← Κύπρος

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ISLAND BEACH DEVELOPMENT LTD, Αρ. Αγωγής: 577/2007, 26 Νοεμβρίου, 2008

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ISLAND BEACH DEVELOPMENT LTD, Αρ. Αγωγής: 577/2007, 26 Νοεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A107 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 577/2007 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Ενάγοντα- Αιτητή και ISLAND BEACH DEVELOPMENT LTD Εναγομένης- Καθ΄ής η αίτηση ---------------------------------------- Ημερ. 26 Νοεμβρίου, 2008 Για τον ενάγοντα - αιτητή: κ. Χαβιαράς Για εναγόμενη - Καθ΄ής η αίτηση: κ. Γ. Λουκαϊδης Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες) Για καλύτερη κατανόηση της απόφασης μου αλλά και καθώς το κρίνω απαραίτητο ενόψει της φύσης της αίτησης θα καταγράψω στη συνέχεια τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών. Ο ενάγων αξιώνει εναντίον της εναγομένης: (α) Δήλωση και/ ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η απόφαση και ο κανόνας του Δικαστηρίου ημερ. 12.04.2006 στην αγωγή 2158/2003 Ε.Δ. Λάρνακας, (β) διαταγή και/ ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η εναγόμενη να επιστρέψει στον ενάγοντα με νόμιμο τόκο όλα τα ποσά που ο ενάγων της κατέβαλε σύμφωνα με την απόφαση και τον κανόνα του Δικαστηρίου ημερ. 12.04.2006 στην αγωγή 2158/2003 Ε.Δ. Λάρνακας και (γ) δήλωση και/ ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι στο εξής ο ενάγων θα καταβάλει ενοίκιο για το ξενοδοχείο Κάστρο στον Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών περιουσιών. (δ) έξοδα. Όπως εξηγεί ο ενάγων στις λεπτομέρειες της εκθέσεως απαιτήσεως του ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών στις 23.11.1994 αποφάσισε ότι το ξενοδοχείο Κάστρο είναι Τουρκοκυπριακή περιουσία στην έννοια του Νόμου 139/

  1. Στην αγωγή 610/2006 του Ε.Δ. Λάρνακας σε σχέση με τα κτήματα με αρ. εγγραφής J186, J 187 και J188 στη Λάρνακα, η εναγομένη παραδέχθηκε ότι όλα τα δικαιώματα της επί οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας της έχουν περιέλθει στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών δυνάμει του Νόμου 139/1991 και εμποδίζεται από του να ισχυρισθεί άλλως πως. Η εναγομένη εταιρεία το 2003 καταχώρησε στο Ε.Δ. Λάρνακας την αγωγή αρ. 2158/2003 εναντίον του εδώ ενάγοντος που κατά πάντα τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο ενοικιαστής του ξενοδοχείου Κάστρο και αξίωνε μεταξύ άλλων έξωση του από το ξενοδοχείο, ληξιπρόθεσμα ενοίκια και αποζημιώσεις. Παρά την πιο πάνω θέση του Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών περιουσιών την 12.04.2006 η αγωγή 2158/2003 κατέληξε σε εκ συμφώνου απόφαση με βάση την οποία ο εδώ ενάγων διατάχθηκε να πληρώσει στην εδώ εναγόμενη ποσό Λ.Κ. 45,000 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 12.04.2006 και να εκκενώσει το ξενοδοχείο Κάστρο. Περαιτέρω απορρίφθηκε η ανταπαίτηση του εδώ ενάγοντος. Ακόμα κατά την εκ συμφώνου απόφαση έγινε κανόνας του Δικαστηρίου συμφωνία των μερών που ρύθμιζε τον τρόπο αποπληρωμής του πιο πάνω ποσού και την αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος έξωσης μέχρι 30.12.
  2. Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο πιο πάνω συμβιβασμός της αγωγής 2158/2003 και η συνακόλουθη εκ συμφώνου απόφαση είναι παράνομη κατά το ότι είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του Νόμου 139/1991 και ως εκ τούτου κανείς από τους εκεί διαδίκους δεν είχε το δικαίωμα ή την ικανότητα να προβεί στις εκεί δηλώσεις και /ή συμφωνίες. Με την υπεράσπιση της η εναγομένη εταιρεία ισχυρίζεται διευκρινιστικά ότι οι μέτοχοι της εναγομένης εταιρείας δεν ήσαν Τουρκοκύπριοι που κατοικούσαν στην Κύπρο κατά το χρόνο της εισβολής και για τούτο δεν δεσμεύονταν από τον εν λόγω νόμο περί κηδεμονίας ή περί διαχείρισης της εγκαταλειφθείσας τουρκοκυπριακής περιουσίας. Υπό την επιφύλαξη των πιο πάνω οι εναγόμενη εταιρεία ισχυρίζεται ότι είχαν κατά πάντα κρίσιμο χρόνο και έχουν την άδεια του Κηδεμόνα για οποιεσδήποτε πράξεις τις οποίες τέλεσαν με τον ενάγοντα. Αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντος. Ειδικότερα τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγοντας στις παρ. 4 και 5 της Έκθεσης Απαιτήσεως του ισχυριζόμενοι ότι η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να προχωρήσει δεδομένου ότι ο ίδιος ο Κηδεμόνας δεν είναι μέρος στη διαδικασία. Αρνούνται επίσης τις παρ. 6 και 7 και ισχυρίζονται ότι οποιαδήποτε απόφαση ήταν έγκυρη και νόμιμη. Τέλος αρνούνται τις παρ. 8 και 9 της έκθεσης απαιτήσεως και αξιώνουν απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του ενάγοντος. Της παρούσας αίτησης προηγήθηκε χωρίς κλήση αίτηση εκ μέρους του ενάγοντος και εξεδόθη σχετικό διάταγμα στις 24.09.2007 για την ένορκη αποκάλυψη εντός τριάντα

(30)ημερών, των εγγράφων που είναι ή ήσαν στην κατοχή ή τον έλεγχο της εναγομένης και που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Το διάταγμα επιδόθηκε στον δικηγόρο της εναγομένης στις 2.10.2007 και έκτοτε δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους της εναγομένης. Με τη παρούσα αίτηση του ο ενάγων αξιώνει όπως εκδοθεί διάταγμα από το Δικαστήριο παροχής των ακόλουθων λεπτομερειών καθώς στην έκθεση υπερασπίσεως δεν περιέχονται επαρκείς ή απαραίτητες λεπτομέρειες: Σε σχέση με τη παράγραφο 1 της έκθεσης υπεράσπισης:
(1)ποιοι ήταν οι μέτοχοι της εναγομένης εταιρείας κατά το χρόνο της εισβολής το 1974,
(2)που κατοικούσαν οι εν λόγω μέτοχοι κατά το χρόνο της εισβολής. Σε σχέση με τη παράγραφο 3
(1)πότε εξασφαλίστηκε η κατ΄ ισχυρισμό άδεια από τον Κηδεμόνα,
(2)ποιο είναι το περιεχόμενο της εν λόγω κατ΄ ισχυρισμό άδειας. Στην ένσταση της η εναγόμενη καθ΄ ής η αίτηση προβάλλει ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες αποτελούν μαρτυρία ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Ο κ. Χαβιαράς σε σχέση με τις λεπτομέρειες που αφορούν τη παρ. 1 εισηγήθηκε ότι είναι σημαντικό για τους ενάγοντες να γνωρίζουν ποιοι ήταν κατά το χρόνο της Τουρκικής εισβολής το 1974 οι μέτοχοι της εναγόμενης εταιρείας και που κατοικούσαν. Πρόκειται για ισχυρισμό γεγονότος που είναι κρίσιμος στην επίλυση της επίδικης διαφοράς και απαιτείται να αποκαλυφθεί για να μη πιαστούν εξ απροόπτου οι ενάγοντες. Σε σχέση δε με τις λεπτομέρειες που αφορούν τη παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης ζητείται όπως δοθούν λεπτομέρειες σε σχέση με τον ισχυρισμό τους ότι είχαν άδεια από τον Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών περιουσιών για όποιες πράξεις είχαν προβεί, πότε εξασφάλισαν αυτή την άδεια και πιο ήταν το περιεχόμενο της. Η παροχή αυτών των λεπτομερειών θα κρίνει και την αγωγή και δεν αποσκοπεί η αίτηση στο να τους πει η πλευρά της εναγόμενης ποιος μάρτυρας θα παρουσιάσει αυτή τη μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού της. Παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων και αυθεντιών σε σχέση με την παροχή λεπτομερειών. Ο κ. Λουκαϊδης υιοθετώντας τις ίδιες νομολογιακές αρχές, εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας ζητά με την έκθεση απαιτήσεως του να ακυρωθούν οι όποιες συνέπειες δικαστικής απόφασης η οποία εκδόθηκε με τη δική του συμφωνία συνεργώντας σε μια παρανομία την οποία την επικαλείται εκ των υστέρων. Προσπαθεί δηλαδή να εξαγάγει μαρτυρία η οποία θα τον βοηθήσει να στοιχειοθετήσει τον ισχυρισμό του περί παράνομης συμφωνίας. Προσπαθεί δηλαδή εν ολίγοις να μεταθέσει το βάρος απόδειξης μιας παράνομης κατ΄ ισχυρισμό του συμφωνίας στους ώμους της άλλης πλευράς. Η αίτηση αντιβαίνει στις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία καθώς επιδιώκεται με αυτή η αποκάλυψη μαρτυρίας. Για το αιτητικό που αφορά την παράγραφο 3 της Υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι πέραν του ότι επιζητείται η αποκάλυψη μαρτυρίας το τι ζητείται είναι ζήτημα που άπτεται της διαδικασίας αποκάλυψης εγγράφων και εάν ήθελε να δει αυτό το έγγραφο θα μπορούσε να έκανε το ανάλογο διαδικαστικό διάβημα. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση βασίζεται στη Δ.19 Θ.Θ.6,7 και Δ.48 Θ.Θ. 1,2
(1),2
(2)και
(9)
(1). Δεν υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση αλλά στην ίδια την αίτηση καταγράφονται τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται και αυτά όπως αναφέρεται φαίνονται στο φάκελο της δικογραφίας και συγκεκριμένα ότι οι παράγραφοι της έκθεσης υπεράσπισης 1 και 3 δεν περιέχουν επαρκείς ή τις απαραίτητες λεπτομέρειες. Επιπρόσθετα επικαλούνται την άδεια που παρεχώρησε προς αυτό το σκοπό το Δικαστήριο σε προγενέστερη ημερομηνία. Από την άλλη η ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως επίσης δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και βασίζεται στη Δ.28 Θ.1,2 και 3 και Δ.48, Θ. 1 και
  1. Οι Θεσμοί 6 και 7 της Διαταγής 19 προνοούν τα ακόλουθα:
  2. Α further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just. Σε μετάφραση:
  3. Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οιονδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες, μπορεί σε όλες τις περιπτώσεις να διαταχθεί, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα και οτιδήποτε άλλο που θα ήθελε φανεί δίκαιο.
  4. Before applying for an order for particulars a party may apply for them by letter. The costs of the letter and of any particulars delivered pursuant thereto shall be allowed on taxation. In dealing with the costs of any application for an order for particulars, the provisions of this rule shall be taken into consideration by the Court or Judge. Σε μετάφραση:
  5. Προτού ένας διάδικος αποταθεί για διάταγμα για λεπτομέρειες μπορεί να τις ζητήσει με επιστολή. Τα έξοδα της επιστολής και οιονδήποτε λεπτομερειών που θα παραδοθούν σύμφωνα με την επιστολή θα επιτρεπόταν κατά την ψήφιση. Όταν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής ασχολείται με τα έξοδα οιασδήποτε αίτησης για διάταγμα για λεπτομέρειες από το δικαστήριο ή δικαστή. Η διαταγή 19 Θ. 4 προνοεί: ¨ Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are not proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person". Σε μετάφραση: ¨Κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει και να περιέχει μόνον, σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που προβάλλει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση του ή την υπεράσπιση του αναλόγως της υπόθεσης αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα και πρέπει όπου είναι αναγκαίο να διαιρείται σε παραγράφους αριθμημένες κατά σειρά. Οι ημερομηνίες, τα ποσά και οι αριθμοί πρέπει να αναγράφονται με αριθμούς και όχι λέξεις. Τα δικόγραφα θα πρέπει να υπογράφονται από τον Δικηγόρο ή τον διάδικο αν μηνύει ή αν υπερασπίζεται προσωπικά¨. Έχει νομολογηθεί ότι η Δ.19 Θ. 6 θα πρέπει να αντικρίζεται υπό το πρίσμα της Δ.19 Θ. 4 (Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 157). Στην ίδια πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨Από τον συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν¨. H Δ.48 Θ.9 (i) εξειδικεύει ότι για αιτήσεις λεπτομερειών κάτω από τη Δ.19 Θ.6 δεν είναι αναγκαία η χρήση οποιασδήποτε συνοδευτικής ένορκης δήλωσης. Όπως είναι γνωστό, στις αιτήσεις η μαρτυρία, όπου υπάρχει, τίθεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων όπου, σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.1, είναι επιθυμητή ή αναγκαία η αναφορά σε γεγονότα που δεν είναι εμφανή στο Δικαστικό φάκελο ή αρχείο. Η Δ.48 Θ. 2
(3)προνοεί ότι στις αιτήσεις που κάτω από εξειδικευμένες παραγράφους των Θ.Θ. 8 και 9 μπορούν να γίνουν χωρίς ένορκη δήλωση, τα γεγονότα (αν υπάρχουν) που υποστηρίζουν την αίτηση, θα πρέπει να αναφέρονται στο σώμα της αίτησης. Το προνοούμενο έντυπο αρ. 46 του Πίνακα ¨Α¨ των Δικονομικών Θεσμών, έχει ειδική θέση για την αναγραφή τέτοιων γεγονότων. Κατά κανόνα, στις αιτήσεις για λεπτομέρειες δεν υπάρχουν γεγονότα αλλά μόνο νομική επιχειρηματολογία. Σύμφωνα με την Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 1970 σελ. 272, είναι αχρείαστη η χρήση οποιασδήποτε ένορκης δήλωσης, εκτός ίσως από ιδιάζουσες περιπτώσεις που εξειδικεύονται εκεί. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 σελ. 260, ο σκοπός των λεπτομερειών είναι να θέσει σε λειτουργία το πρωταρχικό αξίωμα ότι η δικαστική αντιπαράθεση μεταξύ των διαδίκων θα πρέπει να διεξάγεται δίκαια, με ανοικτά χαρτιά, χωρίς εκπλήξεις και με γνώμονα τη μείωση των εξόδων και αναφέρεται συγκεκριμένα ότι οι λεπτομέρειες πρέπει να έχουν στόχο: "To inform the other side of the nature of the case they have to meet as distinguished from the mode in which that case is to be proved." Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ. 6 μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οποιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οποιοδήποτε δικόγραφο. Η ευχέρεια αυτή φαίνεται να πηγάζει από την αναγκαιότητα σαφούς προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων στη δικογραφία με απώτερο σκοπό τον καθορισμό της βάσης πάνω στην οποία θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης ώστε οι σκοποί της δικαιοσύνης να μην παρακωλύονται από δικογραφικές αβεβαιότητες (βλ. GIP Constructions Ltd v. Neophytou and Others
(1983)1 (Β) CLR 669, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Χριστοδούλου v. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 σκιαγραφεί το νομικό πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων όπως η παρούσα: ¨Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others (ανωτέρω). Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ. 6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 A.A.Δ. 649,652). Στην υπόθεση Νational Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427,432, τονίστηκε η ανάγκη για ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για τη δίκη¨. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν (βλ. Χριστόδουλος Κ. θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)
(1)Α.Α.Δ. 157). Στο σύγγραμμα Orders' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελ. 148, αναφέρεται χαρακτηριστικά: ¨Particulars will be ordered whenever the master is satisfied that without them the applicant cannot tell what is going to be proved against him at the trial. But how his opponent will prove it is a matter of evidence of which particulars will not be ordered¨. Στην υπόθεση Τζιακούρα v. Τάκη Οικονομίδη)
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 669, προβλήθηκε στην έκθεση υπεράσπισης ο ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση ήταν εξ αρχής άκυρη και ή ακυρώθηκε εκ των υστέρων, όπως και ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα, με τη συμπεριφορά της, ανάγκασε τον εναγόμενο να τερματίσει τη συμφωνία (παρ. 3 και 4 της Υπεράσπισης). Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αποφάνθηκε ότι ο μεν ισχυρισμός ότι η επίδικη συμφωνία ήταν εξ υπαρχής άκυρη ήταν νομικό ζήτημα, το οποίο δεν έπρεπε να περιλαμβάνεται στο δικόγραφο, οι δε λεπτομέρειες αναφορικά με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, αφορούν σε αποδεικτικό υλικό και όχι σε γεγονότα, απέρριψε σχετικό αίτημα της ενάγουσας για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών των σχετικών παραγράφων της Υπεράσπισης. Το Εφετείο στην απόφαση του, την οποία εξέδωσε ο Δικ. Χρ. Αρτεμίδης, όπως ήταν τότε, κάμνοντας δεκτή την έφεση, αναφέρει τα εξής στη σελ. 672: ¨Η άποψη του πρωτόδικου δικαστή, πως ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ότι δηλαδή η συμφωνία ήτο εξ υπαρχής άκυρη, είναι νομικό ζήτημα, είναι εσφαλμένη. Έχουμε τη γνώμη πως όταν προβάλλεται από διάδικο στο δικογράφημα ισχυρισμός κάποιου νομικού αποτελέσματος, που εξαρτάται από την επενέργεια ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναγράφονται στο δικογράφημα. Είναι επιβεβλημένο λ.χ. να αναφέρονται τα γεγονότα βάσει των οποίων προβάλλεται ισχυρισμός πως οι προϋποθέσεις του νόμου για τον έγκυρο καταρτισμό μιας διαθήκης δεν έχουν τηρηθεί. Συνεπώς, και στην υπόθεση μας, εφόσον προτείνεται πως η σύμβαση ήταν εξ υπαρχής άκυρη, είναι αναγκαία η αναφορά στα πραγματικά γεγονότα που, κατά τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου επέφεραν αυτό το νομικό αποτέλεσμα. Η αρχή της νομολογίας, ότι νομικά σημεία δεν αναφέρονται στα δικογραφήματα, εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις. Όπου όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενέργειας ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναφέρονται στα δικογραφήματα. Ότι είπαμε αμέσως πιο πάνω εφαρμόζεται και στο διαζευκτικό ισχυρισμό της 3ης παραγράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης ¨και /ή ακυρώθη εκ των υστέρων¨. Αναφορικά με την 4η παράγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, είναι έκδηλο πως οι λεπτομέρειες που ζητούνται αφορούν σε γεγονότα που είναι απαραίτητο να γνωρίζει η εφεσείουσα για να μπορέσει να παρουσιάσει την υπόθεση της στο Δικαστήριο με μαρτυρία, αν έχει, για να τα απαντήσει¨. Στην υπόθεση Κουρσουμά v. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973 τονίστηκε ότι υποχρέωση για παροχή λεπτομερειών δεν υπάρχει όπου το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου γεγονότος το φέρει η άλλη πλευρά. Στην ίδια υπόθεση έχει αποφασιστεί ότι, ¨διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες, θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές έτσι που να μην μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού¨. Στην υπόθεση Σάββα v. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ.2)
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 1146 αποφασίστηκε ότι το αίτημα για παροχή λεπτομερειών από την εφεσίβλητη, δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό διότι αφενός αφορούσε σε γεγονότα που ήταν εις γνώση του εφεσείοντος και αφετέρου επειδή με τις ζητούμενες λεπτομέρειες επιδιώκετο αποκάλυψη της μαρτυρίας που τις υποστήριζε. Τα γεγονότα που στηρίζουν την υπεράσπιση πρέπει να δικογραφούνται. Στο Annual Practice του 1952 αναφέρονται τα ακόλουθα: Similarly a defendant must allege the facts upon which he relies as a defence O.21 rr.1,2,3) and deal explicitly with the facts alleged by the plaintiff". ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της Έκθεσης Υπερασπίσεως είναι η απάντηση στη παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Εν όψη των επιδίκων θεμάτων που θα εξετασθούν και θα κριθούν στα πλαίσια αυτής της αγωγής είναι ουσιώδης ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το κεφάλαιο της εναγόμενης εταιρείας ανήκει κατά πλειοψηφία σε Τουρκοκύπριους μόνιμους κατοίκους Τουρκίας. Το πότε ή από πότε αυτοί είναι μόνιμοι κάτοικοι Τουρκίας δεν διευκρινίζεται από τον ενάγοντα. Οι εναγόμενοι με τη σειρά τους ρητά διευκρινίζουν ότι οι μέτοχοι της εναγομένης εταιρείας δεν ήσαν Τουρκοκύπριοι που κατοικούσαν στην Κύπρο κατά το χρόνο της εισβολής. Επομένως δεν βλέπω οποιαδήποτε ουσιώδη διαφορά ως προς τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς για να χρήζει διευκρίνισης εφόσον οτιδήποτε άλλο ειπωθεί θα πρόκειται για αποκάλυψη μαρτυρίας. Θα παρατηρούσα όμως ότι το τι ζητά να μάθει η πλευρά του ενάγοντος σε αυτό το σημείο είναι εύκολο να το πληροφορηθεί με μια απλή έρευνα στο φάκελο της εναγόμενης εταιρείας στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών. Ως προς το δεύτερο σκέλος των λεπτομερειών της 1ης παραγράφου, για το που δηλαδή κατοικούσαν οι εν λόγω μέτοχοι κατά το χρόνο της εισβολής και γι΄αυτό το ζήτημα δίδεται επαρκής απάντηση με τον ισχυρισμό ότι ¨δεν ήσαν Τουρκοκύπριοι που κατοικούσαν στην Κύπρο κατά το χρόνο της εισβολής¨, το που κατοικούσαν κατά την άποψη μου δεν έχει καμιά σημασία εφόσον ό,τι έχει σημασία στα υπό κρίση ζητήματα είναι εάν ήσαν Τουρκοκύπριοι και κατοικούσαν στην Κύπρο τον χρόνο αμέσως πριν από την Τούρκικη Εισβολή. Επομένως καταλήγω ότι το αιτητικό σε σχέση με τις λεπτομέρειες που ζητούνται αναφορικά με τη παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαιτήσεως δεν μπορεί να πετύχει εφόσον στην ουσία επιδιώκεται η αποκάλυψη μαρτυρίας και το απορρίπτω. Σε σχέση με το αιτητικό που αφορά την παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και ξεκινώντας από το τελευταίο επιχείρημα του κ. Λουκαϊδη ότι τάχα εάν η άλλη πλευρά ήθελε να δει την εν λόγω άδεια θα μπορούσε να το έκαμνε με το ανάλογο διαδικαστικό διάβημα παρατηρώ ότι αυτό έγινε με σχετική αίτηση με ημερομηνία 25.07.2007 και προς τούτο εξεδόθη διάταγμα του Δικαστηρίου στις 24.09.2007 το οποίο επιδόθηκε στην άλλη πλευρά στις 2.10.2007 αλλά δεν υπήρξε τέτοια ανταπόκριση ή συμμόρφωση όπως ανέφερε ο κ. Χαβιαράς. Επομένως ως επιχείρημα δεν μπορεί να ευσταθεί. Βέβαια η μη συμμόρφωση στο εν λόγω διάταγμα που ισχυρίζεται η πλευρά του ενάγοντος και εάν θα μπορούσε και πως θα έπρεπε να είχε γίνει, δεν είναι ζήτημα που θα με απασχολήσει σε αυτό το στάδιο. Ως προς την ουσία του αιτήματος θα έλεγα ότι όπως είναι διατυπωμένο το πρώτο σκέλος του αιτήματος δηλαδή να αποκαλυφθεί πότε εξασφαλίστηκε η κατ΄ ισχυρισμό άδεια από τον Κηδεμόνα δεν μπορεί και πάλι να έχει οποιαδήποτε σημασία εφόσον στη παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης γίνεται μνεία ότι διέθεταν άδεια για οποιεσδήποτε πράξεις έκαμαν με τον ενάγοντα ¨κατά πάντα κρίσιμο χρόνο¨. Επομένως εάν διέθεταν τέτοια άδεια κατά πάντα κρίσιμο χρόνο είναι ισχυρισμός τον οποίο θα πρέπει να αποδείξουν οι εναγόμενοι εάν χρειαστεί, οτιδήποτε άλλο δοθεί ως λεπτομέρεια δεν θα έχει καμιά σημασία καθώς δεν ενδιαφέρει πότε δόθηκε αυτή η άδεια. Για δε το δεύτερο σκέλος του ίδιου αιτήματος και πάλι δίδεται η αναγκαία απάντηση στην ίδια παράγραφο εφόσον γίνεται μνεία ¨για οποιεσδήποτε πράξεις τις οποίες τέλεσαν με τον ενάγοντα¨. Κρίνω λοιπόν ότι δεν χρειάζεται να δοθούν στο δικόγραφο περισσότερες λεπτομέρειες εφόσον το ζήτημα καλύπτεται με επάρκεια και θα εναπόκειται στους εναγόμενους να αποδείξουν τους δικούς τους ισχυρισμούς όπως βεβαίως και ο ενάγοντας έχει το βάρος να αποδείξει τους δικούς του ισχυρισμούς. Καταλήγω ότι ούτε και αυτό το μέρος του αιτήματος δεν μπορεί να πετύχει και το απορρίπτω. Θεωρώ συνοψίζοντας, ότι επί των σημείων που ζητούνται λεπτομέρειες της Έκθεσης Υπερασπίσεως, τα ουσιώδη γεγονότα διευκρινίζονται με επάρκεια και κατά τρόπο που ο ενάγοντας να γνωρίζει τι ισχυρίζονται και τι θα προσπαθήσουν να αποδείξουν οι Καθ΄ών η αίτηση κατά τη δίκη. Ο ενάγοντας δεν πρόκειται να βρεθεί προ εκπλήξεως κατά τη δίκη και οτιδήποτε περαιτέρω λεχθεί από τους εναγόμενους θα συνιστούσε κατά την άποψη μου αποκάλυψη της μαρτυρίας τους την οποία πιθανόν θα προσκομίσουν κατά τη δίκη. Επομένως καταλήγω ότι η αίτηση του ενάγοντος δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - Καθ΄ών η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.