SOLVOCHEM FRANCE, SARL ν. Υπουργείου Βιομηχανίας και Μεταλλευμάτων και η Εθνική Εταιρεία Χημικών Βιομηχανιών κ.α., Αρ. Αγ. 01/06, 22 Δεκεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 01/06 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ.1). και Αναφορικά με τον περί της Συνθήκης Προσχώρησης της Τσέχικης Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Εσθονίας, της Κυπριακής Δημοκρατίας, της Δημοκρατίας της Λετονίας, της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, της Δημοκρατίας της Μάλτας, της Δημοκρατίας της Πολωνίας, της Δημοκρατίας της Σλοβενίας και της Σλοβακικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση (Κυρωτικός) Νόμος του 2003 (Ν.35(ΙΙΙ)/2003) και Αναφορικά με την Απόφαση του Δικαστηρίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου του Παρισίου της Γαλλίας ημερ. 21.6.1995 στην υπόθεση RP511-RG17538/93 μεταξύ: SOLVOCHEM FRANCE, SARL από τη Γαλλία, Flat 15, 75 rue de Lourmel, Παρίσι Εναγόντων και Υπουργείου Βιομηχανίας και Μεταλλευμάτων και η Εθνική Εταιρεία Χημικών Βιομηχανιών, Βαγδάτη, Ιράκ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ και η Κρατική Εταιρεία Βιομηχανίας Συνθετικών, Βαγδάτη, Ιράκ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ και η Κρατική Εταιρεία Βιομηχανίας Συσσωρευτών, Βαγδάτη, Ιράκ Εναγομένων SOLVOCHEM FRANCE, SARL από τη Γαλλία, Flat 15, 75 rue de Lourmel, Παρίσι Αιτήτρια και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ Καθ' ης η Αίτηση και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΛΤΔ Μεσεγγυούχου Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Στυλιανού για κ. Ν. Κλεάνθους Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα Η. Ιωάννου κ. Π. Πολυβίου Για Δημοκρατία: κα Θ. Μαυρομουστάκη Παρών κ. Σιδεράς, ως ενδιαφερόμενος για τα συμφέροντα της Ελληνικής Τράπεζας. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21/6/95 το πολυμελές πρωτοδικείο Παρισιού εξέδωσε απόφαση υπέρ των νυν αιτητών, γαλλικής εταιρείας και εναντίον της Δημοκρατίας του Ιράκ (που παρακάτω θα αναφέρεται ως «το Ιράκ») για το ποσό των 2.093.790 δολαρίων ΗΠΑ πλέον τόκους και έξοδα. Στις 10/10/06 οι αιτητές ενέγραψαν την απόφαση αυτή στην Κύπρο και έλαβαν άδεια για εκτέλεση εδώ. Στις 9/7/07 οι αιτητές εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα κατάσχεσης (garnishee order nisi) για την κατάσχεση εις χείρας της Κυπριακής Εταιρείας Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ (πρώην Cyprus Petroleum Refinery Ltd) (που παρακάτω θα αναφέρεται ως «η ΚΕΑΠ») του εν λόγω ποσού, επί τω ότι, όπως λέγουν οι αιτητές, η ΚΕΑΠ οφείλει από το 1990 στη Δημοκρατία του Ιράκ ποσό 7.074.362,41 δολαρίων ΗΠΑ, για αγορά πετρελαίου από τον κρατικό οργανισμό του Ιράκ SOMO (State Oil Marketing Organization). ΄Ενα ζήτημα περί του ότι το χρέος δεν ήταν προς το Ιράκ αλλά προς το SOMO, που φαίνεται να ηγέρθη σε προηγούμενη διαδικασία, έχει εγκαταλειφθεί. Δεν έχει αμφισβητηθεί τώρα η θέση των αιτητών ότι το χρέος είναι προς τη Δημοκρατία του Ιράκ. Ας σημειωθεί ότι η αίτηση και το διάταγμα επιδόθηκαν με οδηγίες του Δικαστηρίου και στο SOMO χωρίς να ενδιαφερθεί. Η έκδοση του διατάγματος nisi λειτουργεί και προς δέσμευση της περιουσίας στα χέρια του τρίτου (άρθρο 73 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, Choice Investments Ltd v. Jeromnimon (Midland Bank Ltd, garnishee) [1981] 1 All E.R. 225, CA). ΄Ετσι, ήταν αχρείαστη η αίτηση για συντηρητικό διάταγμα που προηγήθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας για εγγραφή της απόφασης, διαδικασία άλλωστε, που δεν προσφέρεται για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος (In re Fastact Developments Ltd και Eva Developments Ltd
(2002)1 ΑΑΔ, 543). Οι θέσεις της ΚΕΑΠ. Η ΚΕΑΠ έχει ένσταση στο να γίνει το εν λόγω διάταγμα απόλυτo για διάφορους λόγους ως ακολούθως: (α) Η αίτηση δεν έχει επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. (β) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προέρχεται από δικηγόρο που δεν είναι ο πραγματικός γνώστης των γεγονότων. (γ) Η ένορκη δήλωση είναι ως προς το αντικείμενο της μεσεγγύησης ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη, δεν εκτίθενται επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν το αιτούμενο διάταγμα και η αίτηση δεν ικανοποιεί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. (δ) Η ΚΕΑΠ δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στο Ιράκ. Για το ζήτημα αυτό η ΚΕΑΠ εγείρει δύο επί μέρους ισχυρισμούς. Πρώτον, ότι οι οποιεσδήποτε οφειλές προς το Ιράκ βαρύνουν όχι την ΚΕΑΠ, αλλά εταιρείες πετρελαιοειδών για τις οποίες η ΚΕΑΠ ενήργησε απλώς ως μεσάζων για την εισαγωγή πετρελαίου. Δεύτερον, ότι εν πάση περιπτώσει για το χρέος προς το Ιράκ έχουν εκδοθεί από τράπεζες πιστωτικές επιστολές (letters of credit) με αποτέλεσμα η ευθύνη αποπληρωμής να έχει μετατοπισθεί από την ΚΕΑΠ στις Τράπεζες. Η θέση των αιτητών είναι πως οι πιστωτικές επιστολές έχουν λήξει, όπως ήταν και η διαπίστωση του Δικαστηρίου υπό άλλη σύνθεση, στα πλαίσια αίτησης για ακύρωση του εν λόγω συντηρητικού διατάγματος. (ε) Αν υπήρχε τέτοια οφειλή δεν θα υπόκειτο σε διαδικασία μεσεγγυούχου ενόψει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1210/2003 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, ημερ. 7/7/2003 όπως μεταγενέστερα τροποποιήθηκε. Ως προς τις παραπάνω θέσεις της ΚΕΑΠ σημειώνονται τα ακόλουθα. Το ζήτημα της επίδοσης στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Αυτό το ζήτημα δεν περιλήφθηκε ως λόγος ένστασης στο σώμα της ένστασης, αλλά έγινε μόνο σχετική αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Επειδή όμως τίθεται ζήτημα επηρεασμού κάποιου προσώπου χωρίς να του έχει δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί, το θέμα αυτό μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τους λόγους της ένστασης. Ως «επηρεαζόμενο πρόσωπο» ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ΚΕΑΠ προσδιόρισε τελικά τη Δημοκρατία του Ιράκ. Η αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου γίνεται χωρίς ειδοποίηση (ex parte). Είναι το ένταλμα που πρέπει να επιδοθεί. Πρέπει δε, να επιδοθεί στον μεσεγγυούχο (΄Αρθρο 74 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6). Δεν υπάρχει πρόνοια στην Κύπρο για επίδοση στον εξ αποφάσεως οφειλέτη όπως υπάρχει στους αγγλικούς θεσμούς (βλ. O.45, r.1 των παλαιών αγγλικών θεσμών). Παρά ταύτα το δικαστήριο μπορεί να ακούσει «τα πρόσωπα που δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα» (΄Αρθρο 78, Κεφ. 6). Αν το Ιράκ είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεν φαίνεται στον φάκελο να του έγινε εξ αρχής επίδοση. Πάντως αυτό έγινε με τις οδηγίες του δικαστηρίου για επίδοση στο Somo. Τότε οι αιτητές, αφού προσκόμισαν μαρτυρία δικηγόρου από το Ιράκ ότι ο Somo ταυτίζεται νομικά με το κράτος του Ιράκ, είχαν λάβει άδεια για επίδοση στην Πρεσβεία του Ιράκ στην Αθήνα, εφόσον το Ιράκ δεν διατηρεί Πρεσβεία ή Προξενείο στην Κύπρο. ΄Αλλωστε, η ταύτιση Somo και Ιράκ δεν έχει, ως άνω, αμφισβητηθεί. Το ζήτημα της ένορκης δήλωσης από δικηγόρο Στην δήλωση δεν περιλαμβάνονται γεγονότα τα οποία η δικηγόρος, η κα Στυλιανού, δεν θα μπορούσε δεόντως να καταθέσει. Στην Κύπρο τέτοια πρόνοια δεν υπάρχει, αλλά είναι ενδεικτικό της φύσης της παρούσας διαδικασίας ότι στους παλαιούς αγγλικούς διαδικαστικούς κανονισμούς (O.45,r.1) ρητά προβλέπεται ότι ένορκη δήλωση σε τέτοια αίτηση μπορεί να γίνει από το δικηγόρο του αιτητή. Μάλιστα τα όσα η κα Στυλιανού αναφέρει αποτελούν εν πολλοίς κοινό τόπο. Ο ισχυρισμός για ανεπάρκεια της ένορκης δήλωσης και μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων Είναι ειδικότερα η θέση της ΚΕΑΠ ότι οι αιτητές δεν έχουν στοιχειοθετήσει αν το ποσό της μεσεγγύησης υπάρχει και αν βρίσκεται στην κατοχή της ΚΕΑΠ ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο διάταγμα, ούτε το κατά πόσο το συμφέρον του Ιράκ είναι άμεσο και δεν τελεί υπό όρους. Ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου της ΚΕΑΠ ότι θα έπρεπε να υπάρχει μαρτυρία "για τον τρόπο με τον οποίο είναι κατατεθειμένα τα ποσά αυτά για να διαπιστωθεί τουλάχιστον ότι η εταιρεία έχει άμεση πρόσβαση στα σχετικά ποσά με τρόπο που να μπορεί άμεσα να ανταποκριθεί σε τυχόν διάταγμα του δικαστηρίου". Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι δεν συγκεκριμενοποιείται το κατάστημα ή το παράρτημα της Τράπεζας όπου είναι ο σχετικός λογαριασμός. Αυτά όμως ισχύουν στην περίπτωση που ζητείται η κατάσχεση εις χείρας μιας τράπεζας του υπολοίπου ενός συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα του οφειλέτη (The Annual Practice 1958 σελ. 1099). Κατά τ΄ άλλα αντικείμενο της κατάσχεσης μπορεί να είναι οτιδήποτε που κατά νόμο αναγνωρίζεται ως χρέος που είναι οφειλόμενο, χωρίς όρους, κατά το χρόνο της κατάσχεσης (Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 16, παρ. 121). Στην υπόθεση Holtby v. Hodgson
(1889)24 Q. B. D. 103, ελέχθησαν τα ακόλουθα: "What is the test whether a debt is attachable? That it is owing by the garnishee, and that it is a debt of which the judgment debtor can enforce payment if he desire to do so". Η διαδικασία αυτή, ως εκ των άνω, δεν στρέφεται κατ΄ ανάγκη κατά χρηματικού ποσού που πρέπει να προσδιορίζεται ως συγκεκριμένο αντικείμενο στην κατοχή του μεσεγγυούχου. Ούτε ο μεσεγγυούχος για να συμμορφωθεί πρέπει οπωσδήποτε να πληρώσει το ζητούμενο ποσό έτσι ώστε να πρέπει να στοιχειοθετηθεί ότι έχει το ποσό αυτό στα χέρια του. Στην πραγματικότητα εάν παραλείψει να συμμορφωθεί, το δικαστήριο δύναται να διατάξει εκτέλεση εναντίον του για το εν λόγω ποσό (άρθρο 79 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6). Εν προκειμένω στους ισχυρισμούς των αιτητών περιλαμβάνονται τα απαιτούμενα στοιχεία, ότι δηλαδή έχουν λάβει απόφαση εναντίον του Ιράκ για το συγκεκριμένο ποσό η οποία δεν έχει εξοφληθεί και ότι η ΚΕΑΠ οφείλει στο Ιράκ ένα συγκεκριμένο ποσό κατά τρόπο άμεσο. Οι εταιρείες πετρελαιοειδών. Είναι όμως, η θέση της ΚΕΑΠ ότι ενήργησε απλώς ως μεσάζων στην εισαγωγή και ότι οφειλέτες είναι οι εταιρείες πετρελαιοειδών που παρέλαβαν το προϊόν. Προς υποστήριξη αυτού του επιχειρήματος ο γενικός διευθυντής της ΚΕΑΠ κ. Μάριος Μιλτιάδου, ενόρκως δηλών για την ΚΕΑΠ, παρουσίασε επιστολές των Τραπεζών που είχαν εκδώσει τις ενέγγυες πιστώσεις στις οποίες το χρέος αναφέρεται ως χρέος των εταιρειών αυτών και όχι της ΚΕΑΠ. Αυτή είναι και η αντίληψη της Κυβέρνησης όπως φαίνεται στη μαρτυρία και τα τεκμήρια που παρουσίασε ο κ. Γιώργος Ιωάννου, ανώτερος οικονομικός λειτουργός στο Υπουργείο Οικονομικών, ενόρκως δηλών για τη Δημοκρατία. Αντίληψη που φαίνεται να προκύπτει από την πρακτική που ακολουθείτο στις εισαγωγές πετρελαίου όπως την εξήγησε ο κ. Μιλτιάδου στη μαρτυρία του, ότι δηλαδή το πετρέλαιο το ελάμβαναν οι εταιρείες πετρελαίου οι οποίες και πάντοτε επλήρωναν. ΄Ομως, ανεξάρτητα από την ακολουθούμενη πρακτική, όπως ο κ. Μιλτιάδου ανέφερε, το τιμολόγιο εκδίδετο από το Ιράκ προς την ΚΕΑΠ, η ΚΕΑΠ ασφάλιζε το φορτίο και έκαμνε όλες τις σχετικές διαδικασίες και στο προηγούμενο όνομα της ΚΕΑΠ είχαν εκδοθεί οι εν λόγω ενέγγυες πιστώσεις. Μπορούσε, παρά ταύτα να προσφερθεί μαρτυρία, όπως και έγινε, ότι η ΚΕΑΠ ενεργούσε ως αντιπρόσωπος, αλλά δεν έχει δοθεί καμιά μαρτυρία ότι αυτή η σχέση είχε γνωστοποιηθεί στο Ιράκ. Αντίθετα, ο κ. Μιλτιάδου ανέφερε ότι «το Ιράκ ήξερε μας εμάς». Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 190
(2)(β) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο αντιπρόσωπος μή αποκαλυφθέντος αντιπροσωπευομένου (undisclosed principle) παραμένει υπεύθυνος έναντι του τρίτου (βλ. Viceroy Shipping Co. Ltd v. Andreas Mahattou
(1982)1 C.L.R. 170). Το επόμενο όμως ερώτημα είναι το κατά πόσο η ευθύνη αποπληρωμής έχει μετατοπιστεί στις τράπεζες που παραχώρησαν τις πιστωτικές επιστολές. Οι πιστωτικές επιστολές και τα ζητήματα που προκύπτουν σε σχέση με τον Κανονισμό αριθ. 1210/2003 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. ΄Οταν μια τράπεζα παρέχει ενέγγυα πίστωση για την αγορά εμπορευμάτων οφείλει να πληρώσει το ποσό της πίστωσης σύμφωνα με τους όρους και μόνο της πίστωσης ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ αγοραστή και πωλητή. Αναγνωρίζεται εξαίρεση μόνο όταν στοιχειοθετείται δόλος. Διαφορετική προσέγγιση θα ήταν καταστροφική για το διεθνές εμπόριο που στηρίζεται στην αυξημένη εμπιστοσύνη που παρέχουν, εξομοιούμενες με μετρητά, τέτοιες πιστώσεις (Edward Owen Engineering Ltd v. Barclays Bank International Ltd [1978] 1 All E.R. 176, Intraco Ltd v. Notis Shipping Corp. The Bhoja Trader [1981] 2 Loyd's Rep. 256). Με αυτό το σκεπτικό, στην υπόθεση Power Curber International Ltd v. National Bank of Kuwait SAK [1981] 3 All E.R. 607 αποφασίστηκε ότι η τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να τιμήσει ενέγγυα πίστωση ανεξάρτητα από διάταγμα που είχαν εξασφαλίσει οι αγοραστές από δικαστήριο του Κουβέιτ για προσωρινή κατάσχεση του ποσού που ήταν πληρωτέο από την τράπεζα προς τους πωλητές δυνάμει της πίστωσης. Το ίδιο σκεπτικό διέπει και την απόφαση CARNA PLANTS LTD v. MASALCHA BROTHERS LTD
(1990)1 Α.Α.Δ. 28 που αποφασίστηκε μάλιστα σε σχέση με «κατάσχεση εις χείρας τρίτου». ΄Ετσι, εν προκειμένω, αν υφίστανται σε ισχύ ενέγγυες πιστώσεις, η σχετική υποχρέωση βαραίνει τις εγγυήτριες τράπεζες και όχι την ΚΕΑΠ. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να κατασχεθεί εις χείρας της ΚΕΑΠ. Εκείνο όπως που λέγουν οι αιτητές είναι ότι δεν υφίστανται πλέον οι ενέγγυες πιστώσεις γιατί έχουν λήξει. Η ΚΕΑΠ δεν αμφισβητεί ότι στην κανονική πορεία θα είχαν λήξει, όμως ισχυρίζεται ότι παραμένουν σε ισχύ διότι δεν είχαν πληρωθεί «λόγω των καταστάσεων που επικράτησαν στο Ιράκ από το 1990 και λόγω έκδοσης σχετικών απαγορευτικών οδηγιών από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. ΄Οταν οι καταστάσεις αυτές που αποτελούσαν ανωτέρα βία εξέλειπαν, τότε οι τραπεζικές πιστώσεις επανήλθαν σε ισχύ». Η άρση της απαγόρευσης, όπως κατωτέρω θα γίνει συγκεκριμένη αναφορά, έγινε το 2003. Το ζήτημα αυτό έχει, ως άνω, εξεταστεί στα πλαίσια αίτησης της ΚΕΑΠ για ακύρωση του εν λόγω συντηρητικού διατάγματος. ΄Οπως έχει ήδη αναφερθεί τότε το δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ενέγγυες πιστώσεις είχαν λήξει και συνεπώς «η αξία του γεγονότος της έκδοσης των ανέκκλητων πιστώσεων ως προς τη μεταβίβαση της επιφόρτισης πληρωμής τους από τον αγοραστή στις τράπεζες έχει μηδενιστεί (και) η ευθύνη πληρωμής τους έχει επαναμετατοπισθεί πάνω της (δηλ. στη ΚΕΑΠ) με τη λήξη της ισχύος των τραπεζικών πιστώσεων.» (βλ. σελ. 18 και 19 ενδιάμεσης απόφασης Κ. Κληρίδη, Π.Ε.Δ., ημερ. 2/2/2007). Τώρα το ζήτημα επαναφέρεται. Οι αιτητές δεν έχουν εγείρει ζήτημα αποκλεισμού λόγω δεδικασμένου του συγκεκριμένου ζητήματος (issue estoppel) αλλά απάντησαν επί της ουσίας του επιχειρήματος. Εάν επρόκειτο για αγωγή η ένσταση θα έπρεπε να περιληφθεί στα δικόγραφα. Είναι δε αναμενόμενο να προβάλλεται, όχι την έκθεση απαίτησης, αλλά στο δικόγραφο της απάντησης για να υποδειχθεί ακριβώς ότι η άλλη πλευρά κωλύεται από του να προβάλει ένα ισχυρισμό που προέβαλε (βλ. Bullen & Leake and Jacobs, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 1056). ΄Ετσι, κατ' αναλογία, εν προκειμένω θα έπρεπε ενδεχομένως να εγερθεί ζήτημα αποκλεισμού με απαντητική ένορκη δήλωση κάτι που δεν έγινε. Εν πάση περιπτώσει, ο κανόνας είναι ότι δεδικασμένο προκαλείται από τελική απόφαση επί της ουσίας ("final judgment on the merits", Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner & Keeler Ltd (No 2) [1966] 2 All E.R. 536, 555). Ο όρος «τελική απόφαση» αντιδιαστέλλεται προς μια «ενδιάμεση απόφαση» (interlocutory) ή μια «προσωρινή απόφαση» (provisional). Το ερώτημα κατά πόσο μια ενδιάμεση ή προσωρινή απόφαση μπορεί, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, να θεωρηθεί τελική επί της ουσίας εξετάστηκε ως καινοφανές ερώτημα (novel question) στην υπόθεση Desert Sun Loan Crop v. Hill [1996] 2 All E.R. 847 (CA) σε συνάρτηση με αλλοδαπή ενδιάμεση απόφαση η εφαρμογή της οποίας ζητήθηκε στην Αγγλία. Παρά ταύτα η αρχή της απόφασης θεωρώ ότι έχει γενικότερη εφαρμογή. Διατυπώθηκε ως γενικός κανόνας ότι το δικαστήριο που εκδικάζει τελικά την ουσία δεν δεσμεύεται από προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση έστω κι αν αυτή άπτεται ζητημάτων ουσίας ("on the merits") ως λ.χ. σε περίπτωση που ζητείται ενδιάμεσο διάταγμα, εφόσον δεν πρόκειται για τελική, αλλά για προσωρινή ετυμηγορία (ανωτ. σελ. 855). Διατυπώνεται επίσης έντονος δισταγμός για κάμψη του κανόνα και υποδεικνύεται ότι σε τέτοια περίπτωση θα ήταν πολύ σημαντικό να εξεταστεί κατά πόσο το ζήτημα είχε ή μπορούσε να είχε διερευνηθεί πλήρως στο ενδιάμεσο στάδιο (ανωτ. σελ. 857-858). Εν προκειμένω το δικαστήριο στην ενδιάμεση διαδικασία δεν εξέτασε οριστικά το ζήτημα. Ρητά περιόρισε τις διαπιστώσεις του στα πλαίσια και τους σκοπούς εκείνης της διαδικασίας. Περαιτέρω το εξέτασε χωρίς αναφορά στο ζήτημα σε σχέση με τις κυρώσεις των Η.Ε. που η ΚΕΑΠ εγείρει τώρα κατά τρόπο σαφή. Συνεπώς το ζήτημα παραμένει ανοικτό για εξέταση τώρα. Ας πάρουμε ως δεδομένο ότι η απαγόρευση των συναλλαγών έλαβε χώρα ενόσω ακόμα διαρκούσαν οι πιστωτικές επιστολές και ότι είχε άμεση ισχύ στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών και ότι ενόσω υπήρχε η απαγόρευση, η υποχρέωση εκ των πιστωτικών επιστολών είχε όντως ανασταλεί. Η θέση της ΚΕΑΠ είναι ότι «όταν αυτές οι συνθήκες εξέλειπαν, τότε οι τραπεζικές πιστώσεις επανήλθαν σε ισχύ». Οι πιστώσεις αυτές δεν έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου στην παρούσα αίτηση, αλλά τέθηκαν ως τεκμήρια στη διαδικασία της αίτησης για ακύρωση του εν λόγω συντηρητικού διατάγματος και βρίσκονται, ως εκ τούτου, στον φάκελο της υπόθεσης. Αποτέλεσε όμως, κοινό τόπο η ύπαρξη τους. Υπ' αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι μπορούν να ληφθούν υπόψη τα σχετικά έγγραφα, ακριβώς για να μπορούν να εξεταστούν τα επιχειρήματα των διαδίκων. Οι πιστώσεις, όλες του Ιουλίου 1990, είχαν ημερομηνία λήξης τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο 1990, αντιστοίχως. Επιπρόσθετα, έχουμε τη μαρτυρία του κ. Μιλτιάδου ότι συνήθως οι όροι πληρωμής ήταν 15 με 20 μέρες μετά την παραλαβή του προϊόντος. ΄Αρα, με βάση αυτό το σκεπτικό και όπως η ίδια ΚΕΑΠ θέτει τα πράγματα, οι πιστώσεις επανήλθαν σε ισχύ το 2003, για να λήξουν στον υπολειπόμενο χρόνο, που ήταν εν πάση περιπτώσει ζήτημα ημερών και όχι για να ισχύσουν στο διηνεκές. ΄Ετσι, από αυτή την σκοπιά θα κατέληγα στο ίδιο συμπέρασμα στο οποίο είχε τότε καταλήξει το δικαστήριο. ΄Ομως, μέσα από το ζήτημα των κυρώσεων προκύπτει μια άλλη διάσταση του πράγματος. Το ιστορικό των κυρώσεων φαίνεται στο προοίμιο του Κανονισμού αρ. 1210/03 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης στον οποίο παρέπεμψαν όλοι οι διάδικοι. Οι κυρώσεις επιβλήθηκαν από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών με το ψήφισμα 661
(1990)και με μετέπειτα ψηφίσματα, ιδίως με το ψήφισμα 986
(1995)βάσει των οποίων το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης επέβαλε ευρύτατη απαγόρευση των εμπορικών συναλλαγών με το Ιράκ. Βάσει αυτών των ψηφισμάτων το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης διέκοψε τις οικονομικές και χρηματοδοτικές σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και του Ιράκ (Κανονισμός αρ. 2465/96 της 17/12/1996). Ακολούθησε το ψήφισμα 1483
(2003)της 22/5/2003 του Σ.Α. των Η.Ε. με το οποίο ήρθη, εκτός ορισμένων εξαιρέσεων, κάθε απαγόρευση σε σχέση με τις συναλλαγές με το Ιράκ, με πρόνοια όμως ότι οι απαγορευτικοί περιορισμοί θα έπρεπε να αντικατασταθούν από ειδικούς περιορισμούς που θα εφαρμόζονται στα έσοδα από όλες τις εξαγωγικές πωλήσεις πετρελαίου από το Ιράκ με παράλληλη δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων του Ιράκ. Σ' αυτά τα πλαίσια, με τον Κανονισμό αρ. 1210/2003 του Συμβουλίου της Ε.Ε. δεσμεύτηκαν όλα τα κεφάλαια που ανήκουν στην προηγούμενη κυβέρνηση του Ιράκ (άρθρο 4) τα οποία προβλέπεται ότι, τηρουμένων κάποιων εξαιρέσεων, αποδεσμεύονται μόνο για την μεταβίβαση τους στο Ταμείο Ανάπτυξης του Ιράκ που λειτουργεί στην Κεντρική Τράπεζα του Ιράκ υπό τους όρους που θέτει η απόφαση 1483
(2003)του Σ.Α. των Η.Ε. (άρθρο 6). Αυτά ανέφερε σε αδρές γραμμές και ο κ. Γιώργος Ιωάννου. Με τον όρο «κεφάλαια» «νοούνται τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και οικονομικά οφέλη κάθε είδους» στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, χρέη και πιστωτικές επιστολές (άρθρο 1). Συνεπώς, το χρέος προς το Ιράκ αποτελούσε κεφάλαιο του Ιράκ με την έννοια του εν λόγω Κανονισμού, το οποίο παγοποιήθηκε για τον συγκεκριμένο σκοπό. Έτσι, ενώ το σχετικό επιχείρημα της ΚΕΑΠ ήταν προς την κατεύθυνση ότι οι τραπεζικές πιστώσεις επανήλθαν σε ισχύ, η άρση της απαγόρευσης δεν επανέφερε τα πράγματα στις αρχικές συμβατικές σχέσεις σε πλαίσια ελευθερίας των συναλλαγών, αλλά ακολούθησε ως άνω η δέσμευση των κεφαλαίων με σκοπό την μεταφορά τους στο Ταμείο Ανάπτυξης, όπως οι ίδιοι οι αιτητές αναγνωρίζουν μέσα από την τελική αγόρευση. Πέραν τούτου, υπάρχει και ρητή πρόνοια στον Κανονισμό σε σχέση με κατασχέσεις εσόδων και υποχρεώσεων που προέρχονται από πώληση πετρελαίου. Σύμφωνα με το προοίμιο του Κανονισμού (άρθρο 6) οι πληρωμές για πετρέλαιο που εξάγεται από το Ιράκ «πρέπει να εξαιρούνται από νομικές διαδικασίες, κατάσχεση, συντηρητική κατάσχεση ή αναγκαστική εκτέλεση από όσους έχουν αξιώσεις κατά του Ιράκ» ως προσωρινό μέτρο που είναι αναγκαίο για την προώθηση της οικονομικής ανασυγκρότησης του Ιράκ και της αναδιάρθρωσης του χρέους του. Σ' αυτά τα πλαίσια, το ΄Αρθρο 10.1(β) του Κανονισμού προβλέπει ως ακολούθως: «
- Τα ακόλουθα διέπονται από ασυλία ως προς νομικές διαδικασίες και δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε μορφή κατάσχεσης, συντηρητικής κατάσχεσης ή αναγκαστικής εκτέλεσης: α) .... β) τα έσοδα και οι υποχρεώσεις που προέρχονται από την πώληση πετρελαίου, προϊόντων πετρελαίου και φυσικού αερίου καταγωγής Ιράκ, περιλαμβανομένης της πληρωμής για τα προαναφερόμενα προϊόντα που έχει καταβληθεί στο ταμείο ανάπτυξης του Ιράκ, στην Κεντρική Τράπεζα του Ιράκ·» Η θέση των αιτητών στην τελική επιχειρηματολογία γι' αυτό το ζήτημα περιορίστηκε μόνο σε ότι αφορά το χρόνο ισχύος του Κανονισμού ως ακολούθως: «Ο εν λόγω λόγος ένστασης δεν είναι σχετικός και δεν δύναται να επηρεάζει την παρούσα διαδικασία αφού σύμφωνα με το άρθρο 18 το σχετικό άρθρο 10 που αναφέρεται σε ασυλία ως προς νομικές διαδικασίες και σε κατάσχεση ή εκτέλεση έχει λήξει την 31/12/2007 και δεν παρουσιάστηκε οιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου και/ή ότι η ισχύς του συνεχίζει και μετά την 31/12/2007 μέχρι και/ή σήμερα. Ακολούθως δεν θα επεκταθούμε περισσότερο αφού αυτός ο λόγος ένστασης είναι φανερό ότι δεν ευσταθεί με οιονδήποτε τρόπο για τον λόγο και μόνο που έχουμε προαναφέρει.» Αυτή όμως η θέση παραβλέπει το γεγονός ότι ο χρόνος ισχύος του άρθρου 10 παρατάθηκε με τον τροποποιητικό κανονισμό αριθ. 195/2008 του Συμβουλίου, μέχρι τις 31/12/
- ΄Αλλωστε, ο κρίσιμος χρόνος δεν είναι μόνο σήμερα που εξετάζεται αν το διάταγμα θα γίνει απόλυτο. Κρίσιμος είναι και ο χρόνος του διατάγματος (9/7/2007). Με το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα δημιουργήθηκε δέσμευση (attachment), επιβάρυνση (equitable charge, βλ. Galbraith v. Crimshaw & Baxter [1910] 1 K.B.339). Η δέσμευση αυτή, ενώ δεν συνιστά οριστική κατάσχεση και απόλυτη διαταγή για πληρωμή, συνιστά πάντως συντηρητική κατάσχεση. Το ΄Αρθρο 10 δε, παρέχει ασυλία και έναντι συντηρητικής κατάσχεσης. Σκοπός της παρούσας αίτησης είναι να κατασχεθούν εις χείρας τρίτου «υποχρεώσεις» δηλαδή οφειλές προς το Ιράκ, που προέρχονται από πώληση πετρελαίου. ΄Ετσι, ανεξάρτητα από την φύση της αρχικής οφειλής του Ιράκ προς τους αιτητές, ο Κανονισμός παρέχει ασυλία έναντι οποιασδήποτε μορφής κατάσχεσης σε σχέση με το παρόν χρέος. Τέλος, αν και δεν έχει εγερθεί αυτό το ζήτημα, σημειώνεται ότι στο ΄Αρθρο 10 «τα έσοδα και οι υποχρεώσεις» αναφέρονται χωρίς περιορισμό ως προς τον χρόνο που προέκυψαν. Το ότι δε, η όλη ρύθμιση του Κανονισμού και η προβλεπόμενη δέσμευση, που είναι η ουσία του Κανονισμού, αφορά προγενέστερα κεφάλαια του Ιράκ προβλέπεται ρητά στο άρθρο 4 και στο άρθρο 6.1(α). Ειδικότερα σε σχέση με τις κατασχέσεις στο άρθρο 10.2 αναφέρεται ότι δεν ισχύει η ασυλία από αξιώσεις που προβάλλονται εναντίον του Ιράκ για ζημίες λόγω οικολογικών ατυχημάτων που έχουν γίνει ύστερα από την 22/5/2003, που είναι ο χρόνος άρσης της απόλυτης απαγόρευσης από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Εξ αντιδιαστολής προκύπτει ότι για τέτοιες ζημιές που είχαν γίνει πριν από την 22/5/2003 υφίσταται ασυλία. ΄Αρα, και απ' αυτό το στοιχείο προκύπτει ότι ο Κανονισμός ρυθμίζει τα κεφάλαια και τις υποχρεώσεις του Ιράκ που προϋπήρχαν του Κανονισμού. Από δε τον σκοπό του Κανονισμού (βλ. άρθρο 6 του προοιμίου), φαίνεται ότι εκείνο που έχει σημασία δεν είναι ο χρόνος που προέκυψαν οι οφειλές, αλλά η ανάγκη δέσμευσης τους με στόχο την οικονομική ανασυγκρότηση του Ιράκ. Ως εκ των άνω, δεν μπορούν να κατασχεθούν οι επίδικες οφειλές. Αντ' αυτού η θεραπεία που θα μπορούσαν να ζητήσουν οι αιτητές στα πλαίσια του Κανονισμού προβλέπεται από το άρθρο 6.1 το οποίο δημιουργεί ένα μηχανισμό μέσα από τον οποίο οι εξ αποφάσεως πιστωτές του Ιράκ μπορούν να ζητήσουν από καθορισμένη αρμόδια αρχή την ελευθέρωση δεσμευμένων κεφαλαίων που αποτελούν αντικείμενο δικαστικών αποφάσεων οι οποίες εκδόθηκαν πριν από τις 22/5/
- Παρά το ότι η τύχη της αίτησης έχει αποφασιστεί σημειώνονται, χάριν πληρότητας, τα ακόλουθα σε σχέση με παρέμβαση της Δημοκρατίας στη διαδικασία. Η παρέμβαση της Δημοκρατίας. Στη διαδικασία παρενέβη τελικά, μετά από παλινδρομήσεις, η Δημοκρατία με τον ισχυρισμό ότι το Ιράκ της εκχώρησε το επίδικο χρέος προτού εκδοθεί το διάταγμα nisi. Γύρω από αυτό το ζήτημα στράφηκε μεγάλο μέρος της διαδικασίας, με πρώτο αμφισβητούμενο το κατά πόσο η Δημοκρατία ενομιμοποιείτο να παρέμβει. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας επικαλέστηκε τις πρόνοιες της Δ.43 κ. 1[1] που προβλέπουν ρητά το δικαίωμα παρέμβασης τρίτου. Οι πρόνοιες όμως αυτές προϋποθέτουν ότι θα θέσει θέμα τρίτου ο μεσεγγυούχος, κάτι που δεν έχει γίνει εν προκειμένω. Το δικαστήριο όμως μπορεί αλλά και πρέπει να ερευνήσει τυχόν δικαίωμα τρίτου. Η αρμοδιότητα αυτή συνυπάρχει με την προβλεπόμενη από τη Δ.43 κ. 1 και πηγάζει από το κατάλοιπο των εξουσιών του, τη δικαιοδοσία της επιείκειας (Annual Practice 1958, σελ. 1109). Η στάση της Δημοκρατίας, όπως κατωτέρω θα περιγραφεί, ήταν αντιφατική ως προς το αν θα παρέμβαινε τελικά ή όχι και ο χειρισμός που έγινε αποκαλύπτει μια ανεπιθύμητη εικόνα. Δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί αυτή η συμπεριφορά ως κατάχρηση υπό την έννοια να αποκλειστεί η παρέμβαση, όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών, διότι από τη στιγμή που τίθεται ζήτημα δικαιώματος τρίτου το δικαστήριο θα όφειλε να διερευνήσει τα γεγονότα για να μην διατάξει τελικά κατάσχεση χρημάτων στα οποία το Ιράκ στην πραγματικότητα δεν έχει συμφέρον, κατά παράβαση ή σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 73[2] του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Ως εκ των άνω, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης η Δημοκρατία μπορούσε να παρέμβει. ΄Ομως παρενέβη ευρύτερα. Η ένσταση της δεν περιορίστηκε στον ισχυρισμό περί εκχώρησης, αλλά επεκτάθηκε και στα θέματα που ήγειρε η ΚΕΑΠ. Το ίδιο και η αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου της Δημοκρατίας. Η Δημοκρατία όμως δεν παρενέβη ως μεσεγγυούχος, αλλά για το συγκεκριμένο θέμα της εκχώρησης. Δεν ήταν θεμιτή η επέκταση στα θέματα που ήγειρε ο μεσεγγυούχος τα οποία και εξετάστηκαν άλλωστε υπό το φως των όσων η ΚΕΑΠ ήδη έθεσε. Η εισήγηση περί εκχώρησης υποστηρίχθηκε από ένορκη δήλωση του κου Γιώργου Ιωάννου. Στην ένορκη του δήλωση αφού αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης καταλήγει ότι στις 20/9/2006, δηλαδή πριν την έκδοση του διατάγματος nisi, υπογράφτηκε συμφωνία μεταξύ των Υπουργών Οικονομικών της Κύπρου και του Ιράκ (Τεκμήριο Ε) η οποία επιβεβαιώθηκε στις 17/10/2007 με συμπληρωματική επιστολή του τελευταίου (Τεκμήριο Στ). Οι αιτητές αμφισβητούν ότι με τα έγγραφα αυτά δημιουργήθηκε εκχώρηση. Το Τεκμήριο Ε είναι επιστολή του Ιρακινού Υπουργού προς τον Κύπριο ομόλογο του ημερ. 20/9/06, στην οποία περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: «Re: Bilateral Claims Dear Minister Sarris: I am writing to confirm the understanding reached between our two countries. The aggregate amount of the claims of the Republic of Iraq on the Republic of Cyprus (as set forth in Attachment 1 hereto) is hereby set-off and applied against the aggregate amount of the reconciled claims of Cyprus (including its Public Sector) on Iraq (as identified in the Reconciliation Statement attached as Attachment 2 hereto). In addition, Cyprus hereby agrees, on behalf of itself and its Public Sector, to cancel and release all residual claims arising prior to the date hereof that it holds against Iraq on its Public Sector, including the cancellation of the remaining amount of all claims after the set-off described above....» Το παράρτημα 1 (attachment 1) αποτελείται από τηλεμηνύματα προς την Κεντρική Τράπεζα του Ιράκ προερχόμενα από τις τράπεζες που παραχώρησαν τις τραπεζικές επιστολές και αναφέρονται σ' αυτές. Προκύπτει ότι το χρέος που αποτελεί αντικείμενο του τεκμηρίου Ε είναι εκείνο που είχε εξασφαλιστεί με τις τραπεζικές επιστολές. Στο τέλος της επιστολής ακολουθεί δήλωση του Κύπριου Υπουργού ότι αποδέχεται και συμφωνεί (accepted and agreed). Στο τεκμήριο Στ (17/10/2007) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Dear Minister: Reference is made to my letter of September 20, 2006 regarding the understanding reached between our two countries on certain bilateral claims (the "Letter"). With effect as of September 20, 2006 and as set forth in the Letter, the Government of the Republic of Iraq agreed to cancel all claims contained in Attachment 1 thereto (the "Claims"). It is understood that any interest Iraq held in such Claims was transferred to the Government of the Republic of Cyprus, which accepted all of the rights and obligations related to the Claims (including with respect to any set-offs). You are authorized to furnish a copy of this letter to the custodian of any such claims. If the foregoing correctly sets forth our understanding and agreement in respect of the matters set forth herein, kindly sign and return to us a counterpart of this letter agreement.» Ακολουθεί και πάλι η αποδοχή του Κύπριου υπουργού. Για μια εκχώρηση στα πλαίσια του δικαίου της επιείκειας (equitable assignment) δεν απαιτείται τύπος. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Chrysostomou v. G.S. Chalcousi and Sons
(1976)1 C.L.R. 10 το δίκαιο της επιείκειας αποβλέπει στην πρόθεση των μερών παρά στον τύπο. Ό,τι απαιτείται είναι να φαίνεται καθαρά η πρόθεση εκχώρησης χρέους, με την έννοια της δυνατότητας διεκδίκησης αγώγιμου δικαιώματος (chose in action). (Chrysostomou, ανώτ., Snell´s Equity, 29η έκδοση, σελ. 76, 77). Διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Inland Revenue Commissioners v. Electric and Musical Industries Ltd
(1949)1 All E.R. 120, 125: "It is quite true that as a matter of law there is no special form required to constitute an equitable assignment. Whether or not what has been done in any particular transaction amounts to an equitable assignment is a matter of inference from the facts and documents concerned...". Για χρέος δε, που έχει εκχωρηθεί καλόπιστα πριν από την επίδοση του διατάγματος nisi δεν χωρεί κατάσχεση εις χείρας του μεσεγγυούχου έστω και αν δεν έχει δοθεί σε αυτόν ειδοποίηση της εκχώρησης. (Holt v. Heatherfield Trust Ltd and G & T Bridgewater Ltd
(1942)1 All E.R., 404, Re Fry, Chase National Executors and Trusters Corporation Ltd v. Fry and Others
(1946)2 All E.R. 106) εφόσον μια εκχώρηση της επιείκειας τελειούται μεταξύ των μερών της έστω και αν δεν δοθεί ειδοποίηση στον οφειλέτη (βλ. Chrysostomou, ανώτ., Halsbury's ανωτ. σελ. 87, παρ. 128). ΄Ετσι το ερώτημα είναι κατά πόσο πριν από το διάταγμα nisi (9/7/2007) είχε γίνει εκχώρηση από το Ιράκ προς την Κυπριακή Δημοκρατία. Το τεκμήριο Ε προηγείται (20/9/2006). Αυτό όμως δεν αναφέρεται σε εκχώρηση αλλά σε «συμψηφισμό». Δεν γνωρίζουμε, ούτε μας αφορά ο λόγος που η Κυπριακή Δημοκρατία φαίνεται να αναλαμβάνει το χρέος της ΚΕΑΠ που κατ' ουσία ή σε τελική ανάλυση ήταν χρέος των εταιρειών πετρελαιοειδών. Εκείνο που τώρα έχει σημασία είναι ότι στο υπό εξέταση έγγραφο η Δημοκρατία αναγνωρίζει ότι η σχετική απαίτηση του Ιράκ υφίσταται έναντι της, την οποία και συμψηφίζει με τις δικές της απαιτήσεις έναντι του Ιράκ. Αναφορά σε εκχώρηση γίνεται στο τεκμήριο Στ το οποίο είναι μεταγενέστερο του διατάγματος nisi και κατά τον κ. Ιωάννου έγινε απλώς συμπληρωματικά και επιβεβαιωτικά γιατί οι τράπεζες ήθελαν να είναι βέβαιες ότι δεν θα κληθούν να πληρώσουν τα ίδια ποσά στο Ιράκ. Με γνώμονα όμως τα ίδια τα έγγραφα, το ζήτημα δεν είναι σαφές. Το τεκμήριο Ε παρουσιάζει το χρέος ως χρέος της Δημοκρατίας που εξοφλείται δια συμψηφισμού. Το τεκμήριο Στ παρουσιάζει το χρέος ως χρέος τρίτου που εκχωρήθηκε στη Δημοκρατία. Διαπιστώνεται ασάφεια. Ασάφεια που φαίνεται να εκτείνεται στην αντιφατική δικονομική στάση της Δημοκρατίας την οποία ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών έχει τονίσει ιδιαιτέρως. Στις 17/7/2007, δικηγόρος της Δημοκρατίας ζήτησε χρόνο για μελέτη των εγγράφων με σκοπό την παρέμβαση «δεδομένης της ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των Υπουργών Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ιράκ που ενδεχομένως σχετίζεται με τα ποσά που αφορούν την αίτηση». Στην επόμενη δικάσιμο, στις 24/7/2007, δεύτερος δικηγόρος της Δημοκρατίας ανέφερε τα ακόλουθα: «... Μετά από εξέταση και αξιολόγηση των όσων πληροφοριών έχουν ανεπίσημα περιέλθει σε γνώση της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, αποφασίστηκε ότι στο παρόν στάδιο δεν προσφέρεται εύλογο πραγματικό νομικό ή διαδικαστικό υπόβαθρο για οποιαδήποτε παρέμβαση της Δημοκρατίας στην υπό εξέλιξη δικαστική διαδικασία.» Μετά από αυτή τη δήλωση, έλαβε άδεια και αποχώρησε. Στις 22/4/08, τρίτη δικηγόρος της Δημοκρατίας δήλωσε αυτή τη φορά ότι «Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι το αντικείμενο της δικαστικής διαδικασίας συνίσταται σε χρηματικό ποσό και/ή σε οικονομικό συμφέρον για το οποίο η Δημοκρατία έχει έντονο ενδιαφέρον βασισμένο σε συμφωνία που είχε συναφθεί με το Ιράκ σύμφωνα με την οποία το εν λόγω χρηματικό ποσό και/ή συμφέρον διεκδικείται από την Κυπριακή Δημοκρατία.» Αυτά, δηλώθηκαν χωρίς καμιά εξήγηση για την προηγούμενη δήλωση. ΄Ετσι ζήτησε αναβολή «για χρονικό διάστημα ικανό να επιτρέψει την μελέτη της κατάστασης από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας και την πιθανή ανάληψη διαδικαστικής πρωτοβουλίας». Το Δικαστήριο ανάβαλε την υπόθεση για άλλο λόγο. Τελικά, στις 16/5/2008, επανήλθε τέταρτη δικηγόρος της Δημοκρατίας η οποία ζήτησε άδεια να επιθεωρήσει τον φάκελο και εκδήλωσε πρόθεση παρέμβασης, κάτι που τελικά έγινε. Αλλά κριτήριο δεν είναι ο χειρισμός που έγινε, εκτός αν διασυνδεόταν με ευρύτερη εισήγηση περί μή καλόπιστης εκχώρησης κάτι που έθεσε με υποβολή περί κατασκευασμένης εκδοχής ο κ. Κλεάνθους, χωρίς όμως να δώσει συνέχεια, ευθέως τουλάχιστον, στην τελική αγόρευση. Ούτε υπάρχει μαρτυρία μετά που ο κ. Ιωάννου αντεξεταζόμενος δήλωσε άγνοια ή αρνήθηκε τα όσα ο κ. Κλεάνθους του υπέβαλλε σχετικά επικαλούμενος δική του επικοινωνία με τον τότε Υπουργό Οικονομικών. Με κριτήριο τα ίδια τα έγγραφα είναι, ως άνω, που υπάρχει ασάφεια ως προς την πρόθεση για εκχώρηση κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή πριν το διάταγμα. Ενόψει όμως των όσων αποφασίστηκαν σε σχέση με το κύριο ζητούμενο της διαδικασίας μεταξύ των άμεσων διαδίκων, δεν είναι ανάγκη να αποφασιστεί το ζήτημα αυτό οριστικά. Αλλ' ούτε και το διαζευκτικό επιχείρημα των αιτητών ότι ο Κανονισμός με το να δεσμεύει και να παγοποιεί τα χρέη που οφείλονταν στο Ιράκ απαγορεύει και την εκχώρηση, το οποίο έμεινε και χωρίς απάντηση από πλευράς Δημοκρατίας. Ως εκ των άνω, το διάταγμα δεν μπορεί να γίνει απόλυτο και ακυρώνεται. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα μεταξύ των αιτητών και του μεσεγγυούχου. Δίδονται έξοδα υπέρ της ΚΕΑΠ και εναντίον των αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Σε ότι αφορά τη Δημοκρατία, λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρέμβαση της δεν είχε τελικά πρακτικό αποτέλεσμα, δεν θα δοθεί διαταγή για έξοδα. (Υπ.)............................. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. [1] "Whenever in any proceedings to obtain an attachment under Part 7 of the Civil Procedure Law, Cap. 7, it is suggested by the garnishee that the debt or property sought to be attached belongs to some third person, or that any third person has a lien or charge upon it, the Court or Judge may order such third person to appear and state the nature and particulars of his claim upon such debt or property." [2] "Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 82 και 87 του Μέρους VIII, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρο (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο