διάταγμα (δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1 (G) A.A.Δ. 1791, Akis Express ν. Aris Expres
(1998)(1A) Α.Α.Δ. σελ. 149). Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων (που εν προκειμένω δεν υπήρξε). Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Στο στάδιο όμως αυτό το δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιόν του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σε αυτό το στάδιο το δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Α.32 του Ν.14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, οι αιτητές πρέπει να παραθέσουν ενώπιον του δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (δέστε Hadjikyriacos Co. Ltd. v. United Biscuits UK Ltd.
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268). Ωστόσο τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas.
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248), Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 209). Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία όπως υποδεικνύεται στην (Odysseos ανωτέρω). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Θα ξεκινήσω με μια παρένθεση για να εξετάσω το περιουσιακό στοιχείο το οποίο επιδιώκεται να δεσμευθεί περαιτέρω μέχρι και την αποπεράτωση της υπόθεσης. Στη παρ. 11 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή περιγράφεται ο τύπος του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΚΝΥ 172 που αφορά και το εκδοθέν διάταγμα και προσδιορίζεται η αξία του σε Λ.Κ.6.
- Είναι ο ισχυρισμός ότι το αυτοκίνητο βρίσκεται σε κάποια μάντρα αυτοκινήτων στη Λάρνακα όπου εκτίθεται για πώληση όπως είχε διαπιστώσει ο ίδιος ο αιτητής σε επίσκεψη του στην εν λόγω μάντρα. Στην ίδια παράγραφο γίνεται η ακόλουθη αναφορά: ¨Εξ όσων γνωρίζω ο εναγόμενος 1 δεν έχει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στη Κύπρο εκτός από το πιο πάνω αυτοκίνητο.¨ Η πιο πάνω είναι και η μοναδική αναφορά που γίνεται σε σχέση με την ιδιοκτησία του εν λόγω αυτοκινήτου και σε αυτή γίνεται λόγος ότι ανήκει στον εναγόμενο
- Ως εκ τούτου κρίνω ότι το αίτημα σε σχέση με την εναγόμενη 2 - Καθ΄ής η αίτηση 2 είναι εντελώς ανεδαφικό και χωρίς καμιά πιθανότητα επιτυχίας και εναντίον της εφόσον δεν υπάρχει θετικός ισχυρισμός ότι το εν λόγω αυτοκίνητο είναι είτε δικό της περιουσιακό στοιχείο ή είναι συνδιοκτησία της είτε ευρίσκεται στην κατοχή της. Γι΄αυτόν το λόγο θα απορρίψω την αίτηση εναντίον της χωρίς καμιά περαιτέρω εξέταση της εμπλοκής της, εφόσον πλέον δεν έχει καμιά σημασία για τη παρούσα αίτηση, στις διεργασίες που οδήγησαν στην οικονομική διαφορά των διαδίκων όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Δεν είναι δυνατόν να εκδοθεί απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα εναντίον κάποιου για περιουσιακό στοιχείο το οποίο δεν του ανήκει, δεν το έχει στην κατοχή του ή για το οποίο να καταδεικνύεται οποιαδήποτε άλλη σχέση. Με γνώμονα λοιπόν τις πιο πάνω νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις ή αρχές που καθιερώθηκαν σε ό,τι αφορά την εξέταση αυτής της φύσης των αιτημάτων θα προσπαθήσω στη συνέχεια έχοντας υπόψη τις ενόρκους δηλώσεις και όσα τις συνοδεύουν, οι οποίες υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου. Σίγουρα τα όσα θα ακολουθήσουν δεν θα πρέπει να εκληφθούν ότι αποτελούν τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου επί της διαφοράς. Εκείνο το οποίο θα επιχειρηθεί είναι να καταδειχθεί η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα καθιστούσαν έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/
- Θα με απασχολήσει σε αυτό το σημείο το ζήτημα της απόκρυψης στοιχείων όπως τέθηκε από την πλευρά των εναγομένων 1 και 2 - Καθ΄ών η αίτηση και το οποίο εστιάστηκε σε δύο κατά κύριο λόγο σημεία. Πρώτο, στο ότι αναλήψεις από τον εν λόγω λογαριασμό διενήργησε και ο ενάγοντας πράγμα που απέκρυψε. Σημασία όπως έχουν τα γεγονότα της υπόθεσης είναι ότι τα χρήματα είναι ο ενάγοντας που τα κατέθεσε στον εν λόγω λογαριασμό για να χρησιμοποιηθούν για τους σκοπούς της εταιρείας που ίδρυσαν. Ο ίδιος ο ενάγοντας στη παράγραφο 10 της ενόρκου δηλώσεως του παραδέχεται ότι χρησιμοποίησε ο ίδιος για σκοπούς της εταιρείας Λ.Κ.2.000= από αυτά τα χρήματα. Φαίνεται όμως από τον λογαριασμό (Τεκμήριο F), ότι πλείστες όσες αναλήψεις που αφορούν το μεγαλύτερο μέρος του ποσού που αναλήφθηκε έγιναν από τον εναγόμενο 1 και αυτές πέραν των όσων απαριθμεί στην ένορκο του δήλωση ότι δηλαδή ναι με έγιναν από τον ίδιο όμως ήταν προς όφελος του ενάγοντος. Γεννιέται βέβαια το εύλογο ερώτημα εφόσον την ίδια πρόσβαση με πιστωτική κάρτα είχε και ο ενάγοντας προς τι η ανάμειξη του εναγόμενου 1 στις αναλήψεις χρημάτων που θα εξυπηρετούσαν προσωπικές ανάγκες του ενάγοντος. Το δεύτερο έχει σχέση με το ζήτημα της ακάλυπτης επιταγής των Λ.Κ.28.000= (βλ. Τεκμήριο Α της ενόρκου δηλώσεως του εναγομένου 1 - καθ΄ού η αίτηση) όπου παρουσιάζει τον ενάγοντα ως εκδότη της. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται στη παράγραφο 4 (ζ) της ενόρκου δηλώσεως του ότι ο ενάγοντας ο ίδιος με σκοπό να εξοφλήσει οφειλή του εξέδωσε την εν λόγω επιταγή γεγονός που αρνείται ο ενάγοντας στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση στη παρ.8 όπου ο ενάγοντας μέσω του δικηγόρου του αρνείται ότι εξέδωσε ποτέ αυτή την επιταγή προς τον εναγόμενο 1 και εάν του είχε δώσει αυτή την επιταγή αυτή ήταν άδεια και δόθηκε για εντελώς άλλο σκοπό. Εν πάση περιπτώσει τα όσα υποστηρίζονται στη παράγραφο 4 (ζ) της ενόρκου δηλώσεως του ο εναγόμενος 1 δεν συνάδουν με την παράγραφο 4(ε) στην οποία ανέφερε ότι ήταν πράγματι ο ενάγοντας που είχε μεταφέρει το ποσό των Λ.Κ.21.000= από το ποσό των Λ.Κ.28,000= το οποίο στάλθηκε για δικό του λογαριασμό και θα έπρεπε να είχε καταθέσει. Επομένως δεν είναι καθαρό πως βρέθηκε στα χέρια του η εν λόγω επιταγή και πιο σκοπό εξυπηρετούσε. Χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση του ενάγοντος - αιτητού επ΄αυτού του σημείου ο οποίος αρνείται την έκδοση της για τον σκοπό για τον οποίο ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1, για να ξεκαθαρίσει το όλο ζήτημα δεν θα αποφάσιζα ότι αυτό το σημείο είναι καθοριστικό ως προς την έκβαση της αίτησης αλλά και καμιά σημασία δεν μπορεί να ενέχει ως προς το πρωταρχικό ζήτημα της απόκρυψης στοιχείου το οποίο εάν ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου θα μπορούσε να μην είχε πεισθεί για την αναγκαιότητα της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος και αυτό γιατί υπάρχει σαφής άρνηση εκ μέρους της πλευράς του ενάγοντος - αιτητή ότι εξέδωσε μια τέτοια επιταγή. Είναι η κατάληξη μου σε σχέση με το θεμελιώδες ζήτημα της απόκρυψης στοιχείων ότι δεν υπήρξε τέτοια απόκρυψη και ειδικότερα ως προς τα δύο πιο πάνω ζητήματα που να δίδει το δικαίωμα ακύρωσης του διατάγματος εξ αυτού του λόγου. Το όλο ζήτημα έγκειται σε εντελώς διαφορετική εκδοχή που προβάλλεται και η οποία ασφαλώς δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για την εξέταση της επί της ουσίας. Τα αληθινά γεγονότα που χαρακτηρίζουν την υπόθεση θα διαφανούν και θα κριθούν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της διαφοράς. Πως μπορούσε ο ενάγοντας - αιτητής να αποκαλύψει κάτι για το οποίο ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε και αρνείται ότι είχε προβεί σε αυτή την ενέργεια. Όπως καθορίζεται από τη νομολογία μας σε τέτοιες διαδικασίες το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στη κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 στις σελ. 269 και 270, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 στις σελ. 267 και 268 και άλλες όπως αναφέρονται στην Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 (Α) A.A.Δ σελ. 209 Θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Για να καταδείξει ο αιτητής ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και στη συνέχεια ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί αν έχει δικαίωμα να ζητήσει θεραπεία εναντίον των συγκεκριμένων εναγομένων. Η κύρια βάση της παράγωγης αγωγής, όπως χαρακτηρίζεται, όπως προκύπτει από τον γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αξιώσεις για αποζημιώσεις για την παράβαση καθηκόντων ή και υποχρεώσεων του εναγομένου 1 Διευθυντή και /ή Διοικητικού Συμβούλου και/ ή εμπιστευματοδόχου και ή θεματοφύλακα της εναγομένης
- Αποζημιώσεις για απάτη ή/ και για αδικαιολόγητο πλουτισμό και για υπεξαίρεση ποσού σε βάρος της εναγομένης
- Επιζητείται επί πλέον η έκδοση διαφόρων απαγορευτικής ή προστακτικής φύσης διαταγμάτων. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται στην ένορκο δήλωση του διάφορα γεγονότα σε σχέση με τη συνεργασία που άρχισε να έχει με τους εναγόμενους 1 και 2 με σκοπό να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά στη Κύπρο με την λειτουργία κάποιου εστιατορίου. Προς τούτο προέβησαν σε κάποιες ενέργειες κάτω από το νομικό πέπλο εταιρείας περιορισμένης ευθύνης της F.R.F. PIZZA PIZZA CO LTD που είναι η εναγομένη 3, στην οποία όπως φαίνεται από τα σχετικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια (A-D) ήταν μέτοχοι σχεδόν εξ ημισείας (51% ο εναγόμενος 1 και 49% ο ενάγοντας) και συνδιευθυντές. Σύμφωνα με το τεκμήριο Ε1 ο ενάγων είχε μεταφέρει από δικό του προσωπικό λογαριασμό το ποσό των Λ.Κ.21,000 σε λογαριασμό της εταιρείας. Σε αυτό τον λογαριασμό όπως ήταν η συμφωνία τους θα είχαν πρόσβαση τόσο ο ενάγοντας όσο και οι εναγόμενοι 1 και 2 με δικαίωμα να κάμνουν αναλήψεις από αυτόν μεταξύ άλλων με πιστωτικές κάρτες τις οποίες προμηθεύτηκαν από την Τράπεζα όπου ανοίχτηκε ο λογαριασμός. Από της λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού τόσο ο ενάγοντας όσο και ο εναγόμενος 1 είχαν κάμει αναλήψεις όπως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού, το Τεκμήριο F, την οποία αναγνωρίζει και ο εναγόμενος 1 με τη δική του ένορκο δήλωση. Σήμερα ο εν λόγω λογαριασμός όπως φαίνεται στο εν λόγω τεκμήριο δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε υπόλοιπο. Είναι ο ισχυρισμός του εναγομένου 1 απαριθμώντας τέτοιες πράξεις ότι αναλήψεις και πληρωμές έγιναν προς όφελος του ενάγοντος και τις προσδιορίζει στο ποσό περίπου των Λ.Κ.10.586,12σ. Είναι φανερό ότι πλείστες αναλήψεις έγιναν μέσω της χρησιμοποίησης της πιστωτικής κάρτας του ενάγοντος όπως αποδεικνύεται από το Τεκμήριο Δ της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Λυκούργου και αντιπαραβάλλοντας τις αναλήψεις που έγιναν μέσω της κάρτας του με αυτές που φαίνονται στο Τεκμήριο F. Δεν κρίνω σκόπιμο να υπεισέλθω σε κάθε μια ξεχωριστά εφόσον κάτι τέτοιο, ίσως απαιτηθεί να γίνει όταν θα εκδικαστεί η διαφορά επί της ουσίας της. Όπως προκύπτει από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς υπάρχει διάσταση σε σχέση με την ανάγκη για την οποία γίνονταν οι αναλήψεις αυτές, είναι καθαρό όμως ότι γίνονταν και από τις δύο πλευρές και όπως είναι ο ισχυρισμός τους τις πλείστες φορές όχι για στους σκοπούς της εταιρείας για τους οποίους και είχε κατατεθεί το εν λόγω ποσό. Υπάρχει διάσταση στους ισχυρισμούς αναφορικά με τη προέλευση του εν λόγω ποσού εφόσον ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι επρόκειτο για δικά του χρήματα τα οποία στάλθηκαν από τον πατέρα του μέσω του πατέρα του ενάγοντος στον λογαριασμό του ενάγοντος για σκοπούς επίδειξης του στις αρμόδιες αρχές και με σκοπό να εξασφαλίσει άδεια παραμονής στη Κύπρο. Τα πιο πάνω κατά την άποψη μου παρουσιάζουν μια σαφή εικόνα περί της ύπαρξης οικονομικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και ως εκ τούτου θα διαφωνήσω με την πλευρά των εναγομένων ότι δεν έχει αποκαλυφθεί καλή βάση αγωγής. Βέβαια το Δικαστήριο στην εξέταση που προβαίνει κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στις υποθέσεις Jonitexo και Γρηγορίου (ανωτέρω), αυτό ανάγεται κατ΄εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υποδείχθηκε και στην Odysseos (ανωτέρω), αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Σε σχέση δε με το ζήτημα της πιθανότητας επιτυχίας εναντίον των εναγομένων οι οποίοι είναι φανερό ότι προέβησαν σε αναλήψεις από τον λογαριασμό της εταιρείας οι οποίες δεν ήταν προς εξυπηρέτηση των σκοπών της, όπως ήταν η χρησιμοποίηση πιστωτικής κάρτας σε διάφορα εμπορικά καταστήματα σε λαχαναγορές κ.λπ. κρίνω ότι μπορεί να εξαχθεί και εξ αυτού του γεγονότος κάποια πιθανότητα εφόσον εναπόκειται στους εναγόμενους 1 και 2 να αποδείξουν ότι έστω τα υπόλοιπα χρήματα που φαίνεται ότι ανέλαβαν από τον εν λόγω λογαριασμό αφορούσαν εξυπηρέτηση σκοπών της εταιρείας. Δεν μου διαφεύγει ότι επρόκειτο για χρήματα τα οποία κατατέθηκαν στον εν λόγω λογαριασμό από τον ενάγοντα. Επομένως δεν πρόκειται για ισχυρισμούς οι οποίοι παρέμειναν μετέωροι παρόλο ότι αμφισβητήθηκαν με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως των καθ΄ών η αίτηση. Πρόκειται για ισχυρισμούς που η πλευρά του ενάγοντος κατάφερε να αποδείξει θετικά, ως είχε υποχρέωση, με τη παρουσίαση παραδεκτής μαρτυρίας για την απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων όπως η κατάθεση εκ μέρους του ολόκληρου του ποσού στον λογαριασμό που ανοίχθηκε επ΄ονόματι της εταιρείας της οποίας είναι ο ένας εκ των δύο μετόχων και συνδιευθυντής, την απόδειξη ότι το εν λόγω ποσό προέρχεται από τη χώρα του το Ιράν και στάλθηκε επ΄ονόματι του από τον πατέρα του και όπως δηλώνει ο πατέρας του εναγομένου 1 δεν είχε αυτός οποιαδήποτε ανάμιξη σε μια τέτοια δοσοληψία, αντίθετα από όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος
- Επομένως με βάσει τα διαλαμβανόμενα στις αποφάσεις Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά. (ανωτέρω), Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashonwise Ltd
(2000)1(B) Α.Α.Δ. σελ. 1377 ο ενάγων έχει αποσείσει το βάρος που είχε σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις κρίνω ότι πληρούνται με όσα αποφάσισα πιο πάνω εφόσον αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων και τη ποιότητα και την ισχύ της μαρτυρίας (evidential strength) της υπόθεσης του ενάγοντα, καθώς δεν απαιτείται το επίπεδο με το οποίο κρίνεται σε αυτό το στάδιο η μαρτυρία να είναι ψηλό, ούτε μπορεί να αποκλειστεί ότι ο ενάγοντας έχει πιθανότητα επιτυχίας στην αξίωση του. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων, όπως εξετάζονται σε αυτό το στάδιο δεν αντιστρέφουν την εικόνα. Επομένως καταλήγω ότι με βάση τα όσα διαλαμβάνονται στο δικόγραφο, τα στοιχεία που παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν το αίτημα και τα έγγραφα που κατατέθηκαν, ο ενάγων κατάφερε να αποδείξει τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην εξασφάλιση της θεραπείας των αποζημιώσεων. Θα προχωρήσω και θα εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή με τη μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η τρίτη προϋπόθεση στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Βασικά εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στον αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Συνάγεται από το περιεχόμενο του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ότι οποιαδήποτε ζημιά έχει υποστεί ή στην οποία υπόκειται ή μπορεί να υποστεί στο μέλλον ο αιτητής μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όμως, αυτός ο παράγοντας θα πρέπει να εξετάζεται κάτω από τον φακό των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Σε περίπτωση που επιτύχει ο ενάγοντας έστω και σε κάποιο μέρος της απαίτησης του προβάλλει το ερώτημα εάν θα μπορέσει να ικανοποιήσει την απαίτηση του με δεδομένο ότι, όπως ισχυρίζεται και δεν υπάρχει περί αυτού αντίθετος ισχυρισμός, δεν διαθέτει ο εναγόμενος 1 οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο στη Κύπρο, δεν είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου, απουσιάζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα από τη Κύπρο και δεν είναι γνωστή η μόνιμη διεύθυνση του. Σε αυτό ακριβώς το σημείο θα πρέπει να εξεταστεί η επίδραση της συνέχισης ισχύος του διατάγματος. Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι δεν είχε προς πώληση το εν λόγω αυτοκίνητο. Όμως, σύμφωνα με τον ενάγοντα το αυτοκίνητο βρισκόταν σε μάντρα αυτοκινήτων που δραστηριοποιείται στον τομέα της αγοραπωλησίας αυτοκινήτων. Δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση επ΄αυτού πλην της άρνησης του ισχυρισμού. Έχοντας λοιπόν υπόψη την φύση της επίδικης διαφοράς και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στην ουσία ο Εναγόμενος 1 - Καθ΄ού η Αίτησης δεν υπόκειται σε ουσιαστική ζημιά εφόσον το διάταγμα όπως ζητείται θα τον δεσμεύσει απλώς να μην αποξενωθεί από το μόνο γνωστό στον ενάγοντα περιουσιακό του στοιχείο στη Κύπρο, δηλαδή το αυτοκίνητο, και δεν θα του στερήσει το δικαίωμα να το χρησιμοποιεί, βρίσκω ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση. Το Δικαστήριο προτού οριστικοποιήσει το διάταγμα θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι κάτι τέτοιο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο και ότι εξυπηρετεί τις ανάγκες της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι το ¨ισοζύγιο της ευχέρειας¨ όπως αποκαλείται στην Amercan Cyanamid Co Ltd v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 503, κλείνει σαφώς υπέρ του ενάγοντα - αιτητή για τους λόγους που έχω εξηγήσει και οι οποίοι σχετίζονται περισσότερο με την τρίτη προϋπόθεση. Η αιτιολογική βάση της έκδοσης ή μη διατάγματος θα πρέπει να συναρτάται με τα πραγματικά περιστατικά, όπως θα υπαχθούν στις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 και κρίνονται κατά βάση με την ένορκη δήλωση και δια μέσου αυτής βέβαια εξετάζεται και η υπάρχουσα δικογραφία. Στη παρούσα περίπτωση κρίνω ότι υπάρχει συνεκτικός κρίκος της ένορκης δήλωσης με τη δικογραφία έστω και εάν παρέμεινε μέχρι σήμερα υπό τη μορφή της γενικής οπισθογράφησης. Δεν θα διαφωνήσω με τη θέση των εναγομένων 1 και 2 ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της Έκθεσης Απαιτήσεως εκ μέρους του ενάγοντος, όμως γι΄αυτή την καθυστέρηση υπάρχει μια κάποια δικαιολογία η οποία, όπως εξηγήθηκε και από τη συνήγορο του ενάγοντος, προκλήθηκε συνεπεία της πορείας που προσέλαβε η υπόθεση και την οποία κανείς μπορεί να την αντιληφθεί από την πιο πάνω καταγραφή της, προήλθε από την αρχική μη επίδοση στους εναγόμενους, τα διαβήματα που ακολούθησαν, την αλλαγή του δικηγόρου τους και τις συνεπαγόμενες αναβολές. Η καθυστέρηση διαπιστώνεται ότι δεν οφειλόταν αποκλειστικά στη πλευρά του ενάγοντος. Ας μη διαφεύγει το γεγονός ότι σε κάθε αναβολή από της εμφανίσεως των εναγομένων υπήρχε συγκατάθεση τους στο να συνεχίσει να ισχύει το προσωρινό διάταγμα. Σε κάθε περίπτωση, η πλευρά του ενάγοντος ανέλαβε μετά και από σχετική αίτηση των εναγομένων για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της να καταθέσουν μέχρι σήμερα την έκθεση απαιτήσεως τους. Κάτω από τις περιστάσεις με δεδομένο ότι έχω ικανοποιηθεί από τον αιτητή ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/1960 θα προχωρήσω και θα εγκρίνω την αίτηση και το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 9.11.2007 δια του παρόντος οριστικοποιείται και θα αφορά μόνο τον εναγόμενο 1. Τα έξοδα της αίτησης και της διαδικασίας αυτής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται σε βάρος του εναγομένου 1 / καθ'΄ού η αίτηση και υπέρ του ενάγοντος / αιτητού τα οποία όμως θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της εναγομένης 2 - Καθ΄ής η Αίτηση 2 και εναντίον του Ενάγοντος - Αιτητού όπως αυτά επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα επίσης στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο