← Κύπρος

AZZOPARDI FISHERIES ν. ST FISH LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2413/07, 3.12.2008

AZZOPARDI FISHERIES ν. ST FISH LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2413/07, 3.12.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2413/07 Μεταξύ: AZZOPARDI FISHERIES Εναγόντων Και S.T. FISH LIMITED Εναγομένων _________________ Αίτηση ημερομηνίας 14.5.2008 Ημερομηνία: 3.12.2008 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κα Φακοντή. Για τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Κουμής. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την υπό εξέταση αίτηση τους αξιώνουν τις πιο κάτω θεραπείες: (α) Διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η αντικατάσταση των εναγόντων υπό τον υφιστάμενο τίτλο τους Azzopardi Fisheries, με την ορθή επωνυμία τους ήτοι "Carmel and Tony Azzopardi" εμπορευόμενοι μαζί υπό την εμπορική επωνυμία Azzopardi Fisheries. (β) Διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ως ακολούθως: Δια της διαγραφής της υφιστάμενης παραγράφου 1 και την αντικατάσταση της με την ακόλουθη:

  1. Οι ενάγοντες είναι φυσικά πρόσωπα με κατοικία τη Μάλτα εμπορευόμενοι μαζί υπό την εμπορική επωνυμία Azzopardi Fisheries. Είναι εξουσιοδοτημένοι από το δίκαιο της εν λόγω χώρας να ενάγουν με την επωνυμία των εναγόντων που αναφέρεται στον τίτλο της παρούσας αγωγής και ασχολούνται με την εμπορία ψαριών. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μαρίας Κυριάκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες. Συνοψίζω τους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως της: Πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αγωγής ανταλλάγηκε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των εναγόντων και των εναγομένων (βλ. το τεκμήριο 1 της ενόρκου δηλώσεως). Τόσο στις επιστολές οι οποίες στάληκαν προς τους εναγόμενους όσο και στην καταχωρηθείσα αγωγή, από λάθος του δικηγορικού γραφείου των εναγόντων αναγραφόταν η εμπορική επωνυμία των εναγόντων. Πρόκειται για καλόπιστο λάθος που ενδεχομένως να οφείλεται στο ότι το όνομα Azzopardi Fisheries αναγραφόταν ως λογότυπο σε όλη την αλληλογραφία τους και από κεκτημένη ταχύτητα δεν έγινε αντιληπτό από τον δικηγόρο ο οποίος χειριζόταν την υπόθεση ότι επρόκειτο για την εμπορική επωνυμία των εναγόντων. Το λάθος έγινε αντιληπτό μετά από μελέτη της αίτησης που καταχώρησε ο δικηγόρος των εναγομένων στις 18/3/
  2. Πρόκειται περί σφάλματος στην διατύπωση του ονόματος (misnomer). Οι ενάγοντες είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο και δραστηριοποιούνται με το εν λόγω όνομα εδώ και χρόνια. Εξάλλου οι εναγόμενοι γνωρίζουν ότι είχαν δοσοληψίες με τους ενάγοντες και όχι με οποιαδήποτε άλλη εταιρεία, όπως φαίνεται και από την εκτεθείσα αλληλογραφία. Στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, την οποία καταχώρησε κατόπιν αδείας του δικαστηρίου η κα Κυριάκου αναφέρει ότι κατόπιν επικοινωνίας που είχε ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση με τον δικηγόρο των εναγόντων στη Μάλτα, ο τελευταίος απέστειλε «γνωμάτευση» με την οποία ξεκαθαρίζεται ότι ή "Azzopardi Fisheries" συνιστά εμπορική επωνυμία (trade name) και όχι εταιρικό σχηματισμό. Επίσης δηλώνεται ότι σύμφωνα με το δίκαιο της Μάλτας οι ενάγοντες στη χώρα τους ενάγουν και ενάγονται ως "Carmel και Tony Azzopardi εμπορευόμενοι υπό την επωνυμία Azzopardi Fisheries". Αντίγραφο της υπό αναφορά γνωμάτευσης επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της. Οι εναγόμενοι εναντιώθηκαν στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασής τους προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  3. Οι κατονομαζόμενοι ενάγοντες-αιτητές είναι ανύπαρκτα φυσικά και νομικά πρόσωπα και στερούνται νομικής οντότητας τόσο της καταχώρησης της αγωγής όσο και της προώθησης οποιουδήποτε δικονομικού μέτρου.
  4. Δεν παρέχεται δυνατότητα διάσωσης δικονομικού μέτρου το οποίο είναι εξ υπαρχής άκυρο. Παρέχεται δυνατότητα διάσωσης μόνο όπου η ατέλεια συνεπάγεται αντικανονικότητα και όχι ακυρότητα της διαδικασίας. Η παρούσα αγωγή και η όλη διαδικασία είναι εξ υπαρχής άκυρη.
  5. Οι αιτούμενες θεραπείες δεν υποστηρίζονται από πειστική μαρτυρία για να στηριχθεί το δικαστήριο να βγάλει ασφαλή συμπεράσματα. Περαιτέρω η μαρτυρία είναι αντιφατική μεταξύ των ενόρκων δηλώσεων που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας.
  6. Δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία επειδή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προηγείται χρονολογικά της αιτήσεως.
  7. Η παρούσα αγωγή κατεχωρήθη χωρίς να συνοδεύεται με τύπο διορισμού δικηγόρου και μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί στο δικαστήριο οποιαδήποτε ένορκη δήλωση από τους κατονομαζόμενους ως ενάγοντες που να υποστηρίζεται με πρωτογενή μαρτυρία. Επίσης δεν καταχώρησαν οποιοδήποτε δημόσιο έγγραφο στο δικαστήριο που να αποδεικνύει τη πραγματική τους ταυτότητα.
  8. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις ακόμη και αν επιτραπούν δεν μπορούν να διασώσουν την αγωγή για το λόγο ότι αν αποδειχθεί ότι οι φερόμενοι ενάγοντες είναι εμπορική επωνυμία αυτή είναι παράνομη και αντιβαίνει στο άρθρο 52 του Κεφ. 116 το οποίο απαγορεύει την εγγραφή εμπορικής επωνυμίας στο όνομα 2 φυσικών ή νομικών προσώπων. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγομένων Μιχάλη Μιχαήλ, ο οποίος κατ' ουσίαν υιοθετεί ενόρκως τους λόγους ένστασης. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.7, Δ.9 Θ1-10, Δ.25 Θ1-6, Δ.48 Θ1-9 και Δ.
  9. Η Δ.9 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών προνοεί τα ακόλουθα: «Όπου μια αγωγή εγερθεί στο όνομα λανθασμένου προσώπου σαν Ενάγοντα, ή όπου αμφισβητείται ότι έχει εγερθεί στο όνομα του κατάλληλου Ενάγοντα, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί, αν ικανοποιηθεί ότι έχει εγερθεί από λάθος καλή τη πίστει και ότι είναι αναγκαίο για τη διεκπεραίωση του πραγματικού ζητήματος να γίνει έτσι, μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε άλλο πρόσωπο που αποδέχεται να υποκατασταθεί ή προστεθεί σαν Ενάγοντας, υποκατασταθεί και προστεθεί υπό τοιούτους όρους που θα ήθελε θεωρήσει δίκαιους.» Ο υπό εξέταση θεσμός, ο οποίος αντιστοιχεί στην Δ.16 θ. 2 των παλιών αγγλικών θεσμών (RSC) συζητείται σε σειρά κυπριακών αλλά και αγγλικών αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων Spyropoullos v. Transavia Holland N. v. Amsterdam

(1979)1 C.L.R. 421, Williams and Glyn´s Bank Ltd v. The Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106, Έλληνας κ.ά. v. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 485, Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L
(1999)1 Α.Α.Δ. 1805, Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd
(1948)2 All E.R. 482, Etablissement Bandelot v. R.S. Graham and Co Ltd
(1953)1 All E.R. 149). Η αρχή η οποία προκύπτει από την ως άνω νομολογία είναι ότι η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής είναι επιτρεπτή σε κάθε περίπτωση εφόσον αυτό το οποίο επιδιώκεται με την τροποποίηση είναι η απλή διόρθωση λανθασμένου ονόματος κάποιου από τους διαδίκους (misnomer). Εάν όμως η τροποποίηση καταλήγει στην προσθήκη διαδίκου, τότε δεν θα πρέπει να επιτραπεί. Η ίδια αρχή εφαρμόζεται και στην περίπτωση υποκατάστασης διαδίκου, εφόσον η υποκατάσταση ισοδυναμεί με προσθήκη νέου διαδίκου, στη θέση του διαδίκου που υποκαθίσταται. Στην υπόθεση Alexander Mountain Co v. Rumere Ltd
(1948)2 All ER 144 η αγωγή ηγέρθη επ΄ ονόματι του συνεταιρισμού «Alexander Mountain and Co» ο μοναδικός ιδιοκτήτης του οποίου ήταν κάποιος Alexander Mountain, ο οποίος απεβίωσε πριν την έγερση της αγωγής. Μετά την έγερση της αγωγής υπεβλήθη αίτημα από την χήρα του αποβιώσαντα, η οποία συνέχισε την επιχείρηση κάτω από το ίδιο εμπορικό όνομα, για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και την αντικατάσταση του ενάγοντα συνεταιρισμού με την ίδια, ως διαχειρίστρια του αποβιώσαντα συζύγου της. Πρωτόδικα το αίτημα απερρίφθη. Στην έφεση που ασκήθηκε (βλ. τη σελίδα 482 του ιδίου τόμου) το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι μπορούσε να δοθεί η αιτούμενη άδεια για το λόγο ότι επρόκειτο, όπως κατέληξε, για λανθασμένη περιγραφή ονόματος (misnomer) η οποία δεν μπορούσε να επηρεάσει την ουσία της υπόθεσης (βλ. και την υπόθεση Στέλλα Λάμπρου v. Λάμπρου Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1092). Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προσομοιάζουν κατά την άποψή μου με τα γεγονότα της υπόθεσης W. Hill and Son v. Tannerhill
(1944)L.J.K.B.
  1. Στην ως άνω υπόθεση κάποιο πρόσωπο με το όνομα W. Hill ήγειρε αγωγή εναντίον του εναγόμενου αξιώνοντας αποζημιώσεις για αμέλεια. Αν και δεν είχε κανένα συνεταίρο, ο κ. Hill εμπορεύετο με την επωνυμία "W. Hill and Son". Η αγωγή ηγέρθη επ΄ ονόματι του εμπορικού του οίκου (firm). Η Δ.48 Α. θ.1 των παλιών αγγλικών θεσμών προνοούσε ότι για να ήταν επιτρεπτή η έγερση αγωγής στο όνομα του εμπορικού οίκου θα έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστον δύο ή περισσότεροι συνεταίροι. Συνεπώς ο κ. Hill δεν δικαιούτο να εγείρει την αγωγή στο όνομα του εμπορικού του οίκου, αφού δεν είχε κανένα συνεταίρο και κατ΄ επέκταση δεν δικαιούτο να εμπορεύεται με το ως άνω όνομα. Η αγωγή μπορούσε να εγερθεί μόνο στο δικό του όνομα. Όταν συνειδητοποίησε το λάθος του ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να αντικαταστήσει στον τίτλο της αγωγής το όνομα του συνεταιρισμού, ο οποίος κατ΄ ουσίαν ήταν ανύπαρκτος, με το δικό του όνομα ως ακολούθως «Walter Hill Trading as W. Hill and Son». Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση. Στην έφεση που ασκήθηκε ο συνήγορος του εναγόμενου υποστήριξε ότι η τροποποίηση δεν έπρεπε να είχε επιτραπεί επειδή η αγωγή ήταν εξ υπαρχής άκυρη λόγω του ότι ο ενάγοντας ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο. Το εφετείο αποφάνθηκε ότι επρόκειτο για τυπικό λάθος των συνηγόρων του ενάγοντα και γι΄ αυτό επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Στην απόφαση του αναφέρονται τα πιο κάτω (σε ελεύθερη μετάφραση): «κατά την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος επ΄ ονόματι της «W. Hill and Son» υπήρχε ένα πρόσωπο το οποίο κατ΄ ουσίαν ενδιαφερόταν για την απαίτηση. Αυτό ήταν ο κ. Walter Hill. Η περιγραφή του προσώπου αυτού ως «W. Hill and Son» ήταν, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση λάθος της υπαλλήλου των δικηγόρων του ενάγοντα (mistake by the solicitors clerk). Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι εάν το λάθος αυτό είναι κάτι περισσότερο από τυπικό λάθος. Κατά την άποψή μου δεν είναι. Σύμφωνα με την Δ.48 θ. 1 ένα πρόσωπο, ακόμη και αν διεξάγει επιχειρήσεις με το όνομα ενός οίκου (firm name) δεν μπορεί να εγείρει αγωγή στο όνομα του εμπορικού οίκου, όμως αν ένα φυσικό πρόσωπο εκδώσει το κλητήριο επ΄ ονόματι του, όπως «W. Hill» το γεγονός ότι έχει προσθέσει τις δύο επιπρόσθετες λέξεις «and Son» δεν το εμποδίζει από του να είναι ο πραγματικός ενάγοντας». Όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό το οποίο παρουσίασαν οι ενάγοντες το όνομα "Azzopardi Fisheries» αποτελεί εμπορική επωνυμία. Η κα Κυριάκου στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται για εταιρικό σχηματισμό, όπως λανθασμένα αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης. Κατ΄ επέκταση δεν πρόκειται ούτε για νομικό πρόσωπο. Θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν θα συμφωνούσα με τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως της κας Κυριάκου ότι οι ενάγοντες είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο. Όπως έχω ήδη αναφέρει αυτό ξεκαθαρίζεται στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση. Όμως αυτό το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα από τα όσα αναφέρει η κα Κυριάκου είναι ότι το "Azzopardi" εκτός από εμπορική επωνυμία είναι και το κοινό επίθετο των δύο προσώπων, συγκεκριμένα των Carmel και Tony, τα οποία ζητείται όπως αντικαταστήσουν την εμπορική επωνυμία στον τίτλο της αγωγής. Σύμφωνα με τη βεβαίωση, η οποία επισυνάπτεται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Κυριάκου τα ως άνω πρόσωπα στη χώρα τους διεξάγουν επιχειρήσεις με το εμπορικό όνομα (trade name) "Azzopardi Fisheries". Αξίζει να αναφέρω ότι το έγγραφο το οποίο επισυνάπτεται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Κυριάκου αποτελεί κατά την άποψη μου βεβαίωση (to whom it may concern) και όχι γνωμάτευση, όπως λανθασμένα περιγράφεται στην ένορκη δήλωση. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι τα δύο αυτά πρόσωπα είναι κατ΄ ουσίαν οι μόνοι ενδιαφερόμενοι για την παρούσα αγωγή καθώς και οι πραγματικοί ενάγοντες. Θα συμφωνούσα κατ΄ αρχάς με τη θέση των εναγομένων ότι η αγωγή δεν θα μπορούσε να εγερθεί επ΄ ονόματι της εμπορικής επωνυμίας, όμως όπως έχω ήδη αναφέρει το "Azzopardi" είναι και το επίθετο των δύο φυσικών προσώπων, τα οποία αναμφιβόλως είναι υπαρκτά πρόσωπα. Η προσθήκη στον τίτλο της αγωγής της λέξης "Fisheries" δεν μπορεί να μεταβάλει το γεγονός ότι οι πραγματικοί ενάγοντες είναι οι Carmel και Tony Azzopardi. Κατ΄ επέκταση δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω με τη θέση του συνηγόρου των εναγομένων ότι οι κατονομαζόμενοι ως ενάγοντες είναι ανύπαρκτα πρόσωπα με αποτέλεσμα ολόκληρη η διαδικασία να καθίσταται άκυρη. Έχοντας κατά νου τα όσα περιέγραψα πιο πάνω καταλήγω ότι η έγερση της αγωγής επ΄ ονόματι της εμπορικής επωνυμίας συνιστά λανθασμένη περιγραφή διαδίκου (misnomer). Είναι φανερό ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος του δικηγόρου ο οποίος χειριζόταν την υπόθεση των εναγόντων. Αναμφίβολα η διόρθωση του λάθους δεν θα μπορούσε να επηρεάσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την ουσία της υπόθεσης. Πέραν των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω θα ήθελα ακόμη να προσθέσω ότι καμιά σύγχυση δεν θα μπορούσε να προκληθεί στους εναγόμενους από την ως άνω τροποποίηση. Όπως προκύπτει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, πριν από την έγερση της αγωγής οι συνήγοροι των εναγόντων απέστειλαν προς τους εναγόμενους προειδοποιητική επιστολή ημερομηνίας 30.3.2007 με την οποία, αφού τους ενημέρωναν ότι ενεργούσαν κατ΄ εντολή των πελατών τους «Azzopardi Fisheries» καλούσαν τους εναγόμενους όπως πληρώσουν προς αυτούς το ποσό των €22.064,05 το οποίο οι ενάγοντες διεκδικούσαν εναντίον των εναγομένων ως υπόλοιπο λογαριασμού. Στην απαντητική τους επιστολή ημερομηνίας 4.4.2007 οι εναγόμενοι δεν αρνούνται κατ΄ ουσίαν ότι είχαν εμπορικές συναλλαγές με τους ενάγοντες. Απλά ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν το ως άνω ποσό. Αξίζει να μεταφέρω αυτούσιο το συγκεκριμένο απόσπασμα από την ως άνω επιστολή: «η εταιρεία μας δεν οφείλει το ποσό που οι πελάτες σας ισχυρίζονται και ειδικά το ποσό των €22.064,
  2. Παρακαλούμε όπως μας προμηθεύσετε όλα τα τιμολόγια που οι πελάτες σας ισχυρίζονται ότι η εταιρεία μας οφείλει το πιο πάνω ποσό όπως και κατάσταση λογαριασμού για όλη τη συνεργασία μας». Από το ως άνω απόσπασμα καθίσταται φανερό ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν καμιά αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των προσώπων με τα οποία συναλλάσσονταν. Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης είναι κατά την άποψη μου διαφορετικά από τα γεγονότα της υπόθεσης Davies v. Elsby Brothers Ltd
(1960)3 All E.R. 672. Στην ως άνω υπόθεση ο ενάγοντας μέχρι το 1955 εργοδοτείτο από τον εμπορικό οίκο Elsby Brothers. Κατά το 1955 η εταιρεία Elsby Brothers Ltd ανέλαβε τις επιχειρήσεις του ως άνω εμπορικού οίκου, ο οποίος όμως εξακολούθησε να υφίσταται. Ο ενάγοντας στη συνέχεια εργοδοτήθηκε από την εταιρεία Elsby Brothers Ltd. Στις 20.3.1956 ενεπλάκη σε εργατικό ατύχημα συνεπεία του οποίου τραυματίστηκε. Καταχώρησε αγωγή για αποζημιώσεις εναντίον του ως άνω εμπορικού οίκου. Μετά την καταχώρηση της αγωγής υπέβαλε αίτημα στο Δικαστήριο για τροποποίηση του ονόματος των εναγομένων από Elsby Brothers (a firm) σε Elsby Brothers Ltd. Ας σημειωθεί ότι στην αγωγή δεν αναφερόταν η ημερομηνία του ατυχήματος. Μετά την τροποποίηση του ονόματος οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση για ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε το αίτημα και ακύρωσε το κλητήριο ένταλμα. Στην έφεση που ασκήθηκε εναντίον της απόφασης για ακύρωση της αγωγής το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι επειδή στο κλητήριο ένταλμα δεν αναφερόταν η ημερομηνία του δυστυχήματος ήταν αδύνατο να διακριβωθεί κατά πόσο ο ενάγοντας είχε πρόθεση να εναγάγει τον εμπορικό οίκο ή την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης.. Δεν μπορούσε να διακριβωθεί ποια από τις δύο νομικές οντότητες επιθυμούσε να εναγάγει ο ενάγοντας. Αυτό ήταν μοιραίο για την εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα (βλ. επίσης την υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλατζιάς v. Σπυρούλλα Χαριλάου Χαρικλείδη και άλλων
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). Ένας από τους λόγους ένστασης των εναγομένων είναι ότι ακόμη και αν ήθελε φανεί ότι οι φερόμενοι ως ενάγοντες είναι εμπορική επωνυμία, αυτή είναι «παράνομη» και αντιβαίνει στο άρθρο 52 του Κεφ. 116 για το λόγο ότι η εμπορική επωνυμία δεν μπορεί να εγγραφεί στο όνομα δύο φυσικών ή νομικών προσώπων. Ακόμη και αν αποδεχόμουν τη θέση του κ. Κουμή ότι το άρθρο 52 του Κεφ. 116 δεν επιτρέπει την εγγραφή εμπορικής επωνυμίας στο όνομα περισσοτέρων του ενός προσώπων, εντούτοις δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ τη θέση του ότι πρόκειται για «παράνομη» εμπορική επωνυμία. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ότι το όνομα «Azzopardi Fisheries» είναι εγγεγραμμένο ως εμπορική επωνυμία και, στην περίπτωση που είναι εγγεγραμμένο σε ποιου ή ποιων τα ονόματα είναι καταχωρημένο. Η μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου είναι ότι οι Carmel και Tony Azzopardi εμπορεύονται με την ως άνω επωνυμία. Ούτε καμιά μαρτυρία υπάρχει για το αν κατά το δίκαιο της Μάλτας η εγγραφή εμπορικής επωνυμίας στο όνομα περισσοτέρων του ενός προσώπων δεν είναι επιτρεπτή. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω το Δικαστήριο απορρίπτει τον υπό σχολιασμό λόγο ένστασης. Άλλος λόγος ένστασης των εναγομένων είναι ότι δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία για να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο επειδή η ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση προηγείται χρονολογικά της αιτήσεως. Είναι φανερό ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση φέρει ημερομηνία προγενέστερη της αιτήσεως, συγκεκριμένα υπεγράφη μια μέρα πριν από την ημερομηνία καταχώρησης της υπό εξέτασης αιτήσεως. Όμως το περιεχόμενο της επιβεβαιώνεται στην μεταγενέστερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Κυριάκου. Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε παράβαση της Δ.39 θ. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών για το λόγο ότι η υπό αναφορά ένορκη δήλωση κατεχωρήθη εκκρεμούσης της παρούσας αγωγής. Πιστεύω ότι η υπό εξέταση περίπτωση διαφοροποιείται από την υπόθεση «Αναφορικά με την αίτηση των Stavros Hotel Appartments και άλλων
(1994)1 ΑΑΔ 836». Στην υπόθεση εκείνη η ένορκη δήλωση, στην οποία στηρίχθηκε η αίτηση με βάση την οποία εξεδόθη το προσωρινό διάταγμα υπεγράφη περισσότερο από ένα μήνα πριν την καταχώρηση της αγωγής. Η ένορκη δήλωση περιείχε ισχυρισμούς ως προς ενδεχόμενες επιπτώσεις συναρτημένες προς την πορεία και την κατάληξη αγωγής ανύπαρκτης και εμφάνιζε πρόσωπα ως ενάγοντες και ως εναγόμενους που δεν είχαν αυτή την ιδιότητα κατά την υπογραφή της ενόρκου δηλώσεως. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε προνομιακό ένταλμα με το οποίο ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα, επικαλούμενο ως ένα από τους λόγους για την ακύρωση του το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση στην οποία στηρίχθηκε η αίτηση για έκδοση του προσωρινού διατάγματος υπεγράφη πριν την καταχώρηση της αγωγής, κατ΄ αντίθεση προς την Δ.39 θ. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης είναι εντελώς διαφορετικά από τα γεγονότα της υπόθεσης που έχω προαναφέρει. Κατ΄ επέκταση και αυτός ο λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί. Παντελώς ανεδαφικός κρίνεται και ο λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο η παρούσα αγωγή κατεχωρήθη χωρίς να συνοδεύεται με τύπο διορισμού δικηγόρου και μέχρι σήμερα δεν κατεχωρήθη οποιαδήποτε ένορκη δήλωση από τους ίδιους τους κατονομαζόμενους ως ενάγοντες που να υποστηρίζεται με πρωτογενή μαρτυρία και επιπλέον δεν καταχώρησαν οποιονδήποτε δημόσιο έγγραφο που να αποδεικνύει την πραγματική τους ταυτότητα. Είμαι της άποψης ότι δεν ήταν αναγκαίο να καταχωρηθούν στο Δικαστήριο τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται πιο πάνω. Ειδικά, όσον αφορά τον τύπο διορισμού δικηγόρου θα πρέπει να επισημάνω ότι ενόψει του ότι οι ενάγοντες είναι κάτοικοι εξωτερικού, δεν απαιτείται η καταχώρηση του σχετικού τύπου μαζί με την αγωγή (βλ. την Δ.2 θ. 14 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών). Η αποδοχή του αιτήματος των εναγόντων για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής κατά τον τρόπο που περιγράφω λεπτομερώς πιο πάνω καθιστά αναγκαία και την τροποποίηση της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης έτσι ώστε οι ισχυρισμοί της έκθεσης απαίτησης να συνάδουν με την τροποποίηση των εναγόντων στον τίτλο της αγωγής. Θα πρέπει να τονίσω ότι η τροποποίηση γίνεται στο αρχικό στάδιο της αγωγής, πριν ακόμα καταχωρηθεί η υπεράσπιση των εναγομένων και αναμφίβολα δεν θα μπορούσε να προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη σ΄ αυτούς, η οποία δεν θα μπορούσε να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33). Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν αποδεκτές. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής, ως οι παράγραφοι Α και Β της αιτήσεως και επιπλέον διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης, ως η παράγραφος Γ της αιτήσεως. Όσον αφορά τα έξοδα της αιτήσεως δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - αιτητών και εναντίον των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση. Όμως όσον αφορά τα έξοδα τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση (all costs thrown away) αυτά θα πρέπει να βαρύνουν τους ενάγοντες. Εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της αιτήσεως. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - αιτητών και εναντίον των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση. Τα έξοδα τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών. Όλα τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Όσον αφορά τον χρόνο καταχώρησης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος να ακολουθηθούν οι θεσμοί, οι οποίοι θα ισχύουν από την ημερομηνία συντάξεως του διατάγματος. (Υπ.) ......... Θ. Θωμά, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.