Αθηνούλλα Τταβά ν. Τάσος Νεοφύτου κ.α., Αγωγή αρ. : 1623/05, 10 Δεκεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε. Δ. Αγωγή αρ. : 1623/05 Μεταξύ: Αθηνούλλα Τταβά, από τη Λεμεσό Εναγούσης - και -
- Τάσος Νεοφύτου, από τη Λεμεσό
- Συμβούλιο Αμπελοοινικών Προϊόντων, ως μετονομασθέν το Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων από τη Λεμεσό Εναγομένων Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2008 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κ. Φ. Αποστολίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Γεωργίου) Για τον Εναγομένο αρ. 1: Ο κ. Πολυδώρου για Οικονόμου, Πολυδώρου & Σία (για να ακούσει απόφαση η κα Λαζαρή) Για τους Εναγομένους αρ. 2: Ο κ. Πολυδώρου για Οικονόμου, Πολυδώρου & Σία και για Κώστας Τσιρίδης & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Έναυσμα για την καταχώρηση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο απετέλεσε τροχαίο ατύχημα που επεσυνέβη στις 20.1.
- Τόσο η ενάγουσα όσο και ο εναγόμενος αρ. 1 ήσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπάλληλοι των εναγομένων αρ.
- Στις 22.1.2004, η ενάγουσα ήταν επιβάτης στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΒΕ716 (ιδιοκτησίας των εναγομένων αρ. 2) το οποίο οδηγείτο από τον εναγόμενο αρ.
- Και οι δύο μετέβαιναν στη Λευκωσία για υπηρεσιακούς λόγους. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, ενώ ο εναγόμενος αρ. 1 οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημα κατά μήκος του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού-Λευκωσίας, σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά το 41ο χλμ. έχασε τον έλεγχο του οχήματος, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα το όχημα να καταλήξει σε παρακείμενο χαντάκι. Συνεπεία του ατυχήματος η ενάγουσα, όπως προβάλλεται, τραυματίστηκε και προξενήθηκαν σ΄αυτήν ζημιές και απώλειες. Η ενάγουσα αποδίδει την ευθύνη για τα διαδραματισθέντα και τις συνέπειες τους στον εναγόμενο αρ.
- Με την αγωγή της αξιώνει Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και τις ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστη. Οι εναγόμενοι αρ. 2 ενάγονται ως εκ προστήσεως υπεύθυνοι για την ισχυριζόμενη αμέλεια του εναγομένου αρ.
- Οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2, σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Υπεράσπιση ισχυρισμούς, αρνούνται ότι ευθύνονται για το ατύχημα και ισχυρίζονται ότι τούτο οφείλετο σε "ανωτέρα βία (force majeure) και/ή Act of God" και/ή ότι επρόκειτο για αναπόφευκτο ατύχημα (unavoidable accident)". Είναι η θέση τους ότι ξαφνικά και απρόσμενα "ξεκίνησε ανεμοθύελλα και/ή θυελλώδεις άνεμοι και/ή δυνατές βροχές" με αποτέλεσμα ο δρόμος να καταστεί "ολισθηρός και/ή ακατάλληλος για οδήγηση και/ή επικίνδυνος σε βαθμό που να εμπόδιζε και/ή να μην έδινε τη δυνατότητα στον εναγόμενο αρ. 1 να ελέγξει το όχημα του και/ή να οδηγήσει κανονικά". Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν "αντίξοες και/ή ασυνήθιστες και/ή πρωτόγνωρες". Είναι τέλος η θέση τους ότι οι λεπτομέρειες σωματικών βλαβών που περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης "είναι απομακρυσμένες και/ή άσχετες με το ατύχημα (remote) και/ή δεν ήταν λογικά προβλεπτό να προκληθούν λόγω του ατυχήματος και/ή γεγονότος (not reasonally foreseeable)". Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν από πλευράς εναγούσης η ίδια, Αθηνούλλα Τταβά (ΜΕ.1) και ο αστυφύλακας 2121 Ζαχαρίας Ταουσιάνης (ΜΕ.2), εξεταστής της υπόθεσης. Για την πλευρά των εναγομένων κατέθεσε ο εναγόμενος αρ. 1 Τάσος Νεοφύτου (ΜΥ.1). Η ενάγουσα κατέθεσε γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο Α) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Η μαρτυρία της συνοψίζεται ως εξής. Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο η ίδια ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι υπάλληλος του Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (εναγόμενοι αρ. 2). Το πρωί της 22.1.2004, μαζί με άλλους συναδέλφους της ξεκίνησαν για να μεταβούν στη Λευκωσία για υπηρεσιακούς λόγους και συγκεκριμένα για ένα σεμινάριο που είχαν. Χρησιμοποίησαν, ως προς τούτο, το υπηρεσιακό όχημα με αριθμούς εγγραφής ΗΒΕ 716, ιδιοκτησίας των εναγομένων αρ.
- Οδηγός του οχήματος ήταν ο εναγόμενος αρ.
- Συνοδηγός ήταν η συνάδελφος τους Στέλλα Στυλιανού. Η ίδια καθόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Από την ώρα που ξεκίνησαν από τη Λεμεσό μέχρι και την ώρα του ατυχήματος επικρατούσε κακοκαιρία. Έβρεχε καταρρακτωδώς, είχε ομίχλη και φυσούσε. Ένοιωθε όπως είπε "την πίεση του αέρα στο αυτοκίνητο". Η βροχή ήταν συνεχής και είχε την ίδια ένταση συνέχεια. Δεν είχε "νεφικά" όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε. Εξ' όσων η ίδια αντελήφθη, ο εναγόμενος αρ. 1 ήταν νευριασμένος και αγχωμένος επειδή καθυστέρησαν να ξεκινήσουν και δεν θα προλάβαιναν το σεμινάριο στη Λευκωσία. Σύμφωνα πάντα με την δική της αντίληψη ο εναγόμενος αρ. 1 ήταν "άνετος" με το οδήγημα και έτρεχε. Προσπερνούσε κιόλας και άλλα αυτοκίνητα. Η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν σταθερή, η ίδια όμως δεν μπορούσε να την υπολογίσει ούτε και ήταν σε θέση από το πίσω κάθισμα να βλέπει το μιλίμετρο. Σε κάποια στιγμή και ενώ η ίδια έβλεπε έξω από το παράθυρο, ένοιωσε το αυτοκίνητο να στριφογυρίζει, να δίνει κύκλους και να είναι στον αέρα. "Εγειρε" στα δεξιά και έχασε τις αισθήσεις της. Όταν "ξύπνησε" ήταν μέσα σ' ένα φορείο δίπλα από τον "γκρεμό". Το τελευταίο πράγμα που θυμόταν ήταν τον εναγόμενο αρ. 1 να στρίβει το τιμόνι αριστερά. Δεν "ένοιωσε" να "πιάνει" ο οδηγός τα φρένα. Συνεπεία του ατυχήματος τραυματίστηκε, υπέστη ζημιές, απώλειες και έξοδα. Η μαρτυρία του αστυφύλακα 2121 Ζαχαρία Ταουσιάνη (ΜΕ.2), υπηρετών κατά τον ουσιώδη χρόνο στον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου και εξεταστού της υπόθεσης, έχει ως εξής. Στις 22.1.2004 και ώρα 10.00 επισκέφθηκε την σκηνή τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας παρά την Σκαρίνου. Το όχημα που ενεπλάκη στο ατύχημα με αριθμό εγγραφής ΗΒΕ 716, μάρκας KORRANDO ήταν στην τελική του θέση αναποδογυρισμένο. Στο όχημα επέβαιναν τρία πρόσωπα. Ο οδηγός Τάσος Νεοφύτου, η Στέλλα Στυλιανού και η Αθηνούλλα Τταβά, επιβάτες. Και οι τρεις ήσαν τραυματίες και μεταφέρθησαν με ασθενοφόρο. Το όχημα υπέστη ζημιές όπως και μία πινακίδα της τροχαίας. Αφού προέβη σε μετρήσεις, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα με το οποίο συμφώνησε ο οδηγός του οχήματος. Δεν εξέτασε κατά πόσον ο δρόμος ήταν ολισθηρός λόγω της βροχής ή εάν υπήρχαν λιμνάζοντα ύδατα. Στη συνέχεια ετοίμασε το τελικό σχεδιάγραμμα το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 2(α) -2(δ), κατέθεσε φωτογραφίες της σκηνής του ατυχήματος που λήφθηκαν από άλλο συνάδελφο του μία ώρα μετά το ατύχημα. Την συγκεκριμένη ημέρα ο καιρός ήταν βροχερός. Την ώρα που πήγε στη σκηνή του ατυχήματος (10.00) έβρεχε καταρρακτωδώς, εφυσούσε και επικρατούσε ελαφριά ομίχλη. Η κίνηση στον αυτοκινητόδρομο δεν επηρεάστηκε από το δυστύχημα. Διεξαγόταν κανονικά. Ο ίδιος δεν διερεύνησε εκείνη την ημέρα άλλο ατύχημα που να έγινε στον αυτοκινητόδρομο. Και απ' ότι ήξερε ούτε και άλλοι συνάδελφοι του από τον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου. Ο εναγόμενος αρ. 1 έδωσε τη δική του εκδοχή ως προς τα διαδραματισθέντα. Η μαρτυρία του, μέρος της οποίας κατατέθηκε γραπτώς (Τεκμήριο Β), συνοψίζεται ως ακολούθως. Καθ΄όλην την διαδρομή από Λεμεσό προς Λευκωσία, ο καιρός ήταν βροχερός, επικρατούσε ομίχλη και φυσούσε. Λόγω ακριβώς αυτών των καιρικών συνθηκών οδηγούσε με μεγάλη προσοχή, κρατώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και προσπαθώντας να έχει τον απόλυτο έλεγχο του οχήματος του. Οδηγούσε σιγά-σιγά και προσεκτικά. Η ταχύτητα του δεν υπερέβαινε σε καμμιά περίπτωση το καθορισμένο όριο ταχύτητας. Είχε επίσης αναμμένα τα φώτα πορείας του αλλά δεν θυμόταν αν είχε την μεγάλη ή την μικρή σκάλα. Πλησιάζοντας στη Σκαρίνου (στο 41ο χλμ., όπως έμαθε αργότερα) εντελώς ξαφνικά "ένοιωσε" ένα πολύ δυνατό άνεμο να "κτυπά" το αυτοκίνητο στην δεξιά του πλευρά, σπρώχνωντας το προς τα αριστερά. "Ένοιωσε" το αυτοκίνητο να "πετά". Ήταν, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε, "σαν να σήκωσε κάποιος το αυτοκίνητο και το έριξε στα αριστερά έξω από το δρόμο". Προσπάθησε στιγμιαία να επαναφέρει το όχημα στην αρχική του πορεία αλλά η δύναμη του αέρα εκείνη τη δεδομένη στιγμή ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσε να κάμει τίποτα. Όλα έγιναν τόσο αστραπιαία που δεν είχε περιθώρια αντίδρασης. Γι αυτό και δεν "έπιασε" τα φρένα. Το αυτοκίνητο σε κλάσματα δευτερολέπτου στριφογύρισε στο δρόμο και έπεσε στο χαντάκι, στην αριστερή πλευρά του αυτοκινητόδρομου ως η πορεία του, 20 μέτρα περίπου μακριά από πινακίδα τροχαίας. Τόσο ο ίδιος όσο και οι δύο επιβάτες του αυτοκινήτου τραυματίστηκαν. Ο ίδιος ειδοποίησε την Άμεση Δράση. Κατέφθασαν στη σκηνή δύο ασθενοφόρα και η αστυνομία. Την ώρα που μεταφερόταν με το φορείο, του ανέφερε ο αστυνομικός ότι συνεπεία του ατυχήματος κτυπήθηκε και η πινακίδα τροχαίας στο δρόμο. Μετά το ατύχημα είδε το αυτοκίνητο. Εξ' όσων θυμόταν, το μπροστινό μέρος του δεν είχε κτυπηθεί. Κτυπήθηκε η πόρτα του συνοδηγού και το αριστερό τζάμι καθώς επίσης και το πίσω μέρος του οχήματος. Ήταν η θέση του ότι οι καιρικές συνθήκες ήταν άσχημες καθ΄όλη την διάρκεια της διαδρομής αλλά στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητόδρομου (41ο χλμ.) και κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν εντελώς ακραίες. Δεν υπήρχε προηγουμένως, σε οποιοδήποτε σημείο του αυτοκινητόδρομου μέχρι και το 41ο χλμ., άνεμος τέτοιας έντασης "Το τι εσυνέβηκε", όπως είπε, "ήταν τόσο αστραπιαίο, τόσο ξαφνικό που τίποτε προηγουμένως δεν σε προετοίμαζε ότι θα συμβεί". Υπεστήριξε επίσης ότι δεν ήταν θυμωμένος, ούτε αγχωμένος, ούτε επηρεάστηκε η οδήγηση του από άλλα γεγονότα και συγκεκριμένα από συζήτηση που είχε με τον προϊστάμενο του λίγο προτού ξεκινήσουν. Αρκετά γεγονότα της υπόθεσης, όπως οι ζημιές και οι σωματικές βλάβες της ενάγουσας, έγιναν παραδεκτά από τις δύο πλευρές. Συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο μερών ότι το ποσό των ειδικών ζημιών που υπέστη η ενάγουσα ανερχόταν στις ΛΚ.436 (€744.95), επί πλήρους όμως ευθύνης. Συμφωνήθηκε επίσης ότι η ενάγουσα υπέστη, συνεπεία του ατυχήματος τις ακόλουθες σωματικές βλάβες:
- "Εγκεφαλική διάσειση χωρίς νευρολογική επιπλοκή.
- Διάστρεμμα αυχένα.
- Μετατραυματική απώλεια αισθήσεων.
- Περιτραυματική αμνησία μετά κεφαλαλγίας
- Τραύματα μαλακών μορίων στο δεξιό θωρακικό τοίχωμα.
- Κακώσεις στέρνου, δεξιών πλευρών, οσφυικής μοίρας
- Εκτεταμένο αιμάτωμα και οίδημα στο έξω άνω μέρος δεξιού μηριαίου
- Κατά την κλινική εξέταση ανευρέθησαν Κλίμακα Γλασκώβης 15/15
- Το υπερηχογράφημα κοιλιάς καθώς και Αξονική Τομογραφία εγκεφάλου και θώρακος ήσαν κατά φύσιν.
- Εισήχθη στη Χειρουργική κλινική με διάγνωση: Εγκεφαλική διάσειση και θλάση Θώρακος.
- Παρουσίαζε πόνο στις ακραίες κινήσεις της αυχενικής μοίρας.
- Δεν μπορούσε να σηκώσει βάρος να σκύψει, να γυμνασθεί.
- Το βράδυ ένοιωθε αρκετούς πόνους στην περιοχή του στέρνου και δ. Ημιθωρακίου
- Παρουσίαζε δυσκαμψία και πόνο στις κινήσεις της αυχενικής και οσφυικής μοίρας.
- Πόνο κατά την άμεση πίεση στη περιοχή του στέρνου και των δ. πλευρών
- Κατά τις κινήσεις του δ. ισχύου πόνο στη περιοχή του εξωτ. Μέρους του δ. Μηρού
- Τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματος που την ταλαιπώρησαν σωματικά για αρκετό καιρό.
- Στο μέλλον μετά από κούραση, απότομες καιρικές μεταβολές πιθανόν να εμφανίζει πόνους στα σημεία που έχει τραυματισθεί κυρίως στην περιοχή του στέρνου και των δ. πλευρών, κεφαλαλγίες, πόνους στον αυχένα πιθανό να εμφανίζει σε περίπτωση εντατικού διαβάσματος, γραψίματος, χρήσης ηλεκτρονικού υπολογιστή ή συνεχώς σκυψίματος με το κεφάλι, με επακόλουθο τη χρήση κολλάρου και φαρμακευτικής αγωγής." Συμφωνήθηκε επίσης ότι στην ενάγουσα εδόθη αναρρωτική άδεια 45 ημερών για τα τραύματα που υπέστη. Τέλος συμφωνήθηκε ότι η ζημιά που υπέστη η πινακίδα τροχαίας στον αυτοκινητόδρομο, απεκατεστάθη από την ασφαλιστική εταιρεία των εναγομένων αρ. 2, η οποία πλήρωσε χαριστικά χωρίς οποιαδήποτε αποδοχή ευθύνης. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις των. Ο κ. Πολυδώρου εκ μέρους των εναγομένων υπεστήριξε ότι το ατύχημα οφείλετο σε απρόβλεπτο φυσικό γεγονός και όχι στην ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του εναγομένου αρ. 1, οδηγού του οχήματος. Λόγω του ασυνήθιστου και απρόβλεπτου καιρικού φαινομένου (πολύ δυνατός άνεμος που κτύπησε το αυτοκίνητο στη δεξιά του πλευρά) κατά την ώρα του ατυχήματος, τόνισε ο κ. Πολυδώρου, ο οδηγός αντέδρασε στρίβοντας το τιμόνι αριστερά. Η αντίδραση αυτή του οδηγού, κατέληξε, δεν μπορεί να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο ως αμελής πράξη. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Αποστολίδη εκ μέρους της εναγούσης. Υπεστήριξε ότι η τελευταία απέδειξε την υπόθεση της, στον απαιτούμενο βαθμό, ενώ τόνισε ότι οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την Υπεράσπιση (ότι το ατύχημα επεσυνέβη λόγω ανωτέρας βίας) που προέβαλαν. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας έλαβα υπόψη την εικόνα των μαρτύρων στο Δικαστήριο αλλά εξέτασα την μαρτυρία τους υπό το φως της ανθρώπινης πείρας και συμπεριφοράς, στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για να καταλήξει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων. Κατά την εξέταση ειδικά των ατυχημάτων ένα σημαντικό στοιχείο υποβοηθητικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι και η πραγματική μαρτυρία. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας αναλύθηκε και επεξηγήθηκε σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η πραγματική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως έχει επισυμβεί ένα ατύχημα. Εντούτοις αποτελεί γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και την αξιολόγηση των διϋσταμένων εκδοχών και σταθερό οδηγό για τον έλεγχο της ακρίβειας των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα στα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να υποπέσουν σε λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ των διαδραματιζομένων. Είναι αυτονόητο ότι η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα γεγονότα (Charalambous v. Kaifa
(1986)1 C.L.R. 278, Adamis v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κα.
(1996)1 Α.Α.Δ. 293, Teklima Ltd v. A.P. Lanitis
(1987)1 C.L.R. 614) O ME.2, αστ. 2121 Ζαχαρίας Ταουσιάνης, εξεταστής της υπόθεσης ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας. Αποδέχομαι τα όσα κατέθεσε. Η μαρτυρία του συνιστά ταυτόχρονα και τα ευρήματα μου. Η εικόνα που σχημάτισα για την ενάγουσα ΜΕ.1 Αθηνούλλα Τταβά ως μάρτυρα, ήταν θετική. Προέβη σε αφήγηση των γεγονότων που ήξερε ή θυμόταν με φυσικό και αβίαστο τρόπο. Ήταν σαφής και κατηγορηματική στην εκδοχή της. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης και παρέμεινε σταθερή και συνεπής στη θέση της. Τα όσα κατέθεσε σε σχέση με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν την ημέρα του ατυχήματος, υποστηρίζονται και από την μαρτυρία του ΜΕ.2, Ζαχαρία Ταουσιάνη. Αποδέχομαι την μαρτυρία και την εκδοχή της για το πώς επεσυνέβη το ατύχημα, πλην της θέσης της ότι ο εναγόμενος αρ. 1 έτρεχε. Τα όσα ανέφερε για την ταχύτητα του εναγομένου αρ. 1, ήταν η γνώμη και η εκτίμηση της. Καμμιά μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από την πλευρά της με την οποία να αποδεικνύεται η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο εναγόμενος αρ.
- Τα όσα κατέθεσε η ενάγουσα (πλην των προαναφερομένων), συνιστούν ταυτόχρονα και τα ευρήματα μου. Την μαρτυρία του εναγομένου αρ. 1 Τάσου Νεοφύτου (ΜΥ.1) την ζύγισα από κάθε πλευρά και πτυχή της και την μελέτησα σε βάθος. Κρίνω όμως ότι δεν θα μπορούσα να στηριχθώ σ' αυτήν για να εξάξω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Καμμιά άλλη μαρτυρία, εκτός από την δική του, δεν προσκομίστηκε που να υποστηρίζει την θέση και την εκδοχή του περί ύπαρξης ασυνήθιστου φυσικού φαινομένου κατά τον χρόνο που επεσυνέβη το ατύχημα. Η θέση του ότι ο αστυνομικός του ανέφερε (την ώρα που τον έβαζαν στο ασθενοφόρο) ότι την συγκεκριμένη ημέρα επεσυνέβησαν και άλλα δυστυχήματα στο συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινητόδρομου, καταρρίπτεται από την μαρτυρία του ίδιου του ΜΕ.2, αστ. Ταουσιάνη. Ο τελευταίος κατέθεσε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν διερεύνησε άλλο ατύχημα στον αυτοκινητόδρομο την συγκεκριμένη ημέρα, και απ' ότι ήξερε ούτε και άλλοι συνάδελφοι του, από τον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου. Σ' όση έκταση η μαρτυρία του εναγομένου αρ. 1 έρχεται σε αντίθεση με την ήδη αποδεχθείσα μαρτυρία, την απορρίπτω. Βάσει της μαρτυρίας που έχω αποδεχθεί (υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης), των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων και των παραδεκτών γεγονότων, τα ευρήματα μου ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, είναι τα ακόλουθα: Η ενάγουσα μαζί με τον εναγόμενο αρ. 1 και την συνάδελφο τους Στέλλα Στυλιανού, υπάλληλοι και οι τρεις στο Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων, μετέβαιναν στις 20.1.2004 από την Λεμεσό στη Λευκωσία, με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΒΕ 716, ιδιοκτησίας του Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων, για υπηρεσιακούς λόγους. Το όχημα οδηγείτο από τον εναγόμενο αρ.
- Συνοδηγός ήταν η Στέλλα Στυλιανού και στο πίσω κάθισμα καθόταν η ενάγουσα. Από την ώρα που ξεκίνησαν από τη Λεμεσό μέχρι και την ώρα του ατυχήματος, σ' όλη τη διαδρομή, επικρατούσε κακοκαιρία. Έβρεχε καταρρακτωδώς, είχε ομίχλη και φυσούσε. Η βροχή ήταν συνεχής και είχε την ίδια ένταση. Σε κάποιο σημείο του αυτοκινητόδρομου και συγκεκριμένα στο 41ο χλμ. παρά την Σκαρίνου, ο εναγόμενος αρ. 1 έχασε τον έλεγχο του οχήματος, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα το όχημα να καταλήξει σε παρακείμενο χαντάκι, αφού προηγουμένως κτύπησε σε πινακίδα τροχαίας. Το όχημα ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 20 μέτρων περίπου από την πινακίδα τροχαίας. Συνεπεία του ατυχήματος η ενάγουσα τραυματίστηκε και προξενήθηκαν σ' αυτήν ζημιές και απώλειες. Το πρώτο θέμα που θα εξετάσω είναι αυτό της ευθύνης. Σύμφωνα με το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, η αμέλεια συνίσταται στην τέλεση κάποιας πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης κάποιας πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. Σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει τονιστεί ότι η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες μιας υπόθεσης, προκειμένου να μην προκληθεί ζημιά στον πλησίον (Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου και άλλος
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 Α.Α.Δ. 387) και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πικής, εισάγει ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. "Το καθήκον", αναφέρει η απόφαση "για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ' αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους". Περαιτέρω αναφέρονται για το κριτήριο αμέλειας τα εξής: "Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την αμέλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο". Η προσοχή του Δικαστηρίου σε υποθέσεις αμέλειας όπως η παρούσα, θα πρέπει να στρέφεται προς την κατεύθυνση συγκεκριμενοποίησης της φύσης του καθήκοντος, που μέσα στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης, ήταν επιφορτισμένο να εκπληρώσει ένα πρόσωπο και όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο το έχει εκπληρώσει Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βακανάς ν. Θωμά και άλλου
(1989)1 Α.Α.Δ 530, Αδάμης και άλλος ν. Ηρακλέους
(1982)1 Α.Α.Δ. 746, Πολυκάρπου και άλλος ν. Αδάμου
(1988)1 Α.Α.Δ.
- Τούτων λεχθέντων και υπό το φως των ευρημάτων στα οποία κατέληξα κρίνω ότι η πρόκληση του ατυχήματος δεν οφειλόταν σε ασύνηθες φυσικό γεγονός (act of God) αλλά στην αμέλεια του εναγομένου αρ.
- Η ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος τον βαρύνει αποκλειστικά. Γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν το αμελές οδήγημα του εναγομένου αρ. 1, ο οποίος οδηγούσε χωρίς την δέουσα επιμέλεια και προσοχή που όφειλε να επιδεικνύει τόσο προς τον ίδιο και τους άλλους χρήστες του δρόμου, όσο και προς την ενάγουσα ειδικώτερα. Ο εναγόμενος αρ. 1 θα έπρεπε να λάβει υπόψη του τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν την συγκεκριμένη ημέρα και να επιδείξει εύλογη επιμέλεια και προσοχή στο βαθμό που αναμένεται από ένα μέσο άνθρωπο. Βάσει των προαναφερθέντων, κρίνω ότι η υπεράσπιση του ασύνηθους φυσικού γεγονότος, δεν βρίσκει έρεισμα επιτυχίας. Η καταρρακτώδης βροχή, η ομίχλη και ο άνεμος, από όποια πλευρά κι' εάν εξεταστούν, δεν οδηγούν σε συμπέρασμα ότι κατά τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, έλαβε χώρα ένα απρόβλεπτο φυσικό γεγονός. Ο εναγόμενος αρ. 1 δεν κατάφερε να αποσείσει από τους ώμους του το βάρος απόδειξης της συγκεκριμένης υπεράσπισης, που είχε. Υπό το φως των παραδεκτών γεγονότων που έχουν διατυπωθεί ανωτέρω αναφορικά με τους τραυματισμούς που υπέστη η ενάγουσα από το ατύχημα, την θεραπεία και την νοσηλεία που έτυχε και γενικά τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη, το Δικαστήριο θα πρέπει να προβεί σε αποτίμηση της δίκαιης αποζημίωσης. Οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων έχουν πλέον αποκρυσταλλωθεί μέσα από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Όπως τονίζεται στην κλασσική πλέον πάνω στο ζήτημα απόφαση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789: ". Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας, ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης." Είναι σταθερή η τάση για ελευθεροποίηση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις η οποία καταλήξει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που θεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν έτσι που να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και τις αγωνίες της ανικανότητας. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες όπως μπορούν να εξακριβωθούν με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων ως αυτοτελή παράγοντα αλλά και ως συγκριτικό όταν ανατρέχουμε σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές σε περιπτώσεις αυτή της φύσεως θα μπορούσε να είναι βοηθητικές (Fysko v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1029). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μαυροπετρή ν. Γεωργίου Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74, 75: "Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου (βλ. μεταξύ άλλων Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Polykarpou v Adamou
(1988)1 C.L.R. 727, Φοινικαρίδης και άλλων ν. Γεωργίου και άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669). Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων". Τελικά, σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση την οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν εάν δεν τραυματιζόταν. Αυτή είναι η βασική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων υπό τον όρο πάντα ότι η ζημιά η οποία αποδίδεται είναι εύλογη μεταξύ τους (Βαρβάρα Χρίστου Μιχαήλ ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτη Λτδ, Π.Ε. 10377, ημερ. 29/6/2000, Κώστας Ιακώβου ν. Αλεξάνδρου Παπαδάκη κ.α., Π.Ε. 10405, ημερ. 22/12/2000). Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος. Στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Καραολή, Π.Ε. 9342 και 9333, ημερ. 9/3/1998 επισημαίνεται ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις μόνο ενδεικτική σημασία μπορούν να έχουν γιατί κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Κατά τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων άντλησα καθοδήγηση από αποφάσεις τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και των Επαρχιακών Δικαστηρίων στις οποίες υπάρχει αναλογία με τη συγκεκριμένη υπόθεση στην έκταση των κακώσεων και στα επακόλουθα τους προβαίνοντας βέβαια στις αναγκαίες προσαρμογές και λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε υπόθεση έχει τις ιδιαιτερότητες της και είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298). Λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα μου όσον αφορά τους τραυματισμούς της ενάγουσας όπως επίσης τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία των τραυματισμών της, κρίνω ότι το ποσό που δικαιούται ως Γενικές Αποζημιώσεις είναι €5,000 (ΛΚ.2,926.37). Οι Ειδικές Αποζημιώσεις όπως έχω προαναφέρει συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων και περιορίστηκαν στο ποσό των €745= (ΛΚ.436=) επί πλήρους ευθύνης. Είναι παραδεκτό γεγονός, όπως προκύπτει από την δικογραφία, ότι ο εναγόμενος αρ. 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο ΗΒΕ 716 ιδιοκτησίας των εναγομένων αρ. 2, ως υπάλληλος και/ή ως αντιπρόσωπος των. Η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου μπορεί να καταστήσει τον εργοδότη συνυπεύθυνο εκ προστήσεως για την αμέλεια του εργοδοτουμένου στην περίπτωση που η πράξη τελέστηκε εντός των πλαισίων της εργασία του εργοδοτουμένου και προς άσκηση αυτών (βλ. Φιλίππου κ.α. ν. Παναγή, Πολιτική Έφεση 10194, ημερ. 18.7.2000). Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που ο οδηγός χρησιμοποιεί το όχημα για τους σκοπούς του ιδιοκτήτη. Ο ιδιοκτήτης του οχήματος, στην περίπτωση αυτή, είναι συνυπεύθυνος για την αμέλεια του οδηγού. Εφαρμόζοντας τα προαναφερθέντα στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι οι εναγόμενοι αρ. 2 είναι συνυπεύθυνοι για την αμέλεια του εναγομένου αρ. 1. Το τελευταίο θέμα που θα εξετάσω είναι το θέμα του τόκου. Σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων, το Δικαστήριο έχει βάσει νόμου την ευχέρεια να επιδικάζει τόκο από την ημερομηνία της δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος. Το θέμα του καθορισμού του τόκου εμπίπτει εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εκτενής ανάλυση του θέματος με ειδική αναφορά στην αγγλική νομολογία έγινε στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475. Στην εν λόγω υπόθεση τονίστηκε μεταξύ άλλων ότι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να παραγνωριστεί είναι ο τρόπος με τον οποίο προωθείται η αγωγή προς εκδίκαση, αφού μία αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της μπορεί να έχει ως επακόλουθο τον περιορισμό της χρονικής έκτασης καθορισμού του τόκου. Εν προκειμένω θεωρώ ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής. Ενώ το ατύχημα επεσυνέβη στις 22.1.2004 η αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.5.2005, 1 (ένα) χρόνο και 4 (τέσσερις) μήνες αργότερα. Από πλευράς εναγούσης δεν επεξηγήθηκε και δεν δόθηκε καμμιά μαρτυρία που να δικαιολογεί την καθυστέρηση που σημειώθηκε. Ως εκ τούτου κρίνω ότι ο τόκος θα πρέπει να επιδικαστεί τόσο επί του ποσού των €5,000= όσο και επί του ποσού των €745= από της καταχώρησης της αγωγής. Δια ταύτα εκδίδεται απόφαση προς όφελος της εναγούσης και σε βάρος των εναγομένων αρ. 1 και αρ. 2, ευθυνομένων αλληλεγγύως και κεχωρισμένως για €5.745,00 με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού από της 30.5.2005 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι εξόφλησης. Επιδικάζονται επίσης προς όφελος της εναγούσης και σε βάρος των εναγομένων αρ. 1 και 2, έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΣΚ/ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο