← Κύπρος

Χρίστου Ιωαννίδη ν. Investylia Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 3936/05, 26.11.2008

Χρίστου Ιωαννίδη ν. Investylia Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 3936/05, 26.11.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θωμά, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3936/05 Μεταξύ: Χρίστου Ιωαννίδη Ενάγοντα και Investylia Public Company Ltd Εναγομένης Ημερομηνία: 26.11.2008 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κος Τ. Κουκούνης Για τον Εναγόμενο: κα Λ. Στυλιανού Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό εξέταση υπόθεση είναι μια από τις δεκάδες αγωγές που κατέκλυσαν τα δικαστήρια μας για παράλειψη εισδοχής και διαπραγμάτευσης των τίτλων δημόσιας εταιρείας στο ΧΑΚ. Πριν προχωρήσω στην παράθεση των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων θεωρώ χρήσιμο να καταγράψω από αυτό το πρώιμο στάδιο τις διαπιστώσεις του δικαστηρίου, οι οποίες στηρίζονται στα δηλωθέντα ως κοινώς παραδεκτά αλλά και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Η εναγόμενη εταιρεία συστάθηκε ως ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης κατά την 17η/12/1977 συμφώνως του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.

  1. Στις 28/1/2000 η εταιρεία με απόφαση της έκτακτης γενικής συνέλευσής της μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία υιοθετώντας καταστατικό δημόσιας εταιρείας. Το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Λάρνακα. Στις 27.3.2000 η εναγόμενη εταιρεία απηύθυνε προς το κοινό δημόσια πρόσκληση για εγγραφή, καταθέτοντας στον Έφορο Εταιρειών σχετικό ενημερωτικό δελτίο (βλ. το τεκμήριο 2). Ο ενάγοντας στις 24/12/99 υπέβαλε γραπτή αίτησή προς την εναγόμενη εταιρεία για να του παραχωρηθούν 20000 συνήθεις μετοχές μαζί με τις αντίστοιχες ιδρυτικές μετοχές (βλ. το τεκμήριο 3). Με την αίτησή του κατέβαλε το ποσό των Λ.Κ.
  2. Στις 5/4/2000 η εναγόμενη εταιρεία με επιστολή της πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι η ως άνω αίτησή του είχε γίνει αποδεκτή. Του ζητούσε επίσης όπως εντός 15 ημερών προβεί στην εξόφληση των μετοχών που του παραχωρήθηκαν. Στις 19/4/2000 ο ενάγοντας κατέβαλε προς την εναγόμενη εταιρεία το ποσό των Λ.Κ.10900 προς εξόφληση του συνολικού ποσού για την προς αυτόν παραχώρηση των 20000 συνήθων μετοχών και 100 ιδρυτικών μετοχών (βλ. τα τεκμήρια 8, 8Α και 8Β). Την 1η/6/2000 εξεδόθησαν επ' ονόματι του ενάγοντα τα πιστοποιητικά των μετοχών του (βλ. τα τεκμήρια 9 και 9Α). Στις 14/6/2000 η εναγόμενη εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Το Συμβούλιο του ΧΑΚ παραχώρησε στην εναγόμενη εταιρεία συνεχείς παρατάσεις μέχρι και τις 20.2.2002 σύμφωνα με το άρθρο 3

(3)του τροποποιητικού νόμου 42
(1)/
  1. Στις 13/2/2002 η ως άνω αίτηση της εναγόμενης εταιρείας απορρίφθηκε από την επιτροπή κεφαλαιαγοράς. Ο ενάγοντας με επιστολή του ημερομηνίας 22/8/05 ζήτησε από την εναγόμενη εταιρεία όπως του επιστρέψει το ποσό των Λ.Κ.12100 μαζί με τους αναλογούντες τόκους το οποίο κατέβαλε για την αγορά των ως άνω περιγραφομένων μετοχών. Η ως άνω επιστολή επιδόθηκε προς την εναγόμενη εταιρεία κατά την 5η/9/2005 πλην όμως αυτή παρέλειψε να επιστρέψει στον ενάγοντα οιονδήποτε ποσό μέχρι και την ημέρα της ακρόασης της υπόθεσης. Ο ενάγοντας στην έκθεση απαίτησής του ισχυρίζεται ότι μετά από παραστάσεις της εναγομένης εταιρείας ότι αυτή θα υπέβαλλε σύντομα αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, ότι η αίτησή της θα γινόταν δεκτή από τις αρμόδιες αρχές και ότι οι τίτλοι της θα εισάγονταν αμέσως στο ΧΑΚ υπέβαλε προς την εναγομένη εταιρεία αίτησή για την αγορά των μετοχών οι οποίες περιγράφονται πιο πάνω. Ενόψει του ότι η αίτηση της εναγόμενης εταιρείας για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ απερρίφθη ο ενάγοντας, με βάση τον περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο του 1993-2000 με επιστολή του ημερομηνίας 22.8.05 ζήτησε από την εναγόμενη εταιρεία την επιστροφή των χρημάτων που της είχε καταβάλει για την απόκτηση των ως άνω περιγραφομένων μετοχών. Η εναγόμενη εταιρεία παρέλειψε να του επιστρέψει το καταβληθέν ποσό. Ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με την εναγομένη εταιρεία στην αγορά των υπό αναφορά μετοχών λόγω των παραστάσεων που έκαμε η εναγόμενη προς αυτόν και των υποσχέσεων που του εδόθησαν ότι η εναγομένη εταιρεία θα υπέβαλλε σύντομα αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, ότι η αίτηση της θα γινόταν δεκτή από τις αρμόδιες αρχές και ότι οι τίτλοι της θα εισάγονταν αμέσως στο ΧΑΚ, παραστάσεις επί των οποίων στηρίχθηκε και αγόρασε τις υπό αναφορά μετοχές. Στην έκθεση απαίτησης του παραθέτει λεπτομέρειες των ψευδών παραστάσεων της εναγομένης προς το πρόσωπό του. Με την υπό εξέταση αγωγή του αξιώνει το ποσό το οποίο πλήρωσε προς την εναγόμενη εταιρεία για την αγορά των υπό αναφορά μετοχών. Η εναγόμενη εταιρεία στην τροποποιημένη υπεράσπισή της απορρίπτει τους ως άνω ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι οι μόνες παραστάσεις στις οποίες προέβη είναι αυτές που αναφέρονται στο ενημερωτικό δελτίο της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή. Ο ενάγοντας κατέβαλε το αξιούμενο με την αγωγή του ποσό με βάση το ως άνω ενημερωτικό δελτίο, το οποίο κατατέθηκε νομότυπα στον Έφορο Εταιρειών. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται να αξιώνει την επιστροφή των χρημάτων τα οποία κατέβαλε για το λόγο ότι (α) είναι ιδρυτικό μέλος της εναγόμενης εταιρείας και (β) είναι αδελφός του Φώτη Ιωαννίδη ο οποίο διετέλεσε διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας από 23/6/2003 μέχρι 8/12/
  2. Προβάλλει επίσης μια σειρά από νομικές υπερασπίσεις, όπως αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του τροποποιητικού νόμου 42
(1)/00 καθότι, όπως ισχυρίζεται προσκρούουν σε συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος και στην δεύτερη οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (77/91/ΕΟΚ) ημερομηνίας 13/12/1976 η οποία εναρμονίστηκε στο Κυπριακό δίκαιο με τους νόμους 135
(1)/00 και 70
(1)/
  1. Η μαρτυρία Ο ενάγοντας κατέθεσε ότι κατά τον Δεκέμβριο του 1999 μετά από πρόσκληση παρευρέθηκε σε κάποια συνάντηση η οποία είχε γίνει στα γραφεία της εναγόμενης εταιρείας στη Λάρνακα. Στη συνάντηση εκείνη ο κος Στέλιος Στυλιανού, διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας (ΜΥ1) εξήγησε στους παρευρισκομένους τα σχέδια της εταιρείας, τη μεγάλη προοπτική κέρδους που θα είχαν οι μελλοντικές επενδύσεις της εταιρείας και τη σιγουριά για την ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ σε σύντομο χρονικό διάστημα. Εντυπωσιάστηκε από τα σχέδια που παρουσίασε ο ΜΥ1 και υπέβαλε την αίτησή του για την αγορά μετοχών της εναγόμενης εταιρείας. Ακολούθησαν τρεις επιστολές της εναγόμενης εταιρείας, οι οποίες του αποστάληκαν, στις οποίες επαναβεβαιωνόταν ότι η εταιρεία βρισκόταν καθ' οδόν προς το ΧΑΚ (βλ. το τεκμήριο 7). Τον Ιούνιο του 2000 παρέλαβε τους τίτλους των μετοχών του μαζί με μια επιστολή της εναγόμενης εταιρείας, επιβεβαιωτική και πάλι των όσων είχε αναφέρει ο ΜΥ1 κατά την ως άνω αναφερομένη συνάντηση. Μετά από την απόρριψη της αίτησης της εναγόμενης εταιρείας για ένταξή της στο ΧΑΚ περίμενε για αρκετό χρόνο, όταν όμως του είχε δημιουργηθεί κάποια οικονομική και οικογενειακή ανάγκη τηλεφώνησε στον ΜΥ1 ζητώντας του να του επιστραφούν τα χρήματά του. Η απάντηση του ΜΥ1 ήταν ότι δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την απαίτηση του για το λόγο ότι, όπως του εξήγησε "θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου". Του ανέφερε ότι δεν είχε πρόθεση να κοινοποιήσει σε κανένα την τυχόν επιστροφή των χρημάτων του, όμως η απάντηση του ΜΥ1 ήταν και πάλι αρνητική. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της συνάντησης, στην οποία έκανε αναφορά δεν είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον ΜΥ
  2. Ο ΜΥ1 απευθυνόταν προς όλους τους παρευρισκομένους και προς τον καθένα ξεχωριστά ζητώντας τους να επενδύσουν στην εναγόμενη εταιρεία. Πείστηκε να επενδύσει στην εναγόμενη εταιρεία βασιζόμενος στα λεγόμενα του ΜΥ1 και γνωρίζοντας και την οικογένεια του ΜΥ1, τους οποίους θεωρούσε ως ανθρώπους με "υπόσταση". Σε ερώτηση τι ήταν εκείνο που τον έκανε να προχωρήσει στην αγορά των επίδικων μετοχών απάντησε επί λέξη "το κέρδος και οι υποσχέσεις ότι η εταιρεία πολύ σύντομα θα ήταν στο ΧΑΚ". Διευκρίνισε ότι ο ΜΥ1 είχε μιλήσει για 15-20 περίπου λεπτά, είχε πει ότι έπρεπε να εκμεταλλευθούν τη χρονική στιγμή ότι ήδη υπήρχαν διαπραγματεύσεις με εταιρείες για εξαγορά τους από τα χρήματα που θα εισέπραττε από τους επενδυτές και ήταν πολύ πειστικός ότι πολύ σύντομα η εναγόμενη εταιρεία θα βρισκόταν στο ΧΑΚ. Διαφώνησε με υποβολή ότι ο σκοπός που παρευρέθηκε στην ως άνω συνάντηση ήταν για να προτείνει στο ΜΥ1 να εξαγοράσει την εταιρεία του. Αποδέχθηκε ότι είχε πάρει το ενημερωτικό δελτίο πριν την εξόφληση των μετοχών του, όμως δεν το διάβασε επειδή είχε πειστεί από τις διαβεβαιώσεις του ΜΥ1 για σύντομη ένταξη της εναγόμενης εταιρείας στο ΧΑΚ. Διαφώνησε με υποβολή ότι κατά την ως άνω συνάντηση είχε αναφερθεί ότι η ένταξη της εναγόμενης εταιρείας στο ΧΑΚ δεν ήταν αυτοσκοπός. Τέλος διαφώνησε με υποβολή ότι αυτό που είχε αναφέρει ο ΜΥ1 κατά την αναφερθείσα συνάντηση ήταν ότι η εταιρεία θα υπέβαλλε αίτηση για ένταξη της στο ΧΑΚ σε μεταγενέστερο και κατάλληλο γι' αυτή χρονικό διάστημα, ανάλογα με την εκπλήρωση των στρατηγικών της στόχων. Για την υπεράσπιση κατέθεσαν ενόρκως ο διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας Στέλιος Στυλιανού (ΜΥ1) και η λειτουργός του ΧΑΚ Αντιγόνη Μηλικούρη (ΜΥ2). Ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν μετατράπηκε σε δημόσια εταιρεία ευκαιριακά με σκοπό την εισαγωγή της στο ΧΑΚ. Οι λόγοι που η εταιρεία έγινε δημόσια και προχώρησε στην έκδοση μετοχών προς το κοινό ήταν για να αντισταθμίσει το μονοπώλιο που είχε επικρατήσει στην κυπριακή αγορά σε σχέση με την παραγωγή, εισαγωγή και διανομή διαφόρων καταναλωτικών προϊόντων, κυρίως ειδών διατροφής. Συγκεκριμένα, κάποιες μεγάλες υπεραγορές αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς με αποτέλεσμα να θέτουν όλο και πιο παράλογες και πιεστικές απαιτήσεις στους παραγωγούς και εισαγωγείς των προϊόντων που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου 1999 συγκάλεσε μία σύσκεψη φίλων και συνεργατών στην οποία παρευρέθηκαν περί τα 50 άτομα που ασχολούνταν με το εμπόριο και τους εξέθεσε τους πιο πάνω προβληματισμούς του. Ακολούθησε ευρεία συζήτηση μεταξύ των παρευρισκομένων οι οποίοι και αποφάσισαν ότι ο μόνος τρόπος αντίδρασης στο ως άνω διογκούμενο συνεχώς πρόβλημα ήταν να δημιουργηθεί ένας δυνατός όμιλος εισαγωγής, παραγωγής και διανομής, εις τρόπον ώστε να δημιουργείτο ένα ισοζύγιο δυνάμεων με τις μεγάλες υπεραγορές. Συμφωνήθηκε επίσης η μετατροπή της εναγόμενης εταιρείας σε δημόσια εταιρεία, η οποία σαν μέρος του στρατηγικού σχεδιασμού της να δημοσιοποιείτο με τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό μετόχων οι οποίοι θα μπορούσαν να βοηθήσουν την εταιρεία. Η εναγόμενη εταιρεία μέχρι τη στιγμή εκείνη ήταν αδρανής με μόνη δραστηριότητα της μια μικρή συμμετοχή στο κεφάλαιο άλλης ιδιωτικής εταιρείας. Στη συνάντηση εκείνη δηλώθηκε ότι επειδή η εταιρεία ήταν αδρανής δεν θα μπορούσε να υποβάλει αίτηση για ένταξή της στο ΧΑΚ πριν την πάροδο τουλάχιστον τριών χρόνων, έτσι ώστε να ικανοποιούντο οι προϋποθέσεις του κανονισμού 61
(1)(ε) ο οποίος προβλέπει ότι μία εκ των βασικών προϋποθέσεων εισδοχής εταιρείας στο ΧΑΚ είναι να είχε δραστηριότητες και να είχε ετοιμάσει εξελεγμένους λογαριασμούς τουλάχιστον για τα τρία αμέσως προηγούμενα της αιτήσεως χρόνια. Κατά τη συνάντηση εκείνη δεν είχε δει ούτε είχε μιλήσει με τον ενάγοντα. Δεν ήταν πάρα πολλά άτομα στη συνάντηση και εάν ο ενάγοντας παρευρισκόταν σίγουρα θα τον θυμόταν. Όλοι οι παρευρισκόμενοι βρίσκονταν εκεί κατόπιν δικής του πρόσκλησης και εάν ο ενάγοντας ήταν παρών τότε παρευρέθηκε απρόσκλητος. Η σύσκεψη κράτησε περί τις δύο ώρες και τόσο κατά την αρχή της, όταν υποδεχόταν τους καλεσμένους του, όσο και κατά τη διάρκεια της, αλλά και στο τέλος της συνομίλησε με όλους σχεδόν τους παρευρισκομένους. Η μόνη φορά που είχε συνομιλήσει με τον ενάγοντα ήταν περί τον Ιούλιο του 2005 όταν ο ενάγοντας του τηλεφώνησε ζητώντας του να διευθετήσει να πάρει πίσω τα χρήματά του και να αποκρύψει, κατά κάποιο τρόπο το γεγονός αυτό από το συμβούλιο της εταιρείας, πράγμα το οποίο ρητά αρνήθηκε. Στις 5/4/2000 η εναγόμενη εταιρεία με επιστολή της που συνόδευε το ενημερωτικό δελτίο της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή παραχώρησε στον ενάγοντα τις μετοχές που ζήτησε με την αίτησή του, τονίζοντας στην ίδια επιστολή ότι οι μετοχές του παραχωρούνταν με βάση τις πρόνοιες του ενημερωτικού δελτίου (βλ. την επιστολή - τεκμήριο 7). Όταν η εταιρεία προέβαινε στη δημόσια πρόσκληση για εγγραφή ο μόνος νόμιμος τρόπος που υπήρχε για έκδοση μετοχών προς το κοινό ήταν μέσω του Εφόρου Εταιρειών. Στις 7/4/2000 ψηφίστηκε ο νόμος 42
(1)/00 ο οποίος υποχρέωνε την εταιρεία να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ εντός τακτού χρονικού διαστήματος. Προς αποφυγή νομικών περιπλοκών αποφασίστηκε ότι η εταιρεία θα έπρεπε να εξετάσει την περίπτωση άμεσης αίτησης για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ αφού εξασφάλιζε πρώτα από τις αρχές του χρηματιστηρίου εξαίρεση από τις προϋποθέσεις του άρθρου 61
(1)(ε) των περί Χρηματιστηρίου Κανονισμών. Αφού εξασφάλισε διαβεβαίωση για εξαίρεση, προχώρησε στην υποβολή αίτησης για ένταξη των τίτλων της στο ΧΑΚ. Στις 5/12/2001 η εναγόμενη εταιρεία κάλεσε έκτακτη γενική συνέλευση όπου το διοικητικό της συμβούλιο ζήτησε να εξουσιοδοτηθεί για να προβεί, εάν χρειαζόταν σε μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας προς ικανοποίηση αιτημάτων από επενδυτές για επιστροφή χρημάτων, τα οποία είχαν απαιτήσει βάσει του νόμου 42
(1)/00. Η γενική συνέλευση απέρριψε το προταθέν ψήφισμα απαγορεύοντας έτσι στους συμβούλους να προβούν σε οποιαδήποτε επιστροφή χρημάτων σε μετόχους της εταιρείας. Στις 23/6/2003 κατόπιν έκτακτης γενικής συνέλευσης εγκρίθηκε ψήφισμα για εξαγορά από την εναγόμενη εταιρεία των δικών της μετοχών βάσει του νόμου 135
(1)/00 που προνοεί την εξαγορά μέχρι 10% του μετοχικού κεφαλαίου εταιρείας για περίοδο μέχρι δύο χρόνια. Η Αντιγόνη Μηλικούρη (ΜΥ2) κατέθεσε ότι η εναγόμενη εταιρεία αιτήθηκε την εισαγωγή της στο ΧΑΚ στις 14/6/2000 (βλ. την επιστολή τεκμήριο 15). Χρειάστηκαν δύο χρόνια για να εξεταστεί η αίτηση. Ο λόγος για τον οποίο υπήρχε καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης ήταν ο φόρτος εργασίας. Υπήρχαν 150 εταιρείες που είχαν αιτηθεί την ένταξή τους στο ΧΑΚ. Από τις 150 εταιρείες που υπέβαλαν αίτηση μόνο μία από αυτές ήταν έτοιμη να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Η εταιρεία αυτή ήταν η Avacom Net Services Ltd. Η εταιρεία αυτή είχε τα στοιχεία τα οποία της είχαν ζητηθεί, οπόταν μπορούσαν να προχωρήσουν άμεσα με την αίτηση. Διευκρίνισε ότι θα μπορούσαν να προχωρήσουν και με την εξέταση των αιτήσεων των υπόλοιπων εταιρειών στην περίπτωση που οι εταιρείες αυτές προσκόμιζαν τα στοιχεία τα οποία τους ζητούντο. Δεν είχε στην κατοχή της οποιαδήποτε επιστολή της εναγόμενης εταιρείας της περιόδου 1999-2000 με την οποία η εταιρεία ζητούσε οποιουδήποτε είδους πληροφορίες για να προχωρήσει η αίτηση για ένταξή της στο ΧΑΚ. Αξιολόγηση - ευρήματα Αποτέλεσε κοινά αποδεκτό γεγονός ότι περί τα μέσα Δεκεμβρίου 1999 υπήρξε κάποια συνάντηση στα γραφεία της εναγόμενης εταιρείας στη Λάρνακα, στην οποία παρευρέθηκαν περί τα πενήντα άτομα. Τονίζω ότι ο ΜΥ1 στην γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 11) η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του παραδέχεται ότι ο ίδιος συγκάλεσε την εν λόγω συνάντηση. Η θέση του ενάγοντα ήταν ότι είχε προσκληθεί και ήταν παρών στην ως άνω συνάντηση. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ήταν κατ' αυτή την συνάντηση που έγιναν οι παραστάσεις, στις οποίες αναφέρθηκε στη μαρτυρία του. Η αντίθετη θέση του ΜΥ1 ήταν ότι ο ενάγοντας δεν ήταν παρών στην συνάντηση και κατ' επέκταση δεν ήταν δυνατόν να του είχαν γίνει οποιεσδήποτε παραστάσεις. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο ενάγοντας άφησε εξαίρετη εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Απάντησε σε οτιδήποτε του ζητήθηκε με ευθύτητα, λιτότητα, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Περιέγραψε τα γεγονότα με καθαρότητα, σαφήνεια, χωρίς υπερβολές και εξάρσεις. Πέραν της θετικής εντύπωσης που άφησε ως μάρτυρας, η εκδοχή του διέθετε συνοχή, πειστικότητα, λογικότητα. Αποδέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό τη θέση του ότι ήταν παρών στην ως άνω αναφερόμενη συνάντηση. Θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι η υπεράσπιση όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την παρουσία του, αλλά αντίθετα είχε εκλάβει ως δεδομένη την παρουσία του στην συνάντηση. Τονίζω ότι κατά την αντεξέτασή του, αυτό που του είχε υποβληθεί από την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγόμενης εταιρείας ήταν ότι ο σκοπός της παρουσίας του στη συνάντηση ήταν για να δελεάσει και να προτείνει στον ΜΥ1 να εξαγοράσει την εταιρεία του (ενάγοντα). Επιπλέον αποδέχομαι ότι κατά την εν λόγω συνάντηση ο ΜΥ1 είχε κάμει τις παραστάσεις τις οποίες ανέφερε με λεπτομέρεια στην μαρτυρία του, ειδικά δε το ότι είχε αναφέρει στους παρευρισκομένους ότι η εναγόμενη εταιρεία θα εντάσσετο πολύ σύντομα στο ΧΑΚ. Η θέση αυτή του ενάγοντα υποστηρίζεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των επιστολών της εναγόμενης εταιρείας (βλ. τα τεκμήρια 7, 9Β,16, 16Α και 17). Σε όλες σχεδόν τις εν λόγω επιστολές, αναφέρεται ότι στόχος της εναγόμενης εταιρείας είναι η ένταξη της στο ΧΑΚ. Ειδικά δε στην επιστολή ημερομηνίας 5/4/2000 (βλ. τη 2η επιστολή του τεκμηρίου 7) αναφέρεται ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι καθ' οδόν προς το ΧΑΚ. Σε αντίθεση με τον ενάγοντα, ο ΜΥ1 άφησε πενιχρή εντύπωση στο δικαστήριο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι δεν είπε την αλήθεια στη μαρτυρία του. Η εκδοχή του, πέραν του ότι στερείτο πειστικότητας, ήταν αμφιταλαντευόμενη. Βρίσκεται επίσης σε καταφανή αντίθεση με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου. Ισχυρίστηκε ότι η ένταξη της εναγόμενης εταιρείας στο ΧΑΚ δεν ήταν αυτοσκοπός. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, δεν υπήρχε πρόθεση για υποβολή αίτησης στο ΧΑΚ εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, μπορεί το διάστημα αυτό να ήταν τρία ή δεκατρία χρόνια. Η αίτηση θα υποβάλλετο υπό κανονικές συνθήκες μετά την ολοκλήρωση των στρατηγικών στόχων της εταιρείας. Η υποβολή της αίτησης προς το ΧΑΚ είχε γίνει, όπως ισχυρίστηκε κάτω από την πίεση που είχε δημιουργήσει η θέσπιση του νόμου 42(Ι)/
  1. Κι όμως, η θέση του αυτή αντικρούεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των επιστολών στις οποίες έχω κάμει αναφορά πιο πάνω. Όπως έχω ήδη αναφέρει σ' όλες τις ως άνω επιστολές αναφέρεται ότι στόχος της εναγόμενης εταιρείας είναι η ένταξη της στο ΧΑΚ. Η δικαιολογία την οποία έδωσε για την αναφορά στις επιστολές αυτές περί του στόχου ένταξης της εναγόμενης εταιρείας στο ΧΑΚ ήταν ότι όλες οι ως άνω επιστολές είχαν δημοσιευθεί μετά την απόφαση της εναγόμενης εταιρείας για ένταξη της στο ΧΑΚ, όταν ήδη είχε περιέλθει σε γνώση τους η επικείμενη ψήφιση του νόμου 42(Ι)/
  2. Κι όμως, όχι μόνο δεν αναφέρεται στις επιστολές αυτές οτιδήποτε για την υποτιθέμενη εξ' ανάγκης υποβολή της αίτησης για την ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ, αλλά αντίθετα εξαγγέλλεται με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο ότι η εταιρεία βρίσκεται καθ' οδόν προς το ΧΑΚ με τις καλύτερες προοπτικές που θα την καθιστούσαν μία από τις πλέον δυνατές αξίες στο ΧΑΚ (βλ. την 2η επιστολή από τη δέσμη επιστολών - τεκμήριο 7). Λογικά θα ανέμενα ότι στις επιστολές αυτές θα γινόταν αναφορά στην εκ των υστέρων απόφαση της εταιρείας να υποβάλει αίτηση για ένταξη της στο ΧΑΚ καθώς και στους λόγους οι οποίοι οδήγησαν στην υποβολή της αίτησης. Υπενθυμίζω ότι κατά τη δική του εκδοχή η εταιρεία θα υπέβαλλε αίτηση για ένταξη της στο ΧΑΚ μετά την ολοκλήρωση των στρατηγικών της στόχων. Θα πρέπει ακόμα να υποδείξω ότι στην επιστολή τεκμήριο 16Α ενώ γίνεται αναφορά στην απόφαση της εταιρείας για μετατροπή της σε δημόσια, δεν γίνεται καμιά αναφορά στην υποτιθέμενη μετέπειτα απόφαση της για υποβολή αίτησης προς το ΧΑΚ. Αυτό το οποίο συνάγεται αβίαστα διαβάζοντας την πρώτη παράγραφο της εν λόγω επιστολής είναι ότι ο στόχος για ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ είχε αποφασισθεί συγχρόνως με την μετατροπή της εταιρείας σε δημόσια. Αξίζει να μεταφέρω αυτούσια την πρώτη παράγραφο της ως άνω επιστολής "Ιδρυθείσα το 1977 η εταιρεία αποφάσισε την 1.12.1999 να μετατραπεί σε δημόσια εταιρεία και να δραστηριοποιηθεί στον τομέα των υπηρεσιών και την αναδόμηση και διοίκηση επιχειρήσεων, με στόχο την ένταξη της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου εντός του 2000". Επιπλέον, στην ίδια επιστολή αναφέρεται ότι η τιμή της μετοχής αυξάνεται σε Λ.Κ.0.75 από 17/1 (η υπογράμμιση δική μου). Από τον τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένη η πρόταση αυτή προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η αύξηση της τιμής της μετοχής θα πραγματοποιείτο σε μελλοντικό χρόνο από τον χρόνο ανακοίνωσης της αύξησης. Πέραν των όσων αναφέρω πιο πάνω θα πρέπει ακόμα να υποδείξω ότι η θέση του για δημοσίευση όλων των ως άνω αναφερομένων επιστολή μετά την απόφαση της εταιρείας για υποβολή αίτησης εισδοχής της στο ΧΑΚ αντικρούεται από την τρίτη κατά σειρά επιστολή της δέσμης επιστολών - τεκμήριο
  3. Στην επιστολή αυτή, η οποία ας σημειωθεί φέρει ημερομηνία 2/3/2000 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Πρόθεση της εταιρείας είναι να δώσει στο μέλλον και άλλα πλεονεκτήματα στα μέλη της εντός πάντοτε των κανονισμών του χρηματιστηρίου, στο οποίο προσβλέπουμε να ενταχθούμε" (η υπογράμμιση είναι δική μου). Αναμφιβόλως η υπό αναφορά επιστολή είναι πολύ προγενέστερη του χρόνου κατά τον οποίο περιήλθε σε γνώση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας η επικείμενη δημοσίευση του νόμου 42(Ι)/2000 η οποία κατά τον ισχυρισμό του οδήγησε στην απόφαση για υποβολή της αίτησης για ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ. Όμως ούτε και το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή (τεκμήριο 2) θα μπορούσε να υποστηρίξει την θέση του ότι η ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ δεν ήταν αυτοσκοπός και ότι ο χρόνος υποβολής της αίτησης, όπως ισχυρίστηκε μπορούσε να ήταν 3 ή 13 χρόνια. Αυτό το οποίο αναφέρεται στην σελίδα 10 του ως άνω τεκμηρίου είναι ότι η εταιρεία θα υποβάλει την αίτηση της μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα. Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση του ότι ο όρος εύθετο χρονικό διάστημα υποδηλώνει ότι πρόθεση της εταιρείας ήταν να υποβληθεί η αίτηση σε αόριστο χρόνο (βλ. την υπόθεση Investylia Ltd ν. Σωτήρη Ταμπούρη
(2006)1 ΑΑΔ 1325 σελ. 1335). Ούτε και στο πρακτικό της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ημερομηνίας 27/3/2000 (τεκμήριο 18) γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην κατ' ισχυρισμό πρόθεση της εταιρείας να υποβάλει αίτηση για ένταξη της στο ΧΑΚ μετά την συμπλήρωση των σχεδίων της, σε ακαθόριστο χρονικό διάστημα. Αυτό το οποίο αναφέρεται στο πρακτικό είναι ότι η εταιρεία δεν είναι σε θέση να αιτηθεί άμεσα ένταξη της στο ΧΑΚ επειδή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του κανονισμού 61
(1)(ε). Θα ήθελα ακόμη να υποδείξω ότι η θέση του για την κατ' ισχυρισμό υποβολή της αίτησης εισδοχής της εταιρείας στο ΧΑΚ μετά τη συμπλήρωση των στρατηγικών της στόχων, ανεξαρτήτως του χρόνου που θα απαιτείτο, βρίσκεται σε καταφανή αντίθεση με τη θέση του ότι η υποβολή της αίτησης για ένταξης της εταιρείας στο ΧΑΚ, μετά την θέσπιση του νόμου 42(Ι)/2000 δεν συνιστούσε σημαντική ανατροπή των σχεδίων της εταιρείας, επειδή όπως ισχυρίστηκε οι αρχές του χρηματιστηρίου είχαν δώσει εξαίρεση στην εταιρεία από την εφαρμογή του κανονισμού 61
(1)(ε). Εάν ευσταθούσε η ως άνω θέση του λογικά θα ανέμενα ότι ο υποτιθέμενος "εξαναγκασμός" της εταιρεία να υποβάλει αίτηση για ένταξη της στο ΧΑΚ ενώ δεν ήταν μέσα στα σχέδια της θα ήταν το πλέον σημαντικό γεγονός κατά την άποψη μου, για τον λόγο ότι, χωρίς αμφιβολία θα ανέτρεπε ολόκληρο τον σχεδιασμό της εταιρείας. Η θέση του, σύμφωνα με την οποία κατά την συνάντηση που είχε διοργανώσει είχε λεχθεί ότι η εταιρεία δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του κανονισμού 61
(1)(ε) και κατ' επέκταση δεν μπορούσε να υποβάλει άμεσα αίτηση για ένταξη της στο ΧΑΚ ήταν αλληλοσυγκρουόμενη και γι' αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Ενώ στη γραπτή του δήλωση, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του ισχυρίστηκε ότι στην υπό αναφορά συνάντηση είχε λεχθεί κατά τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι η αίτηση της εταιρείας στο ΧΑΚ δεν θα μπορούσε να υποβληθεί πριν περάσουν 3 τουλάχιστον χρόνια, για να μπορέσει η εταιρεία να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις του ως άνω κανονισμού, κατά την αντεξέτασή του, σε ερώτηση που του υπεβλήθη εάν στην ρηθείσα συνάντηση είχε δηλωθεί ότι η αίτηση της εταιρείας για ένταξη της στο ΧΑΚ θα υποβαλλόταν μετά από 3 χρόνια, απάντησε επί λέξει: "Όχι, δεν ειπώθηκε τίποτε τέτοιο. Συγκεκριμένα θυμούμαι ότι συζητούσαμε πρώτο για τα στρατηγικά σχέδια, δεύτερο είχαμε πει ότι σε κάποιο στάδιο μελλοντικά αφού και όταν πραγματοποιούνταν αυτά τα στρατηγικά σχέδια θα μπορούσε η εταιρεία να αιτηθεί την ένταξη της στο ΧΑΚ. Συζητήθηκε από το κοινό σε σχέση με αυτό και είπαμε ότι δεν έχει σημασία που η Investylia ήταν ανενεργός γιατί δεν σκοπεύαμε να αιτηθούμε ένταξη στο χρηματιστήριο εντός των 3 χρόνων". Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω ότι θα απέρριπτα τον υπό εξέταση ισχυρισμό του και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν είχε τεθεί στον ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του, εις τρόπο ώστε να του δυνόταν η ευχέρεια να τον σχολιάσει και να εκφέρει την δική του άποψη. Η θέση της υπεράσπισης, η οποία υπεβλήθη στον ενάγοντα ήταν ότι κατά τη συνάντηση ο ΜΥ1 είχε αναφέρει ότι η ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ δεν ήταν αυτοσκοπός και ότι η αίτηση θα υποβάλλετο στον κατάλληλο χρόνο, ανάλογα με τους στρατηγικούς στόχους της εταιρείας. Για όλους τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω απορρίπτω την μαρτυρία του ΜΥ
  1. Η μαρτυρία της λειτουργού του ΧΑΚ (ΜΥ2) παρά το αδιαμφισβήτητο της δεν προσέφερε οτιδήποτε θετικό στην υπεράσπιση της εναγόμενης εταιρείας. Αυτό το οποίο συνάγεται αβίαστα από τη μαρτυρία της είναι ότι η εναγόμενη εταιρεία κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης της δεν ήταν έτοιμη για να ενταχθεί στο ΧΑΚ. Έχοντας κατά νου τα όσα περιέγραψα πιο πάνω καταλήγω ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως τα περιέγραψε στη μαρτυρία του ο ενάγοντας. Ειδικώτερον αποδέχομαι ότι ο ενάγοντας ήταν παρών στην συνάντηση του Δεκεμβρίου
  2. Προσκλήθηκε να παραστεί στην ρηθείσα συνάντηση από τον Κλαύδιο Κωνσταντίνου, ο οποίος σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των πιστοποιητικών του εφόρου εταιρειών (βλ. το τεκμήριο 4) διετέλεσε διευθυντής της εταιρείας από 28/1/2000 μέχρι 16/3/
  3. Κατ' εκείνη τη συνάντηση μίλησε στους παρευρισκομένους ο ΜΥ1 επεξηγώντας τους τα επενδυτικά σχέδια της εταιρείας, τη μεγάλη προοπτική κέρδους που θα είχαν οι μελλοντικές επενδύσεις και βεβαιώνοντας τους ότι η εταιρεία θα εντασσόταν σε σύντομο χρονικό διάστημα στο ΧΑΚ. Ο ΜΥ1 είχε αναφερθεί σε τεράστια προοπτική κέρδους όσων θα αποφάσιζαν να επενδύσουν στην εταιρεία. Αναφέρθηκε επίσης σε μια μεγάλη εμπορική δραστηριότητα από την οποία, όπως είπε θα απέρρεε σύντομα μεγάλο κέρδος, με την ένταξη των μετοχών της εταιρείας στο ΧΑΚ. Ο ενάγοντας βασιζόμενος στα όσα τους είχε αναφέρει ο ΜΥ1 πείστηκε να επενδύσει στην εναγόμενη εταιρεία και προχώρησε στην υποβολή της αίτησης του (βλ. το τεκμήριο 3) για απόκτηση των μετοχών της εναγόμενης εταιρείας. Νομική πτυχή Από μια απλή ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης προκύπτει ότι η αγωγή του ενάγοντα στηρίζεται διαζευκτικά (α) στα άρθρα 58Α
(3)(β) και 3
(3)του τροποποιητικού περί αξιών και χρηματιστηρίου αξιών Κύπρου νόμου αρ. 42(Ι)/2000 και (β) σε παράβαση συμφωνίας. Α. Τα άρθρα 58Α
(3)(β) και 3
(3)του νόμου 42(Ι)/2000 Θεωρώ σκόπιμο όπως καταγράψω αυτούσια τα ως άνω άρθρα. 58Α.-
(3)(β) Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές. 3.
(3)Οποιοσδήποτε εκδότης ή εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή πρόσωπο έχει εισπράξει οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα από πώληση ή προσφορά προς πώληση ή από αποδοχή προσφοράς για αγορά τίτλων για λογαριασμό υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας πριν από την έναρξη ισχύος του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2000 με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, υποχρεούται εάν οι σχετικοί τίτλοι δεν εισαχθούν για οποιοδήποτε λόγο στο Χρηματιστήριο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο, ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, και εφόσον το ζητήσει εγγράφως ο ενδιαφερόμενος αγοραστής, να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά ή ανταλλάγματα σ' αυτούς που τα κατέβαλαν εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ταυτόχρονα με την επιστροφή των σχετικών τίτλων. Το εδ
(1)του άρθρου 58Α στο οποίο παραπέμπει το εδ
(3)(β) προνοεί τα ακόλουθα: 58Α. -
(1)Απαγορεύεται σ' οποιαδήποτε εταιρεία ή μέλος συμβουλίου εταιρείας ή εκδότη ή πρόσωπο να προσφέρει προς πώληση ή να πωλεί ή να δέχεται προσφορά για αγορά οποιωνδήποτε τίτλων υφιστάμενης ή υπό ίδρυση εταιρείας κα να εισπράττει προς τούτο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή άλλο αντάλλαγμα με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, εκτός, εάν στην περίπτωση υφιστάμενης εταιρείας, η εταιρεία ή το μέλος του συμβουλίου εταιρείας ή ο εκδότης......................... Στην υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 704 αναφέρεται (σελ. 707) ότι το άρθρο 3
(3)του νόμου 42(Ι)/2000 ισχύει στις περιπτώσεις όπου η αντιπαροχή για την αγορά των τίτλων καταβλήθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου, δηλαδή την 7η/4/2000 ενώ το άρθρο 58Α
(3)(β) εφαρμόζεται για του ιδίου είδους δοσοληψίες που γίνονται από την ισχύ του νόμου. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Βαρνάβας Τρύφωνος ν. Investylia Ltd Πολ. Έφ. 292/06, ημερ. 17/7/08 αναφέρεται ότι σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου 58Α
(3)(β), η αγορά των μετοχών θα μπορούσε να γίνει με δύο τρόπους. Ο πρώτος, σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 58Α (με προοπτική ή με παραστάσεις εισαγωγής), ενώ με το δεύτερο γίνεται διαζευκτική πρόβλεψη για αγορά μετοχών "άλλως πως". Στην υπό εξέταση υπόθεση ο ενάγοντας, σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα κατέβαλε στην εναγόμενη εταιρεία το ποσό των Λ.Κ.1200 κατά την 24ην/12/1999 μαζι με την υποβολή της αίτησης του για την προς αυτόν παραχώρηση των μετοχών της εναγόμενης εταιρείας (βλ. το τεκμήριο 3) ενώ κατά την 19ην/4/2000 κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.10900 (βλ. τα τεκμήρια 8-8Α-8Β). Από τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι για μεν την περίπτωση των Λ.Κ.1200 τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 3
(3)του νόμου, αφού πληρώθηκαν πριν την 7ην/4/2000 ενώ για το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.10900 το οποίο πληρώθηκε μετά την 7ην/4/2000 τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 58Α
(3)(β). Τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Livadhiotis (ανωτέρω) όπως τα περιγράφω πιο πάνω απαντούν ευθέως στην πρώτη εισήγηση της συνηγόρου της εναγόμενης εταιρείας ότι η εταιρεία δεν υπόκειται στις διατάξεις του νόμου 42(Ι)/2000 επειδή αυτός ψηφίστηκε μετά που η εταιρεία πρόσφερε τις μετοχές της μέσω της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή (βλ. το τεκμήριο 3). Συμφώνως των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει ο ΜΥ1 κατά την συνάντηση του Δεκεμβρίου 1999 στην οποία ήταν παρών και ο ενάγοντας, διαβεβαίωσε τους παρευρισκόμενους ότι η εταιρεία θα εντασσόταν σε σύντομο χρονικό διάστημα στο ΧΑΚ. Ο ενάγοντας βασιζόμενος στα όσα είχε αναφέρει ο ΜΥ1 προχώρησε στην υποβολή της αίτησης του για απόκτηση μετοχών στην εναγομένη εταιρεία, πληρώνοντας προς αυτήν τα ποσά τα οποία έχω αναφέρει πιο πάνω. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω πιο πάνω συμπερασματικά καταλήγω ότι ο ΜΥ1 προέβη σε παραστάσεις προς τον ενάγοντα ότι η εναγόμενη εταιρεία θα εισάγετο στο ΧΑΚ σε σύντομο χρονικό διάστημα. Το γεγονός ότι ο ενάγοντας κατά την ως άνω συνάντηση δεν είχε κατ' ιδίαν συνομιλία με τον ΜΥ1 δεν θα μπορούσε να αλλοιώσει το ως άνω συμπέρασμα μου. Όπως ο ενάγοντας ανέφερε στη μαρτυρία του, ο ΜΥ1 απευθύνετο προς όλους τους παρευρισκομένους και προς τον καθένα ξεχωριστά, ζητώντας τους να επενδύσουν στην εναγόμενη εταιρεία. Αποτελεί επίσης εύρημα του δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας παρέλαβε τις επιστολές της εναγόμενης εταιρείας στις οποίες έχω αναφερθεί σε προγενέστερο μέρος της απόφασης μου (βλ. τα τεκμήρια 7, 9Β, 16, 16Α, 17) καθώς και το ενημερωτικό δελτίο της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή (βλ. το τεκμήριο 2). Από το περιεχόμενο των υπό αναφορά επιστολών προκύπτει αβίαστα ότι πρόθεση της εναγόμενης εταιρείας ήταν να εισάξει τους τίτλους της στο ΧΑΚ. Η αναφορά στις ως άνω επιστολές ότι στόχος της εταιρείας είναι η ένταξη της στο ΧΑΚ ή ότι η εταιρεία βρίσκεται καθ' οδόν προς το ΧΑΚ δεν μπορούν να αφήσουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας ότι πρόθεση της εταιρείας ήταν να αιτηθεί την ένταξη της στο ΧΑΚ. Το δικαστήριο απέρριψε τη θέση του ΜΥ1 ότι οι υπό αναφορά επιστολές είχαν αποσταλεί μετά την απόφαση της εταιρείας να υποβάλει αίτηση για ένταξη της στο ΧΑΚ. Επιπλέον η προοπτική για ένταξη των τίτλων της εναγόμενης εταιρείας στο ΧΑΚ διαφαίνεται και στο ενημερωτικό δελτίο της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή (βλ. το τεκμήριο 3). Όπως έχω ήδη αναφέρει στην σελίδα 10 του ως άνω τεκμηρίου αναφέρεται ότι πρόθεση της εταιρείας είναι να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ σε εύθετο χρονικό διάστημα. Το δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει τη θέση του ΜΥ1 ότι η φράση "εύθετο χρονικό διάστημα" υποδηλώνει αόριστο ή έστω ακαθόριστο χρονικό διάστημα. Στο σημείο αυτό θεωρώ χρήσιμο όπως μεταφέρω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Investylia Ltd v. Σωτήρη Ταμπούρη (ανωτέρω). «Αναφορά για εισαγωγή των μετοχών στο ΧΑΚ γίνεται και στην Πρόσκληση για Εγγραφή (τεκμ. 6). Διαφωνούμε με την εισήγηση της ευπαιδεύτου δικηγόρου των εφεσειόντων ότι η φράση «σε εύθετο χρονικό διάστημα» που περιέχεται στο ενημερωτικό δελτίο, μέσα στο οποίο οι εφεσείοντες δήλωναν ότι είχαν πρόθεση να αποταθούν για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ, δεν έδειχνε πρόθεσή τους να εισάξουν τις μετοχές τους στο ΧΑΚ μέσα σε εύλογο χρόνο. Το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε στις 14/6/00, δείχνει τέτοια πρόθεση.» Το ως άνω σκεπτικό έχει υιοθετηθεί και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Βαρνάβας Τρύφωνος ν. Investylia Ltd (ανωτέρω) (βλ. τις σελίδες 12 και 13 της απόφασης). Θα πρέπει ακόμα να προσθέσω ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο το υπό αναφορά ενημερωτικό δελτίο της πρόσκλησης για εγγραφή είχε σταλεί στον ενάγοντα μαζί με την συνοδευτική επιστολή ημερομηνίας 5/4/00 (βλ. την πρώτη κατά σειρά επιστολή της δέσμης επιστολών - τεκμήριο 7). Στην επιστολή αυτή αναφέρεται ότι "θα επιδιωχθεί να εισαχθούν στο ΧΑΚ και οι ιδρυτικές μετοχές". Στην υπόθεση Ταμπούρη (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η ως άνω φράση υποδηλώνει την εισαγωγή και των συνήθων μετοχών στο ΧΑΚ. Συμφώνως των πιστοποιητικών μετοχών (τεκμήρια 9 και 9Α) ο ενάγοντας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 20000 συνήθων και 100 ιδρυτικών μετοχών της εναγόμενης εταιρείας. Το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν είχε διαβάσει το ενημερωτικό δελτίο (τεκμήριο 2) δεν θα μπορούσε να αλλοιώσει οποιοδήποτε από τα ως άνω συμπεράσματά μου. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι η αγορά από τον ενάγοντα των μετοχών, τις οποίες περιγράφω πιο πάνω έγινε κατόπιν παραστάσεων του ΜΥ1 αλλά και με την προοπτική ότι οι μετοχές αυτές θα εισάγονταν στο ΧΑΚ. Όσον αφορά το ζήτημα των παραστάσεων, συμπληρωματικά θα ήθελα να αναφέρω ότι σύμφωνα με την απόφαση Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη
(2006)2 ΑΑΔ 520 το άρθρο 58Α
(3)(β) δεν προϋποθέτει την απόδειξη "παραστάσεων εισαγωγής τίτλων στο ΧΑΚ". Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έγινε νόμιμη πληρωμή και είσπραξη των χρημάτων, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 58Α
(1)(α)-(γ) είτε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ είτε άλλως πως. Συμφώνως των ευρημάτων μου, τα οποία παραθέτω στην αρχή της απόφασής μου η εναγόμενη εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ στις 14/6/
  1. Η αίτηση της απορρίφθηκε στις 13/2/
  2. Ο ενάγοντας με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 22/8/2005 την οποία απεύθυνε προς την εναγόμενη εταιρεία ζήτησε από αυτή όπως εντός 10 ημερών από της παραλαβής της επιστολής του επιστρέψει το ποσό, το οποίο πλήρωσε για την αγορά των μετοχών, τις οποίες περιγράφω πιο πάνω, ήτοι ποσό Λ.Κ.12.100 πλέον τόκους. Η επιστολή αυτή παρελήφθη από την εταιρεία στις 5/9/2005 (βλ. τα τεκμήρια 6 και 6Α). Μέχρι την ημέρα της ακρόασης της υπόθεσης δεν είχε επιστραφεί οιονδήποτε ποσό στον ενάγοντα. Έχοντας κατά νου όλα όσα περιγράφω πιο πάνω καταλήγω ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις των άρθρων 58Α
(3)(β) και 3
(3)του νόμου 42(Ι)/2000 για επιστροφή του αξιούμενου από τον ενάγοντα ποσού. Φυσικά δεν παραγνωρίζω ότι ο νόμος 42(Ι)/2000 καταργήθηκε με τον μεταγενέστερο νόμο 9(Ι)/2001 ημερομηνίας 16/2/
  1. Όμως το άρθρο 58Γ του τελευταίου νόμου ρητά προνοεί ότι για δικαιώματα και υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου 9(Ι)/2001 εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου 42(Ι)/
  2. Στην υπόθεση Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd (ανωτέρω) αναφέρεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα δημιουργείται μετά την πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ, ή ενωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης. Και τούτο ασχέτως από την ημερομηνία που αποστέλλεται η επιστολή, με την οποία ζητείται η επιστροφή των χρημάτων. Επίσης, όπως αναφέρεται στην προσφυγή υπ' αριθμό 603/01 Δημήτρη Χριστοδουλίδη και άλλων ν. Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου ημερομηνίας 31/5/2002 η παράταση, η οποία προβλέπεται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 3
(3)του υπό εξέταση νόμου, δεν αφορά το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου αγοραστή να αξιώσει την επιστροφή των χρημάτων του. Το δικαίωμα αυτό παραμένει άθικτο και δημιουργείται με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας των 3 μηνών από την υποβολή της αίτησης για ένταξη των τίτλων στο ΧΑΚ. Εκείνο το οποίο παρατείνεται είναι ο χρόνος για επιστροφή των εισπραχθέντων ποσών. Στην υπό εξέταση υπόθεση η τελευταία παράταση που είχε δοθεί στην εναγόμενη εταιρεία είχε λήξει στις 20/2/2002. Κατ' επέκταση από εκείνη την ημερομηνία η εταιρεία είχε υποχρέωση να επιστρέψει στον ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ.1200 το οποίο συμφώνως των ευρημάτων μου είχε πληρωθεί πριν την δημοσίευση του υπό αναφορά νόμου. Με βάση τα όσα περιγράφω πιο πάνω καταλήγω ότι το δικαίωμα του ενάγοντα να αξιώσει το πληρωθέν από αυτόν ποσό δημιουργήθηκε 3 μήνες μετά την 14ην/6/2000 που ήταν η ημερομηνία υποβολής της αίτησης της εναγόμενης εταιρείας για ένταξη της στο ΧΑΚ. Το ως άνω συμπέρασμα μου απαντά και στην εισήγηση της ευπαιδεύτης συνηγόρου της εναγομένης εταιρείας σύμφωνα με την οποία η κατάργηση στις 9/9/2005 του νόμου 9(Ι)/2001 ο οποίος διατήρησε σε ισχύ τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αποκτήθηκαν με βάση τον νόμο 42(Ι)/2000, πριν από την εκπνοή της περιόδου των 10 ημερών που είχε η εναγόμενη εταιρεία να συμμορφωθεί με την γραπτή απαίτηση επιστροφής των χρημάτων του ενάγοντα, η οποία της επιδόθηκε στις 5/9/2005 κατάργησε και την υποχρέωση της εταιρείας να επιστρέψει τα χρήματα τα οποία αξίωσε ο ενάγοντας με την ως άνω γραπτή απαίτησή του. Όπως έχω ήδη αναφέρει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα δημιουργήθηκε 3 μήνες μετά την 14η/6/2000 ανεξαρτήτως του χρόνου που απέστειλε την γραπτή απαίτηση του προς την εναγόμενη εταιρεία. Ένα από τα επιχειρήματα της συνηγόρου της εναγόμενης εταιρείας ήταν ότι ακόμα και στην περίπτωση που το δικαστήριο αποδεχθεί ότι ο ΜΥ1 προέβηκε στις παραστάσεις, στις οποίες αναφέρθηκε ο ενάγοντας, δεν υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου καμία μαρτυρία ότι ο ΜΥ1 είχε εξουσιοδότηση από το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης εταιρείας να προβεί στις ως άνω παραστάσεις. Η εισήγηση συνεχίζει ότι οι μόνες παραστάσεις στις οποίες προέβηκε η εταιρεία είναι αυτές που περιγράφονται στην δημόσια πρόσκληση για εγγραφή. Κατ' επέκταση δεν μπορεί η εταιρεία να δεσμεύεται από τις ως άνω παραστάσεις. Δεν θα συμφωνούσα με την ως άνω εισήγηση. Κατ' αρχήν το ζήτημα αυτό δεν εγείρεται στα δικόγραφα της εναγόμενης εταιρείας και κατ' επέκταση θεωρώ ότι δεν θα μπορούσα να το εξετάσω. Ούτε και στην μαρτυρία του ο ΜΥ1 ήγειρε τέτοιο ζήτημα. Κατά δεύτερον θα ήθελα να προσθέσω τα ακόλουθα: Όπως υπήρξε κοινά παραδεκτό ο ΜΥ1 ήταν ένας εκ των διευθυντών της εναγόμενης εταιρείας. Σημειωτέον ότι στην δημόσια πρόσκληση για εγγραφή (τεκμήριο 3) περιγράφεται στη σελίδα 12 ως ο Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου. Υπήρξε επίσης κοινά παραδεκτό ότι ήταν αυτός που διοργάνωσε τη συνάντηση του Δεκεμβρίου 1999 στην οποία σύμφωνα με τα ευρήματα μου παρέστη και ο ενάγοντας. Είχε επίσης μιλήσει στη συνάντηση αυτή για τα σχέδια της εταιρείας. Φυσικά υπήρξε διαφωνία ως προς το περιεχόμενο των λόγων του και το δικαστήριο για τους λόγους που εξήγησε προτίμησε τη μαρτυρία του ενάγοντα. Κάτω από τα δεδομένα τα οποία περιγράφω πιο πάνω θεωρώ ότι ήταν φυσικό για τον ενάγοντα να εκλάμβανε ότι ο ΜΥ1 ενεργούσε με βάση οδηγίες του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Στην υπόθεση Morris v. Kanssen
(1946)1 All ER 582 η οποία υιοθετείται στην υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΣΠΕ Παλλουριώτισσας ν. Nicosia Palace Hotel Co. Ltd και άλλου
(2003)1 ΑΑΔ 722 αναφέρεται στη σελίδα 733 (σε ελεύθερη μετάφραση) ότι πρόσωπα που συμβάλλονται με μια εταιρεία που ενεργούν με καλή πίστη μπορούν να υποθέσουν ότι πράξεις που τυγχάνουν εξουσιοδότησης από τους κανονισμούς και τις εξουσίες της εταιρείας έχουν εκτελεσθεί σωστά και δεν είναι υπόχρεοι να εξετάσουν κατά πόσο πράξεις εσωτερικής διοίκησης είναι κανονικές. Στην υπό εξέταση υπόθεση αναμφίβολα ο ενάγοντας δεν είχε οποιαδήποτε γνώση ή πληροφόρηση για την κατ' ισχυρισμό έλλειψη εξουσιοδότησης εκ μέρους του ΜΥ1 να προβεί στις παραστάσεις τις οποίες ανάφερε στη μαρτυρία του (ο ενάγοντας). Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση μπορεί να εφαρμοστεί ο κανόνας της υπόθεσης Royal British Bank v. Turquand
(1856)E and B 327 [1843-1860] All ER Rep 435 σύμφωνα με τον οποίο ένα πρόσωπο που συναλλάσσεται με μια εταιρεία δεν έχει υποχρέωση να διερευνά και να βεβαιώνεται ότι οι εσωτερικές διαδικασίες έχουν ακολουθηθεί κανονικά. Αντίθετα μπορεί να βασιστεί στον κανόνα ότι όλα έγιναν σωστά και νομότυπα (Omnia praesumuntur rite et solemniter esse acta). Ενόψει των όσων αναφέρω αμέσως πιο πάνω η ως άνω εισήγηση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Μια άλλη εισήγηση της υπεράσπισης ήταν ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση εκ μέρους του ενάγοντα στην υποβολή της γραπτής αίτησης για επιστροφή των χρημάτων του. Δεν θα διαφωνούσα ότι πράγματι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της γραπτής απαίτησης προς την εναγόμενη εταιρεία. Ο ενάγοντας στη μαρτυρία του επεξήγησε τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε τη δεδομένη στιγμή να ζητήσει την επιστροφή των χρημάτων του. Αυτό το οποίο δεν έχω αντιληφθεί είναι το κατά πόσο η ως άνω καθυστέρηση επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο την υπεράσπιση της εναγόμενης εταιρείας. Καμιά επεξήγηση δεν δίνεται επί του προκειμένου. Κατ' επέκταση θεωρώ ότι η καθυστέρηση του ενάγοντα δεν είχε καμιά δυσμενή επίπτωση στην υπεράσπιση της εναγόμενης εταιρείας. Στο δικόγραφο της υπεράσπισης της η εναγόμενη εταιρεία εγείρει ζήτημα συνταγματικότητας των άρθρων 58Α
(3)(β) και 3
(3)του νόμου 42(Ι)/2000. Υπάρχει ισχυρισμός ότι τα υπό αναφορά άρθρα παραβιάζουν τα άρθρα 25, 28 και 35 του Συντάγματος. Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης εταιρείας εισηγείται ότι τα υπό αναφορά άρθρα αντιβαίνουν, εκτός των άρθρων που αναφέρονται στο δικόγραφο της υπεράσπισης και στα άρθρα 6, 21, 23 και 26 του Συντάγματος. Η συνταγματικότητα των υπό αναφορά άρθρων εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υπόθεσεις Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1683, Investylia Ltd v. Livadhiotis Bros Investments Ltd (ανωτέρω) και Investylia v. Σωτήρη Ταμπούρη (ανωτέρω). Στις υποθέσεις αυτές κρίθηκε ότι τα υπό αναφορά άρθρα δεν αντίκεινται σε κανένα από τα ως άνω άρθρα του Συντάγματος. Θεωρώ χρήσιμο να μεταφέρω το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Harvest (ανωτέρω) στην οποία αποφασίστηκε ότι τα υπό αναφορά άρθρα δεν παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος: "Ήταν δε λογικό, υπό τις περιστάσεις, να αναμένεται η εισδοχή των μετοχών στο Χρηματιστήριο εντός εύλογου χρόνου. Το τι καθόρισε η νομοθετική εξουσία, εν όψει των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν γενικά, ήταν να καθορίσει ποιος ήταν αυτός ο εύλογος χρόνος και περαιτέρω να δώσει το δικαίωμα στον επενδυτή να μπορεί να θεωρήσει στην ουσία ως τερματισθείσα τη σύμβασή του με την εταιρεία και να απαιτήσει επιστροφή των πληρωθέντων χρημάτων του, όπου υπάρχει υπέρβαση του εύλογου αυτού χρόνου, δίδοντας και δικαίωμα στην εταιρεία να επιτύχει παράταση του χρόνου επιστροφής των χρημάτων, αναλόγως με τις περιβάλλουσες συνθήκες. Δεν έχει, κατά την άποψη μας, κάμει τίποτε άλλο η νομοθετική εξουσία παρά να ρυθμίσει θέματα που αφορούν τις συμβατικές υποχρεώσεις των πολιτών και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επενέβη καθ΄οιονδήποτε τρόπο στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως. Αλλά έστω και αν αυτό εθεωρείτο επέμβαση, τότε η επέμβαση αυτή εδικαιολογείτο πλήρως κάτω από τις συνθήκες και σύμφωνα με τις νομικές αρχές και αυθεντίες, στις οποίες μόλις έχουμε αναφερθεί." Ούτε και η θέση της υπεράσπισης ότι τα υπό αναφορά άρθρα παραβιάζουν τα άρθρα 11
(2), 14 και 17 της Ευρωπαϊκής σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Όπως η κα Στυλιανού παραδέχεται στην γραπτή της αγόρευση, τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του πολίτη, τα οποία κατοχυρώνονται από τα ως άνω άρθρα της Ευρωπαϊκής σύμβασης βρίσκονται ενσωματωμένα στις διατάξεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, συγκεκριμένα στα άρθρα 21 και 28 του Συντάγματος. Το δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι τα υπό αναφορά άρθρα του νόμου 42(Ι)/2000 δεν παραβιάζουν τα ως άνω άρθρα του Συντάγματος. Κατ' επέκταση δεν θα μπορούσαν να παραβιάζουν ούτε και τα άρθρα 11
(2), 14, και 17 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και για την θέση της κας Στυλιανού ότι τα υπό αναφορά άρθρα παραβιάζουν το άρθρο 1 του πρώτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως αυτό κυρώθηκε με τον νόμο 52/89. Εισηγείται επίσης η κα Στυλιανού ότι το μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο παρήλθε από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της εναγόμενης εταιρείας για ένταξη της στο ΧΑΚ μέχρι την τελική απόρριψη της αίτησης, σε συνδυασμό και με τις συνεχείς παρατάσεις που δόθηκαν στην εταιρεία δείχνει καθαρά και το αδύνατο (impossible) της έγκρισης ή απόρριψης της αίτησης μιας εταιρείας από τις αρχές του ΧΑΚ εντός του χρονικού διαστήματος των τριών μηνών που αναφέρεται στο άρθρο 58Α
(3)(β) του νόμου 42(Ι)/2000. Η κα Στυλιανού για να στηρίξει την ως άνω εισήγηση της επικαλέστηκε τη μαρτυρία της κας Μηλικούρη και ειδικά την θέση της μάρτυρος ότι η καθυστέρηση στην εξέταση των αιτήσεων οφείλετο στον φόρτο εργασίας. Θα συμφωνούσα κατ' αρχάς ότι η κα Μηλικούρη κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε στον φόρτο εργασίας που είχε ως συνέπεια να καθυστερεί η εξέταση των αιτήσεων των 150 εταιρειών, οι οποίες είχαν υποβάλει αίτηση για ένταξη τους στο ΧΑΚ κατά την ίδια περίοδο, μεταξύ αυτών και η εναγόμενη εταιρεία. Όμως, αυτό το οποίο προκύπτει αβίαστα από την εξέταση του συνόλου της μαρτυρίας της κας Μηλικούρη είναι ότι ο βασικός λόγος για την καθυστέρηση στην εξέταση της αίτησης της εναγόμενης εταιρείας ήταν ότι αυτή δεν ήταν έτοιμη για να ενταχθεί το ΧΑΚ, ειδικά δε δεν είχε προσκομίσει τα στοιχεία τα οποία χρειάζονταν για να καταστεί δυνατή η εξέταση της αίτησης της. Τονίζω ότι η μάρτυρας κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι η μόνη εταιρεία που ήταν έτοιμη από τις 150 που είχαν υποβάλει αίτηση ήταν η Avacom Net Services Ltd, η οποία είχε τα στοιχεία τα οποία της ζητήθηκαν, οπόταν μπορούσε να προχωρήσει άμεσα η αίτησή της. Η μάρτυρας συμφώνησε με την θέση η οποία της υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα ότι θα μπορούσε να προχωρήσει η εξέταση των αιτήσεων και των υπόλοιπων εταιρειών, εφόσον παρουσίαζαν τα στοιχεία τα οποία τους ζητούσαν οι αρχές του χρηματιστηρίου. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω απορρίπτω την θέση της υπεράσπισης ότι υπήρχε αδυναμία εξέτασης της αίτησης για ένταξη της εταιρείας στο ΧΑΚ, εντός των τριών μηνών που καθορίζετο στο άρθρο 58Α
(3)(β) του νόμου 42(Ι)/2000. Παντελώς ανεδαφική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και η θέση της υπεράσπισης ότι ο νόμος 42(Ι)/2000 δεν κάμνει κανένα διαχωρισμό μεταξύ σοβαρών και μη σοβαρών εταιρειών, εξαναγκάζοντας σοβαρές εταιρείες σε διάλυση και απώλεια της επένδυσης μετόχων που δεν έφταιξαν σε τίποτε, αφού η εταιρεία θα πρέπει να βρει και να επιστρέψει τα χρήματα, ασχέτως εάν τα έχει ή όχι, σε οποιοδήποτε μέτοχο, οποτεδήποτε αυτός αποφασίσει να τα απαιτήσει. Είμαι της άποψης ότι ο υπό αναφορά νόμος δεν εξανάγκαζε καμιά εταιρεία να υποβάλει αίτηση για ένταξη της στο ΧΑΚ. Εάν πράγματι η ψήφιση του υπό αναφορά νόμου είχε ως συνέπεια την ανατροπή του στρατηγικού σχεδιασμού της εταιρείας, όπως ήταν η θέση της υπεράσπισης, θα μπορούσε κάλλιστα η εταιρεία να αποφάσιζε όπως μη προχωρήσει με την υποβολή της αίτησης για ένταξη της στο ΧΑΚ και αντ' αυτού να αποφάσιζε όπως επιστρέψει τα χρήματα, τα οποία επενδύθηκαν σ' αυτήν, σε οποιοδήποτε μέτοχο αποφάσιζε να αποχωρήσει από την εταιρεία. Δεν θα μπορούσα να αντιληφθώ γιατί η εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει τα άρθρα 43 και 44 του περί εταιρειών νόμου και να προχωρούσε με την επένδυση των χρημάτων των μετόχων, σύμφωνα με την δημόσια πρόσκληση για εγγραφή, από την στιγμή που ο υπό αναφορά νόμος, η ψήφιση του οποίου ήταν μια απρόβλεπτη εξέλιξη σύμφωνα με τον ΜΥ1, μπορούσε να επιφέρει εκτροχιασμό από τους στρατηγικούς στόχους της εταιρείας. Για τους ίδιους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω θα απέρριπτα και τη θέση της υπεράσπισης ότι τα υπό αναφορά άρθρα προωθούν την ανισότητα, διαχωρίζοντας τους μετόχους της εταιρείας σε προνομιούχους και μη προνομιούχους. Στην γραπτή αγόρευση της εναγόμενης εταιρείας γίνεται εισήγηση ότι τα υπό αναφορά άρθρα συγκρούονται με την δεύτερη κοινοτική οδηγία 77/91/ΕΟΚ. Δεν θα συμφωνούσα με την πιο πάνω εισήγηση. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd ν. Νίκου Μιχαηλίδη (ανωτέρω) η εν λόγω οδηγία ενσωματώθηκε στον περί εταιρειών νόμο με τον τροποποιητικό νόμο 70
(1)/2003 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδικης διαφοράς και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση. Εισηγείται επίσης η κα Στυλιανού ότι το άρθρο 4 του νόμου 42(Ι)/2000 ρητά δηλώνει ότι αυτός εφαρμόζεται άνευ βλάβης ή επηρεασμού διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Είναι η θέση της ότι ο ενάγοντας δεν απέδειξε ούτε καν αναφέρθηκε με ποιο τρόπο η εναγόμενη εταιρεία μπορούσε να του επιστρέψει τα χρήματα της επένδυσης του και να πάρει πίσω τις μετοχές της χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου. Απάντηση στην ως άνω εισήγηση δίνει και πάλι η υπόθεση Anaptixis Group Ltd ν. Νίκου Μιχαηλίδη (ανωτέρω). Στην υπόθεση αυτή, η οποία ας σημειωθεί ήταν παρόμοιας φύσης με την υπό εξέταση τονίστηκε ότι η επίδικη διαφορά περιοριζόταν στο κατά πόσο η εφεσείουσα (εναγόμενη εταιρεία) είχε νομική υποχρέωση έναντι του εφεσίβλητου (ενάγοντα) για επιστροφή των χρημάτων που εισέπραξε δυνάμει του άρθρου 58Α
(3)(β). Από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι έχουν τηρηθεί όλες οι προϋποθέσεις και η εφεσείουσα έχει εκ του νόμου υποχρέωση επιστροφής των χρημάτων οποιαδήποτε άλλη ενασχόληση του δικαστηρίου με το θέμα ήταν περιττή. Αναφέρθηκε επίσης ότι στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας που αφορά αστικό χρέος το οποίο, δυνάμει αποφάσεως, μετατρέπεται σε εξ αποφάσεως χρέος, το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα και δεν εξετάζει τρόπους ή μηχανισμούς που αφορούν στη συμμόρφωση του εξ αποφάσεως οφειλέτη με το διατακτικό της απόφασης. Πρόκειται για θέμα που αφορά αποκλειστικά τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να βρει τον κατάλληλο τρόπο συμμόρφωσης προς τη δικαστική απόφαση αφήνοντας κατά μέρος ανυπόστατους ισχυρισμούς για σύγκρουση νόμων και την δήθεν ύπαρξη νομικών κωλυμάτων. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 58Α
(3)(β) συνιστά αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου. Ανυπόστατη παρέμεινε και η θέση της υπεράσπισης ότι ο ενάγοντας είναι από τα ιδρυτικά μέλη της εναγόμενης εταιρείας. Είναι φανερό ότι ο ενάγοντας δεν είχε καμιά σχέση με την ίδρυση της εταιρείας κατά το 1977. Το γεγονός ότι του παραχωρήθηκαν από την εναγόμενη εταιρεία 100 ιδρυτικές μετοχές μαζί με τις συνήθεις μετοχές, δεν θα μπορούσε να τον καταστήσει ιδρυτικό μέλος της εναγόμενης εταιρείας. Το ίδιο ανυπόστατος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται να ζητά την επιστροφή των χρημάτων της επένδυσής του επειδή είναι συγγενής εξ αίματος, συγκεκριμένα είναι αδελφός προσώπου, το οποίο διετέλεσε διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας. Η πρόνοια αυτή υπήρχε στον νόμο 168(Ι)/2002 (βλ. το άρθρο 7 του νόμου) ο οποίος κρίθηκε αντισυνταγματικός με βάση την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χαράλαμπος Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd
(2005)2 ΑΑΔ 57. Ενόψει του ότι η αγωγή του ενάγοντα έχει επιτύχει στη βάση των άρθρων 58
(3)(β) και 3
(3)του νόμου 42(Ι)/2000 θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με την διαζευκτική βάση της παράβασης συμφωνίας. Έχοντας κατά νου τα όσα προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγοντας δικαιούται στην επιστροφή του ποσού το οποίο κατέβαλε στην εναγόμενη εταιρεία για την αγορά των υπό αναφορά μετοχών. Επίσης δικαιούται στην επιδίκαση τόκου προς 6% επί του ποσού από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης της εταιρείας για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, ήτοι από 14/6/2000. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο απόκλισης από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Νοείται ότι κατά την πληρωμή των ως άνω ποσών ο ενάγοντας θα παραδώσει στην εναγόμενη εταιρεία τους τίτλους των μετοχών του (βλ. τεκμήρια 9 και 9Α). Με βάση τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης εταιρείας για Λ.Κ.12100 (€20674,08) με τόκο προς 6% από 14/6/2000 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ......... Θ. Θωμά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.