← Κύπρος

Δήμος Πάφου ν. Ergostasion Mocaikon Parthenon Dtziamalis Ltd, Αρ. Υπόθεσης: 12588/05, 11.1.08

Δήμος Πάφου ν. Ergostasion Mocaikon Parthenon Dtziamalis Ltd, Αρ. Υπόθεσης: 12588/05, 11.1.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A2 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ: ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12588/05 Δήμος Πάφου -ν-

  1. Ergostasion Mocaikon Parthenon Dtziamalis Ltd
  2. Παρθενώνας Τζιάμαλης ------------------- Ημερομηνία: 11.1.08 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λοϊζίδης Για τους Κατηγορουμένους: κ. Κυθραιώτης Κατηγορούμενος 2: παρών -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν από το Δικαστήριο να προβάλουν την υπεράσπισή τους σε δύο από τις έξι συνολικά κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Σύμφωνα με αυτές οι Κατηγορούμενοι κατέχουν (κατηγορία 3) και χρησιμοποιούν (κατηγορία 5) οικοδομή, ήτοι γραφείο και υποστατικό, εντός του τεμαχίου 3454, Φ/Σχ. LI/2.6.XIV χωρίς και στις δύο περιπτώσεις να έχουν εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή, ήτοι τον Δήμο Πάφου. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε ένα και μοναδικό μάρτυρα: τον Σοφοκλή Σοφοκλέους, τεχνικό στον Δήμο Πάφου. Στην πορεία της διαδικασίας δηλώθηκαν μεταξύ των ευπαίδευτων συνηγόρων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: το τεμάχιο με αριθμό 3454, Φ/Σχ. LI/2.6.XIV βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Πάφου ο Κατηγορούμενος 2 κατά την 3.6.05 ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι ο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο το πιο πάνω τεμάχιο με αριθμό 3454, Φ/Σχ. LI/2.6.XIV είναι Τουρκοκυπριακό και βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και, τέλος, ότι η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία το κατέχει από το 1976 και το χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα αφού της παραχωρήθηκε από τον εν λόγω Κηδεμόνα με ενοίκιο. Ο Κατηγορούμενος 2, αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του σύμφωνα με τον Νόμο επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Κανένας μάρτυρας δεν κλήθηκε από την Υπεράσπιση. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τον μάρτυρα κατηγορίας, ενόσω αυτός έδινε μαρτυρία ενώπιόν μου, και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτός απάντησε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας μάρτυρας μπορεί, επίσης, να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207 και Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)2 ΑΑΔ 454). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω προχωρώ στην αξιολόγηση του μάρτυρα. Ο μάρτυρας κατηγορίας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του περιορίσθηκε σε αυτά που γνώριζε στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων του ως τεχνικός στον Δήμο Πάφου. Τα καθήκοντα αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την εξέταση αιτήσεων για έκδοση αδειών οικοδομής και πιστοποιητικών τελικής έγκρισης. Η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική και μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ήταν σταθερός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Κατέθεσε αυθόρμητα και με φυσικότητα. Απαντούσε αβίαστα και χωρίς προηγουμένως να υπολογίζει τις απαντήσεις του. Σύμφωνα με τον μάρτυρα κατά την πρώτη επίσκεψη του στο τεμάχιο, που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε, ότι τα επίδικα υποστατικά και γενικά το εργοστάσιο που βρίσκεται σε αυτό ανήκουν στην Κατηγορουμένη 1 εταιρεία. Καταβάλλονταν δε προσπάθειες για μεταφορά του εργοστασίου από τον χώρο του τεμαχίου σε βιομηχανική περιοχή. Η μαρτυρία αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη. Η πιο πάνω μαρτυρία αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, η αποδεικτική αξία της οποίας υπόκειται σε αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται απλώς και μόνο διότι είναι εξ' ακοής. Κατά την αξιολόγησή της, όμως, το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27
(1)). Κρίνω, πως οι πιο πάνω δηλώσεις είναι δυσμενείς για την Κατηγορουμένη εταιρεία. Η απλή λογική υπαγορεύει, ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν θα τους πρόβαλε αν αυτοί δεν ήταν αληθινοί. Στην Αγγλική υπόθεση Slatterie v. Pooley
(1840)6 Μ. & W. 664 o Δικαστής Parke, για να γίνει αντιληπτή η αρχή στην οποία βασιζόταν η αποδοχή παραδοχών, ως εξαίρεση τότε στον αποκλειστικό κανόνα της εξ' ακοής μαρτυρίας εναντίον σε αυτούς που τις κάνουν, ανέφερε, ότι όταν ένας διάδικος από μόνος του παραδέχεται ότι κάτι είναι αλήθεια, τότε εύλογα μπορεί να θεωρηθεί, ότι αυτό που παραδέχεται είναι και αληθινό. Το μόνο εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από τα πιο πάνω είναι, ότι αν οι πιο πάνω δηλώσεις προς τον μάρτυρα, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον να ελέγξει την νομιμότητα των υποστατικών, πράγμα, το οποίο ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε, δεν ήταν αληθινές, ο Κατηγορούμενος 2 δεν θα προέβαινε σε αυτές. Υπό το φως των πιο πάνω και σε συνδυασμό με το ότι το τεμάχιο εντός του οποίου ανεγέρθηκαν τα επίδικα υποστατικά κατέχεται από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία αδιαλείπτως από το 1976 προκύπτει και αποτελεί εύρημά μου, ότι τα επίδικα υποστατικά κατέχονται και χρησιμοποιούνται από την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Η Υπεράσπιση περιορίσθηκε σε υποβολή ερωτήσεων αναφορικά με τις μετατροπές που έγιναν στα επίδικα υποστατικά, για να εισηγηθεί στο Δικαστήριο, ότι αυτά με την σημερινή τους μορφή δεν είναι τα ίδια με αυτά που υπήρχαν στο επίδικο τεμάχιο κατά τον χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, ήτοι κατά την 3.6.05, κατά την πρώτη, δηλαδή, επίσκεψη του μάρτυρα σε αυτό, και, επομένως, δεν καλύπτονται από τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 και
  1. Ο μάρτυρας ήταν σαφής, ότι το υποστατικό που χρησίμευε ως γραφείο - από τώρα και στο εξής «το γραφείο» - είχε κατεδαφισθεί πριν την 27.8.07, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η δεύτερη επίσκεψή του στο επίδικο τεμάχιο, και στην θέση του τοποθετήθηκε λυόμενο υποστατικό. Αναφορικά δε με το υποστατικό, το οποίο χρησιμοποιείται ως εργοστάσιο επεξεργασίας μαρμάρου - από τώρα και στο εξής «το υποστατικό» - σε αυτό είχαν μόνο αποκοπεί οι σωλήνες που ένωναν την οροφή με το τσιμεντένιο θεμέλιο και στα άκρα τους τοποθετήθηκαν τροχοί, οι οποίοι εφάπτονται του εν λόγω θεμελίου. Αυτή ήταν και η μοναδική μετατροπή, που, σύμφωνα με τον μάρτυρα, έγινε στο υποστατικό. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Ούτε υποβλήθηκε στον μάρτυρα, ότι εκτός από τις μετατροπές, τις οποίες ανέφερε στην μαρτυρία του, έλαβαν χώρα και άλλες. Η υπεράσπιση των Κατηγορούμενων - και αυτό είναι που εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων κατά την τελική του αγόρευση - είναι ότι οι πιο πάνω μετατροπές ήταν τέτοιες, ώστε και τα δύο υποστατικά στην σημερινή τους μορφή κατέστησαν εντελώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Ο μάρτυρας συμφώνησε, ότι το γραφείο, αφού αυτό είχε κατεδαφισθεί και στην θέση του τοποθετήθηκε λυόμενο υποστατικό, δεν είναι το ίδιο με το αρχικό. Αντίθετη, όμως, ήταν η θέση του σε σχέση με το υποστατικό. Τούτο είναι, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ακριβώς το ίδιο με αυτό που υπήρχε κατά την πρώτη του επίσκεψη με μόνη την μετατροπή που αναφέρθηκε πιο πάνω. Ορθή θα πρέπει να θεωρηθεί η θέση του μάρτυρα. Αφού το γραφείο κατεδαφίσθηκε και στην θέση του τοποθετήθηκε λυόμενο υποστατικό, το υποστατικό με την σημερινή του μορφή είναι διαφορετικό από το κατασκεύασμα που υπήρχε κατά την 3.6.05, που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Το ίδιο, όμως, δεν μπορεί να ισχύει για το υποστατικό. Η μόνη μετατροπή που έγινε σε αυτό ήταν στις σωλήνες που συγκρατούν την οροφή. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του μάρτυρα, αυτές δεν εδράζονται πλέον επί του εδάφους, αλλά καταλήγουν σε τροχούς. Κατά την κρίση μου η μετατροπή αυτή δεν είναι ικανή να μετατρέψει το υποστατικό από αυτό που αρχικά ήταν σε κάτι άλλο. Άλλωστε, οι εξωτερικοί τοίχοι παραμένουν οι ίδιοι και εξακολουθούν να είναι κτισμένοι και να εδράζονται πάνω στο τσιμεντένιο θεμέλιο. Το ίδιο ισχύει και για το υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένο το υποστατικό και τις διαστάσεις του. Εν' όψει των πιο πάνω δεν έχω, λοιπόν, καμία δυσκολία να δεχτώ, ότι πρόκειται για το ίδιο κατασκεύασμα. Πάντως, η Υπεράσπιση δεν εισηγήθηκε, ότι το υποστατικό άλλαξε ως κτήριο. Αυτό που αποτέλεσε την εισήγησή της ήταν ότι αυτό άλλαξε χαρακτήρα, εφόσον με την τοποθέτηση τροχών στα άκρα των κατακόρυφων σωλήνων αυτό σήμερα μπορεί και μετακινείται. Αυτή η αλλαγή είναι, που, σύμφωνα με την εισήγηση της Υπεράσπισης, άλλαξε τον χαρακτήρα του υποστατικού, ώστε σήμερα αυτό για τον πιο πάνω λόγο να μην θεωρείται οικοδομή εντός της έννοιας του όρου, όπως αυτός χρησιμοποιείται στον Περί Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ο μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σοβαρός, μετρημένος και οι απαντήσεις του λογικές. Γνώριζε πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και δεν διέκρινα στην μαρτυρία του πρόθεση να παραποιήσει τα γεγονότα ή να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν σαφής και κατηγορηματικός, ότι το υποστατικό δεν μετακινείται και για τον λόγο αυτό δεν προσομοιάζει με τροχόσπιτο. Μπορεί οι σωλήνες που στηρίζουν την οροφή να καταλήγουν σε τροχούς, οι εξωτερικοί, όμως, τοίχοι είναι στερεωμένοι πάνω σε τσιμεντένιο θεμέλιο και αυτό το εμποδίζουν να μετακινείται. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς του μάρτυρα αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο είναι κτισμένο το υποστατικό. Ούτε και την έκτασή του, όπως αυτή κατά προσέγγιση δόθηκε από τον μάρτυρα. Με την αναφερθείσα υπό του μάρτυρος έκταση που καταλαμβάνει το εμβαδό του υποστατικού, ήτοι 300 - 350, ίσως και περισσότερα τετραγωνικά μέτρα, και τον τρόπο, σύμφωνα και πάλι με την αναντίλεκτη μαρτυρία του μάρτυρα, και τα υλικά με τα οποία αυτό είναι κατασκευασμένο - σίδερα και τσίγκους στην οροφή και τοίχοι από τσιμεντομπλόκς στις τρεις του πλευρές και πέτρα στη τέταρτη - ορθή θα πρέπει να θεωρηθεί η θέση του, ότι το επίδικο υποστατικό ως ενιαίο κατασκεύασμα δεν είναι μετακινούμενη κατασκευή. Εν' όψει των πιο πάνω και της πολύ καλής εντύπωσης που μου δημιούργησε ο μάρτυρας δεν έχω κανένα ενδοιασμό να δεχθώ την θέση του αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα. Επομένως, δέχομαι, ότι το υποστατικό δεν μπορεί να μετακινηθεί. Κατ΄ επέκταση κρίνω, πως αυτό δεν άλλαξε χαρακτήρα μετά την τοποθέτηση των τροχών στα άκρα των σιδερένιων σωλήνων και ότι καλύπτεται δεόντως από τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 και
  2. Συνακόλουθα δέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της. Στην βάση της πιο πάνω αξιολόγησης και των παραδεκτών γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η εταιρεία», είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της εταιρείας. Η εταιρεία κατέχει εντός του τεμαχίου με αριθμό 3454, Φ/Σχ. LI/2.6.XIV, το οποίο βρίσκεται εντός των ορίων του Δήμου Πάφου, δύο υποστατικά: το πρώτο χρησιμοποιείτο από την εταιρεία ως γραφείο - από τώρα και στο εξής «το γραφείο» - το δε δεύτερο ως χώρος, μεταξύ άλλων, επεξεργασίας μαρμάρων - από τώρα και στο εξής «το υποστατικό». Το πιο πάνω τεμάχιο είναι Τουρκοκυπριακό και βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Παραχωρήθηκε δε στην εταιρεία από τον εν λόγω Κηδεμόνα με ενοίκιο από το
  3. Έκτοτε η εταιρεία το κατέχει. Το γραφείο ήταν κτιστό οικοδόμημα και στηριζόταν πάνω σε θεμέλιο από μπετόν. Το υποστατικό στηρίζεται πάνω σε τσιμεντένιο μπετόν. Η οροφή είναι κατασκευασμένη από σίδερο - σιδερένια ψαλίδια - τα οποία καλύπτονται από τσίγκους και ενωνόταν με το μπετόν με σιδερένιες κατακόρυφες σωλήνες. Οι σωλήνες αυτές ξεκινούσαν από την οροφή και στερεώνονταν πάνω στο τσιμεντένιο θεμέλιο. Στις τρεις του πλευρές υπάρχουν τοίχοι από τσιμεντομπλόκς. Η τέταρτη του πλευρά είναι πέτρινος τοίχος, ο οποίος απέμεινε από παλαιότερο υποστατικό που κατεδαφίσθηκε, και ο οποίος συνορεύει με το διπλανό τεμάχιο. Πριν την 27.8.07 το γραφείο είχε κατεδαφισθεί και στην θέση του τοποθετήθηκε λυόμενο υποστατικό. Επίσης, οι σωλήνες που στήριζαν την στέγη του υποστατικού είχαν αποκοπεί από το τσιμεντένιο θεμέλιο και στα άκρα τους τοποθετήθηκαν τροχοί, οι οποίοι εφάπτονταν του εν λόγω θεμελίου. Το υποστατικό στεγάζει μηχανήματα και λειτουργεί ως εργοστάσιο επεξεργασίας μαρμάρων. Δεν μπορεί να μετακινηθεί. Η εταιρεία κατείχε και χρησιμοποιούσε το γραφείο πριν αυτό κατεδαφισθεί χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Αναφορικά με το υποστατικό αυτό εξακολουθεί να κατέχεται και να χρησιμοποιείται από την εταιρεία χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Το άρθρο 10
(1)του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε - από τώρα και στο εξής «ο Νόμος» - προνοεί ως ακολούθως: «Κανένα πρόσωπο δεν κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί όπως οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ή επιτρέπει ή ανέχεται οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή, εκτός αν και μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με αυτή ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για τέτοια οικοδομή δυνάμει του άρθρου 3». Σύμφωνα με τα ευρήματά μου η εταιρεία κατέχει τα επίδικα υποστατικά χωρίς να έχει εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Στο στάδιο αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί αν αυτά αποτελούν οικοδομή εντός της έννοιας του Νόμου. Το άρθρο 2 του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «οικοδομή σημαίνει οιανδήποτε κατασκευή, είτε εκ λίθων, σκυροδέματος, πηλού, σιδήρου, ξύλου ή ετέρας ύλης και περιλαμβάνει οιονδήποτε λάκκο και οιονδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα (κορνίζα) ή προβολή ή τμήμα οικοδομής ή οιονδήποτε πράγμα προσηρτημένο εις αυτήν ή οιονδήποτε τοίχον, ανάχωμα, φράκτη, περίγραμμα ή ετέρα κατασκευή περικλείουσα ή οροθετούσαν ή σκοπό έχουσα να περικλείει ή οροθετεί οιανδήποτε γαία ή χώρο.» Το ερώτημα τι εμπίπτει εντός της έννοιας του όρου «οικοδομή», όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2, είναι νομικό. Αν κατά πόσο μια συγκεκριμένη κατασκευή εμπίπτει στην έννοια του όρου αυτού είναι ζήτημα πραγματικό (Βλ. South Wales Aluminium Co Ltd v. Assessment Committee for the Neath Assessment Area
(1943)2 All E R 587). Στην υπόθεση Αndreas Ηeracli Tsiolis v. The District Officer Nicosia
(1982)2 CLR 11 ο Δικαστής Στυλιανίδης, όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα: «The word "construction" used in this context has the same meaning as the word "structure" and the meaning of that word was fully discussed in The London County Council v. Tann
(1954)1 All E R 389. For a structure to be a building within the meaning of Chapter 96, it must be one which is used for a purpose for which a building is ordinarily used and for a purpose for which the erection of a building is usually required or at least desirable. A structure enclosing or delimiting or intending to enclose or delimit any land or space is a building». Σε μετάφραση: «Η λέξη "οικοδομή" με την έννοια που χρησιμοποιείται έχει την ίδια έννοια όπως και η λέξη "κατασκεύασμα" και η έννοια της λέξης αυτής συζητήθηκε πλήρως στην υπόθεση The London County Council v. Tann
(1954)1 Αll E R 389. Για να είναι ένα κατασκεύασμα οικοδομή εντός της έννοιας του Κεφ. 96 πρέπει αυτό να χρησιμοποιείται για τον σκοπό που μια οικοδομή υπό κανονικές συνθήκες ανεγείρεται και για τον σκοπό για τον οποίο η ανέγερση μιας οικοδομής συνήθως απαιτείται ή είναι τουλάχιστον επιθυμητή. Ένα κατασκεύασμα το οποίο περικλείει ή οριοθετεί ή σκοπεύει να οριοθετήσει ή να περικλείσει οποιαδήποτε γη ή χώρο είναι οικοδομή.» Στην υπόθεση South Wales Aluminium Co Ltd v. Assessment Committee for the Neath Assessment Area
(1943)2 All E R 587 o Δικαστής Atkinson αναφερόμενος στους όρους «οικοδομή» και «κατασκεύασμα» - building και structure αντίστοιχα - ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «. I suppose it means something which is constructed in the way of being built up as is a building; it is in the nature of a building. It seems to me it is not in the nature of a building, or a structure analogous to a building, unless it is something which you can say quite fairly has been built up. I do not think that is the only guide or the only test, but, roughly, I think that must be the main guide; how has it got there? Is it something which you can fairly say has been built up? I do not think it depends at all on whether it is fixed to the ground. That may be a relevant consideration.» Σε μετάφραση: «υποθέτω σημαίνει κάτι το οποίο οικοδομείται κατά την διαδικασία που κτίζεται, όπως μια οικοδομή ή ένα κτήριο· έχει τον χαρακτήρα της οικοδομής. Μου φαίνεται ότι (ένα κατασκεύασμα) δεν έχει τον χαρακτήρα της οικοδομής ή δεν είναι ανάλογο μιας οικοδομής εκτός αν είναι κάτι για το οποίο δικαίως μπορεί να λεχθεί ότι έχει ανεγερθεί ή κτισθεί. Δεν είμαι της άποψης ότι αυτή είναι η μόνη καθοδήγηση ή το μόνο κριτήριο, χοντρικά, όμως, πιστεύω ότι αυτό πρέπει να είναι το κύριο κριτήριο, πώς, δηλαδή (η κατασκευή), κατέληξε εδώ (που βρίσκεται). Είναι κάτι για το οποίο μπορεί δικαίως να λεχθεί ότι έχει κτισθεί; Δεν νομίζω (η απάντηση) να εξαρτάται ολωσδιόλου από το αν κατά πόσο αυτή είναι στερεωμένη στο έδαφος. Αυτό μπορεί να αποτελεί σχετική παράμετρο.» Στην Αγγλική υπόθεση The London County Council v. Tann
(1954)1 Αll E R 389, η οποία υιοθετήθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση The Mayor etc. οf Nicosia Town v. Keravnos 20 CLR (II) 51, ο Δικαστής Parker ανέφερε ότι για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν μια συγκεκριμένη κατασκευή έχει τον χαρακτήρα της οικοδομής θα πρέπει να προστρέξει στην ούτω καλούμενη «πρόθεση της κατασκευής» και να θέσει στον εαυτό του το εξής ερώτημα: «ως άνθρωποι του κόσμου τούτου μπορούμε να πούμε ότι αυτό το πράγμα, για να χρησιμοποιούμε και ουδέτερες εκφράσεις, είναι κατασκευή με τον χαρακτήρα της οικοδομής;». Στην υπόθεση London County Council v. Pearce
(1892)2 QB 109 οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι ήταν οικοδόμοι, ανήγειραν ξύλινο κατασκεύασμα, το οποίο τοποθέτησαν στο μπροστινό μέρος της επιχείρησής τους στην οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν διεξάγονταν οποιεσδήποτε οικοδομικές εργασίες. Η οροφή της κατασκευής ήταν από αλουμίνιο και είχε διαστάσεις 8Χ6 (πόδια) και ύψος 10 πόδια. Χρησιμοποιείτο δε ως γραφείο. Ήταν επανδρωμένο με τραπέζι, το οποίο χρησιμοποιείτο ως γραφείο και είχε ένα μικρό παράθυρο από το οποίο πληρωνόταν το προσωπικό. Στηριζόταν δε σε σιδερένιους τροχούς και μετακινείτο. Ο Δικαστής Vaughan Williams αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν επρόκειτο περί οικοδομής. Το κύριο χαρακτηριστικό της κατασκευής εκείνης, το οποίο και αποτέλεσε την βάση του σκεπτικού τόσο της πρωτόδικης όσο και της κατ' έφεση απόφασης, ήταν ότι προορισμός της ήταν η τοποθέτησή της κάθε φορά και σε ξεχωριστό μέρος όποτε αυτό χρειαζόταν ή κρινόταν απαραίτητο (made for the purpose of locomotion and for erection in any place where it might be required). Βεβαίως το Αγγλικό Εφετείο τόνισε, ότι δεν μπορεί κάποιος να ξεφεύγει από την Νομοθεσία με το να ανεγείρει σε τροχούς αυτό που προτίθεται να είναι μια οικοδομή ή προορίζεται για οικοδομή και ακολούθως να επικαλείται ότι η κατασκευή αυτή δεν εμπίπτει εντός της έννοιας του Νόμου για τον λόγο ότι κυλά πάνω σε τροχούς. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο πρέπει να αντλεί καθοδήγηση από την «πρόθεση της κατασκευής», ήτοι τον σκοπό για τον οποίο αυτή κατασκευάστηκε ή ανεγέρθηκε. Αυτό που στην πιο πάνω υπόθεση βάρυνε στην κρίση της δικαστικής απόφασης ήταν ότι η κατασκευή εκείνη κατασκευάστηκε με σκοπό να μπορεί να μετακινείται από την μια οικοδομή στην άλλη, όπως οι περιστάσεις απαιτούσαν, δηλαδή, να μην είναι μια μόνιμη κατασκευή. Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης και έχοντας κατά νου όλα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω πως το υποστατικό ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι οικοδομή εντός της έννοιας του όρου. Πρόκειται περί κτίσματος από οικοδομικό υλικό, που οριοθετεί χώρο εντός του οποίου διεξάγονται εργασίες επεξεργασίας μαρμάρου και χρησιμοποιείται ως εργοστάσιο. Είναι μια κατασκευή, που ανεγέρθηκε για να είναι μόνιμη και όχι προσωρινή, ήτοι να μεταφέρεται για σκοπούς χρήσης από το ένα σημείο στο άλλο. Επομένως, είναι μια κατασκευή με τον χαρακτήρα της οικοδομής. Το γεγονός ότι οι σωλήνες αποκόπηκαν από το τσιμεντένιο θεμέλιο και σήμερα καταλήγουν σε τροχούς δεν μειώνει ούτε και εξαλείφει από το υποστατικό τον χαρακτήρα της οικοδομής. Καθότι, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, το υποστατικό δεν παύει, ακόμα και με τους τροχούς στα άκρα των σωλήνων, να είναι μια μόνιμη κατασκευή, αφού εξακολουθεί να είναι μια μη μετακινούμενη κατασκευή. Προδήλως, η τοποθέτηση των τροχών έγινε για να δίδεται η εντύπωση στον Δήμο Πάφου, ότι το υποστατικό είναι μετακινούμενο. Φαίνεται, ότι ήταν πεποίθηση των Κατηγορούμενων, ότι ένα υποστατικό που είναι μετακινούμενο δεν μπορεί να είναι οικοδομή εντός της έννοιας του όρου, όπως αυτός χρησιμοποιείται στον Περί Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε. Όπως και στην υπόθεση South Wales Aluminium Co Ltd v. Assessment Committee for the Neath Assessment Area
(1943)2 All E R 587, πιο πάνω, αναφέρθηκε η απάντηση αν μια κατασκευή είναι οικοδομή δεν εξαρτάται από το αν κατά πόσο αυτή είναι στερεωμένη στο έδαφος αν και ο παράγοντας αυτός μπορεί να αποτελεί σχετική παράμετρο. Εν' όψει του ότι αποτελεί εύρημά μου, ότι το υποστατικό δεν μετακινείται θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ άλλο με το θέμα αυτό. Στην υπόθεση The London County Council v. Tann
(1954)1 Αll E R 389 ο εφεσίβλητος ανήγειρε στον μπροστινό κήπο του σπιτιού του υπόστεγο για να στεγάζει το αυτοκίνητό του, το οποίο προσάρτησε στον μπροστινό τοίχο. Το Αγγλικό Εφετείο αναλύοντας τα χαρακτηριστικά της κατασκευής αποφάσισε ότι επρόκειτο για κατασκεύασμα, το οποίο είχε χαρακτήρα οικοδομής. Τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν τα ακόλουθα: επρόκειτο περί προστατευτικού καταφύγιου, το οποίο προοριζόταν για να παραμείνει στο σημείο στο οποίο ανεγέρθηκε μόνιμα και όχι προσωρινά, να προσφέρει στην κατοικία κάτι, το οποίο δεν είχε μέχρι τότε, ήτοι στέγη για το αυτοκίνητο της οικογένειας, και, τέλος, αποτελείτο από κανονικό οικοδομικό υλικό. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι τέτοιου είδους κατασκευές διακρίνονται από προσωρινές κατασκευές, οι οποίες, όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, «την μια εβδομάδα είναι εδώ και την άλλη αλλού». Μια τέτοια κατασκευή είναι, όπως αναφέρθηκε, και οι τέντες, οι οποίες χρησιμοποιούνται το Καλοκαίρι. Τέτοιου είδους κατασκευές ένεκα του προσωρινού του χαρακτήρα τους δεν συνιστούν οικοδομές. Εν κατακλείδι κρίνω, ότι το υποστατικό αποτελεί οικοδομή εντός της έννοιας του όρου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν έχω δυσκολία να αποφασίσω, ότι και το γραφείο πριν αυτό κατεδαφισθεί αποτελούσε οικοδομή εντός της έννοιας του όρου. Ήταν και αυτό κτίσμα από οικοδομικό υλικό, που οριοθετούσε χώρο και το οποίο χρησιμοποιείτο για σκοπούς που μια οικοδομή χρησιμοποιείται υπό κανονικές συνθήκες. Επρόκειτο περί κατασκευής, που ανεγέρθηκε για να είναι μόνιμη και όχι προσωρινή. Είχε, επομένως, τον χαρακτήρα της οικοδομής. Η κατασκευή, όμως, αυτή με την σημερινή της μορφή κρίνω πως δεν καλύπτεται από τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών. Καθότι αυτές αναφέρονται στο οικοδόμημα που υπήρχε κατά την 3.6.05 και για όλη την περίοδο μέχρι και την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Καμία μαρτυρία δεν δόθηκε ότι αυτό κατεδαφίσθηκε καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Μάλιστα, από το κατηγορητήριο συνάγεται, ότι το γραφείο δεν άλλαξε και ήταν το ίδιο κατασκεύασμα καθόλη την περίοδο από τις 3.6.05 και μέχρι την καταχώρηση του. Σήμερα το γραφείο είναι άλλο οικοδόμημα, αφού το αρχικό και εν πάση περιπτώσει αυτό που υπήρχε κατά τον χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο κατεδαφίσθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο και, εν πάση περιπτώσει, πριν την 27.8.07. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ, ότι η ανέγερση του λυόμενου υποστατικού δεν καλύπτεται από τις κατηγορίες 3 και 5. Θα πρέπει, όμως, να αναφερθεί, ότι από την στιγμή που το γραφείο κατείχετο και χρησιμοποιείτο από την εταιρεία χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης το αδίκημα διαπράχθηκε έστω και αν αυτό μετά κατεδαφίσθηκε. Εν' όψει των πιο πάνω καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 3 και 5 αναφορικά με την εταιρεία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία κρίνεται ένοχη και στις δύο πιο πάνω κατηγορίες. Το ερώτημα που τώρα θα με απασχολήσει είναι αν η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τις κατηγορίες 3 και 5 αναφορικά και με τον Κατηγορούμενο 2. Μια από τις νομικές βάσεις των πιο πάνω κατηγοριών είναι τα άρθρα 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε, και το άρθρο 20
(2)του Κεφ. 96, όπως τροποποιήθηκε. Οι πρόνοιες αυτές παρέχουν τον ορισμό της συναυτουργίας και προσδιορίζουν τους τρόπους σύμπραξης των αυτουργών στην διάπραξη ενός εγκλήματος. Το σημαντικότερο δε είναι ότι προβλέπουν, επίσης, την δυνατότητα να κατηγορείται ο συνεργός ως αυτουργός. Σχετικό είναι, επίσης, το άρθρο 42 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε που προνοεί: «Καθένας ο οποίος υπόκειται σε τιμωρία δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος ως πρόσωπο που μετείχε σε ποινικό αδίκημα δύναται να κατηγορηθεί είτε για διάπραξη του εν λόγω ποινικού αδικήματος ή για συμμετοχή στην διάπραξη αυτού ή για άμεση ή έμμεση παρακίνηση οποιουδήποτε άλλου προσώπου να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, είτε το άλλο πρόσωπο που μετείχε στο αδίκημα έχει ή δεν έχει κατηγορηθεί ή καταδικασθεί είτε υπόκειται ή όχι στη δικαιοσύνη». Συνεπώς, οι κατηγορίες από νομικής άποψης είναι ορθές. Έχει, ωστόσο λεχθεί, ότι είναι επιθυμητό όπου η Κατηγορούσα Αρχή γνωρίζει εξ' αρχής ότι ο ρόλος κατηγορούμενου είναι ρόλος συνεργού να το εκθέτει αυτό για πληρέστερη ενημέρωση της υπεράσπισης (Βλ. Ευγένιος Ajini και Άλλη ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319). Δεν είναι, όμως, απαραίτητο. Η απόφαση στην Αγγλική υπόθεση Maxwell v. DPP for Northern Ireland 68 Cr. App. R. 128 (HL) υπογραμμίζει, ότι παρόλο που η εξειδίκευση είναι επιθυμητή εκεί όπου είναι δυνατή, εντούτοις δεν είναι απαραίτητη και η έλλειψη της δεν αναιρεί την ετυμηγορία εφόσον ο ίδιος ο νόμος επιτρέπει την μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού. Η απάντηση στο υπό του Δικαστηρίου τεθέν ερώτημα κρίνω, πως θα πρέπει να είναι αρνητική. Και αυτό λόγω απουσίας οποιουδήποτε αποδειχτικού υλικού που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 2 με οποιοδήποτε τρόπο με την τέλεση των αδικημάτων. Απόδειξη ότι ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε στον ΜΚ 1, ότι τα επίδικα υποστατικά ανήκουν στην εταιρεία ή ότι η παραδοχή αυτή έγινε στον χώρο του επίδικου τεμαχίου και εντός του γραφείου ή ότι γίνονται προσπάθειες εκ μέρους, μεταξύ άλλων, του Κατηγορούμενου 2 για μεταφορά του εργοστασίου σε άλλο χώρο για τον λόγο ότι αυτό όπως και το γραφείο κατέχονται από την εταιρεία χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης απέχει από την μαρτυρία η οποία είναι ικανή για να στοιχειοθετήσει συναυτουργία και, μάλιστα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ούτε και ισοδυναμεί με μαρτυρία που αποδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος 2 συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο στην διάπραξη των αδικημάτων στα οποία βρέθηκε ένοχη η εταιρεία. Ούτε μαρτυρία ότι το εργοστάσιο λειτουργούσε στην παρουσία του Κατηγορούμενου 2 είναι ικανή είτε από μόνη της είτε σωρευτικά ιδωμένη με την υπόλοιπη μαρτυρία που μόλις πιο πάνω αναφέρθηκε να στοιχειοθετήσει συναυτουργία, πόσο μάλλον όταν αυτή η μαρτυρία σχετίζεται σε χρόνο που δεν καλύπτεται από το κατηγορητήριο, αφού, σύμφωνα με την δοθείσα μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν παρών στον χώρο του εργοστασίου ενώ αυτό λειτουργούσε κατά την 8.10.07. Εν κατακλείδι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 2 με οποιαδήποτε πράξη που θα μπορούσε να τον καταστήσει υπόλογο για οποιονδήποτε από τους τρόπους συμμετοχής που αναφέρονται στα άρθρα της συναυτουργίας που πιο πάνω αναφέρονται. Τέλος, η ιδιότητα του ως διευθυντή της εταιρείας δεν αρκεί από μόνη της να οδηγήσει σε συμπέρασμα ενοχής. Στην υπόθεση Γιάννος Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600 παραμερίσθηκε καταδίκη του εφεσείοντα που είχε ως μοναδικό έρεισμα την ιδιότητά του ως διευθυντή της κατηγορούμενης εταιρείας. Κρίθηκε ότι η ιδιότητα από μόνη της δεν αρκεί. Στην απουσία μαρτυρίας που να αποδεικνύει, ότι ο διευθυντής - κατηγορούμενος συνέδραμε ή κατά οποιοδήποτε άλλο τρόπο συμμετείχε ή συμπεριφέρθηκε με τρόπο που θα ήταν δυνατόν να θεμελιώσει καταδίκη δυνάμει του άρθρου 20 δεν μπορεί να ευσταθήσει καταδίκη (Βλ., επίσης, Παντελής Παντελή ν. Χαράλαμπου Κωνσταντίνου
(2001)2 ΑΑΔ 708). Συνακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες 3 και 5 εναντίον του Κατηγορούμενου 2. Ο Κατηγορούμενος 2 αθωώνεται στις κατηγορίες αυτές. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.