Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζαν (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Αντώνης Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 673/02, 22 Δεκεμβρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2008:A122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 673/02 Μεταξύ: Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζαν (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Εναγόντων και
- Αντώνης Αντωνίου
- Μαρία Αντωνίου Εναγομένων Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 2 - Αιτήτρια: κ. Α. Μαθηκολώνης ο κ. Χαρ. Σκορδής στην εκφώνηση της απόφασης. Για τους ενάγοντες - Καθ΄ων η Αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σε προφορικό αίτημα για να επιτραπεί η κατάθεση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως σε αίτηση για αναστολή απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης) Η εναγομένη 2 - αιτήτρια την 11.11.2008 εξασφάλισε με μονομερή αίτηση της την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο αναστάληκε η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης μέχρι να εκδικαστεί η έφεση που εκκρεμεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. Επίκειτο, όπως τέθηκε το ζήτημα, η άμεση κατάσχεση παλαιών και φθαρμένων επίπλων της οικίας της ηλικίας 25 περίπου χρόνων, τα οποία καταγράφηκαν από τον εντεταλμένο επιδότη για την εκτέλεση εντάλματος πώλησης κινητών το οποίο καταχώρησαν οι ενάγοντες στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και στρεφόταν εναντίον της. Το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 17.11.
- Την ημερομηνία εκείνη εμφανίστηκαν οι ενάγοντες - καθ΄ών η αίτηση και ζήτησαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση. Η αίτηση με τη συγκατάθεση των δύο μερών ορίστηκε προς αυτόν τον σκοπό την 1.12.2008 για οδηγίες ενώ το προσωρινό διάταγμα διατηρήθηκε σε ισχύ. Την 1.12.2008 καταχωρήθηκε η ειδοποίηση περί προσθέσεως ενστάσεως και όπως δηλώθηκε δόθηκε την ίδια ημέρα αντίγραφο της στο δικηγόρο των εναγόντων - καθ΄ών η αίτηση. Έτσι ορίστηκε η αίτηση για ακρόαση για τις 17.12.
- Στο μεταξύ η πιο πάνω ειδοποίηση επιδόθηκε και στο δικηγορικό γραφείο της αιτήτριας στις 5.12.2008 όπως διαπιστώνω από τη σχετική ένορκο δήλωση ιδιώτη επιδότη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας την ημέρα της ακρόασης της αίτησης αιτήθηκε προφορικά όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση η οποία, όπως ανέφερε, κατέστη αναγκαία από τα διαλαμβανόμενα στην ειδοποίηση περί προσθέσεως ενστάσεως, την ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει αλλά και τη δήλωση της κ. Ζαχαρίου ότι εμφανίζεται για την MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (στη συνέχεια η MARFIN). Συγκεκριμένα τόσο στο σώμα της ειδοποίησης όσο και στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει οι οποίες τιτλοφορούνται ως ενάγοντες η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, αναφέρεται ότι η ειδοποίηση δίδεται από την MARFIN ¨.οι οποίοι ανέλαβαν από 1.2.2008 με διάταγμα Δικαστηρίου τα δικαιώματα, υποχρεώσεις, συμφέροντα και απαιτήσεις της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ δυνάμει συγχώνευσης.¨ Αιτιολογώντας το αίτημα του ο κ. Μαθηκολώνης ανέφερε ότι βασίζεται στη Δ.48.4
(2)των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας η οποία του επιτρέπει να προβεί σε αυτό προφορικά. Για τους πιο πάνω λόγους υπέβαλε το αίτημα του κατ΄αυτόν τον τρόπο όταν έκρινε πως ήταν αναγκαίο να γίνει αλλά και γιατί θεώρησε ότι το όλο ζήτημα θα μπορούσε να είχε επιλυθεί με τρόπο πρακτικό και χωρίς κατ΄ανάγκη να σπαταληθούν περιττά έξοδα με την καταχώρηση γραπτού αιτήματος και τυχόν καταχώρησης γραπτής ενστάσεως. Θα μπορούσε μάλιστα το Δικαστήριο να αποφάσιζε το ζήτημα αυθημερόν. Επί της ουσίας του αιτήματος ανέφερε ότι εφόσον όπως προκύπτει επιπλέον και από τη δήλωση της κ. Ζαχαρίου ότι εκπροσωπεί σήμερα την MARFIN τίθεται πλέον ζήτημα του Locus Standi των εναγόντων - καθ΄ών η αίτηση οι οποίοι σκόπιμα δεν επισύναψαν το διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο επικαλούνται εφόσον θα καταδείκνυε, όπως ανέφερε, ότι οι ενάγοντες που ήταν εταιρεία έχουν διαλυθεί και σήμερα είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και επομένως ανύπαρκτος διάδικος. Η κ. Ζαχαρίου επιχειρηματολογώντας γιατί το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκος δήλωση έθεσε τα ακόλουθα τρία ζητήματα. Πρώτο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη ενόψει της φύσης της αίτησης που εκκρεμεί ενώπιον του ο,τιδήποτε το οποίο δεν είχε τεθεί ενώπιον του όταν εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα του οποίου η οριστικοποίηση ή όχι είναι το μοναδικό αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Δεύτερο, καθυστερημένα η άλλη πλευρά υποβάλλει το αίτημα της κατά τρόπο που αν αναβαλλόταν η ακρόαση της υπόθεσης θα πληγούν περισσότερο τα δικαιώματα των πελατών της που υφίστανται ζημιά εφόσον θα παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα το οποίο κατά την άποψη της εκδόθηκε αδικαιολόγητα και είναι άδικο για την πλευρά της. Τρίτο, η πλευρά της αιτήτριας δεν θα μπορούσε να προβάλει αυτό το αίτημα εφόσον η ίδια επέλεξε να χρησιμοποιήσει αυτόν τον τίτλο στην αίτηση της χωρίς να διερευνήσει το όλο ζήτημα αν και της ήταν γνωστό τουλάχιστον από τον περασμένο Μάιο. Η Διαταγή 48.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με τον Διαδικαστικό Κανονισμό Αρ. 5 με ημερομηνία 23.12.1999 προνοεί τα ακόλουθα: ¨Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.¨ Ο λόγος θέσπισης του πιο πάνω Κανονισμού είναι προφανής και αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από του να επιτρέπεται έστω και μεταγενέστερα, στις κατάλληλες βέβαια περιπτώσεις, να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου ζητήματα τα οποία άλλως πως δεν θα μπορούσαν να εξετασθούν με αποτέλεσμα να μην απονέμεται ορθά η δικαιοσύνη. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τη καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων παραμένει σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.48.4
(2). Οι πιο πάνω αρχές δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται κατά απόλυτο τρόπο ώστε να οδηγούν σε εξουδετέρωση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία στην κατάλληλη περίπτωση μπορεί να ασκηθεί υπέρ της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ακόμα και σε αιτήσεις όπως η παρούσα, ανάλογα με τις περιστάσεις οι οποίες θα πρέπει να προσλαμβάνουν τη μορφή των εξαιρετικών περιστάσεων, για ¨καλό λόγο¨, όπως διαλαμβάνει η διαταγή, σε κάθε δε περίπτωση θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και με φειδώ. Από απόψεως διαδικασίας που επελέγη για να τεθεί το αίτημα με βάσει την πιο πάνω διάταξη δεν τίθεται ζήτημα εφόσον ο λόγος της απόφασης της Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1453 στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων ακόμα και σε σχέση με το ζήτημα της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων πιστεύω ότι μετά την τελευταία τροποποίηση της Δ.48.4
(2)έπαυσε να είναι δεσμευτικός (βλ. Blue Arrow General Trading Co.Ltd v. Μικρού,
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1427) στην οποία αν και λέχθηκε Per Curiam ότι ¨οι νομολογιακές θέσεις της πιο πάνω υπόθεσης έχουν ατονήσει¨, εντούτοις αυτή κατά την άποψη μου είναι πλέον η γραμμή της νομολογίας μας. Ο πρώτος από τους λόγους της ένστασης είναι ότι δεν είναι πρόσφορη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αλλά ούτε τυγχάνει εφαρμογής η Δ.48.4
(2)σε διαδικασίες που αφορούν παρεμπίπτοντα διατάγματα, αφού σε αυτά ισχύει ο κανόνας της πλήρους αποκάλυψης, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για επανόρθωση ή για συμπλήρωση γεγονότων. Είναι σαφές ότι ένας τέτοιος σκοπός δεν μπορεί να αποτελεί ¨καλό λόγο¨ (βλ. Sons of Afif Yamout κ.ά. v. Schiffahrts Elbe M.B.H. and Co
(1994)1 A.A.Δ. σελ. 191, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. σελ. 597 και Stavros Georgiou and Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1 Α.Α.Δ. 1976 ακόμα και την παλαιότερη Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης (ανωτέρω). Ως προς αυτή τη πτυχή, εάν εδώ εστιαζόταν το αίτημα θα συμφωνούσα με την ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων. Το όλο ζήτημα όμως όπως ετέθη εκ μέρους του ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας έγκειται στο Locus Standi των εναγόντων το κατά πόσο δηλαδή στερούνται της ικανότητας της δικονομικής παράστασης τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό προέκυψε από τα όσα αναφέρονται στην ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως και την ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει αλλά και από τη δήλωση στην οποία προέβη η κ. Ζαχαρίου. Πρόκειται για νομικό σημείο και αφορά το πως επετράπη με δικαστικό διάταγμα να γίνει η διαδικασία της συγχώνευσης της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ και της MARFIN η οποία την έχει υποκαταστήσει στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της. Το ζήτημα της υπόστασης ενός διαδίκου δεν είναι νομοτυπικό αλλά ουσιαστικό το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει και αποφασίσει από την αρχή και είναι ανεξάρτητο από την νομιμότητα ή όχι του προσωρινού διατάγματος το οποίο επιδιώκεται να ακυρωθεί, ζήτημα που αποτελεί την ουσία της παρούσας διαφοράς. Το ζήτημα της κτήσης Locus Standi από ένα διάδικο ο οποίος παρουσιάζεται ως εκδοχέας σε αντικατάσταση προηγούμενου διαδίκου θα πρέπει να αποδειχθεί. Δεν πρόκειται και δεν θα πρέπει να επιτραπεί να εισαχθούν νέα στοιχεία ή γεγονότα που αφορούν το αιτιολογικό του αιτήματος της αιτήτριας όταν εκδιδόταν το προσωρινό διάταγμα. Η τυχόν αποδοχή του αιτήματος θα πρέπει να περιορίζει τη δυνατότητα σ΄αυτά τα πλαίσια. Το διάταγμα του Δικαστηρίου που επέτρεψε τις αλλαγές στο καθεστώς των εναγόντων και το οποίο επικαλούνται οι ενάγοντες δεν έχει επισυναφθεί στην ένσταση τους. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες, όπως παρουσιάζονται στον τίτλο της ένστασης τους, δεν υφίστανται εφόσον έχουν διαλυθεί. Κρίνω ότι πρόκειται για ουσιώδες ζήτημα το οποίο εφόσον προβάλλεται, το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να το εξετάσει και το βάρος της απόδειξης του θα βαραίνει την πλευρά που το επικαλείται. Οι λεπτομέρειες που παρέχονται με πανομοιότυπο λεκτικό τόσο στην ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως όσο και στη παρ. 1 της ενόρκου δηλώσεως που τη στηρίζει δεν είναι αρκετές για να αποφασίσω οτιδήποτε για το ζήτημα. Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να συνεχίζεται οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία με ανύπαρκτο πρόσωπο εάν κάτι τέτοιο αποδειχθεί από την πλευρά της αιτήτριας. Σε τέτοια περίπτωση τίθεται το ερώτημα πιο θα ήταν άραγε το ορθό δικονομικό διάβημα εκ μέρους της αιτήτριας και εάν η επιλογή της να προβεί στη παρούσα αίτηση ήταν η ορθότερη υπό τις περιστάσεις. Βέβαια, εδώ προκύπτει και το ζήτημα του τίτλου που χρησιμοποιήθηκε κατά την έκδοση του εντάλματος κινητών το οποίο στάθηκε και η αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως. Εφόσον δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το ίδιο το ένταλμα κινητών δεν μπορώ να έχω άποψη τυχόν παράλειψης της πλευράς της αιτήτριας η οποία χρησιμοποίησε στον τίτλο της αίτησης της το αρχικό όνομα των εναγόντων. Με τα πιο πάνω απαντάται και το ερώτημα που έθεσε η κ. Ζαχαρίου εάν δηλαδή είχε υποχρέωση η αιτήτρια να διερευνήσει το όλο ζήτημα πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης της. Εάν ο συνήγορος που εκπροσωπεί την αιτήτρια γνώριζε τα περί συγχώνευσης των εναγόντων με την MARFIN δεν έχει καμιά σημασία. Επειδή ένα από τα ζητήματα που επικαλέστηκε η πλευρά των εναγόντων ήταν αυτό του χρόνου, ο οποίος λειτουργεί σε βάρος των συμφερόντων τους εκκρεμούσης της παρούσας διαδικασίας απλά θα αναφέρω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε κατάσχεση κάποιων παλαιών επίπλων ηλικίας 25 χρόνων, φθαρμένων και χωρίς ιδιαίτερη αξία, όπως περιγράφονται από την αιτήτρια. Αυτά έχουν ήδη καταγραφεί και έχουν κατασχεθεί και έτσι δεν συντρέχει κίνδυνος αποξένωσης, αλλοίωσης ή καταστροφής τους εφόσον εκκρεμεί η παρούσα διαδικασία, εν πάση περιπτώσει σε σχέση με το εξ αποφάσεως χρέος μόνο μικρό ποσό θα αποφέρει η πώληση τους στους ενάγοντες προς ικανοποίηση της δικαστικής αποφάσεως και το εξ αποφάσεως χρέος δεν θα μειωθεί δραστικά. Επομένως με βάσει αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να εκληφθεί ούτε ως υπέρμετρη η ζημιά που υφίστανται οι ενάγοντες αλλά ούτε και ότι δεν μπορεί να αποκατασταθεί αφού προϋπόθεση της σύνταξης του προσωρινού διατάγματος ήταν η υπογραφή σχετικής εγγύησης. Καταλήγω ότι θα ήταν δίκαιο να δοθεί η δυνατότητα στη πλευρά της αιτήτριας με συμπληρωματική ένορκο δήλωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζει τη θέση της για την έλλειψη Locus Standi, δηλαδή της ικανότητας των εναγόντων να εμφανίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Βέβαια δεν παύει η υποχρέωση της πλευράς των εναγόντων να θεμελιώσουν την νομιμοποίηση τους να εμφανίζονται με νέο όνομα και υπό διαφορετικό νομικό μανδύα και έτσι θα ήταν δίκαιο όπως εάν το επιθυμούν να έχουν και αυτοί τη δυνατότητα να καταχωρήσουν στη συνέχεια συμπληρωματική ένορκο δήλωση και προς τούτο παρέχεται άδεια και στις δύο πλευρές. Τα έξοδα όπως είναι η γενική αρχή ακολουθούν το αποτέλεσμα (Χαψή κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1403. Λαμβάνοντας όμως υπόψη την επιλογή του συνηγόρου της αιτήτριας να θέσει για πρώτη φορά την ημέρα που ήταν ορισμένη η αίτηση για ακρόαση το αίτημα του και προφορικά χωρίς να ενημερώσει εκ των προτέρων για αυτή του τη πρόθεση την άλλη πλευρά, η οποία προσήλθε έτοιμη για την ακρόαση, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης θα ήταν δίκαιο όπως μη δοθεί οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπογραφή)............... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο