ANDREI BONDARENKO ν. TATIANA BONDARENKO, Αγωγή αρ. : 1479/05, 24 Νοεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε. Δ. Αγωγή αρ. : 1479/05 Μεταξύ: ANDREI BONDARENKO, εκ 45Α POLBINA STR., Μόσχα, Ρωσία Ενάγοντας - και - TATIANA BONDARENKO, εκ 13 Bratislavskaya Str., Corp. 1, Flat 229, Μόσχα Ρωσία Εναγομένης Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2008 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Μ. Χριστοδούλου και η κα Κωνσταντίνου για Κωνσταντίνου & Σαβεριάδη (για να ακούσει απόφαση ο κ. Χριστοδούλου) Για την Εναγομένη: Η κα Ν. Μαθηκολώνη για Ανδρέας Α. Μαθηκολώνης & Σία (για να ακούσει απόφαση ο κ. Καλλένος) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την αγωγή του επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: "Α. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το δικαίωμα του Ενάγοντα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης κατά το ½ του επίδικου Διαμερίσματος. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη να μεταβιβάσει το ½ επί του όλου μεριδίου του διαμερίσματος εις τον Ενάγοντα ευθύς αμέσως μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας. ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΑ και/ή Ανευ Βλάβης: Γ. Αποζημιώσεις ίσες με το ½ της αξίας του επίδικου διαμερίσματος. Δ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ε. Έξοδα. Στ. ΦΠΑ" Αποτελεί κοινό έδαφος και για τις δύο πλευρές ότι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, οι διάδικοι (οι οποίοι είναι Ρώσσοι υπήκοοι και διαμένουν στη Μόσχα) ήσαν σύζυγοι και διατηρούσαν κοινό τραπεζικό λογαριασμό στο κεντρικό κατάστημα της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας στη Λάρνακα. Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι κατά ή περί την 25.02.1994, η εναγομένη αγόρασε, στη βάση γραπτής συμφωνίας, ένα διαμέρισμα το οποίο θα ανεγείρετο στο κτήμα με αριθμό εγγραφής 3875, Φ/Σχ. L/46, τεμάχια 161 και 158, στα Περβόλια Λάρνακας, αντί του τιμήματος των ΛΚ.33.000=. Είναι επίσης παραδεκτό εκ μέρους των διαδίκων, ότι ο γάμος τους διαλύθηκε στις 30.6.2004, κατόπιν απόφασης Ρωσσικού Δικαστηρίου στη Μόσχα. Σύμφωνα με τα όσα προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης, η εναγομένη κατέβαλε στους πωλητές του διαμερίσματος, το τίμημα της πώλησης (ΛΚ.33.000=) από χρήματα που απέσυρε σταδιακά, για τον σκοπό αυτό, από τον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι συναίνεσε στην υπογραφή της συμφωνίας εκ μέρους της εναγομένης, όχι όμως με χαριστική διάθεση όσον αφορά τα δικά του δικαιώματα επί του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Είναι τέλος η θέση του ότι ο ίδιος με επιστολή του ημερομηνίας 8.7.2004, κάλεσε την εναγομένη όπως αναγνωρίσει το δικαίωμα του να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης κατά το ½ μερίδιο του επίδικου διαμερίσματος και όπως μεταβιβάσει σ' αυτόν το εν λόγω μερίδιο ευθύς αμέσως μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε και/ή δεν συναίνεσε να πράξει τούτο. Η θέση της εναγομένης, όπως αυτή δικογραφείται στην Υπεράσπιση, είναι αντίθετη με τα όσα ο ενάγοντας διατείνεται. Είναι η θέση της ότι το ποσό των ΛΚ.33.000= (που κατεβλήθη στους πωλητές του διαμερίσματος) ή και το μεγαλύτερο μέρος του, προήλθε από δικά της εισοδήματα και ότι εάν ήθελε αποδειχθεί ότι ο ενάγοντας κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για την αγορά του διαμερίσματος, αυτό είναι πολύ χαμηλό. Ισχυρίζεται επίσης ότι το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που κατατίθεντο στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με τον ενάγοντα, προήρχοντο από δικά της εισοδήματα. Αρνείται τέλος ότι ο ενάγοντας δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του. Ο ενάγοντας στην Απάντηση του στην Υπεράσπιση, αρνείται τους ισχυρισμούς της εναγομένης και διατείνεται ότι όλο το ποσό των ΛΚ.33.000= (που κατεβλήθη για την αγορά του διαμερίσματος) πληρώθηκε από τον ίδιο, καθότι το σύνολο των χρημάτων που κατατίθεντο στον κοινό λογαριασμό του με την εναγομένη, ανήκαν σ' αυτόν. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν μόνο ο ενάγοντας και η εναγομένη. Κανένας άλλος μάρτυρας δεν προσήλθε για να καταθέσει είτε υπέρ της μίας πλευράς είτε υπέρ της άλλης. Η μαρτυρία του ενάγοντα συνοψίζεται ως εξής. Ο ίδιος είναι από την Μόσχα και είναι πολιτικός μηχανικός. Με την εναγομένη υπήρξαν ανδρόγυνο από το 1988 μέχρι το 2004 που χώρισαν. Το έτος 1991 σύστησαν εταιρεία η οποία ασχολείτο με επιδιορθώσεις αυτοκινήτων. Ο ίδιος κατείχε την θέση του γενικού διευθυντού ενώ η εναγομένη ήταν η γραμματέας της εταιρείας. Ο μηνιαίος μισθός της ήταν 2,000-3,000 ρούβλια, 200 δολλάρια περίπου ενώ του ιδίου ήταν ψηλότερος. Τα έτη 1994-1995, τα κέρδη της εταιρείας του ήταν 70.000= με 80.000= δολλάρια ετησίως. Στην Κύπρο ήρθαν μαζί με την εναγομένη για πρώτη φορά τον Οκτώβριο-Νοέμβριο του 1993, ως τουρίστες. Έμειναν για 3 εβδομάδες. Γνώρισαν κάποιον κ. Ρωτή ο οποίος ασχολείτο με την ανέγερση κατοικιών. Ο τελευταίος τους έδειξε ένα διαμέρισμα που εκείνο τον καιρό κτιζόταν στα Περβόλια της επαρχίας Λάρνακας. Παρά το ότι του άρεσε το διαμέρισμα ζήτησε χρόνο για να σκεφθεί εάν θα το αγόραζε. Τον Ιανουάριο του 1994 ήρθαν με την εναγομένη ξανά στην Κύπρο. Αγόρασε εν τέλει το διαμέρισμα αντί του ποσού των ΛΚ.33.000= πλήν όμως δεν είχε χρήματα για να το εξοφλήσει. Για τον σκοπό αυτό, άνοιξαν μαζί με την σύζυγο του κοινό λογαριασμό στο κεντρικό κατάστημα της Λαικής Τράπεζας στη Λάρνακα, με αριθμό 040-38-022872, και κατέθεσαν ένα μικροποσό. Ο λογαριασμός ανοίχθηκε αρχικά στο όνομα του. Το όνομα της γυναίκας του προστέθηκε ένα χρόνο μετά, εξ' όσων ο ίδιος θυμόταν. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 και 2, Καταστάσεις Λογαριασμού για τα έτη 1994 και 1995, αντίστοιχα. Ήταν η θέση του ότι το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος, εξοφλήθηκε (κατά το μεγαλύτερο μέρος του), από χρήματα που εμβάζοντο στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό και κατά ένα μικρότερο μέρος από μικροποσά που έφερνε ο ίδιος όταν ερχόταν στην Κύπρο. Επεξήγησε ότι πελάτες της εταιρείας του που όφειλαν προσωπικά σ' αυτόν χρήματα, τα κατέθεταν σε τράπεζες του εξωτερικού (στις Βαλκανικές χώρες, στη Σουηδία, στην Αμερική) και από το εξωτερικό εμβάζοντο στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό. Θεωρούσε τον εν λόγω λογαριασμό δικό του, καθότι η σύζυγος του με τον μισθό που έπαιρνε δεν ήταν σε θέση να εμβάσει σ' αυτόν τόσο μεγάλα ποσά. Επέτρεπε, όπως ο ίδιος ανέφερε, στη σύζυγο του να παίρνει λεφτά από τον λογαριασμό για ρούχα και φαγητό και για μικροέξοδα. Εκτός από το επίδικο διαμέρισμα, αγόρασε και διαμέρισμα στη Μόσχα. Όταν διαλύθηκε ο γάμος του με την εναγομένη της πρότεινε να της δώσει το διαμέρισμα στη Μόσχα και ο ίδιος να κρατήσει το επίδικο στην Κύπρο. Η εναγομένη αρνήθηκε και έτσι το διαμέρισμα στη Μόσχα "μοιράστηκε" στα δύο. Ο ίδιος ποτέ δεν ζήτησε "μερίδιο" από το επίδικο διαμέρισμα. Το φθινόπωρο του 2003, του τηλεφώνησε κάποιος φίλος του (τον οποίο παρεκάλεσε να ποτίζει τα λουλούδια) και του ανέφερε ότι υπήρχε στο επίδικο διαμέρισμα ανηρτημένη ταπέλα, "ΠΩΛΕΙΤΑΙ". Γι αυτό το λόγο αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο για να προστατεύσει τα δικαιώματα του. Τέλος κατέθεσε ότι εκείνο που επιζητούσε από το Δικαστήριο, ήταν να "μοιραστεί" το επίδικο διαμέρισμα όπως έγινε και με το διαμέρισμα στη Μόσχα. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε σε υποβολή της συνηγόρου της εναγομένης, ότι ο λογαριασμός ανοίχτηκε στις 21.12.1993 στο όνομα και των δύο διαδίκων. Επανέλαβε ότι ο λογαριασμός ανοίχτηκε τον Ιανουάριο του 1994 και ότι το όνομα της γυναίκας του "προστέθηκε" ένα χρόνο περίπου μετά και τούτο για να μπορεί η τελευταία να παίρνει χρήματα τα οποία διέθετε για το νοικοκυριό. Επέμενε στη θέση ότι τα χρήματα που κατατίθεντο στον εν λόγω λογαριασμό ήταν δικά του. Ήταν επίσης θέση του ότι όλες τις πληρωμές για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, τις έκαμε ο ίδιος από τα κέρδη της εταιρείας του. Οι αποδείξεις πληρωμής έβγαιναν στο όνομα της εναγομένης επειδή το συμβόλαιο (για την αγορά του διαμερίσματος) ήταν στο όνομα της. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η εναγομένη πλήρωσε δόσεις για το διαμέρισμα. Τούτο, τόνισε, ήταν ανέφικτο με τον μισθό που έπαιρνε. Η εναγομένη ήταν ερογοδοτούμενη στην εταιρεία και δεν είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται τα κέρδη της εταιρείας. Ερωτώμενος για ποιο λόγο στο συμβόλαιο αναφέρεται ως αγοράστρια η εναγομένη και όχι ο ίδιος, απάντησε ότι την περίοδο εκείνη ήταν υπό τον έλεγχο του Ρωσσικού κράτους και δεν του επιτρεπόταν να κατέχει ακίνητη περιουσία στο εξωτερικό. Το καθεστώς αυτό άλλαξε, όπως είπε, το 200 ή 2001 που ανήλθε ο Πούτιν στην εξουσία και μπορούσαν πλέον και τα δημόσια πρόσωπα στη Ρωσσία να κατέχουν ακίνητη περιουσία στο εξωτερικό. Σε υποβολή της συνηγόρου υπεράσπισης ότι τούτο είναι ανεδαφικό καθότι το 1996 αγόρασε στη βάση γραπτής συμφωνίας (Τεκμήριο 4), οικόπεδο στο Κίτι της επαρχία Λάρνακας, απάντησε ότι η συμφωνία αυτή δεν ολοκληρώθηκε και ότι ο ίδιος δεν κατέστη ιδιοκτήτης του οικοπέδου, έστω και για μία ημέρα, παρά το γεγονός ότι πλήρωσε χρήματα έναντι του τιμήματος. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του κατέθεσε επίσης ότι παρόλο που ήταν σε διάσταση με την εναγομένη από το 1996 μέχρι το 1999, οι κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί τους λειτουργούσαν, καθότι δεν είχαν χωρίσει επίσημα. Η μαρτυρία της εναγομένης, η οποία στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο Β), συνοψίζεται ως εξής: Τον ενάγοντα και πρώην σύζυγο της τον γνώρισε το 1988. Μετά τον γάμο τους σύστησαν το 1991 εταιρεία, η οποία ασχολείτο με επιδιορθώσεις αυτοκινήτων. Τα κεφάλαια της εταιρείας ανήκαν και στους δύο εξ' ίσου. Ο ενάγοντας κατείχε την θέση του γενικού διευθυντού της εταιρείας και ασχολείτο με τον εξοπλισμό και τα τεχνικά προβλήματα, ενώ η ίδια ήταν η διαχειρίστρια της εταιρείας και ασχολείτο με όλα τα οικονομικά θέματα (διοίκηση, εργασία με πελάτες και το προσωπικό της εταιρείας και τακτοποίηση των συμβολαίων). Ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντα ήταν 7.000 ρούβλια, δηλαδή 230 δολλάρια περίπου ενώ της ίδιας 6.000 ρούβλια, 200 δολλάρια. Τα κέρδη της εταιρείας τα μοιράζοντο εξ' ίσου και οι δύο. Ήταν η θέση της ότι τα χρήματα που έπαιρναν τα χρησιμοποιούσαν ο καθένας όπως ήθελε. Προέβαιναν σε κάποιες αγορές από κοινού με τον ενάγοντα (αγόρασαν διαμέρισμα στη Μόσχα, αυτοκίνητο στην Κύπρο), αλλά ο κάθε ένας ξόδευε τα χρήματα του για τις δικές του ανάγκες και για τις ανάγκες των παιδιών που είχαν αποκτήσει και οι δύο από προηγούμενους γάμους. Αυτό δεν γινόταν κρυφά, αλλά ήξερε ο ένας τι ξόδευε και τι αγόραζε ο άλλος από μόνος του. Συμφώνησε ότι ήρθαν με τον ενάγοντα στην Κύπρο για πρώτη φορά τέλος Δεκεμβρίου του 1993, ως τουρίστες. Γνώρισαν τον Νίκο Ρωτή, ο οποίος τους πρότεινε να αγοράσουν ένα διαμέρισμα που ο ίδιος θα έκτιζε στα Περβόλια, Λάρνακας. Η πρόταση δεν τους άφηνε αδιάφορους αλλά επειδή ήταν ξαφνική, ήθελαν να το σκεφθούν. Τους ανεφέρθη ότι εάν θα αποφάσιζαν να αγοράσουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, θα έπρεπε να ανοίξουν τραπεζικό λογαριασμό. Παρά το γεγονός ότι μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχαν αποφασίσει να αγοράσουν το διαμέρισμα, άνοιξαν τον "επίδικο" κοινό λογαριασμό με αριθμό 040-33-022872 στο κεντρικό κατάστημα της Λαικής Τράπεζας στη Λάρνακα και κατέθεσαν σ' αυτόν 1000 δολλάρια. Όταν επέστρεψαν στη Ρωσσία συζήτησαν για την αγορά του διαμερίσματος. Ο ενάγοντας ήταν αρνητικός στο να προβούν στην αγορά του, εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο, καθότι δεν είχαν χρήματα. Της ανέφερε ότι εάν η ίδια ήθελε να το αγοράσει θα μπορούσε να το κάμει, με δικά της όμως χρήματα και ότι ο ίδιος δεν θα συμμετείχε στην αγορά. Η ίδια αποφάσισε να το αγοράσει μόνη της επειδή της άρεσε τόσο η Κύπρος όσο και το διαμέρισμα και η τοποθεσία του. Ζήτησε από πολύ γνωστό της άτομο στη Ρωσσία, τον Nikolai Smirnoff, ο οποίος ήταν πολύ εύπορος, να της δανείσει χρήματα. Ο τελευταίος της ανέφερε ότι δεν θα μπορούσε να της δώσει όλα τα χρήματα μαζί αλλά με δόσεις και όσα μπορούσε κάθε φορά. Η ίδια το δέκτηκε. Η αποπληρωμή του δανείου θα γινόταν σε 5 χρόνια. Τον Δεκέμβριο του 1993 υπέγραψε συμβόλαιο με τον Nicolai Smirnoff (Τεκμήριο 16), σύμφωνα με το οποίο ο τελευταίος θα της δάνειζε 108.000.00 δολλάρια τα οποία θα της τα έδινε με δόσεις, κάθε δύο μήνες. Τον Φεβρουάριο του 1994 ξαναήρθε στην Κύπρο μαζί με τον ενάγοντα. Η ίδια έφερε μαζί της 11.000.00 δολλάρια σε μετρητά, ως πρώτη δόση για την αγορά του διαμερίσματος. Τα κατέθεσε στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό (Η χρεωστική σημείωση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11). Προχώρησε στην υπογραφή συμφωνίας (Τεκμήριο 8) με τον Νίκο Ρωτή. Το τίμημα (ΛΚ.33.000,00) όπως συμφωνήθηκε, θα εξοφλείτο με δόσεις. Έδωσε στον Ρωτή τις 11.000 δολλάρια τα οποία άλλαξε προηγουμένως σε κυπριακές λίρες. Και την δεύτερη δόση (17.000= δολλάρια) τα έφερε και πάλι σε μετρητά, τον Ιούλιο του 1994 που ξαναήρθε με τον ενάγοντα στην Κύπρο. Τα κατέθεσε στον εν λόγω κοινό λογαριασμό, μετατράπηκαν σε λίρες και τα έδωσε στον Ρωτή σε μετρητά. Ήταν η θέση της ότι ο ενάγοντας ήταν παρών κατά την υπογραφή του συμβολαίου και δεν έφερε καμμιά αντίρρηση, να είναι το συμβόλαιο στο όνομα της, επειδή γνώριζε ότι το διαμέρισμα θα αγοραζόταν με τα δικά της χρήματα. Υπεστήριξε ότι τα υπόλοιπα χρήματα (για την αποπληρωμή του τιμήματος) τα έστελνε στην Κύπρο, μέσω τραπεζών, μόλις τα έπαιρνε από τον Nicolai Smirnoff. Κατέθεσε τις σχετικές αποδείξεις που η ίδια υπέγραψε ότι παρέλαβε τα χρήματα από τον Nicolai ως Τεκμήρια 17, 18, 19, 20 και 21. Τα χρήματα κατατίθεντο στον προαναφερόμενο κοινό λογαριασμό. Δεν υπήρχε λόγος, όπως είπε, να ανοίξει η ίδια ξεχωριστό τραπεζικό λογαριασμό. Στον κ. Ρωτή πλήρωσε συνολικά ΛΚ.33.000=. Οι σχετικές αποδείξεις είσπραξης κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 9
(1)-9
(4). Ξόφλησε επίσης το δάνειο της στον Nicolai Smirnoff και ο τελευταίος της έδωσε εξοφλητική απόδειξη με ημερομηνία 12.12.1998, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ήταν επίσης θέση της ότι τόσο αυτή όσο και ο ενάγοντας χρησιμοποιούσαν τον εν λόγω κοινό λογαριασμό με αριθμό 040-33-022872 τόσο για τις "μεγάλες" αγορές που έκαναν από κοινού, όσο και γι' αυτές που έκανε ο κάθε ένας από μόνος του, ξεχωριστά. Επικαλέστηκε το Συμβόλαιο (Τεκμήριο 4) καθώς επίσης και τα Έγγραφα (Τεκμήρια 3 και 5), με τα οποία δόθηκαν από τον ενάγοντα οδηγίες προς τη Λαική Τράπεζα όπως εμβάσει συγκεκριμένα ποσά από τον εν λόγω λογαριασμό σε άλλους λογαριασμούς, τρίτων προσώπων (σε σχέση με αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας), για να τονίσει ότι και ο ενάγοντας χρησιμοποιούσε τον εν λόγω λογαριασμό για να πληρώνει τις αγορές που και ο ίδιος έκανε από μόνος του, αποκλειστικά με τα δικά του χρήματα. Υπεστήριξε ότι για μικροέξοδα καθώς επίσης και για έξοδα του νοικοκυριού διατηρούσαν στην Λαική Τράπεζα άλλο κοινό λογαριασμό σε κυπριακές λίρες, με αριθμό 040-21-
- Ήταν η θέση της ότι τα "πράγματα" που αγόραζαν από κοινού με τον ενάγοντα, όπως το αυτοκίνητο, ανήκαν και στους δύο, ενώ τα "πράγματα" που αγόραζε ο κάθε ένας μόνος του, ανήκαν σ' αυτόν που τα αγόραζε με τα δικά του λεφτά, όπως το διαμέρισμα στα Περβόλια που ήταν δικό της και το οικόπεδο στο Κίτι που ήταν δικό του ενάγοντα. Αυτή ήταν η διευθέτηση που έκαναν μεταξύ τους, όπως τόνισε, γι' αυτό και ο ενάγοντας μέχρι τον Μάιο του 2005 που καταχώρησε την αγωγή δεν είχε απαιτήσει οτιδήποτε σε σχέση με το εν λόγω διαμέρισμα όπως και η ίδια δεν είχε απαιτήσει οτιδήποτε που ο ενάγοντας αγόρασε με τα δικά του χρήματα από τον κοινό όμως λογαριασμό με αριθμό 040-33-
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι στη Ρωσσία διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό, στον οποίο κατέθετε το μερίδιο της από τα κέρδη της εταιρείας. Τα κέρδη που της αναλογούσαν ήταν 500 με 5.000 δολλάρια μηνιαίως, ενώ ο μηνιαίος μισθός της ήταν 6.000 ρούβλια. Αρνήθηκε, σε υποβολή της συνηγόρου του ενάγοντα, ότι το διαμέρισμα της κόρης της στη Μόσχα το αγόρασε ο ενάγοντας και όχι η ίδια. Υπεστήριξε ότι ο "επίδικος" λογαριασμός με αριθμό 040-33-022872, ανοίχθηκε στις 21.12.1993 και ήταν κοινός λογαριασμός από την αρχή. Επικαλέστηκε προς τούτο την Κατάσταση Λογαριασμού, Τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε δε ότι τα 1.000 δολλάρια που κατατέθηκαν όταν ανοίχθηκε ο λογαριασμός ήταν δικά της χρήματα. Επέμενε τέλος στη θέση ότι το επίδικο διαμέρισμα στα Περβόλια Λάρνακας, το αγόρασε με δικά της χρήματα και ότι ο ενάγοντας δεν είχε καμμιά αξίωση γι' αυτό. Κατά τις τελικές αγορεύσεις ο κ. Χριστοδούλου εκ μέρους του ενάγοντα κάλεσε κατ' αρχήν το Δικαστήριο να δεχθεί τη μαρτυρία του τελευταίου και να απορρίψει την μαρτυρία της εναγομένης ως αναξιόπιστη. Υπεστήριξε ότι από την μαρτυρία διεφάνη ότι το επίδικο διαμέρισμα αγοράστηκε εξ' ολοκλήρου με χρήματα που ο ενάγοντας κέρδισε από τις δραστηριότητες της εταιρείας του, ως διευθυντής και ως ο μόνος μέτοχος. Παρά το γεγονός αυτό, τόνισε ο κ. Χριστοδούλου, ο ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει μόνο "το ήμισυ του διαμερίσματος ή της αξίας του". Καταληκτικά ήταν η θέση του ότι εφόσον το διαμέρισμα αγοράστηκε με χρήματα από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό, αυτό ανήκει εξ΄ίσου και στους δύο διαδίκους. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Μαθηκολώνη εκ μέρους της εναγομένης. Εισηγήθηκε ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται καμμιά βάση αγωγής που να δίνει στον ενάγοντα το δικαίωμα να αξιώνει όπως καταστεί ιδιοκτήτης κατά το ½ μερίδιο του διαμερίσματος. Ο ισχυρισμός, τόνισε, ότι ο ενάγοντας συγκατατέθηκε στην υπογραφή της συμφωνίας εκ μέρους της εναγομένης χωρίς όμως χαριστική διάθεση εκ μέρους του όσον αφορά τα δικαιώματα του επί του συγκεκριμένου διαμερίσματος, δεν είναι ικανοποιητική βάση αγωγής για διεκδίκηση μεριδίου επί ακινήτου ιδιοκτησίας, αλλά μόνο, ενδεχομένως, για αποζημιώσεις. Ήταν η θέση της ότι η μόνη και ορθή βάση αγωγής για διεκδίκηση εγγραφής ακίνητης περιουσίας επ' ονόματι του ενάγοντα, είναι ο ισχυρισμός περί δημιουργίας εμπιστεύματος προς όφελος του. Όμως, πρόσθεσε, εν προκειμένω δεν δικογραφείται τέτοιος ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης και ούτε δόθηκε και μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση. Όσον αφορά την αξίωση του ενάγοντα για διεκδίκηση αποζημιώσεων (που διαζευκτικά ζητούνται στην αγωγή), η κα Μαθηκολώνη εισηγήθηκε ότι επίσης δεν δικογραφείται ισχυρισμός για ύπαρξη ζημιάς σε βάρος του ενάγοντα και ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία για την αξία του επίδικου διαμερίσματος, η οποία είναι απαραίτητη για την επιδίκαση αποζημιώσεων σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι θα πρέπει να δοθούν αποζημιώσεις. Πέραν των όσων έχουν αναφερθεί, υπεστήριξε ότι ο ενάγοντας θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος. Γι αυτούς τους λόγους τόνισε η κα Μαθηκολώνη, η αγωγή του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα. Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ακρόασης να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τόσο τον ενάγοντα όσο και την εναγομένη, ενώ έδιναν την ένορκη μαρτυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ακεραιότητα τους, την ειλικρίνεια τους, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν. (Βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. 1199 και Αθανασίου και άλλος ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πώς δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της, και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική ΄Εφεση αρ. 10705, ημερ. 8.2.02, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, 530). Την μαρτυρία του ενάγοντα την μελέτησα σε βάθος και εξέτασα με μεγάλη προσοχή την κάθε πλευρά και πτυχή της. Κρίνω όμως ότι δεν μπορώ να βασιστώ σ' αυτήν (για λόγους που μεταξύ άλλων αναφέρω στη συνέχεια) για να εξάξω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Η θέση του ότι ο "επίδικος" τραπεζικός λογαριασμός με αριθμό 040-33-022872 ανοίχθηκε αρχικά στο όνομα του το 1994 και ότι το όνομα της εναγομένης προστέθηκε ίσως και ένα χρόνο αργότερα, καταρρίπτεται από την Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 10) στην οποία φαίνεται ότι ο λογαριασμός ανοίχθηκε στις 21.12.1993 και η εναγομένη ήταν δικαιούχος στον εν λόγω λογαριασμό από την αρχή της λειτουργίας του. Η θέση του ότι το συμβόλαιο (Τεκμήριο 8) για την αγορά του επίδικου διαμερίσματος έγινε στο όνομα της εναγομένης καθότι στον ίδιο δεν επιτρεπόταν από το Ρωσσικό κράτος σ' εκείνη τη χρονική περίοδο να κατέχει ακίνητη περιουσία στο εξωτερικό, καταρρίπτεται επίσης από το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο (Τεκμήριο 4) σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος αγόρασε στις 20.3.1996 ένα οικόπεδο στο Κίτι της επαρχίας Λάρνακας. Ο ισχυρισμός του ότι το τίμημα της αγοράς του επίδικου διαμερίσματος εξοφλήθηκε από χρήματα που οφείλοντο "προσωπικά" σ' αυτόν από πελάτες της εταιρείας του, και τα οποία εμβάζοντο στον κοινό λογαριασμό, από τράπεζες του εξωτερικού, έμενε μετέωρος, αόριστος και νεφελώδης. Κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προσκόμισε για να υποστηρίξει την πιο πάνω θέση του, ούτε και ο ίδιος αναφέρθηκε με λεπτομέρεια (από ποιους πελάτες, πότε και μέσω ποιών τραπεζών έγιναν τα εμβάσματα) επί του θέματος. Η θέση του ότι δεν διατηρούσαν με την εναγομένη άλλο κοινό τραπεζικό λογαριασμό πλην του "επίδικου", καταρρίπτεται από την Κατάσταση Λογαριασμού (Τεκμήριο 5), σύμφωνα με την οποία οι διάδικοι διατηρούσαν επίσης και τον κοινό λογαριασμό με αρ. 040-21-033238. Η δικογραφημένη θέση του ότι ο ίδιος με επιστολή του ημερομηνίας 8.7.2004, κάλεσε την εναγομένη να του μεταβιβάσει το ½ μερίδιο του επίδικου διαμερίσματος, όχι μόνο έμεινε μετέωρη (αφού δεν παρουσίασε τέτοια επιστολή) αλά καταρρίπτεται και από την ίδια την μαρτυρία του. Ο ίδιος κατά την κυρίως εξέταση κατέθεσε ότι ποτέ δεν ζήτησε μερίδιο του επίδικου διαμερίσματος, αλλά διευθέτηση έτσι ώστε το διαμέρισμα στη Μόσχα να "μείνει" στην εναγομένη και το διαμέρισμα στην Κύπρο σ' αυτόν. Ως εκ τούτου, σ' όση έκταση η μαρτυρία του έρχεται σ' αντίθεση με τη μαρτυρία της εναγομένης, την απορρίπτω. Σ' αντίθεση με τα όσα ανέφερα για την μαρτυρία του ενάγοντα, κρίνω ότι στη μαρτυρία της εναγομένης μπορώ να βασιστώ. Η εναγομένη κατέθετε με αμεσότητα, συνοχή και χωρίς υπεκφυγές. Ήταν θετική και κατηγορηματική στους ισχυρισμούς της και η μαρτυρία της, όσον αφορά τα ουσιώδη και επίδικα θέματα, δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Απάντησε σε ό,τι της ζητήθηκε με ευθύτητα χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Τα όσα δια ζώσης κατέθεσε υποστηρίζονται πλήρως από την γραπτή μαρτυρία (έγγραφα) που προσκόμισε. Τα όσα κατέθεσε αντέχουν στη βάσανο της κοινής λογικής και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Έδωσε πειστικότατες εξηγήσεις επ' όλων των σημείων της εκδοχής της χωρίς να αφήσει οτιδήποτε διφορούμενο ή ασαφές. Δέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Τα όσα η εναγομένη κατέθεσε συνιστούν ταυτόχρονα και τα ευρήματα μου. Πράγματι, και συμφωνώ επί του σημείου τούτου με την κα Μαθηκολώνη, στην Έκθεση Απαίτησης δεν δικογραφείται καμμιά βάση αγωγής. Από το αιτητικό όμως της Έκθεσης Απαίτησης καθώς επίσης και από την παράγραφο 4 (στην οποία αναφέρεται ότι ο ενάγοντας συναίνεσε στην υπογραφή της συμφωνίας εκ μέρους της εναγομένης όχι όμως με χαριστική διάθεση όσον αφορά τα δικαιώματα του επί του συγκεκριμένου διαμερίσματος) προκύπτει ότι ο ενάγοντας διεκδικεί μερίδιο από περιουσία που είναι εγγεγραμμένη ή πρόκειται να εγγραφεί επ' ονόματι της εναγομένης. Και περαιτέρω διεκδικεί διάταγμα για ανάλογη εγγραφή στο όνομα του. Έχει λεχθεί νομολογιακά ότι ένα Δικαστήριο οφείλει να χαρακτηρίσει νομικά μια βάση αγωγής (στην βάση των δικογράφων και των γεγονότων που δικογραφούνται σ' αυτά και παρουσιάζονται τελικά στο Δικαστήριο με μαρτυρία), άσχετα με τον χαρακτηρισμό που δίνει στη βάση της αγωγής ένα διάδικο μέρος (βλ. Ευαγγέλου κ.α. ν. Minerva Finance
(2004)1 ΑΑΔ 1734 και Demil Co Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 374/2005, ημερομηνίας 23.5.2008). Έχει λεχθεί επίσης νομολογιακά ότι ο διάδικος δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία του δίδει ο νόμος, με την προϋπόθεση ότι τα αναγκαία γεγονότα που εξάγουν το νομικό αυτό αποτέλεσμα είναι αφενός μεν δικογραφημένα και αφετέρου η μαρτυρία που έχει δοθεί είναι ικανοποιητική (βλ. Stylianou v. Papakleovoulou
(1982)1 CLR 542, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjan
(1992)1 ΑΑΔ 400). Η εισήγηση της κας Μαθηκολώνη ότι η διεκδίκηση εγγραφής μεριδίου επί ακινήτου περιουσίας θα μπορούσε να προωθηθεί στην προκειμένη περίπτωση, στη βάση εμπιστεύματος που έχει δημιουργηθεί μεταξύ των συζύγων, επίσης με βρίσκει σύμφωνη. Έτσι και σε συνέχεια των όσων έχουν προαναφερθεί, θα εξετάσω ακολούθως κατά πόσο ο ενάγοντας ήταν εμπιστευματοδόχος (beneficiary) του ½ μεριδίου του διαμερίσματος στη βάση εμπιστεύματος το οποίο συνεστήθη κατά την απόκτηση του διαμερίσματος, με εμπιστευματούχο (trustee) την εναγομένη η οποία ήταν η αγοράστρια του. Όπως σημειώνεται στην απόφαση Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1998)1 ΑΑΔ 521, τα εμπιστεύματα (ή καταπιστεύματα) είναι ή Δεδηλωμένα (Express) (όταν δημιουργούνται από τα ίδια τα μέρη) ή Εξυπακουόμενα (Implied) (όταν είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής του Νόμου (trusts arising by operation of the Law). Τα Εξυπακουόμενα εμπιστεύματα είναι τα εξ Επαγωγής (Constructive) ή Καταληκτικά (Resulting). Τόσο τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα (implied) όσο και τα καταληκτικά (resulting trusts) βασίζονται πάνω στη μη εκφρασθείσα αλλά εξυπακουόμενη πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στη μεταβίβαση. Τα εμπιστεύματα αυτά καλούνται καταληκτικά (resulting trusts) γιατί το δικαίωμα εκμετάλλευσης του (beneficial interest) επανέρχεται (results) στο πρόσωπο που είχε προβεί στη μεταβίβαση. Όταν εξετάζεται η ύπαρξη του εξ επαγωγής εμπιστεύματος, οι πράξεις και οι δηλώσεις των ενδιαφερομένων πριν, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του και ευθύς μετά τη δημιουργία του εμπιστεύματος συνιστούν μέρος της συναλλαγής και μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Όμως συνακόλουθες πράξεις και δηλώσεις είναι αποδεκτές μόνο όταν στρέφονται εναντίον των συμφερόντων του δηλούντος και όχι όταν γίνονται προς όφελος του (βλ. Snell´s "Principles of Equity", 25η έκδοση, 162). Ο όρος "εξ επαγωγής εμπίστευμα", επεξηγείται ως εξής στο σύγγραμμα των Hanbury & Martin "Modern Equity", 14η έκδοση, σελ. 291-292: "A CONSTRUCTIVE trust is one which arises by operation of law, and not by reason of the intention of the parties, express or implied. English law provides no clear and all-embracing definition of a constructive trust. Its bounmdaries have been left perhaps deliberately vaque, so as not to restrict the court by technicalities in deciding what the justice of a particular case may demand. It has been ´a ready means of developing our property law in modern times´. The principle is that where a person who holds property in circumstances in which in equity and good conscience it should be held or enjoyed by another, he will be compelled to hold the property in trust for that other". Σε μετάφραση: "Εξ επαγωγής εμπίστευμα είναι αυτό που δημιουργείται ως θέμα δικαίου και όχι λόγω της ρητής ή εξυπακουόμενης πρόθεσης των μερών. 'Το αγγλικό δίκαιο δεν προσφέρει ένα καθαρό ορισμό του εξ επαγωγής εμπιστεύματος και ένα ορισμό καθολικής εφαρμογής. Τα όρια του έχουν πιθανόν σκόπιμα αφεθεί απροσδιόριστα, έτσι που να μη περιορίζεται το δικαστήριο από τεχνικότητες όταν αποφασίζει τι μπορεί να απαιτήσει το δίκαιο, μιας συγκεκριμένης υπόθεσης'. Έχει πρόσφατα αποτελέσει ένα πρόσφορο μέσο ανάπτυξης του δικαίου για την ιδιοκτησία. Η αρχή είναι ότι οσάκις ένα πρόσωπο κρατεί ιδιοκτησία υπό περιστάσεις όπου σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας και της καλής συνείδησης πρέπει να κρατείται και να απαλαμβάνεται από άλλους θα αναγκαστεί να κρατεί την ιδιοκτησία ως εμπιστευματοδόχος εκείνου του άλλου." (Βλ. και Underhill´s Law Relating to Trusts and Trustees, 13η έκδοση, σελ. 23 και Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 48, παραγ. 584). Στην Κύπρο με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν μετά τη θέσπιση του Άρθρου 65 ΙΕ του Κεφ. 224, αναγνωρίστηκε η δυνατότητα δημιουργίας ή λειτουργίας αποληγόντων ή εξ επαγωγής εμπιστευμάτων σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία. Στις εν λόγω υποθέσεις παρά την ανυπαρξία εγγράφου, αναγνωρίστηκε εμπίστευμα ή δυνατότητα δημιουργίας τέτοιου, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δικαίου της επιείκειας. (Βλ. Miltiadous v. Miltiadous
(1982)1 CLR 797, Πένταυκας ν. Πένταυκα
(1991)1 ΑΑΔ 547, Κωνσταντίνου ν. Δημοσθένους
(1992)1 ΑΑΔ 621, Ανδρέας Στέλιου Ορφανίδη ν. Νίκης Ανδρέα Ορφανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 179 και Χρίστος Κληρίδης ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη (ανωτέρω) ). Οι αρχές της επιείκειας εφαρμόζονται στο δικονομικό μας σύστημα βάσει των προνοιών του Άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, του 1960 (Ν.14/60). Το εν λόγω άρθρο καθιστά εφαρμόσιμες τις αρχές της επιείκειας στο σύνολο τους, εκτός εάν υπάρχει άλλη πρόβλεψη στο νόμο. Η Αγγλική νομολογία επί του θέματος των εμπιστευμάτων, εξετάστηκε στην Κύπρο στην υπόθεση Γεώργιος Πένταυκας ν. Άννα Πένταυκα
(1991)1 ΑΑΔ 547, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία χρηματική εισφορά από τον πατέρα της συζύγου στον σύζυγο κατά τη διάρκεια του γάμου ύψους £3000 για την αγορά ενός ταξί είχε δημιουργήσει καταπίστευμα υπέρ της συζύγου. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε στην απόφαση του ότι για τη δημιουργία του καταπιστεύματος πρέπει να προσκομιστεί η μαρτυρία ότι πριν, ή κατ' εξαίρεση μετά την απόκτηση της περιουσίας, υπήρξε μεταξύ των συζύγων κάποια συμφωνία, διευθέτηση ή συναντίληψη ότι θα είναι συνιδιοκτήτες και ότι το πρόσωπο που προβάλλει την απαίτηση αφού βασίστηκε πάνω σε αυτή ενήργησε με τέτοιο τρόπο προς ζημιά του ή σε βαθμό που έχει μεταβάλει σημαντικά τη θέση του. Στο σύγγραμμα του Philip H. Pettit, Equity and the Law of Trusts (Έκδοση 1974, σελ. 103), σημειώνεται ότι όταν αγοράζεται μια περιουσία και μεταβιβάζεται στο όνομα ενός τρίτου προσώπου, το τρίτο πρόσωπο καθίσταται εμπιστευματοδόχος εκείνου που αγοράζει την περιουσία. Όμως μπορεί να παρουσιαστεί μαρτυρία, ακόμα και προφορική, ότι η πρόθεση του προσώπου που αγόρασε την περιουσία ήταν η μεταβίβαση κάποιου δικαιώματος στο πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση. Μια προσεκτική εξέταση της απόφασης στην αγγλική υπόθεση Gissing v. Gissing
(1971)A.C.88, υποδεικνύει ότι τα τρία βασικά θέματα που θα πρέπει να εξετάζονται σε υποθέσεις παρόμοιας φύσης είναι ο χαρακτήρας του δικαιώματος, η ύπαρξη κοινής πρόθεσης και ο καθορισμός της έκτασης του δικαιώματος. Αναφορικά με το χαρακτήρα του δικαιώματος, αν το νομικό δικαίωμα (legal estate) του σπιτιού το έχει ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης (legal owner) τότε ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη εξ επαγωγής καταπιστεύματος παρουσιάζοντας μαρτυρία που δείχνει ότι θα ήταν άδικο για τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη να παραμείνει ως ο μόνος νόμιμος ιδιοκτήτης. Η ύπαρξη του εξ επαγωγής καταπιστεύματος προϋποθέτει: (ι) την κοινή πρόθεση για ένα ωφέλιμο συμφέρο, (ιι) το ότι ο αιτητής με βάση το ωφέλιμο συμφέρον έχει ενεργήσει σε βάρος των δικών του συμφερόντων. Η απόδειξη της κοινής πρόθεσης μπορεί να βασιστεί πάνω σε άμεση μαρτυρία όπως πχ. σε κοινή συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ή πάνω σε εξυπακουόμενη κοινή πρόθεση. Μια τέτοια πρόθεση, εφόσον ελλείπει η άμεση μαρτυρία, μπορεί να βασιστεί πάνω στις πράξεις και των δύο μερών ότι θα έχουν ένα κοινό ενδιαφέρον πάνω στο σπίτι ή την περιουσία. Οι συνεισφορές μπορεί να είναι άμεσες όπως π.χ. η καταβολή προκαταβολής για την αγορά του σπιτιού και η πληρωμή των δόσεων της υποθήκης ή έμμεσες όπως π.χ. οποιεσδήποτε ενέργειες που είναι εναντίον των συμφερόντων του αιτητή χωρίς απαραίτητα να αναφέρονται στο σπίτι. Εφόσον αποδειχθεί ότι τα μέρη είχαν κοινή πρόθεση να έχουν ένα ωφέλιμο ενδιαφέρον και το ένα μέρος έχει ενεργήσει εναντίον των συμφερόντων του, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τον καθορισμό της έκτασης του δικαιώματος. Στην προκειμένη περίπτωση, υπό το φως της νομολογίας όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω και με βάση τα γεγονότα όπως προκύπτουν από την μαρτυρία της εναγομένης την οποία αποδέχθηκα στο σύνολο της, δεν βρίσκω να υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να καθιστούν την εναγομένη εμπιστευματούχο έναντι του ενάγοντα για το ½ μερίδιο του επίδικου διαμερίσματος. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν περιθώρια που να επιτρέπουν την κατ' επιείκεια συναγωγή εξ επαγωγής εμπιστεύματος προς όφελος του ενάγοντα και σε βάρος της εναγομένης. Είναι η κατάληξη μου ότι η σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου στο όνομα της εναγομένης δεν έγινε για πρακτικούς και τυπικούς λόγους. Η εναγομένη απέκτησε ολόκληρο το επίδικο διαμέρισμα προσωπικά. Ο ενάγοντας δεν είναι ούτε δικαιούχος ούτε δικαιούμενος σε εγγραφή του ½ μεριδίου του διαμερίσματος επ΄ονόματι του, εφόσον τα γεγονότα δεν δικαιολογούν την δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος προς όφελος του. Όσον αφορά το αίτημα του ενάγοντα (που ετέθη διαζευκτικά στην Έκθεση Απαίτησης) να του δοθούν αποζημιώσεις οι οποίες αντιστοιχούν στην αξία του ½ μεριδίου του διαμερίσματος, δεν έχω να πω πολλά. Ακόμη και εάν ο ενάγοντας κατάφερνε να αποδείξει την δημιουργία εξ επαγωγής εμπιστεύματος προς όφελος του, δεν θα εδικαιούτο στην αιτουμένη θεραπεία εφόσον δεν δικογραφείται στην Απαίτηση του η αξία του επίδικου διαμερίσματος και δεν δόθηκε και σχετική μαρτυρία ως προς τούτο. Δεν δικογραφείται επίσης και δεν διευκρινίζεται ποιος ήταν ο κατ' ισχυρισμόν ουσιώδης χρόνος κατά τον οποίο η εναγομένη όφειλε να μεταβιβάσει στον ενάγοντα το ½ μερίδιο του επίδικου διαμερίσματος. Είναι νομολογημένο και καλά γνωστό ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται στην Απαίτηση, να καταγράφονται με λεπτομέρεια στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία (βλ. Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 687, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 ΑΑΔ 396, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 ΑΑΔ 1157). Για όλους αυτούς τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι ο ενάγοντας δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό και επομένως η αγωγή του θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του αφού δεν βρίσκω να υπάρχει κανένας καλός λόγος που να δικαιολογεί όπως το Δικαστήριο παρεκκλίνει από τον γνωστό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Δια ταύτα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα και υπέρ της εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΣΚ/ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο