← Κύπρος

Ανέλλη Φιλίππου ν. Γεώργιος Μ. Κασής κ.α., Αρ. Αγωγής: 1601/2005, 2 Δεκεμβρίου, 2008

Ανέλλη Φιλίππου ν. Γεώργιος Μ. Κασής κ.α., Αρ. Αγωγής: 1601/2005, 2 Δεκεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A109 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1601/2005 Μεταξύ: Ανέλλη Φιλίππου Ενάγουσα - Αιτήτρια και

  1. Γεώργιος Μ. Κασής
  2. Αντώνης Κυριάκου Εναγομένων - Καθ΄ών η Αίτηση ---------------------------------------- Ημερομηνία: 2 Δεκεμβρίου, 2008 Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κ. Μυλωνάς γι΄αυτόν κα Ραφαήλ Για εναγόμενο 1 - καθ΄ού η αίτηση : κ. Χ. Κυριακίδης με τον κ. Συμεού Ενδιάμεση απόφαση (σε αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης) Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη το όχημα της συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Η αγωγή στρεφόταν εναντίον δύο εναγομένων αλλά την ίδια ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση η παρούσα αίτηση η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον του εναγομένου
  3. Επομένως η παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκεται η τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως επηρεάζει πλέον μόνο τον εναγόμενο 1 ο οποίος ενίσταται στην τροποποίηση. Οι τροποποιήσεις τις οποίες επιδιώκει η πλευρά της ενάγουσας είναι οι ακόλουθες: (α) Της παραγράφου 2 της Έκθεσης Απαιτήσεως έτσι που να διαβάζεται ως ακολούθως: ¨Κατά ή περί την 22.01.2004 το όχημα οδηγείτο από τον τότε σύζυγο της Ενάγουσας Ερμή Χριστοδούλου στην Λεωφόρο Αρτέμιδος στη Λάρνακα με κατεύθυνση από το αεροδρόμιο Λάρνακας προς το παλαιό Γ.Σ.Ζ. Στη συμβολή της Λεωφόρου Αρτέμιδος με την οδό Κοτζιά Τεπέ, η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας, ο ρηθείς Ερμής Χριστοδούλου σταμάτησε το όχημα του πίσω από άλλο όχημα, κτυπώντας το ελαφρά στο πίσω μέρος καθώς προπορευόμενα οχήματα σταμάτησαν στη συμβολή, ενώ στα φώτα τροχαίας αναβόσβηνε ο κίτρινος φωτεινός σηματοδότης. Ο εναγόμενος 1, ο οποίος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΤΑ 492 με την ίδια κατεύθυνση, δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι το προπορευόμενο αυτού μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΗΧ 921, που οδηγούσε ο εναγόμενος 2 είχε σταματήσει με αποτέλεσμα να συγκρουστεί στο πίσω μέρος του. Ακολούθως, ο εναγόμενος 2, εξαιτίας της σύγκρουσης, κινήθηκε μπροστά και συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του προπορευόμενου αυτού οχήματος με αριθμό εγγραφής ΕΧΜ
  4. Από τη σύγκρουση, το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΧΜ 897 κινήθηκε μπροστά και συγκρούστηκε στο πίσω μέρος του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής ΗΤΡ 413, το οποίο είχε κι΄αυτό σταματήσει. Από τη σύγκρουση, το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΤΡ 413, κινήθηκε μπροστά και συγκρούστηκε με το πίσω μέρος του Οχήματος¨. (β) Τροποποίηση των λεπτομερειών αμέλειας και/ ή παράβασης νόμιμων καθηκόντων του εναγομένου 1, της παραγράφου 3 της Εκθέσεως Απαιτήσεως δια της αντικατάστασης των παραγράφων (Δ), (ΣΤ) και (Ζ) με τις νέες παραγράφους (Δ), (ΣΤ) και (Ζ) και δια της προσθήκης της παραγράφου (Η) μετά την παράγραφο (Ζ). (Δ) Παρέλειψε και/ ή απέτυχε να αντιληφθεί το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΗΧ 421 που ήταν σταματημένο και/ή ότι στη συμβολή της Λεωφόρου Αρτέμιδος με την οδό Κοτζιά Τεπέ όλα τα προπορευόμενα οχήματα είχαν σταματήσει και/ ή ότι στα φώτα τροχαίας αναβόσβηνε ο κίτρινος φωτεινός σηματοδότης, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την αλυσιδωτή σύγκρουση των οχημάτων, ως περιγράφεται ανωτέρω. (ΣΤ) Προσέκρουσε με το όχημα που οδηγούσε στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΗΧ 421, το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια σειρά από συγκρούσεις οχημάτων όπως περιγράφεται ανωτέρω. (Ζ) Παρέλειψε και/ ή απέτυχε να προβεί σε οποιοδήποτε ελιγμό, διά να αποφύγει τη σύγκρουση με το πίσω μέρος του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΗΗΧ
  5. (Η) Οδηγούσε το όχημα του χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον βρεγμένο δρόμο και την ολισθηρότητα του. (γ) Διάταγμα με ο οποίο να διαγράφονται από τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγομένου 2 της παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης οι παράγραφοι (Α,Β,Γ,ΣΤ, και Ζ). Στην ένορκο δήλωση του οδηγού του οχήματος της ενάγουσας και πρώην συζύγου της, εξηγείται ότι τροποποίηση κρίνεται αναγκαία μετά από διαπίστωση λάθους, όπως είχε καταγραφεί από τον αστυνομικό - εξεταστή του δυστυχήματος στην αστυνομική έκθεση. Αυτό διαπιστώθηκε για πρώτη φορά όταν η υπόθεση ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου ορισμένη για ακρόαση την τελευταία φορά και πριν αρχίσει η ακρόαση της ο αστυνομικός - εξεταστής του δυστυχήματος διαπίστωσε και επεσήμανε την ύπαρξη του λάθους στην αστυνομική έκθεση. Σε αυτή είχε βασιστεί ο δικηγόρος της ενάγουσας για να συντάξει την αγωγή της. Η τροποποίηση είναι αναγκαία έτσι ώστε τα γεγονότα όπως εκτίθενται στην έκθεση απαιτήσεως να συνάδουν με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και για να μπορέσει η ενάγουσα να προσκομίσει την κατάλληλη μαρτυρία προς απόδειξη των απαιτήσεων της αλλά και για να αποκτήσει το Δικαστήριο πλήρη γνώση της υπόθεσης και να εκδώσει απόφαση κατά τρόπο ορθό και δίκαιο. Σε αντίθετη περίπτωση η ενάγουσα θα υποστεί ζημιά και αδικία, ενώ ο εναγόμενος 1 δεν θα πάθει καμιά ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Ο εναγόμενος 1 με την ένσταση του υποστηρίζει ότι: Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει ανάγκη προσθήκης νέων διαδίκων και διεύρυνση των επιδίκων θεμάτων, η οποία εν προκειμένω: (α) θα εκτροχιάσει τη δίκη από την προδιαγεγραμμένη πορεία της, (β) θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα και (γ) θα θέσει τον εναγόμενο 1 σε δυσμενή ή / και προβληματική δικονομική θέση ή/ και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη δυσχέρεια ή /και βλάβη στα δικονομικά ή /και ουσιαστικά δικαιώματα του εναγομένου στην υφιστάμενη διαδικασία κατά τρόπο που δεν συνάδει με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και την ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων του εναγομένου. Η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και χωρίς οιαδήποτε βάσιμη ή/ και αληθοφανή αιτιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αφού οι ζητούμενοι να προστεθούν με την αίτηση ισχυρισμοί ήσαν γνωστοί στην άλλη πλευρά σε προγενέστερο στάδιο. Θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση υποβαθμίζοντας την επιταγή για δίκη εντός εύλογου χρόνου και τέλος ότι τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογούν την εξαιτούμενη θεραπεία. Η ειδοποίηση περί της πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του ασκούμενου δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του εναγομένου 1 κ Ζ. Συμεού ο οποίος πλην της διαφωνίας του με τη θεραπεία που επιζητά η ενάγουσα και με τα γεγονότα που προβάλλει προς υποστήριξης της, επαναλαμβάνει στην ουσία τους ίδιους ισχυρισμούς όπως αυτοί προβάλλονται και στο σώμα της αίτησης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους στην ουσία ανέπτυξαν και υποστήριξαν τα προβαλλόμενα στην αίτηση και ένσταση όπως τα κατέγραψα πιο πάνω υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τις θέσεις της με αναφορά σε αρχές της νομολογίας και σε σχετικές αυθεντίες. Η νομική πτυχή της τροποποίησης δικογράφου: Η αίτηση βασίζεται στους Θ. 1,2 και 5 της Δ.25 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: Η Διαταγή 25 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: " The court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties" Σε μετάφραση: ¨Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων¨. Προκύπτει από τον πιο πάνω θεσμό αλλά και όπως η νομολογία μας φανερώνει ως γενική αρχή ότι η τροποποίηση των δικογράφων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας έχουν αναλυθεί εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Φοινιώτη v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.

(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) σελ. 33 συνοψίστηκαν ως ακολούθως οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε):
  1. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη¨. Σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλoυ v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 934, η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιστάσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Χρίστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 σελ. 707). Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. σελ. 560 γίνεται μια διευκρίνηση ή θα μπορούσε να πει κάποιος, περιορισμός της πιο πάνω γενικότητας με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή. Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποιήσεων δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται με αναφορά μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης, που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών. Αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση. Επομένως στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου πιο πάνω) Σε σχέση με την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ε.Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26: ¨Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης¨. Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι διαφαίνεται ως θεμελιακή αρχή από τις διάφορες αποφάσεις ότι η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε στάδιο όταν αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών, εκτός στις περιπτώσεις που είτε επέρχεται βλάβη στην αντίδικη πλευρά ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. (Βλέπε επίσης τις υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 11). Σε σχέση επίσης με το ζήτημα της καθυστέρησης, στην υπόθεση Kallice Holdings Co. Ltd v. M.T.R. Metals (overseas) Ltd Αγωγή Ναυτοδικείου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 162, στην οποία το αίτημα αφορούσε τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, τονίστηκε ότι η καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Στην απόρριψη της αίτησης λήφθηκε υπόψη και το ότι δεν δόθηκε εξήγηση για το λόγο που η προτεινόμενη υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, τους λόγους που υποστηρίζουν το αίτημα και της ένστασης στην έγκρισή του όπως επίσης και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έγκριση του αιτήματος. Θα αρχίσω με την εξέταση των λόγων ένστασης από τον παράγοντα της καθυστέρησης. Συμφωνώ με τον δικηγόρο του Καθ΄ού η Αίτηση ότι το στάδιο που εγείρεται το θέμα της τροποποίησης είναι προχωρημένο αφού τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν, όπως μπορώ να διαπιστώσω από το φάκελο της δικογραφίας ήδη από τις 26.09.2006 όταν καταχωρήθηκε η απάντηση στην υπεράσπιση του εναγομένου 1 και στη συνέχεια έκτοτε, ορίστηκε η υπόθεση για ακρόαση επανειλημμένως, πέρασαν δηλαδή περισσότερα από δύο χρόνια αφότου έχουν κλείσει τα δικόγραφα. Η καθυστέρηση όμως, όπως επιτάσσει η νομολογία μας είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ακόμα και εάν το Δικαστήριο καταλήγει στη πιο πάνω διαπίστωση, ότι δηλαδή υπάρχει καθυστέρηση, αυτή από μόνη της δεν πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη (βλ. Astor Manufacturing (πιο πάνω σελ. 730, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 44) καθώς ο παράγοντας της καθυστέρησης συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος για τη σωστή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης τη Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P.Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426). Στη προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι δεν υπάρχει εκτροχιασμός της δίκης και με την αιτούμενη τροποποίηση δεν διακυβεύονται τα θέσμια και τα δικαιώματα του εναγομένου 1 με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ή εν πάση περιπτώσει δεν είναι πιο ουσιαστικά από αυτά που θα διακυβεύονταν εάν δεν επιτρεπόταν η τροποποίηση. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι αντιλήφθηκε την αναγκαιότητα της τροποποίησης κατά τη διάρκεια της συζήτησης που έγινε όταν ήταν την τελευταία φορά ορισμένη για ακρόαση. Είχε διαπιστωθεί για πρώτη φορά κάποιο λάθος επί της αστυνομικής έκθεσης που είχε συντάξει ο αστυνομικός που είχε διερευνήσει το δυστύχημα. Σημειώνω ότι ήταν ο λόγος που στηρίχθηκε αίτημα αναβολής της ακρόασης που υποβλήθηκε από την πλευρά της ενάγουσας με σκοπό να υποβάλει την αίτηση για τροποποίηση. Η αίτηση υποβλήθηκε αμέσως τις επόμενες ημέρες. Επομένως δίδεται δικαιολογία για την καθυστέρηση της υποβολής του αιτήματος και πως προέκυψε το όλο ζήτημα και η αναγκαιότητα υποβολής του. Όπως αποφασίστηκε στην Ιωάννης Νικολάου και Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)Π.Ε. Αρ. 96/2006 με ημερομηνία 27.07.2007 σελ. 3: ¨Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων¨ και στη συνέχεια της ίδιας απόφασης στη σελ. 5: ¨Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για τα έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση.¨ Καταλήγω ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε δεν μπορεί να αναχθεί σε βαθμό που να αντιβαίνει τις πρόνοιες του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος ως προς το δικαίωμα του εναγομένου 1 να εκδικασθεί σύντομα η διαφορά του με τον ενάγοντα, αλλά ούτε και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε και συντρέχει περίπτωση κακοπιστίας εκ μέρους του ενάγοντος εφόσον εξηγεί με σαφήνεια την αναγκαιότητα που του επέβαλε να προβεί σε αυτό το διάβημα που δεν είναι άλλη από την διαπίστωση του λάθους στην αστυνομική έκθεση, λάθος το οποίο παρέσυρε την πλευρά της ενάγουσας να προβάλει λανθασμένα τον σχετικό ισχυρισμό αν και κατά την άποψη μου με επίδειξη επιμέλειας κατά τη συνέντευξη με τον οδηγό του οχήματος της ενάγουσας ή σε σύγκριση της με το σχετικό σχεδιαγράφημα της σκηνής, που όπως αναφέρθηκε είναι ορθό, θα μπορούσε κατά πάσα πιθανότητα να επισημαινόταν το λάθος της έκθεσης πριν την καταχώρηση της αγωγής. Σε σχέση με τον ισχυρισμό στην ένσταση ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα προκαλέσει ανάγκη προσθήκης νέων διαδίκων και διεύρυνση των επιδίκων θεμάτων στην World Tide Shipping Corporation of Liberia v. Vassiliko Cement Work Ltd
(1988)1 C.L.R. 488 όπου βέβαια η ένσταση είχε εστιαστεί στο ότι οι επιζητούμενες τροποποιήσεις δεν περιλαμβάνονταν στην οπισθογράφηση, αποφασίστηκε κατά ανάλογο τρόπο που κατά την άποψη μου ισχύει και με την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως ότι ο ενάγοντας μπορεί να αλλάξει, μετατρέψει ή επεκτείνει την αρχική του απαίτηση σε οποιοδήποτε βαθμό και να αξιώνει περαιτέρω ή άλλη θεραπεία χωρίς τροποποίηση του κλητηρίου νοουμένου ότι δεν αλλάζει τελείως την αιτία της αγωγής όπως εκτίθεται στην οπισθογράφηση και δεν εισάγει μια νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής η οποία δεν θα μπορεί ευχερώς να εκδικασθεί μαζί με την αρχική απαίτηση. Η βάση της αγωγής είναι ο καταλογισμός αμέλειας στον εναγόμενο 1 συνεπεία της οποίας προκλήθηκε ζημιά στην ενάγουσα. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν την διαφοροποιεί, ίσως να την διευρύνει με τη προσθήκη ή καλύτερα την διόρθωση των γεγονότων και ισχυρισμών. Δεν διακρίνεται κακοπιστία ή ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη ή ότι θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα ΄ότι θα εκτροχιάσει τη δίκη, επιδιώκεται όπως τα γεγονότα της υπόθεσης τεθούν στην ορθή τους βάση και διάσταση και πρόκειται για ανάγκη που προέκυψε μόλις πρόσφατα όπως έχει εξηγηθεί πιο πάνω όπως δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο ισχυρισμός ότι εάν επιτραπεί η τροποποίηση σε αυτό το στάδιο θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον εναγόμενο 1 η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα και ακόμα ότι θα υπάρξει ανάγκη προσθήκης νέων διαδίκων και κατά αυτόν τον τρόπο θα τον θέσει σε δυσμενή δικονομική θέση καθώς έχει παρέλθει η προθεσμία έκδοσης ειδοποιήσεων τριτοδιαδίκου προκαλεί την εξέταση δύο επί μέρους και αποφασιστικής σημασίας θεμάτων. Το πρώτο είναι σε σχέση με τη πάροδο της προθεσμίας έκδοσης ειδοποίησης τριτοδιαδίκου και το δεύτερο της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στον εναγόμενο 1 η οποία θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τον παράγοντα της δυνατότητας κάλυψης της ζημιάς από ασφαλιστική εταιρεία. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα κρίνω αναγκαίο να παραθέσω τη σχετική δικονομική διάταξη. Η Δ. 10 Θ. 1
(2)προνοεί όπως έχει τροποποιηθεί τα ακόλουθα: ¨The Court or a Judge may give leave to issue and serve a " third - party notice" on an ex parte application supported by affidavit, or , where the Court or Judge directs a summons to the plaintiff to be issued, upon the hearing of the summons. Αίτηση για έκδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου υποβάλλεται οποτεδήποτε από την ημερομηνία καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, αλλά το αργότερο πριν την πάροδο ενός μηνός από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης υπεράσπισης¨. Θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας ότι όταν γίνεται αίτηση τροποποίησης και καταχωρείται το τροποποιημένο δικόγραφο, η διαδικασία συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, ως εάν το δικόγραφο καταχωρίστηκε στην αρχή της διαδικασίας. Επομένως ο εναγόμενος, εάν το επιθυμεί θα μπορέσει να ασκήσει το δικαίωμα που του δίδεται από τον Θ.1
(2)της Διαταγής 10 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας και εφόσον βεβαίως ασκήσει αυτό το δικαίωμα του πριν την πάροδο ενός μηνός από την ημερομηνία καταχώρησης της τροποποιημένης Εκθέσεως Υπερασπίσεως (βλ. Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings - Twelfth Edition σελ. 135)*. Η Δ.10 Θ.1
(2)όπως τροποποιήθηκε με τη διαγραφή της φράσης: ¨Η προθεσμία αυτή δεν παρατείνεται¨, σε σχέση με την υποχρέωση καταχώρησης ειδοποίησης τριτοδιαδίκου εντός ενός μηνός από της καταχώρησης της υπεράσπισης, αποσκοπούσε ακριβώς στο να αρθούν οι αδικίες που μπορούσαν να προκληθούν από την απόλυτη εφαρμογή της προθεσμίας που καθοριζόταν. Εξάλλου αυτό τονίζεται και στην απόφαση στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου 1 την Thas Maritime Co. Ltd v. Ρήγα κ.ά
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ. 638, η οποία σημειώνω ότι εξεδόθη πριν την πιο πάνω τροποποίηση του θεσμού και όταν ίσχυε η πιο πάνω πρόνοια, ότι δηλαδή: ¨Οι χρονικές προθεσμίες που καθορίζουν οι δικονομικοί κανόνες έχουν ως απώτερο σκοπό την όσο το δυνατό ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Εκεί όπου η αυστηρή εφαρμογή των χρονικών προθεσμιών μπορεί να αποβεί άδικη για ένα από τους διαδίκους, οι δικονομικοί κανόνες παρέχον την ευχέρεια παράτασης μιας χρονικής προθεσμίας νοουμένου ότι μια τέτοια παράταση είναι δικαιολογημένη κάτω από τις περιστάσεις. ¨ * An amendment of the writ or pleadings made, with or without leave, takes effect, not from the date when the amendment is made, but from the date of the original document which it amended. Thus, an amendment made to the writ dates back to the date of its original issue and the action continues as though the amendment had been inserted from the beginning. As Collins M.R. sad: " The writ as amended becomes the origin of the action, and the claim thereon indorsed is substituted for the claim originally indorsed". Similarly, with pleadings, once the amendment has been allowed and the terms imposed have been complied with, the action continues as though the amendment had been inserted from the beginning. As Hodson L.J. said: " Once Pleadings are amended, what stood before amendment is no longer material before the court and no longer defines the issues at the trial". The fact that the pleading has been amended, will not, moreover, affect the incidence, o subsequent costs, even though the action is decided on the point raised by the amendment". Παραμένει προς εξέταση το δεύτερο ζήτημα, το κατά πόσον δηλαδή εάν επιτραπούν οι τροποποιήσεις η πλευρά του εναγομένου 1 θα υποστεί βλάβη ή /και ζημιά ή /και χειροτέρευση της θέσης του που να μη μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εφόσον το δυστύχημα επισυνέβη στις 22.01.2004 έχει παρέλθει η τριετής προθεσμία με βάση τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου (Ν. 96
(1)/2000) και αυτό σε συνδυασμό με την ανάγκη που θα προκύψει αν επιτραπεί η τροποποίηση της προσθήκης νέων διαδίκων δηλαδή τριτοδιαδίκων οδηγών για επιμερισμό της ευθύνης. Το Άρθρο 22 του νόμου αυτού προνοεί τα ακόλουθα: ¨Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, οποιαδήποτε αγωγή για τους σκοπούς του Νόμου αυτού κατά του αδικοπραγούντα πρέπει να εγείρεται μέσα σε τρία χρόνια από την ημέρα του ατυχήματος¨. Θα πρέπει να γίνει διάκριση της δικονομικής προθεσμίας, η οποία όπως ανέφερα και πιο πάνω μπορεί να παραταθεί ανάλογα με την περίπτωση και υπό κάποιες προϋποθέσεις, από μια προθεσμία που τίθεται από τον νόμο όπως αυτή του Άρθρου
  1. Θα πρέπει επομένως να εξεταστεί ο επηρεασμός των δικαιωμάτων του εναγομένου 1 εάν επιτραπεί η τροποποίηση και εάν η τροποποίηση θα επιφέρει σ΄αυτόν βλάβη η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, όπως εύλογα έθεσε το ζήτημα ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου
  2. Η αγωγή ηγέρθη εντός της πιο πάνω προθεσμίας και μάλιστα αυτή στρεφόταν αρχικά και εναντίον του εναγομένου 2, ακολούθως αποσύρθηκε εναντίον του όπως δηλώθηκε ως διευθετηθείσα. Όπως είχε προσδιοριστεί η ευθύνη με την έκθεση απαιτήσεως της ενάγουσας δεν κρίθηκε σκόπιμο από τον εναγόμενο 1 να ληφθεί κάποιο διαδικαστικό μέτρο εναντίον του εναγομένου 2 όπως είναι αυτό της διαδικασίας της προσεπίκλησης του ως τρτοδιαδίκου. Εάν επιτραπεί η τροποποίηση και κριθεί αναγκαίο όπως γίνει μια τέτοια διαδικασία, όπως έκρινα πιο πάνω δεν θα υπάρχει οποιοδήποτε δικονομικό κώλυμα να γίνει εντός ενός μηνός από της ημερομηνίας καταχώρησης της τροποποιημένης υπεράσπισης. Σε τέτοια περίπτωση δεν διαβλέπω οποιοδήποτε κίνδυνο ότι θα απολέσει ο εναγόμενος 1 οποιοδήποτε δικαίωμα του παρέχει είτε η δικονομία μας είτε ο νόμος. Το ίδιο θα συμβεί και με τα δικαιώματα του τριτοδιάδικου που θα θελήσει να εισαγάγει στη διαδικασία που εν προκειμένω, όπως περιγράφεται το δυστύχημα, δεν θα είναι άλλος από τον πρώην εναγόμενο
  3. Και αυτά έχοντας υπόψη ειδικότερα την υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας του, εάν υπάρχει, να καλύψει ή πληρώσει οποιαδήποτε αποζημίωση που θα καταμεριζόταν σε αυτόν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 22 του πιο πάνω νόμου, λαμβάνοντας βεβαίως πάντοτε υπόψη το γεγονός ότι η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου 2, όπως δηλώθηκε, έχει ήδη διευθετηθεί και αποσύρθηκε η αγωγή εναντίον του. Οτιδήποτε ειπωθεί σε σχέση με τη θέση των δύο άλλων ενεχομένων οδηγών στο δυστύχημα και εάν αυτοί θα κληθούν ενδεχομένως στη διαδικασία θα είναι υποθετικό και δεν είναι του παρόντος να εξεταστεί ούτε και υπάρχουν τα αναγκαία στοιχεία ενώπιον μου που θα καθιστούσαν μια τέτοια εξέταση ευχερή. Το Άρθρο 22 (πιο πάνω) δεν παραγράφει το δικαίωμα άσκησης αγωγής αλλά πρόκειται για προθεσμία που τίθεται σε σχέση με την υποχρέωση του ασφαλιστή να ικανοποιήσει δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον ασφαλισμένου του. Σε σχέση με την τροποποίηση υπό στοιχείο (Γ) της αίτησης, η οποία αφορά τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγομένου 2 αν και αποσύρθηκε η αγωγή εναντίον του και δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά κατά το στάδιο των αγορεύσεων για την περαιτέρω αντιμετώπιση αυτού του αιτητικού, θα επιτρέψω την τροποποίηση για ό, τι μπορεί αυτή να σημαίνει για τον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των ενεχομένων στο δυστύχημα οδηγών και εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου σε σχέση με την τροποποίηση και τον τυχόν επηρεασμό της ευθύνης μεταξύ των ενεχομένων οδηγών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν θα προκαλέσουν στον εναγόμενο 1 ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με την επιδίκαση εξόδων. Η προτεινόμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη για την αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αίτηση εγκρίνεται και προς τούτο εκδίδεται σχετικό διάταγμα για την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως όπως τα αιτητικά υπό στοιχεία Α,Β και Γ της αίτησης. Σε σχέση με τα έξοδα, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητο για τον καθ΄ού η αίτηση να προβάλει ένσταση, γι΄αυτό και δεν μπορώ με βάση τον γενικό κανόνα να τον καταδικάσω στα έξοδα της ακρόασης της αίτησης, όπως μου ζήτησε η ευπαίδευτη συνήγορος που εμφανίστηκε για την αιτήτρια. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και οποιαδήποτε έξοδα χάνονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης (βλ. Χ¨ιωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1454, Κώστας Χαραλάμπους Πιερή
(1999)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 809). Τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της συντάξεως του διατάγματος. Ακολούθως μετά την επίδοση της στους δικηγόρους των εναγομένων σε 7 ημέρες να κατατεθεί τροποποιημένη έκθεση υπερασπίσεως και σε 7 ημέρες από της επιδόσεως αυτής η τροποποιημένη απάντηση. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 2.02.2009. (Υπ.) ....................................................... Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.