Δημήτριου Ζαννετίδη ν. Investylia Ltd, Αρ. Αγωγής:51/2005, 28.11.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:51/2005 Μεταξύ: Δημήτριου Ζαννετίδη Ενάγοντα και Investylia Ltd Εναγομένης Ημερομηνία: 28.11.08 Εμφανίσεις: Για τον Eνάγοντα: κ. Τ. Κουκούνης Για τους Eναγόμενους: κα. Λ. Στυλιανού ΑΠΟΦΑΣΗ O Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει: «Απόφαση για το ποσό των £10.000ΛΚ που κατέβαλε ο ενάγοντας προς την εναγόμενη για αγορά τίτλων και/ή μετοχών της εναγόμενης Εταιρείας δυνάμει του Άρθρου 58Α
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου του 1993 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 42(Ι)/2000 ή/και δυνάμει του Άρθρου 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/2000 ή/και δυνάμει των άρθρων του Νόμου 9(Ι)/2001 και δη του άρθρου 4 του Νόμου 9(Ι)2001 ή/και δυνάμει παράβασης συμφωνίας ή/και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή/και ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας πηγάζουσας από ψευδείς παραστάσεις της εναγόμενης ή/και ως ποσό οφειλόμενο σύμφωνα με τις αρχές περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (unlawful enrichment) ή/και ως money had and received ή/και ως άλλως πως. Τόκο προς 6% από 12/4/2000 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, δυνάμει του Άρθρου 58 Α
(3)(β) του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου του 1993 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 42(Ι)/2000 ή/και δυνάμει του Άρθρου 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/2000 ή/και νόμιμο τόκο από κατά/ή περί τον Απρίλιο 2000 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως ή/και ως αποζημιώσεις.» Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, κατά/ή περί τον Απρίλιο 2000, ο ενάγοντας, μετά από παραστάσεις της εναγομένης ότι η εναγομένη θα υπέβαλλε σύντομα αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), ότι η αίτηση της θα γινόταν δεκτή από τις αρμόδιες αρχές και ότι οι τίτλοι της θα εισήγοντο αμέσως στο ΧΑΚ, υπέβαλε αίτηση προς την εναγόμενη για αγορά τίτλων της δηλαδή για αγορά 13,333 συνήθων μετοχών προς £0,75 σεντ η καθεμιά και η εναγόμενη Εταιρεία αποδέκτηκε την αίτηση του ενάγοντα. Ο ενάγοντας κατέβαλε προς την εναγόμενη και η εναγόμενη αποδέκτηκε το ποσό των £10.000ΛΚ κατά/ή περί την 12/4/2000, προς πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αγοράς μετοχών. Κατά/ή περί την 12/6/2000 η εναγόμενη εξέδωσε ή/και μεταβίβασε στο όνομα του ενάγοντα 13,333 συνήθεις μετοχές της, 13 ονομαζόμενες «ιδρυτικές» μετοχές της, καθώς επίσης και πιστοποιητικά δικαιωμάτων αγοράς μετοχών. Τα σχετικά πιστοποιητικά των μετοχών και των πιστοποιητικών δικαιωμάτων αγοράς μετοχών δόθηκαν στον ενάγοντα. Η εναγόμενη υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ κατά/ή περί τον Ιούνιο 2000 η οποία απερρίφθη και οι τίτλοι της δεν έχουν εισαχθεί και δεν έχουν τύχει διαπραγμάτευσης στο ΧΑΚ. Ο ενάγοντας, δυνάμει του Άρθρου 58 Α
(3)(β) του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου του 1993 έως 2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 42(Ι)/2000 ή/και δυνάμει του Άρθρου 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/2000, με επιστολή του ημερομηνίας 27/7/2004, ζήτησε από την εναγόμενη την επιστροφή των χρημάτων που της είχε καταβάλει. Η εναγόμενη κατά/ή περί την 30/7/2004 αρνήθηκε και μέχρι σήμερα αρνείται να επιστρέψει στον ενάγοντα τα εν λόγω ποσά. Ο ενάγοντας είναι πρόθυμος να επιστρέψει τις μετοχές στην εναγομένη. Περαιτέρω ή/και διαζευκτικά, ο ενάγων συμφώνησε με την εναγόμενη και αγόρασε τις εν λόγω μετοχές λόγω των παραστάσεων της εναγομένης προς αυτόν και των υποσχέσεων που του έδωσε ότι θα υπέβαλλε σύντομα αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ, ότι η αίτηση της θα γινόταν δεκτή από τις αρμόδιες αρχές και ότι οι τίτλοι της θα εισήγοντο αμέσως στο ΧΑΚ, παραστάσεις πάνω στις οποία βασίστηκε ο ενάγων. Σύμφωνα με την παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης οι λεπτομέρειες των ψευδών παραστάσεων συνίστανται στο ότι η εναγόμενη διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι οι μετοχές της θα εισήγοντο στο ΧΑΚ άμεσα μετά την αίτηση της και ότι η αξία των μετοχών που θα λάμβανε θα ξεπερνούσε την ονομαστική τους αξία των £0,75. Περαιτέρω, παρίστανε στον ενάγοντα ότι ήταν έτοιμη από κάθε άποψη για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ άμεσα, ότι δεν παρουσίαζε κανένα πρόβλημα προς τούτο και ότι θα μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές που αγόρασε σε τιμή ψηλότερη της ονομαστικής τους αξίας. Κατά παράβαση της συμφωνίας από την εναγομένη οι πιο πάνω παραστάσεις απεδείχθησαν ψευδείς. Λόγω της άρνησης ή/και παράλειψης ή/και αμέλειας ή/και των πιο πάνω ψευδών παραστάσεων ή/και της εν λόγω παράβασης της συμφωνίας από την εναγόμενη, ο ενάγων έχει υποστεί ζημιά. Στην Έκθεση Υπεράσπισης της η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας υπέβαλε αίτηση για αγορά 13, 333 συνήθων μετοχών της προς Λ.Κ.0,75 έκαστη μέσω της Δημόσιας Πρόσκλησης για Εγγραφή και η εναγομένη αποδέχθηκε την ως άνω αίτηση παραχωρώντας του τις ως άνω μετοχές με βάση τις πρόνοιες του ενημερωτικού δελτίου και περαιτέρω πρόσφερε στον ενάγοντα την δυνατότητα απόκτησης και 13 ιδρυτικών μετοχών. Η εναγομένη παραδέχεται ότι εξέδωσε και μεταβίβασε στον ενάγοντα 13,333 συνήθεις μετοχές και 13 ιδρυτικές. Η εναγομένη αρνείται ότι ο ενάγων πλήρωσε το αναφερόμενο ή και οποιοδήποτε ποσό με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των τίτλων της στο ΧΑΚ ή και αρνείται ότι παραχώρησε τις εν λόγω ή και οποιεσδήποτε μετοχές με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής τους στο ΧΑΚ ή και αρνείται ότι προέβη στις ισχυριζόμενες ή και οποιεσδήποτε παραστάσεις προς τον ενάγοντα, πέραν των παραστάσεων που περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο της δημόσιας πρόσκλησης. Περαιτέρω, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι στο ενημερωτικό δελτίο ρητά δηλώνεται ότι η εναγομένη δεν πληρούσε μια από τις βασικές προϋποθέσεις εισαγωγής της στο ΧΑΚ και συγκεκριμένα την προϋπόθεση να είχε δραστηριότητες και να λειτουργούσε κανονικά και να είχε ετοιμάσει εξελεγμένους λογαριασμούς για τα τρία τουλάχιστον προηγούμενα της αιτήσεως έτη, αφού η Εταιρεία είχε συσταθεί στην Κύπρο στις 17/12/1977 αλλά παρέμεινε αδρανής μέχρι την 28/1/2000 που μετατράπηκε σε δημόσια. Στο ίδιο ενημερωτικό δελτίο η εναγομένη δήλωσε ότι πρόθεση της ήταν να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα με τη μέθοδο της δημόσιας εγγραφής και τοποθέτησης αφού πρώτα συμπλήρωνε τις δραστηριότητες της με την εξαγορά εμπορικών εταιρειών που ενέπιπταν μέσα στα στρατηγικά σχέδια της. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η αίτηση της για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ απερρίφθη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις 6/2/2002 γιατί δεν τηρούσε τον Κανονισμό 61
(1)(ε) και ότι κατείχε συνεχείς παρατάσεις από το ΧΑΚ για επιστροφή χρημάτων σε επενδυτές. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η επιστολή του ενάγοντα ημερομηνίας 27/7/2004 στάληκε 5 χρόνια μετά την απόρριψη της αίτησης της εναγομένης για εισαγωγή στο ΧΑΚ και ότι οι πρόνοιες των Νόμων που επικαλείται ο ενάγοντας «ήτω αδύνατο και/ή ενείχαν ανυπέρβλητη αδυναμία (impossibility) δια την εφαρμογή τους από την εναγομένη». Η εναγομένη αρνείται ότι έχει ή είχε οποιαδήποτε υποχρέωση για επιστροφή του ποσού που απαιτήθηκε. Ισχυρίζεται δε ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί επιστροφή των τίτλων του ενάγοντα γιατί αυτό είναι παράνομο. Η εναγομένη αρνείται ότι προέβη στις ισχυριζόμενες ή και οποιεσδήποτε ψευδείς ή άλλες παραστάσεις πέραν των όσων περιέχονται στο ενημερωτικό δελτίο και αναφέρονται πιο πάνω, οι οποίες είναι ακριβείς και αληθείς. Ισχυρίζεται δε ότι εκπλήρωσε τους όρους παραχώρησης της μετοχών. Αρνείται περαιτέρω ότι ο ενάγοντας έχει υποστεί ζημιά και ισχυρίζεται ότι συνεχίζει να είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των επίδικων μετοχών οι οποίες έχουν πραγματική αξία και για τις οποίες εν πάση περιπτώσει υπάρχουν συνεχώς πρόθυμοι αγοραστές. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το άρθρο 58Α και Β έχει καταργηθεί και εν πάση περιπτώσει ότι οι πρόνοιες τους είναι αντισυνταγματικές καθώς και των υπόλοιπων άρθρων στα οποία βασίζει την αξίωση του ο αιτητής. Ισχυρίζεται δε ότι οι προϋποθέσεις των πιο πάνω άρθρων δεν πληρούνται και ότι ο ενάγοντας στην επιστολή απαίτησης του δεν κάνει αναφορά στο άρθρο 3
(3). Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι πρόνοιες των εν λόγω άρθρων είναι αντίθετες με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 ή και με την Δεύτερη Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή και τους ημεδαπούς Νόμους που εναρμονίζουν την εν λόγω οδηγία με την Κυπριακή Νομοθεσία, ήτοι το Ν.135(Ι)/2000ή και 70(Ι)/
- Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: - Στις 28/1/2000 η εναγόμενη Εταιρεία μετατράπηκε σε δημόσια Εταιρεία. - Στις 27/3/2000 η εναγόμενη Εταιρεία απεύθυνε προς το κοινό δημόσια πρόσκληση για εγγραφή μέσω του εφόρου εταιρειών καταθέτοντας στον έφορο εταιρειών σχετικό ενημερωτικό δελτίο (prospectus). - Κατά τον Ιούνιο του 2000 η εναγόμενη Εταιρεία εξέδωσε στο όνομα του ενάγοντα πιστοποιητικό μετοχών για 13,333 συνήθεις μετοχές και 13 ιδρυτικές μετοχές με αριθμό μητρώου
- - Η εναγόμενη Εταιρεία υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ στις 14/6/
- - Οι τίτλοι της εναγόμενης Εταιρείας μέχρι σήμερα δεν έχουν εισαχθεί στο ΧΑΚ. - Η εναγόμενη Εταιρεία μέχρι σήμερα δεν επέστρεψε εις τον ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό. Ο Μ.Ε.1, Δημήτριος Ζαννετίδης, είναι ο ενάγοντας. Γνώρισε την εναγόμενη μέσω του διευθυντή της κ. Στυλιανού, Μ.Υ.1, ο οποίος είχε επισκεφθεί το χωριό του, την Αθηαίνου το Μάρτιο του 2003 με σκοπό να επενδύσει σε τυροκομία και αλλαντοβιοτεχνίες. Είχαν δύο συναντήσεις σπίτι του, μίλησαν για την Εταιρεία, τις προοπτικές της, τις σκέψεις του για επενδύσεις, τη δυναμική της εναγόμενης ότι ήταν έτοιμη να εισαχθεί στο Χρηματιστήριο (ΧΑΚ) άμεσα και θα ήταν επικερδής η μετοχή της Εταιρείας. Μετά τις συναντήσεις ο Μ.Ε.1 πίστεψε τα λόγια του Μ.Υ.1 και αγόρασε μετοχές «με την προοπτική ότι άμεσα θα έμπαινε στο ΧΑΚ και ανάλογη προοπτική με μεγάλα κέρδη». Ο Μ.Υ.1 παρουσιαζόταν ως Πρόεδρος της εναγόμενης. Αγόρασε 13,333 μετοχές και 13 ιδρυτικές, αξίας ΛΚ.10.000 και πλήρωσε με την επιταγή, Τεκμήριο
- Συμπλήρωσε έντυπο «αίτηση για εγγραφή», Τεκμήριο 2 για να του παραχωρηθούν οι πιο πάνω μετοχές το οποίο δεν διάβασε αφού ήταν «διαδικαστικό». Μετά την πάροδο κάποιων μηνών πήρε τους τίτλους των 13,333 μετοχών (Τεκμήριο 3) και των 13 ιδρυτικών μετοχών, Τεκμήριο
- Αφού πήρε τους τίτλους ανέμενε να εισαχθεί η Εταιρεία στο ΧΑΚ και αφού πέρασε πολύς καιρός χωρίς πρόοδο αποφάσισε να μιλήσει με το δικηγόρο του. Απέστειλε την επιστολή, Τεκμήριο 5, προς την ενάγουσα. Έλαβε απάντηση, Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας κατέθεσε το Τεκμήριο 7, επιστολή του ΧΑΚ προς το δικηγόρο του και πιστοποιητικό διευθυντών της Εταιρείας, Τεκμήριο
- Δεν θυμάται αν έλαβε πρόσκληση για εγγραφή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι είναι πολιτικός μηχανικός και σπούδασε στο Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης. Η συνάντηση με το Μ.Υ.1 πρέπει να έγινε περίπου μεταξύ 13.3.2000 - 12.4.
- Η εναγόμενη θα επένδυε στην Αθηαίνου Dairy Ltd. Θα εξαγόραζε την τελευταία και η εναγόμενη θα έκανε το τυροκομείο. Η εναγόμενη εξαγόρασε τελικά την πιο πάνω Εταιρεία. Ο ίδιος δεν επωφελήθηκε. Επένδυσε χωρίς δεύτερη σκέψη γιατί πίστεψε τα λόγια του Μ.Υ.
- Το ίδιο χρονικό διάστημα έκανε επενδύσεις και σε Εταιρεία εισηγμένη και μικρές αγορές με σκοπό το κέρδος. Πίστεψε ότι η Εταιρεία ήταν καλή με καλή προοπτική και καλές ιδέες. Το Τεκμήριο 2 που ήταν διαδικαστικό το συμπλήρωσε στα γραφεία της εναγόμενης. Σε ερώτηση ποιός του έδωσε την αίτηση ανέφερε ότι προμηθεύτηκε το έντυπο από την Εταιρεία. Ο Μ.Υ.1 «μας έλεγε να πάμε να πάρουμε έντυπα, να συμπληρώσουμε για να πάρουμε μετοχές και μας είπε γρήγορα γιατί επείγοντο να εισαχθούν στο ΧΑΚ, ότι ήταν θέμα ημερών κιόλας», είπε επί λέξει. Δεν θυμάται σε ποιόν το έδωσε γιατί η πορεία ήταν διαδικαστική. Δεν είναι βέβαιος αν είδε το Μ.Υ.1 εκείνη τη μέρα. Σε ερώτηση αν διάβασε στο έντυπο Τεκμήριο 2 τη φράση «σύμφωνα με τους όρους που περιέχονται στο prospectus» απάντησε αρνητικά. Ήταν έντυπο «διαδικασίας», μια απλή αίτηση. Αγόρασε βασιζόμενος στα λεγόμενα του Μ.Υ.
- Συμφώνησε, αφού διάβασε το Τεκμήριο 2 ότι σ' αυτό αναφέρεται ότι η πρόσκληση για εγγραφή γίνεται σύμφωνα με τους όρους της πρόσκλησης. Ο ίδιος αγόρασε βασιζόμενος σε αυτά που του είπε ο Μ.Υ.
- Σε ερώτηση ως προς τη σημασία που είχε το Τεκμήριο 2 απάντησε πως αυτό έπρεπε να συμπληρωθεί για να ξεκινήσει η διαδικασία. Δεν θυμάται αν είδε το ενημερωτικό δελτίο Τεκμήριο 10 ούτε αν πήρε απόδειξη. Με το Μ.Υ.1 συναντήθηκαν 7-8 φορές. Ποτέ δεν διάβασε την πρόσκληση για εγγραφή, Τεκμήριο
- Είχε ακούσει το Μ.Υ.1 που έλεγε στις συναντήσεις για άμεση εισδοχή στο ΧΑΚ. Τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 10(σελίδα 2, πρώτη παράγραφος και σελίδα 10 τελευταία παράγραφος) απέχουν πολύ από όσα του ανέφερε ο Μ.Υ.
- Σύμφωνα με τα λεγόμενα του οι μετοχές θα εισήγονταν άμεσα, δηλαδή σε μερικούς μήνες το πολύ. Η αίτηση του έγινε στις 13.4.
- Πέρασαν τέσσερα χρόνια πριν στείλει την επιστολή Τεκμήριο
- Περίμενε ότι «σε κάποια φάση» θα εισαχθεί. Πάντα πίστευε ότι υπήρχε προοπτική για εισαγωγή της Εταιρείας. Σε ερώτηση αν από το 2002 είχε ακούσει ότι η αίτηση απερρίφθη απάντησε πως θα μπορούσε να γίνει άλλη αίτηση, ανέμενε κάτι τέτοιο. Αποφάσισε να στείλει επιστολή όταν άρχισε να αντιλαμβάνεται πως κάτι δεν πήγαινε καλά ή δεν υπήρχε πρόθεση. Σε ερώτηση αν πήρε προσφορά εξαγοράς των μετοχών του απάντησε ότι, χωρίς να είναι βέβαιος, η Εταιρεία εξέδωσε επιστολή στα μέλη της αλλά ο ίδιος έκρινε ότι θα μπει στο ΧΑΚ και ήθελε τις μετοχές. Δεν ήθελε να τις πουλήσει σε ευτελή τιμή. Σε υποβολή ότι πήρε τρεις επιστολές εξαγοράς απάντησε πως δεν μπορεί να πει ότι πήρε. Διάβασε και ήξερε πόσα θα του έδιναν. Θυμάται ότι η τιμή ήταν πολύ χαμηλότερη. Δεν παρέστη στις γενικές συνελεύσεις της Εταιρείας. Ανέμενε τη διαδικασία στο ΧΑΚ. Ο Μ.Υ.1 είναι διευθυντής της εναγομένης Εταιρείας. Η τελευταία προϋπήρχε ως ιδιωτική Εταιρεία από το 1977 και ήταν αδρανής. Το Δεκέμβριο 1999 συναντήθηκαν περίπου πενήντα άτομα και αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια Εταιρεία διανομής. Μετά τη σύσκεψη προχώρησαν σε δημόσια πρόσκληση για εγγραφή η οποία κατατέθη στον Έφορο Εταιρειών στις 27.3.2000, οι κατάλογοι άνοιξαν στις 12.4.2000 - 14.4.2000 και η δημόσια πρόσκληση δημοσιεύτηκε στον εγχώριο τύπο, Τεκμήριο
- Το ενημερωτικό δελτίο που επίσης κατατέθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 27.3.2000 και διατίθετο ευρέως κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Βάση του Τεκμηρίου 10 έγινε η δημόσια πρόσκληση, Τεκμήριο
- Επεσήμανε τα σημεία του Τεκμηρίου 10 τα οποία θεωρεί σχετικά με την παρούσα υπόθεση: (i) Την πρώτη παράγραφο της σελίδας 2: όπου αναφέρεται ότι αν υπάρχει αμφιβολία για το τι πρέπει να γίνει πρέπει να ληφθεί συμβουλή από ειδικούς. (ii) Τη σελίδα 10 στην οποία αναφέρεται ότι εκ των βασικών προϋποθέσεων εισαγωγής ήταν η Εταιρεία να είχε ετοιμάσει εξελεγμένους λογαριασμούς για τα τρία τουλάχιστον αμέσως προηγούμενα της αίτησης χρόνια και ότι η Εταιρεία ήταν ανενεργός. (iii) Τη σελίδα 25 του Τεκμηρίου 10, μέρος Στ, σημείο
- «Η Εταιρεία δεν έχει αρχίσει ακόμα τη λειτουργία της μέχρι τη 28.2.2000 και έτσι δεν έχουν ετοιμαστεί οι οικονομικές καταστάσεις για παρουσίαση στα μέλη της». Σύμφωνα με το τελευταίο σημείο η Εταιρεία δήλωνε πως δεν είχε τα απαιτούμενα τρία χρόνια για εισαγωγή της στο ΧΑΚ και αυτό έγινε γνωστό σε όσους αιτήθηκαν μετοχές. Ο ενάγων είχε κάθε ευκαιρία αλλά και υποχρέωση να πάρει αντίγραφα του ενημερωτικού δελτίου. Η αίτηση του ενάγοντα έγινε στις 13.4.
- Προηγουμένως, ποτέ δεν είχε επισκεφθεί τα γραφεία της εναγόμενης ή συνομιλήσει μαζί του ή με άλλο αξιωματούχο. Συναντήθηκε με τον ενάγοντα στην Αθηαίνου στις 17.4.2000 αφού είχε πληρώσει τις μετοχές του και αφού είχε μάθει για την Εταιρεία. Με τη λήξη της δημόσιας πρότασης για εγγραφή, στις 12.6.2000 εκδόθηκαν στον ενάγοντα οι τίτλοι των μετοχών που αιτήθηκε. Επειδή μετά την κατάθεση της δημόσιας πρόσκλησης για εγγραφή ψηφίστηκε ο Ν42
(1)/2000, με βάση το άρθρο 3
(1)υποχρεώθηκαν να υποβάλουν αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της εναγόμενης στο ΧΑΚ. Ζήτησαν εξαίρεση από το άρθρο 61
(1)των Κανονισμών την οποία τους έδωσαν. Επειδή το ΧΑΚ καθυστερούσε λόγω φόρτου εργασίας να εξετάσει την αίτηση τους δόθηκαν παρατάσεις μέχρι το Φεβρουάριο του 2002. Τελικά το συμβούλιο του ΧΑΚ έγκρινε την αίτηση και την απέστειλε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Η Επιτροπή τους ζήτησε ανεξάρτητο λογιστικό και νομικό έλεγχο, στοιχεία τα οποία κατέθεσαν. Μετά από καιρό στις 6.2.2002 η Επιτροπή απέρριψε την αίτηση με το δικαιολογητικό ότι η εναγόμενη δεν πληρούσε τον Κανονισμό 61 για το οποίο η Εταιρεία ευθαρσώς έλεγε στο ενημερωτικό της δελτίο ότι δεν τηρούσε και γι΄ αυτό πήρε εξαίρεση. Τελικά το ΧΑΚ τους έστειλε επιστολή ημερομηνίας 10.5.2002 με την οποία απέρριψε την αίτηση. Στις 5.12.2001 η Εταιρεία κάλεσε έκτακτη γενική συνέλευση όπου με γενική πλειοψηφία απερρίφθη η εισήγηση των συμβούλων της Εταιρείας να επιστραφούν χρήματα στους επενδυτές. Η Εταιρεία, σύμφωνα με το μάρτυρα δεν μπορούσε να εφαρμόσει το Ν42
(1)/2000 διότι δεν υπήρχαν τα κεφάλαια για επιστροφή όλων των χρημάτων σε όλους τους μετόχους και επειδή οι μετοχές παραχωρήθηκαν πριν το Νόμο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι μετά τη δημόσια πρόσκληση η εικόνα που παρουσίαζε το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας είναι αυτή που φαίνεται στη σελίδα 35 του Τεκμήριου
- Η πρόθεση της εναγόμενης μέχρι το τέλος Μαρτίου 2000 δεν ήταν να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή στο ΧΑΚ. Το γνώριζαν και οι πενήντα της συνάντησης. Σε ερώτηση με ποιο τρόπο οι υπόλοιποι ενδιαφερόμενοι έμαθαν μετά το Δεκέμβριο του 1999 πως η πρόθεση της εναγόμενης δεν ήταν να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή εντός του 2000 απάντησε ότι αυτό αναφέρει το ενημερωτικό δελτίο το οποίο έστειλαν σε όλους. Τα Τεκμήρια 13 και 14 ανακοινώσεις της Εταιρείας πρέπει να αφορούν την περίοδο μετά την απόφαση για αίτηση της Εταιρείας στο ΧΑΚ και το ενημερωτικό δελτίο. Το Τεκμήριο 14 είναι μετά την εξαγορά. Πριν τον Μάρτιο 2000 η Εταιρεία δεν είχε κάνει εξαγορές. Οι αναφορές του Τεκμήριου 15 ότι προσβλέπει η Εταιρεία σε ένταξη στο ΧΑΚ αναφέρονται και στο ενημερωτικό δελτίο. Το Τεκμήριο 16 συνόδευε το ενημερωτικό δελτίο. Σε υποβολή ότι προχώρησαν σε ανακοινώσεις παραπλανητικές απάντησε ότι με το prospectus ενημερώθηκαν όλοι οι επενδυτές. Ότι γράφτηκε στα Τεκμήρια 13 - 18 είναι αληθινά. Περαιτέρω, όλα όσα έπρεπε να γνωρίζει ο επενδυτής περιλήφθηκαν στο prospectus. Μετά την εξαίρεση λόγω του Νόμου αναγκάστηκαν να υποβάλουν αίτηση. Τον ενάγοντα δεν τον συνάντησε πριν την αίτηση της Εταιρείας, τον είδε μετά που πήρε τις μετοχές. Η Μ.Υ.2 ήταν η λειτουργός του ΧΑΚ, Αντιγόνη Μηλικούρη. Το Τεκμήριο 20 στάληκε από το ΧΑΚ. Η εναγόμενη Εταιρεία ήταν μια από 150 εταιρείες που υπέβαλαν αίτηση κατά την περίοδο 7.4.2000 - 16.2.
- Για 149 από αυτές οι τίτλοι δεν εντάχθηκαν εντός τριών μηνών από την αίτηση. Υπήρχε φόρτος εργασίας αλλά και το ΧΑΚ μπορούσε να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες έτσι ανανεωνόταν ο χρόνος. Υπήρχαν δε και οι εγκύκλιοι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς οι οποίες απαιτούσαν την υποβολή μελέτης ανεξάρτητου νομικού και λογιστικού ελέγχου. Σε σχέση με την εναγόμενη δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα, μόνο ο φόρτος εργασίας. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι η εναγόμενη υπέβαλε αίτηση στις 14.6.
- Εξ΄ όσων γνωρίζει η εναγόμενη δεν αποτάθηκε στο ΧΑΚ γραπτώς για να πάρει απόψεις πριν την 14.6.
- Η αίτηση της Εταιρείας απορρίφθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για το λόγο που φαίνεται στο Τεκμήριο
- Μετά το τέλος της υπόθεσης ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για τον ενάγοντα ότι σε σχέση με την πρώτη νομική βάση στην οποία εδράζεται η απαίτηση του, δηλαδή στη βάση των άρθρων 53Α 3(β) και 3
(3), δικαιούται επιστροφή χρημάτων. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι ο ενάγοντας θα πρέπει να κριθεί αξιόπιστος, ότι οι θέσεις του περί προοπτικής και παραστάσεων της εναγομένης για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ συνάδουν με τα Τεκμήρια 13-18, ότι το αγώγιμο του δικαίωμα δημιουργήθηκε στις 14/9/00, ασχέτως του χρόνου αποστολής της επιστολής του για επιστροφή των χρημάτων. Ήταν, περαιτέρω η θέση του ότι η διαζευκτική βάση της απαίτησης του ενάγοντα της παράβασης σύμβασης λόγω ψευδών παραστάσεων μπορεί επίσης να επιτύχει. Η ευπαίδευτη συνήγορος για την εναγόμενη εισηγήθηκε ότι και οι δύο αιτίες αγωγής του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθούν για τους ακόλουθους βασικά λόγους: · Η Εναγόμενη Εταιρεία δεν υπόκειται στις διατάξεις του Νόμου 42(Ι)/2000. · Η Εναγόμενη Εταιρεία και/ή οι διευθυντές της δεν προέβηκαν σε οποιεσδήποτε παραστάσεις περί προοπτικής εισαγωγής των τίτλων της στο ΧΑΚ ούτε ο ενάγοντας βάσισε την απόφαση του για αγορά μετοχών της Εναγόμενης Εταιρείας σε οποιεσδήποτε τέτοιες παραστάσεις ή προοπτική. · Ο Ενάγοντας υπέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της απαίτησης του αφού η πρώτη επιστολή απαίτησης στάληκε μετά την παρέλευση πέραν των τεσσάρων χρόνων από τα επίδικα γεγονότα. · Η Εναγόμενη Εταιρεία είχε αντικειμενική αδυναμία (impossibility) να εφαρμόσει το Άρθρο 58Α
(3)(β) του Νόμου 42(Ι)/2000 ή/και το Άρθρο 4 του Νόμου 9(Ι)/
- · Ο Νόμος 42(Ι)/2000 είναι σωρευτικός και καμία διάκριση δεν κάνει μεταξύ σοβαρών και μη εταιρειών. Επιπλέον οι πρόνοιες του συγκρούονται άμεσα με τον περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 ειδικά μετά την εναρμόνιση του τελευταίου με την Δεύτερη Ευρωπαϊκή Οδηγία 77/91 ΕΟΚ, και δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής. · Ο Ενάγοντας δεν απέδειξε ή αναφέρθηκε με ποιό τρόπο η Εναγόμενη μπορούσε να του επιστρέψει τα χρήματα της επένδυσης και να πάρει πίσω δικές της μετοχές, άνευ βλάβης του Κεφ.
- · Ο εναρμονιστικός Νόμος 135(Ι)/2000 κατήργησε σιωπηρά το Ν42(Ι)/
- · Η Δεύτερη Ευρωπαϊκή Οδηγία ενσωματώθηκε στο Κεφ.113 με το Ν.70(Ι)/2003στις 11/7/03, πριν ο ενάγοντας απαιτήσει επιστροφή των χρημάτων του. · Τα άρθρα 58Α
(3)(β) και 3
(3)του Νόμου 42(Ι)/2000 προωθούν την ανισότητα. · Ο Ενάγοντας είναι κάτοχος Ιδρυτικών μετοχών της Εναγόμενης Εταιρείας. Ο Νόμος 168(Ι)/2002 που είναι και μεταγενέστερος και πιο ειδικός του Νόμου 42(Ι)/2000 σαφώς ορίζει στο Άρθρο 7 ότι τα Ιδρυτικά μέλη του εκδότη δεν δικαιούνται επιστροφής χρημάτων που πλήρωσαν για τίτλους Εταιρείας. · Ο ίδιος Νόμος 42(Ι)/2000 αντίκειται σε βασικές πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, της Δεύτερης Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και του Πρωτοκόλλου που η Κυπριακή Δημοκρατία υπέγραψε με την Ευρωπαϊκή Ένωση. · Ο Ενάγοντας δεν μπορεί να επικαλείται παράβαση συμφωνίας αφού πριν η Εναγόμενη Εταιρεία λάβει επιστολή του δικηγόρου του στις 27/7/2004 αυτός δεν επικαλέστηκε ούτε κατάγγειλε την συμφωνία αγοράς των μετοχών του. Επιπλέον ο Ενάγοντας δεν έχει δικογραφήσει επαρκώς όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι απαραίτητα για την ορθή δικογράφηση της απαίτησης του βάση παράβασης συμφωνίας ούτε και απέδειξε την οποιαδήποτε συγκεκριμένη ζημιά που τυχόν υπέστη από την ισχυριζόμενη παράβαση. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα τη μαρτυρία τους καταλήγω στα πιο κάτω: Ο Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Δεν έχω διακρίνει οποιαδήποτε προσπάθεια του να παραθέσει γεγονότα άλλα από αυτά που γνώριζε ή αντιλήφθηκε. Ήταν σταθερός και σαφής στην εκδοχή του καθόλη τη διάρκεια της εξέτασης του και σε κανένα σημείο δεν κλονίστηκε η μαρτυρία του. Σημειώνω ότι το γεγονός των συναντήσεων του με το Μ.Υ.1 καθώς και το χρονικό πλαίσιο διεξαγωγής των εν λόγω συναντήσεων δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Σημειώνω, συναφώς, ότι η θέση του Μ.Υ.1 ότι οι συναντήσεις με το Μ.Ε.1 έγιναν μετά την αίτηση και εξόφληση των μετοχών του τελευταίου δεν υπεβλήθηκαν στο Μ.Ε.
- Αποδέχομαι τους ισχυρισμούς του περί προφορικών παραστάσεων που του έγιναν από το Μ.Υ.1 περί προοπτικής άμεσης εισαγωγής της Εταιρείας στο ΧΑΚ και περί επικερδούς μετοχής. Αποδέχομαι, περαιτέρω, ότι ο ενάγοντας αγόρασε τις μετοχές ως αποτέλεσμα των παραστάσεων που του είχαν γίνει. Θεωρώ, πρόσθετα ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 13-18 ενισχύει τη θέση του Μ.Ε.1 σε σχέση με τις παραστάσεις. Περαιτέρω, στοιχειοθετεί και την προοπτική ένταξης της Εταιρείας στο ΧΑΚ. Παραθέτω, ενδεικτικά, αποσπασματικές αναφορές στα εν λόγω Τεκμήρια, οι οποίες μιλούν από μόνες τους. Στο Τεκμήριο 13: «Ιδρυθείσα το 1977 η Εταιρεία αποφάσισε την 1/12/1999 να μετατραπεί σε δημόσια Εταιρεία και να δραστηριοποιηθεί ..... με στόχο την ένταξη της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου εντός του 2000.» Στο Τεκμήριο 14: «Η Investylia Ltd, .... δραστηριοποιείται με στόχο την ένταξη της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου εντός του 2000 .... » Στο Τεκμήριο 15, ημερομηνίας 2/3/2000: «Πρόθεση της Εταιρείας είναι να δώσει στο μέλλον και άλλα πλεονεκτήματα στα μέλη της εντός πάντοτε των Κανονισμών του Χρηματιστηρίου στο οποίο προσβλέπουμε να ενταχθούμε.» Στο Τεκμήριο 17, ημερομηνίας 5/4/2000: «Μετά από πετυχημένες εξαγορές εταιρειών που πραγματοποιήσαμε βρισκόμαστε καθ' οδόν προς το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου με τις καλύτερες πλέον προοπτικές που θα καθιστούν την Investylia μια από τις πλέον δυνατές αξίες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. » Ο Μ.Υ.1 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Όσον αφορά τα γεγονότα και διαδικασίες που ακολούθησαν τη δημόσια πρόσκληση για εγγραφή τα οποία γνώριζε υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της εναγόμενης Εταιρείας, τα πλείστα εκ των οποίων ήταν παραδεκτά και δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του, αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ο Μ.Υ.1 παρέθεσε δε τις δικές του ερμηνείες Νόμων και Κανονισμών τις οποίες επεξήγησε, και στις οποίες επέμεινε και ήταν σταθερός, οι οποίες βέβαια συνιστούσαν τη δική του γνώμη. Δεν αποδέχομαι όμως τη θέση του ότι δεν συναντήθηκε με τον ενάγοντα πριν ο τελευταίος αγοράσει τις μετοχές του. Πλην του γεγονότος ότι η θέση του Μ.Υ.1 ως προς το πότε συναντήθηκε με το Μ.Ε.1 και ως προς το σκοπό της συνάντησης τους δεν υπεβλήθη στον Μ.Ε.1, η εξήγηση που έδωσε ο ΜΥ1 προς υποστήριξη της θέσης του δεν ήταν πειστική. Δεν αποδέχομαι ούτε και το μέρος της μαρτυρίας του ως προς το πότε απεστάλησαν ή ποιό χρονικό διάστημα αφορούσαν οι ανακοινώσεις Τεκμήρια 13 και 14 και οι επιστολές Τεκμήρια 15 -18 οι οποίες δέον να σημειωθεί κατατέθηκαν κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.
- Ο Μ.Υ.1 δεν φαινόταν καθόλου σίγουρος για το πιο πάνω σημείο και η μαρτυρία του διέπετο από ασάφεια και αοριστία. Προσθέτω ότι η θέση του Μ.Υ.1 κατά την αντεξέταση του ότι η Εταιρεία δεν προτίθετο να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της εντός του 2000 βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 13 και 14 (βλ. αποσπάσματα που παραθέτω πιο πάνω) τα οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του Μ.Υ.1 περιείχαν δηλώσεις αληθινές. Η Μ.Υ.2 μου έκανε καλή εντύπωση, κατέθεσε με ειλικρίνεια τα όσα γνώριζε σε σχέση με την αίτηση της εναγομένης. Η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη και τη δέχομαι. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα παραδεκτά γεγονότα προχωρώ να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου:
(1)Στις 28/1/2000 η εναγόμενη Εταιρεία μετατράπηκε σε δημόσια Εταιρεία.
(2)Στις 27/3/2000 η εναγόμενη Εταιρεία απεύθυνε προς το κοινό δημόσια πρόσκληση για εγγραφή μέσω του Εφόρου Εταιρειών καταθέτοντας στον Έφορο Εταιρειών σχετικό ενημερωτικό δελτίο, prospectus, Τεκμήριο 10.
(3)Περί το Μάρτιο 2000 ο ενάγοντας συναντήθηκε με το Μ.Υ.1, ο οποίος είχε επισκεφθεί το χωρίο του με σκοπό να επενδύσει, ο οποίος παρουσιαζόταν ως Πρόεδρος της Εταιρείας. Ο ενάγοντας πίστεψε τα λόγια του Μ.Υ.1 σύμφωνα με τον οποίο η ένταξη της Εταιρείας στο ΧΑΚ θα ήταν άμεση και η μετοχή της επικερδής.
(4)Έτσι, ο ενάγοντας, στις 13/4/2000 υπέβαλε την αίτηση για εγγραφή, Τεκμήριο 2 και πλήρωσε ΛΚ10,000 με την επιταγή, Τεκμήριο 1. Κατά τον Ιούνιο του 2000 η εναγόμενη Εταιρεία εξέδωσε στο όνομα του πιστοποιητικό μετοχών για 13,333 συνήθεις μετοχές, Τεκμήριο 3 και 13 ιδρυτικές μετοχές, Τεκμήριο 4.
(5)Επειδή οι τίτλοι της εναγομένης δεν εισήχθηκαν στο ΧΑΚ τρείς μήνες από την υποβολή της αίτησης της Εταιρείας ο Μ.Ε.1 υπέβαλε γραπτό αίτημα για επιστροφή των χρημάτων του, μέσω του δικηγόρου του, ημερομηνίας 27/7/2004, Τεκμήριο 5. Έλαβε την απάντηση της Εταιρείας, Τεκμήριο 6 σύμφωνα με την οποία καμία παράσταση δεν έγινε στον ενάγοντα πλην των δηλώσεων του Τεκμηρίου 10 και ότι το άρθρο 58Α
(3)(β) του Ν42(Ι)/00 έχει καταργηθεί.
(6)Το Τεκμήριο 10 με βάση το οποίο έγινε η δημόσια πρόσκληση, Τεκμήριο 9, δεν περιήλθε σε γνώση του ενάγοντα. Στη σελίδα 10 του Τεκμηρίου 10, αφού αναφέρεται ως προϋπόθεση εισαγωγής στο ΧΑΚ η συμμόρφωση με τον Κανονισμό 61, δηλαδή η Εταιρεία να είχε δραστηριότητες, να λειτουργούσε κανονικά και να είχε ετοιμάσει εξελεγμένους λογαριασμούς για τα τρία τουλάχιστο αμέσως προηγούμενα της αίτησης χρόνια, αναφέρεται επίσης ότι: «Πρόθεση της Εταιρείας είναι να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, μέσα σε εύθετο χρονικό διάστημα ..... αφού πρώτα συμπληρώσει τις δραστηριότητες της με την εξαγορά εμπορικών εταιρειών που εμπίπτουν μέσα στο στρατηγικό σχέδιο της». Στη σελίδα 25 του Τεκμηρίου 10 η Εταιρεία δήλωσε πως δεν είχε τα απαιτούμενα τρία χρόνια για εισαγωγή της στο ΧΑΚ.
(7)Λόγω της ψήφισης του Ν42(Ι)/00 στις 7/4/2000 η Εταιρεία υποχρεώθηκε να υποβάλει αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ. Εξασφαλίστηκε εξαίρεση από τον Κανονισμό 61. Η εναγόμενη υπέβαλε αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της στο ΧΑΚ στις 14/6/00.
(8)Από το συμβούλιο του ΧΑΚ δόθηκαν παραστάσεις μέχρι το Φεβρουάριο του 2002. Η αίτηση εγκρίθηκε από το Συμβούλιο του ΧΑΚ και απερρίφθη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στις 6/2/02 λόγω του ότι η εναγόμενη δεν πληρούσε τον Κανονισμό 61.
(9)Στις ανακοινώσεις της Εταιρείας 13 και 14 αναφέρεται πως ο στόχος της εναγόμενης είναι η ένταξη της στο ΧΑΚ εντός του 2000. Στην επιστολή Τεκμήριο 17, ημερομηνίας 5/4/00 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Μετά από πετυχημένες εξαγορές εταιρειών που πραγματοποιήσαμε βρισκόμαστε καθ' οδόν προς το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου με τις καλύτερες πλέον προοπτικές που θα καθιστούν την Investylia μια από τις πλέον δυνατές αξίες στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. » ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με βάση την ημερομηνία καταβολής των ΛΚ10.000 για αγορά των μετοχών, δηλαδή την 13.4.2000 μετά δηλαδή την έναρξη της ισχύος του Νόμου εφαρμόζεται το άρθρο 58Α 3(β) του Ν42(Ι)/00 (βλ. Investylia v. Livadhiotis Bros Investments Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 704). Η προϋπόθεση για τη δημιουργία του δικαιώματος επιστροφής χρημάτων με βάση το άρθρο 58Α 3(β) είναι η πάροδος των τριών μηνών χωρίς να έχουν εισαχθεί οι τίτλοι στο Χρηματιστήριο (βλ. Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη,
(2006)1(Α) ΑΑΔ 691). Η αίτηση για εισαγωγή των τίτλων της εναγομένης έγινε στις 14.6.
- Το δικαίωμα του Μ.Ε.1 για επιστροφή δημιουργήθηκε, συνεπώς, στις 14.9.00 και διατηρήθηκε με το άρθρο 4 του Ν9(Ι)/
- Το άρθρο 58Α 3(β), το οποίο θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο αναφέρει τα ακόλουθα: «Ενδιαφερόμενος αγοραστής που κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό ή αντάλλαγμα σε εκδότη, Εταιρεία ή πρόσωπο για την αγορά μετοχών είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ανωτέρω ή άλλως πως δύναται μετά πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο ή νωρίτερα σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης να ζητήσει γραπτώς την επιστροφή του ποσού ή ανταλλάγματος εφόσον δεν του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι ή του έχουν δοθεί οι σχετικοί τίτλοι αλλά δεν έχουν εισαχθεί ακόμη στο Χρηματιστήριο. Σε τέτοια περίπτωση ο εκδότης ή η Εταιρεία ή το πρόσωπο που εισέπραξε το ποσό ή το αντάλλαγμα οφείλει να το επιστρέψει στον ενδιαφερόμενο αγοραστή εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος αγοραστής ήθελε ζητήσει επιστροφή του χρηματικού ποσού ή του ανταλλάγματος που κατέβαλε με τόκο 6% υπολογιζόμενο από την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των σχετικών τίτλων στο Χρηματιστήριο και να επιστρέψει τους σχετικούς τίτλους εφόσον έχουν εκδοθεί και δοθεί στους ενδιαφερόμενους αγοραστές .....» Το άρθρο 58Α
(1)του Ν. 42(Ι)/00 προβλέπει ότι: «Απαγορεύεται σ' οποιαδήποτε Εταιρεία ή μέλος συμβουλίου Εταιρείας ή εκδότη ή πρόσωπο να προσφέρει προς πώληση ή να πωλεί ή να δέχεται προσφορά για αγορά οποιωνδήποτε τίτλων υφιστάμενης ή υπό ίδρυση Εταιρείας και να εισπράττει προς τούτο οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή άλλο αντάλλαγμα με την προοπτική ή και με παραστάσεις εισαγωγής των εν λόγω τίτλων στο Χρηματιστήριο, εκτός, εάν στην περίπτωση υφιστάμενης Εταιρείας, η Εταιρεία ή το μέλος του συμβουλίου Εταιρεία ή εκδότης - .....» Σύμφωνα με την απόφαση στην πρόσφατη υπόθεση Βαρνάβα Τρύφωνος και Investylia Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 292/96, ημερ. 17.7.08 το άρθρο 58Α προβλέπει για καταβολή χρημάτων κάτω από τρείς περιπτώσεις: (α) με την προοπτική εισαγωγής των μετοχών στο ΧΑΚ ή (β) με παραστάσεις εισαγωγής των μετοχών στο ΧΑΚ ή (γ) άλλως πως. Στις σελίδες 10-11 της απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου 58Α
(3)(β), η αγορά των μετοχών θα μπορούσε να γίνει με δύο τρόπους. Ο πρώτος, σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 58Α (με προοπτική ή με παραστάσεις εισαγωγής), ενώ με το δεύτερο γίνεται διαζευκτική πρόβλεψη για αγορά μετοχών «άλλως πως». Η ευπαίδευτη Δικαστής πρωτοδίκως, επικεντρώθηκε μόνο στην μία από τις δύο μεθόδους αγοράς μετοχών, που προβλέπονται από το άρθρο 58
(1), δηλαδή την αγορά μετοχών μετά από «παραστάσεις» για εισαγωγή των τίτλων του ΧΑΚ. Παρέλειψε όμως να εξετάσει τη δεύτερη μέθοδο που προέβλεπε το εδάφιο
(1), δηλαδή την αγορά μετοχών με «προοπτική» την εισαγωγή τους στο ΧΑΚ. Επίσης παρέλειψε να στρέψει την προσοχή της στην άλλη διαζευκτική μέθοδο που προβλέπει το ίδιο άρθρο 58
(3)(β), δηλαδή την αγορά μετοχών «άλλως πως». Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα είναι δεδομένο ότι αδιαμφισβήτητα πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις του άρθρου, συγκεκριμένα ότι: (α) Η εναγόμενη είναι Εταιρεία σύμφωνα με το Νόμο. (β) Ο Ενάγοντας αγόρασε 13,333 μετοχές και 13 ιδρυτικές της εναγομένης, Τεκμήρια 3 και 4, αντίστοιχα. (γ) Ο Ενάγοντας στις 13.4.00 πλήρωσε ΛΚ10.000 για τις μετοχές που αγόρασε. (δ) Η εναγομένη υπέβαλε αίτηση στο ΧΑΚ στις 14.6.00 η οποία δεν εγκρίθηκε εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής της και ο ενάγοντας υπέβαλε γραπτό αίτημα για επιστροφή των χρημάτων του, Τεκμήριο
- Απομένει να εξεταστεί κατά πόσο η αγορά έγινε είτε με προοπτική την ένταξη της Εταιρείας είτε με παραστάσεις ένταξης της Εταιρείας ή άλλως πως. Έχω την άποψη ότι η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο έγιναν παραστάσεις είναι θετική. Ο όρος «παράσταση» (representation) έχει ερμηνευτεί στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 31 (επανέκδοση), παρα. 703, σελίδα 456, ως ακολούθως: «A representation is a statement made by a representor to a representee and relating by way to affirmation, denial, description or otherwise to a matter of fact. The statement may be oral or in writting or arise by implication from words or conduct». Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ενάγοντα ο διευθυντής της εναγομένης παρέστησε προφορικά στον ενάγοντα ότι η ένταξη της Εταιρείας θα ήταν άμεση και η μετοχή της επικερδής. Περαιτέρω στα Τεκμήρια 13 και 14 υπάρχουν ξεκάθαρες παραστάσεις για την πρόθεση της Εταιρείας να ενταχθεί στο ΧΑΚ εντός του έτους 2000 ενώ στα Τεκμήρια 15 και 17 για την πορεία της προς την ένταξη. Θεωρώ, περαιτέρω πως και στο Τεκμήριο 10 υπάρχουν ξεκάθαρες παραστάσεις για ένταξη της Εταιρείας. Το περιεχόμενο των προφορικών παραστάσεων που έγιναν από το ΜΥ1 ταυτίζεται με αυτό των παραστάσεων που αναφέρονται στα Τεκμήρια. Το ότι ο ΜΥ1 παρουσιάστηκε στον ενάγοντα ως Πρόεδρος της εναγομένης και το ότι είναι διευθυντής της εναγομένης δεν αμφισβητήθηκε ούτε και υπεβλήθηκε στον ME1 ότι ο ΜΥ1 δεν είχε εξουσιοδοτηθεί από την Εταιρεία. Παραταύτα, ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι ο ενάγοντας όφειλε να αποδείξει ότι είχε την εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης να προβεί σε παραστάσεις. Αδυνατώ να δω γιατί η απόδειξη ύπαρξης τέτοιας εξουσιοδότησης ήταν αναγκαία. Καταρχήν δεν έχει τεθεί τίποτε ενώπιον μου που να υποδηλεί ότι ο ΜΥ1 δεν ενεργούσε εκ μέρους της Εταιρείας ή ότι ενεργούσε καθ΄ υπέρβαση εξουσιών. Είναι δε προφανές ότι όσα ανέφερε ο ΜΥ1 στον ενάγοντα ταυτίζονται πλήρως με τις δημοσιευμένες θέσεις της Εταιρείας, τόσο στο ενημερωτικό δελτίο όσο και στα Τεκμήρια 13,14,15,
- Θεωρώ ότι οι ενέργειες του ΜΥ1 δεσμεύουν την εναγομένη. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Σ.Π.Ε Παλλουριώτισσας και Nicosia Palace Hotel Co Ltd,
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 722, στην οποία εφαρμόστηκε ο κανόνας στην απόφαση Royal British Bank v. Turquand (1843 - 1860 All E.R. Rep. 435): «Ένα πρόσωπο που συναλλάττεται με μια Εταιρεία δεν έχει υποχρέωση να διερευνά και να βεβαιώνεται ότι οι εσωτερικές διαδικασίες έχουν ακολουθηθεί κανονικά. Αντίθετα μπορεί να βασισθεί στον κανόνα ότι όλα έγιναν σωστά και νομότυπα. (Omnia praesumuntur rite et solemniter esse acta). (Βλ. Palmers "Company Law" 21η Έκδοση, σελ. 245). Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Lord Simons στην υπόθεση Morris v. Kanssen [1946] 1 All E.R. 586
(592), «...persons contracting with a company and dealing in good faith may assume that acts within its constitution and powers have been properly and duly performed and are not bound to inquire whether acts of internal management have been regular.»» Επαναλαμβάνω πως δεν έχει προσφερθεί οποιουδήποτε είδους μαρτυρία που να μην επιτρέπει την εφαρμογή του κανόνα. Δεν θεωρώ ότι το γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν διάβασε ή επιθεώρησε το ενημερωτικό δελτίο διαφοροποιεί οτιδήποτε. Θετική κρίνω πως είναι επίσης και η απάντηση στο κατα πόσο η αγορά των μετοχών έγινε με προοπτική της ένταξης της Εταιρείας στο ΧΑΚ. Στην υπόθεση Τρύφωνος και Investylia Ltd (πιο πάνω) κρίθηκε ότι η αγορά έγινε είτε με προοπτική την ένταξη της Εταιρείας ή άλλως πως. Εκεί κρίθηκε ότι από τις δηλώσεις που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο, Τεκμήριο 10, στο σύνολο τους, προκύπτει, αδιαμφισβήτητα η πρόθεση της Εταιρείας να εισαχθεί στο ΧΑΚ. Γι' αυτό εξάλλου υπέβαλε και σχετική αίτηση εισδοχής. Η συγκεκριμένη δήλωση του Τεκμηρίου 10, που παραθέτω πιο πάνω, επιβεβαιώνει την πρόθεση της Εταιρείας να ενταχθεί στο ΧΑΚ. Υιοθετήθηκε δε η προσέγγιση στην υπόθεση Investylia Ltd v. Ταμπούρη
(2006)1 ΑΑΔ 1325 στην οποία η φράση «σε εύθετο χρόνο» θεωρήθηκε ότι φανέρωνε σαφή πρόθεση για ένταξη. Τα πιο πάνω ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, όπως και στην Τρύφωνος η πρόθεση της Εταιρείας για εισαγωγή στο ΧΑΚ, φαίνεται και από το γεγονός ότι ενώ δημοσιεύτηκε ο τροποποιητικός Νόμος 42/00 στις 7.4.2000, ο οποίος υποχρέωνε τις εταιρείες να υποβάλουν αίτηση μέσα στην προθεσμία που προέβλεπε ο Νόμος ή να επιστρέψουν τα χρήματα που εισέπραξαν, η Εταιρεία προχώρησε και καταχώρησε αίτηση για εισαγωγή στο ΧΑΚ. Στις σελίδες 14-15 της Τρύφωνος, πιο πάνω το Δικαστήριο είπε, επιπρόσθετα, τα ακόλουθα: «Πέμπτον, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd. v. Νίκου Μιχαηλίδη
(2006)1 ΑΑΔ 691, 698: «Το άρθρο 58Α
(3)(β) δεν προϋποθέτει την απόδειξη «παραστάσεων εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ». Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έγινε νόμιμη πληρωμή και είσπραξη των χρημάτων, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 58Α
(1)(α)-(γ) είτε με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων στο ΧΑΚ είτε άλλως πως. ............................ Η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 58Α
(3)(β) συνιστά αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου.» .............................. Με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, η Εταιρεία εξέδωσε Ενημερωτικό Δελτίο προς το κοινό γενικά, πριν την αγορά των μετοχών. Η έκδοση του Ενημερωτικού Δελτίου στις 27.3.2000, ήταν με προοπτική την εισαγωγή της Εταιρείας στο ΧΑΚ. Αυτό δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί από την Εταιρεία, ανεξάρτητα αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Εφεσείων δήλωσε ότι το περιεχόμενο του Ενημερωτικού Δελτίου, δεν περιήλθε σε γνώση του.» Τα πιο πάνω εφαρμόζονται και στην παρούσα. Πρόκειται για το ίδιο ενημερωτικό δελτίο το οποίο εκδόθηκε με προοπτική της εισαγωγής της Εταιρείας στο ΧΑΚ. Στοιχειοθετείται λοιπόν και εδώ η προοπτική ένταξης της Εταιρείας. Όσον αφορά τη διάζευξη «άλλως πως» αυτή είναι τόσο πλατειά που αναμφίβολα καλύπτει και τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω τις θέσεις της υπεράσπισης που δεν έχουν ήδη απαντηθεί. Αναφορικά με την εισήγηση ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της απαίτησης του ενάγοντα αναφέρω ότι ο χρόνος αποστολής της επιστολής για επιστροφή χρημάτων δεν είναι σχετικός με το αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο δημιουργείται με την πάροδο τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής αίτησης για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ (βλ. Investylia Ltd and Livadhiotis Bros Investments Ltd (πιο πάνω). Πέραν τούτου η συνήγορος υπεράσπισης δεν έχει τεκμηριώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο επηρεασμό της υπεράσπισης της που να οφείλεται στο χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της αγοράς των μετοχών και της ημερομηνίας της επιστολής για επιστροφή χρημάτων. Όσον αφορά τα περί αντικειμενικής αδυναμίας εφαρμογής του άρθρου 58Α
(3)(β) αναφέρω ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί ότι ήταν αδύνατο να εγκριθεί η αίτηση μιας εταιρείας εντός τριών μηνών ως εισηγήθηκε η εναγομένη. Εν πάση όμως περιπτώσει ο Νόμος δεν επέβαλλε την εισαγωγή μιας εταιρείας στο ΧΑΚ εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της αίτησης της αλλά την επιστροφή του ανταλλάγματος στον αγοραστή. Η μη εκπλήρωση της απορρέουσας από το Νόμο υποχρεώσης της εταιρείας για επιστροφή των λεφτών ήταν δική της επιλογή αφού η Γενική Συνέλευση των μετόχων καταψήφισε την πρόταση για επιστροφή των χρημάτων στους επενδυτές (βλ. Anaptixis Group Ltd, πιο πάνω). Τα περί σωρευτικότητας του Ν42(Ι)/00 έχουν τεθεί γενικά. Δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί κατά πόσο η θέση αυτή αναφέρεται σε αντισυνταγματικότητα και αν ναι, ποιές ρητές πρόνοιες του Συντάγματος παραβιάζονται. Υπό αυτές τις συνθήκες το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει θέμα αντισυνταγματικότητας εικοτολογώντας ως προς το τι έχει στο μυαλό της η εναγομένη. Προβλήθηκε η θέση ότι οι πρόνοιες του Ν42(Ι)/00 συγκρούονται με τα άρθρα 43 και 44 του Κεφ 113 αφού έμμεσα υποχρεώνουν την εναγομένη να έχει το εκδοθέν της κεφάλαιο σε ρευστό για επιστροφή μη τηρώντας έτσι τη δέσμευση που περιέχεται στην πρόσκληση για εγγραφή ότι το προϊόν της έκδοσης θα χρησιμοποιηθεί άμεσα για εξαγορά εταιρειών. Θεωρώ ότι το θέμα δεν χρειάζεται να απασχολήσει το παρών Δικαστήριο αφού αφορά τον τρόπο επιστροφής των χρημάτων. Η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να βρει τον κατάλληλο τρόπο να συμμορφωθεί, προς τη δικαστική απόφαση, αφήνοντας κατά μέρος ισχυρισμούς για σύγκρουση Νόμων (βλ. Anaptixis Group Ltd v. Νίκου Μιχαηλίδη, πιο πάνω). Στην πιο πάνω απόφαση αναφέρθηκαν επίσης στη σελίδα 10, τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 58Α
(3)(β) συνιστά αυτοτελή υποχρέωση η οποία δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου». Τα πιο πάνω απαντούν και το επιχείρημα της συνηγόρου της εναγομένης ότι ο ενάγοντας δεν απέδειξε με ποιό τρόπο μπορούσε να του επιστρέψει τα χρήματα της επένδυσης του και να πάρει πίσω δικές της μετοχές χωρίς επηρεασμό του Κεφ. 113, αφού συνεπάγεται μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας. Παρόμοιος ισχυρισμός είχε προβληθεί στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd (πιο πάνω). Η υποχρέωση επιστροφής χρημάτων, όπως έχει αποσαφηνιστεί από τη νομολογία, δεν συναρτάται με τη διαδικασία μείωσης του κεφαλαίου της Εταιρείας. Η συνήγορος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι τα επίμαχα άρθρα του Ν42(Ι)/00 παραβιάζουν τη δεύτερη Κοινοτική Οδηγία 77/91/ΕΟΚ και το Ν.70(Ι)/03αλλά και τον εναρμονιστικό Νόμο με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο αρ. 135(Ι)/00. Συνεπώς η δεύτερη νομοθεσία πρέπει να υπερισχύσει. Πιστεύω ότι και πάλι το θέμα δεν μπορεί να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση αφού η εν λόγω οδηγία ενσωματώθηκε στον περί Εταιρειών Νόμο με τον Τροποποιητικό Νόμο 70
(1)/2003 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδικης διαφοράς και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Παραπέμπω και πάλι στην υπόθεση Anaptixis Group Ltd (ανωτέρω). Έχει επίσης εγερθεί θέμα κατά πόσο οι επίδικες νομοθετικές διατάξεις δημιουργούν διάκριση ανάμεσα στους μετόχους της εναγομένης τους οποίους η συνήγορος χωρίζει σε «προνομιούχους» και «μη προνομιούχους». Δεν συμφωνώ με την εισήγηση ότι η εφαρμογή των διατάξεων του Ν.42(Ι)/00 δημιουργεί δύο τάξεις μετόχων. Εκείνο το οποίο απλώς επιτρέπει ο Νόμος είναι την έξοδο κάποιου επενδυτή από μια Εταιρεία στην οποία επιδίωξε να συμμετάσχει λόγω της προοπτικής ένταξης της μετοχής στο ΧΑΚ ή οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε σε χρονικό διάστημα τριών μηνών. Η συνήγορος της εναγομένης έχει εισηγηθεί ότι οι πρόνοιες του άρθρου 58Α 3(β) και 3
(3)παραβιάζουν τις διατάξεις των άρθρων 6,21,23,25,26,28,33 και 35 του Συντάγματος καθώς και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και τα άρθρα 11
(2), 14 και 17 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Εισηγήθηκε επίσης ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, όπως αυτό κυρώθηκε με το Νόμο 52/
- Τα πιο πάνω θέματα έχουν εγερθεί κατ' επανάληψη και έχει αποφασιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι οι πιο πάνω πρόνοιες του Ν.42(Ι)/00 δεν προσκρούουν ή είναι αντίθετες με τις πρόνοιες οποιουδήποτε από τα πιο πάνω άρθρα του Συντάγματος. Σε δύο μάλιστα υποθέσεις εμπλέκετο η εναγομένη. Η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Investylia Ltd v. Σ. Ταμπούρη, (πιο πάνω) έχει συνοψίσει, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της εναγομένης για αντισυνταγματικότητα, την ισχύουσα θέση. Έχοντας υπόψη τη γενικότητα της επιχειρηματολογίας που στηρίζει την εισήγηση για παραβίαση της αρχής της διάκρισης των Εξουσιών δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ σε εξέταση της. Όσον αφορά την εισήγηση περί παραβίασης των πιο πάνω άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου θεωρώ ότι δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στα θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. Με τα πιο πάνω δεδομένα θεωρώ ότι έχει αποδειχθεί η πρώτη βάση αγωγής και ότι η εναγομένη είχε υποχρέωση να επιστρέψει μέσα σε δέκα μέρες από τη λήψη της επιστολής τα χρήματα που είσπραξε μαζί με τον προβλεπόμενο από το άρθρο τόκο. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι δεν είναι σκόπιμο να εξετάσω την εναλλακτική αιτία αγωγής. Εκδίδεται λοιπόν απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης για ποσό €17,086 (ΛΚ10.000) πλέον τόκο προς 6% ετησίως υπολογιζόμενο απο την ημερομηνία που υποβλήθηκε η αίτηση για εισαγωγή των τίτλων στο ΧΑΚ, δηλαδή 14.6.
- Νοείται ότι ο ενάγοντας ταυτόχρονα με την εξόφληση του ποσού, θα είναι υπόχρεος, όπως ο Νόμος ορίζει να επιστρέψει στην εναγομένη τους τίτλους που του έχουν εκδοθεί. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ...................................................... (Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ . , cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο