← Κύπρος

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΧΩΜΑΤΕΝΟΣ ν. ΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ κ.α., Αγωγή αρ. : 2161/05, 19 Δεκεμβρίου  2008

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΧΩΜΑΤΕΝΟΣ ν. ΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ κ.α., Αγωγή αρ. : 2161/05, 19 Δεκεμβρίου 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε. Δ. Αγωγή αρ. : 2161/05 Μεταξύ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΧΩΜΑΤΕΝΟΣ, εξ Αθηαίνου ως διαχειριστού της περιουσίας της Ελέγκως Κύπρου Χωματένου, εκ Κόρνου Ενάγοντα - και -

  1. ΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ, από τη Λευκωσία
  2. ΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ, ως διαχειριστής της περιουσίας του Μιχάλη Παπαδόπουλου τέως εκ Κόρνου αποβιώσαντος
  3. ΣΠΥΡΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΛΑΚΟΥΤΑ, από τον Ψευδά Εναγομένων Αίτηση ημερ. 27.3.2008 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2008 Εμφανίσεις Για τους Εναγομένους αρ. 1 και αρ. 2-Αιτητές: Ο κ. Λουκαίδης για Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Για τους Ενάγοντες-Καθ΄ων η Αίτηση: Η κα Ραφαήλ για Γεωργιάδη & Μυλωνά (για να ακούσει απόφαση η κα Σάββια Γεωργίου) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ο ενάγοντας υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου επιζητεί, μεταξύ άλλων, αντικατάσταση των διαχειριστών (εναγομένοι αρ. 1 και αρ. 2) της περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχάλη Παπαδόπουλου (κληρονόμος του οποίου ήταν η Ελέγκω Κύπρου Χωματένου), ακύρωση των μεταβιβάσεων κτημάτων που διενήργησαν οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 (υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Μιχάλη Παπαδόπουλου) επ' ονόματι του εναγομένου αρ. 3, καθώς επίσης και αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους, εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί για τους εξής δύο λόγους. Πρώτον, εφόσον ο ενάγοντας εγείρει την αγωγή ως διαχειριστής της περιουσίας αποβιώσαντος προσώπου, θα έπρεπε η αγωγή να συνοδεύεται από διάταγμα διαχείρισης. Δεύτερον, εφόσον η αγωγή στρέφεται εναντίον διαχειριστή περιουσίας, του οποίου ζητείται η παύση, θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί ταυτόχρονα με την αγωγή και Ένορκη Δήλωση, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Οι εναγόμενοι 1 και 2 προχώρησαν στην καταχώρηση, στις 22.11.2007, αίτησης με την οποία αιτούνται την προδικαστική εκδίκαση της ένστασης τους, εάν δηλαδή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αγωγή, αποτελεί Ένορκη Δήλωση σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς. Ο ενάγοντα καταχώρησε ένσταση στην προαναφερόμενη αίτηση, υποστηρίζοντας ότι ταυτόχρονα με την καταχώρηση του Κλητηρίου Εντάλματος καταχωρήθηκε και Ένορκη Δήλωση συνάδουσα με τους Νόμους, ότι η αγωγή δεν είναι κληρονομική αγωγή (probate action) και ότι ο ισχυρισμός περί μη καταχώρησης της απαιτούμενης Ένορκης Δήλωσης, είναι διάφορος εκείνου που υποστηρίζεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης. Με την υπό κρίση αίτηση οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 επιδιώκουν την τροποποίηση της παραγράφου 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους, ώστε μετά την φράση "..... το οποίο δεν έγινε" να προστεθεί η φράση "Υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω οποιαδήποτε τυχόν ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε δεν είναι σύμφωνα με τον Νόμο ή τους Κανονισμούς". Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, θ. 1-6, Δ.48, θ.1-4, 8, 9 Δ.9 θ. 1-13 καθώς επίσης και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει Ένορκη Δήλωση της Χριστίνας Ζίκκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία, δικηγόρων των εναγομένων αρ. 1 και αρ.
  4. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η αιτουμένη τροποποίηση είναι καλόπιστη και αναγκαία για την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και ότι τα γεγονότα τα οποία καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση της Υπεράσπισης περιήλθαν σε γνώση της προ ολίγων ημερών. Είναι τέλος η θέση της ότι δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στα συμφέροντα του ενάγοντα εάν εγκριθεί η αιτουμένη τροποποίηση. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση, νομική βάση. Ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής: "
  5. Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  6. Οι εναγόμενοι-αιτητές δεν δικαιολογούν και/ή δεν δικαιολογούν επαρκώς γιατί είναι αναγκαία η τροποποίηση της Υπεράσπισης τους και/ή την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τους.
  7. Η αιτούμενη τροποποίηση παραβιάζει τους κανόνες δικογραφίας όπως καθορίζονται από τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας.
  8. Οι εναγόμενοι-αιτητές απέκρυψαν κακόπιστα από το Δικαστήριο τους πραγματικούς λόγους που αφορούν την εν λόγω τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
  9. Η τυχόν εξέταση της παρούσας αίτησης θα επιφέρει αδικαιολόγητα έξοδα και σπατάλη χρόνου του Δικαστηρίου.
  10. Η παρούσα αίτηση αποτελεί έκδηλη κατάχρηση από μέρους των εναγομένων της δικαστικής διαδικασίας." Η ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα Χαράλαμπου Χωματένου. Είναι, μεταξύ άλλων, η θέση του ότι οι αιτητές απέκρυψαν κακόπιστα από το Δικαστήριο τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους αιτούνται την τροποποίηση της Υπεράσπισης τους. Υποστηρίζει ότι ο πραγματικός λόγος που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση είναι για να διορθωθεί η αίτηση των εναγομένων ημερομηνίας 22.11.2007 (για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων) η οποία στην ουσία είναι άνευ αντικειμένου. Υποστηρίζει επίσης ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με καθυστέρηση και ότι οι εναγόμενοι δεν δικαιολογούν επαρκώς την καθυστέρηση αυτή. Αιτείται, τέλος, την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των εναγομένων αρ. 1 και αρ. 2 - αιτητών. Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. (SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents

(1994)1 ΑΑΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. A.G. Leventis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726). Κλασσική απόφαση που δείχνει την λεγόμενη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934. Όπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί εκεί, αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Διευκρινίζοντας ή περιορίζοντας τη γενικότητα με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών, αλλά αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση επαναορίστηκε ξανά για ακρόαση. Η θεμελιακή αρχή την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας σ' αυτού του είδους τις αιτήσεις, τέθηκε με σαφήνεια στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ούτως ώστε να συνάδει η Έκθεση Απαίτησης με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε ότι εν πρώτοις δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Στη σελίδα 707 της απόφασης αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις, είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής." Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 56/93, ημερ. 30.9.1993, λέχθηκε πως: "Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές." Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. (ανωτέρω). "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης". Για το ίδιο θέμα της καθυστέρησης, σημαντική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα, Πολ. Έφεση 10341, ημερ. 19.1.
  2. Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Ότι, δε, η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Αναφορικά με το θέμα της παροχής εξήγησης για την καθυστέρηση που διαπιστώνεται στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, και με αυτό ασχολήθηκε το Εφετείο στην υπόθεση SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Από τα ανωτέρω προκύπτει πως ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ου η αίτηση. Επανέρχομαι τώρα στην υπό κρίση αίτηση. Από μια απλή ανάγνωση της αίτησης, παρατηρώ ότι εκείνο που επιζητούν οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 δεν είναι η αντικατάσταση των ισχυρισμών τους που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, αλλά η προσθήκη ενός διαζευκτικού ισχυρισμού, στην ήδη προβαλλόμενη προδικαστική ένσταση. Η προτεινόμενη τροποποίηση βασίζεται και περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της ήδη καταχωρηθείσας Υπεράσπισης. Δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει αλλαγή πλεύσης στη γραμμή της Υπεράσπισης. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις δικογράφων οι οποίες είναι αναγκαίες ώστε να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο, κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Νομολογιακά έχει λεχθεί ότι τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του εάν επιδείχθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. Ιωάννης Νικολάου ν.
  3. Ζωής Μιλτιάδους κ.α, Πολ. Έφεση αρ. 96/2006, ημερ. 27.7.2007). Στους λόγους ένστασης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση αίτηση "ηγέρθηκε κακή τη πίστει, με σκοπό να άρει και να καλύψει μεταγενέστερα τα λάθη που συνυπάρχουν στην αίτηση ημερομηνίας 22.11.2007, η οποία στην ουσία είναι άνευ αντικειμένου". Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η ενέργεια των εναγομένων αρ. 1 και αρ. 2 - αιτητών να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, μπορεί να υποδηλοί αβλεψία, λάθος ή ακόμη και αμέλεια εκ μέρους των όχι όμως κακοπιστία. Ακόμη και σε τέτοια περίπτωση, η απλή διαπίστωση αβλεψίας, λάθους ή αμέλειας και πάλι δεν θα οδηγούσε αυτόματα σε άρνηση του αιτήματος για τροποποίηση. Ο ενάγοντας προβάλλει επίσης ότι "η παρούσα αίτηση αποτελεί έκδηλη κατάχρηση από μέρους των εναγομένων της δικαστική διαδικασίας". Είναι καλά γνωστό ότι κάτω από τις συμφυείς εξουσίες του, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να συμπληρώνει τον εαυτό του ως Δικαστήριο ορθά και αποτελεσματικά και να ρυθμίζει τις ενώπιον του διαδικασίες ώστε να παρεμποδίζει κατάχρησης του με απώτερο σκοπό την διασφάλιση της δίκαιης δίκης (βλ. Τζενάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 ΑΑΔ Re Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911, Ηλίας Ηλία (αρ. 3)
(1995)1 ΑΑΔ 786, Παπόρης ν. Maskinjabriken "Sio" A/S
(1996)1B ΑΑΔ 1037). Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους των εναγομένων - αιτητών. Ούτε φυσικά και ο ενάγοντας έχει υποδείξει σε τι συνίσταται η κατάχρηση εκ μέρους των αιτητών. Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσον οι εναγόμενοι αρ. 1 και αρ. 2 - αιτητές καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να υποβάλουν το αίτημα τους. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπ' όψιν και τον παράγοντα καθυστέρηση. Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α (ανωτέρω), λέχθηκε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο, τονίστηκε, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Στην προκειμένη περίπτωση δεν βρίσκω πως υπήρξε καθυστέρηση εκ μέρους των εναγομένων αρ. 1 και αρ. 2 - αιτητών στην υποβολή του αιτήματος τους. Η υπόθεση δεν έχει αχθεί ακόμη σε ακρόαση και δεν βρίσκω ότι θα προκληθεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της, εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Συνοψίζοντας όλα όσα έχουν λεχθεί πιο πάνω δεν έχω πεισθεί ότι θα δημιουργηθεί αδικία στην πλευρά του ενάγοντα που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί χρηματικά εάν εγκριθεί το αίτημα των εναγομένων αρ. 1 και αρ. 2 - αιτητών. Κρίνω ότι θα πρέπει να δοθεί στην πλευρά τους το δικαίωμα να προβάλουν τη θέση τους ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων στοιχείων. Συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία της υπόθεσης, βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις και ότι θα πρέπει να ασκήσω την διακριτική μου εξουσία υπερ της παραχώρησης διατάγματος τροποποίησης. Δια ταύτα επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως η αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από σήμερα. Να ακολουθηθούν οι θεσμοί για τα περαιτέρω. Τα έξοδα της αίτησης, καθώς και εκείνα που θα προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος των εναγομένων αρ. 1 και αρ. 2. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν μετά το πέρας της δίκης. (Υπ.) ..................... Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΣΚ/ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.