Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γιαννάκη Ιωάννου κ.α., Αγωγή 855/05, 23.01.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή 855/05 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες V
- Γιαννάκη Ιωάννου
- Ελένης Χαμπιαούρη
- Ανδρης Σάββα Εναγομένων _____________________ 23.01.2008 Για τους Ενάγοντες: κα. Μαριάννα Κωνσταντινίδου Για την Εναγόμενη 3: κ. Γεώργιος Χατζηνεοφύτου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 28.03.2005 οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον και των τριών Εναγομένων ζητώντας, μεταξύ άλλων θεραπειών, οι οποίες αφορούσαν τον Εναγόμενο 1, απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο 1, για: « (α) Το ποσό των £4.200.- (β) Τόκους προς 13,25% από 23/2/05 επί ποσού £4.200.- μέχρι εξοφλήσεως και/ή νόμιμο τόκο και/η διαφορετικά με κεφαλαιοποίηση του στις 30/6 και 31/12 μέχρι εξοφλήσεως.». Λίγους μήνες μετά και συγκεκριμένα στις 19.09.2005 εκδόθηκε, στη βάση μονομερούς αίτησης, λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης, απόφαση, ως η απαίτηση, εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Εκτοτε η υπόθεση παρέμεινε για Ακρόαση μόνο για την Εναγόμενη 3, την οποία αφορά αποκλειστικά η σημερινή απόφαση του Δικαστηρίου. Αξίζει να αναφερθεί σε αυτό το σημείο ότι οι Ενάγοντες κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας περιόρισαν την αρχική απαίτησή τους, σε σχέση με το αξιούμενο επιτόκιο, στο 8% και δεν προώθησαν την αξίωσή τους για κεφαλαιοποίηση του επιτοκίου, κάτι που επιβεβαιώθηκε και από την ευπαίδευτη δικηγόρο τους στην τελική της αγόρευση. Δικόγραφα Η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης 3 εδράζεται σε γραπτή συμφωνία εγγύησης, ημερ. 10.09.1997, δυνάμει της οποίας, όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες στην παρ. 4 της έκθεσης απαίτησής τους ,αυτή εγγυήθηκε «ομού και κεχωρισμένως μετά του χρεώστη την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού το οποίο δεν θα υπερβαίνει το ποσό των £4.200,00 σεντ, πλέον τόκους και έξοδα το οποίο ήθελε καταστεί οφειλόμενο και πληρωτέο υπό του χρεώστη προς τους ενάγοντες». Στην έκθεση υπεράσπισής της η Εναγόμενη 3 αφενός μεν αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, αφετέρου δε ισχυρίζεται ότι εάν έθεσε την υπογραφή της στη συμφωνία εγγύησης την έθεσε «κατόπιν πλάνης και ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης κάποιου Βρυώνη Λαμπριανού και ενδεχόμενα των υπαλλήλων της ενάγουσας (παρ. 3 έκθεσης υπεράσπισης), παραθέτοντας και τις λεπτομέρειες, που συνιστούν την ισχυριζόμενη απάτη και/ή τις ψευδείς παραστάσεις (παρ. 4 έκθεσης υπεράσπισης). Συνακόλουθα δε με σχετική ανταπαίτηση ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι το έγγραφο εγγύησης ημερ. 10.09.1997 είναι άκυρο και δεν τη δεσμεύει. Στην απάντησή τους στην υπεράσπιση της Εναγομένης 3 και υπεράσπιση στην ανταπαίτησή της, οι Ενάγοντες αρνούνται, μεταξύ άλλων, τους ισχυρισμούς της, που περιέχονται στο δικόγραφό της και υιοθετούν τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην έκθεση απαίτησής τους. Μαρτυρικό υλικό Για τους Ενάγοντες κλήθηκαν και έδωσαν προφορική μαρτυρία η κα. Χλόη Στυλιανού (Μ.Ε.1), η κα. Αντρη Κανάρη (Μ.Ε.2) και η κα. Εμιλυ Βρυωνίδου (Μ.Ε.3). Για την πλευρά της Εναγομένης 3 έδωσε ένορκη μαρτυρία μόνο η ίδια (Μ.Υ.1). Πέραν των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν συνολικά και δέκα
(10)τεκμήρια, τα οποία έκτοτε αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης. Επιπρόσθετα δηλώθηκε από αμφότερες τις πλευρές, ως κοινά αποδεκτό γεγονός, η παρ. 1 της έκθεσης απαίτησης, που έχει ως ακολούθως: «Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λευκωσία και υποκαταστήματα στην Πάφο και διεξάγει τραπεζικές εργασίες. Οι ενάγοντες μέχρι 11/7/04 ονομάζοντο Τράπεζα Κύπρου Λτδ και από 12/7/04 έχουν δεόντως μετονομασθεί σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ». Ολα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία και με σχετική ουσιαστική και νομική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου, παρακολούθησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και κατά συνέπεια είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους, αντιπαραβάλλοντας τις μαρτυρίες τους, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιόν μου. Η μαρτυρία της Μ.Ε.1 είναι αναμφίβολα τυπική, καθώς όπως διαφαίνεται από τα όσα είπε στο Δικαστήριο, δεν είχε προσωπική γνώση, ούτε οποιαδήποτε ουσιαστική συμμετοχή στη σύναψη, είτε της ισχυριζόμενης συμφωνίας δανείου (Τεκ. 1), είτε της σύμβασης εγγύησης (Τεκ. 2), ούτε γνώριζε οτιδήποτε για τις περιστάσεις, κάτω από τις οποίες αυτά τα δυο έγγραφα συνομολογήθηκαν και υπογράφηκαν. Ουσιαστικά η Μ.Ε.1 προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει τα Τεκμήρια 1-6 και ως εκ τούτου η μαρτυρία της δεν προσφέρει οτιδήποτε στην επίλυση των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Τα ίδια ισχύουν και για τη μαρτυρία της Μ.Ε.2, η οποία άλλωστε δεν εργαζόταν στους Ενάγοντες κατά την επίδικη περίοδο. Η συγκεκριμένη μάρτυρας κλήθηκε στο Δικαστήριο μόνο για να καταθέσει το Τεκ. 9, δηλ. την αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού. Ως εκ τούτου ούτε η μαρτυρία της συγκεκριμένης μάρτυρος συνεισφέρει οτιδήποτε στην επίλυση των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Η Μ.Ε.3 είναι η υπάλληλος των Εναγόντων, που, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίσθηκε στο Δικαστήριο, αφενός μεν ετοίμασε, τόσο την αίτηση του πρωτοφειλέτη-Εναγόμενου 1 για τη χορήγηση του δανείου, όσο και την ισχυριζόμενη συμφωνία δανείου (Τεκ. 1) και τη συμφωνία εγγύησης (Τεκ. 2), αφετέρου δε στην παρουσία της υπογράφηκαν αυτά από τους Εναγόμενους 1,2 και
- Επομένως η συγκεκριμένη μάρτυρας είναι η μοναδική της πλευράς των Εναγόντων που είχε προσωπική γνώση και ήταν σε θέση να γνωρίζει τις συγκεκριμένες περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτά τα έγγραφα συνομολογήθηκαν και υπογράφηκαν. Δεν έχω καμιά αμφιβολία και κανένα δισταγμό, με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει, να κρίνω ότι η Μ.Ε.3 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Καταρχήν η Μ.Ε.3 ισχυρίσθηκε ότι η αίτηση του πρωτοφειλέτη για τη χορήγηση του δανείου υποβλήθηκε ανυπόγραφη στις 09.09.1997, κατόπιν σύστασης άλλου υπαλλήλου των Εναγόντων και συγκεκριμένα του Βρυώνη Λαμπριανού. Το συγκεκριμένο όνομα αξίζει να το συγκρατήσουμε, διότι όπως θα διαφανεί στη συνέχεια της απόφασης είχε ενεργό και καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της παρούσας υπόθεσης. Εκείνο που δημιουργεί ερωτηματικά από το προαναφερόμενο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Ε.3 είναι γιατί προχώρησε στην προώθηση της αίτησης του Εναγόμενου 1 για τη χορήγηση του δανείου, εφόσον, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της, καμιά προσυνεννόηση, με τη μορφή έστω τηλεφωνικής επικοινωνίας, δεν είχε προηγηθεί μεταξύ της ιδίας και του Εναγομένου 1; Ο ισχυρισμός της ότι κάποιες φορές γίνεται κάτι τέτοιο δεν με έχει πείσει ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, με την έννοια ότι θα έπρεπε λογικά σε μια τέτοια περίπτωση η ίδια να είχε επικοινωνήσει τουλάχιστον τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο 1 και να είχε έστω προφορικά εξασφαλίσει τη βούλησή του για την εξασφάλιση του δανείου και στη συνέχεια να προωθήσει την αίτησή του για έγκριση. Πέραν των ανωτέρω σκέψεων, αυτό που προκύπτει, ως δεδομένο, από το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Ε.3, είναι η ενεργή συμμετοχή του Βρυώνη Λαμπριανού στην παρούσα υπόθεση, με την έννοια ότι είναι το πρόσωπο που ουσιαστικά υπέβαλε την αίτηση του Εναγόμενου 1 για τη χορήγηση του δανείου. Οσον αφορά τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν στις 10.09.1997, τόσο το Τεκ. 1, όσο και το Τεκ. 2, η Μ.Ε.3 εμφανίσθηκε να μην απόλυτα σίγουρη για τα όσα ισχυρίσθηκε στο Δικαστήριο, εξαιρουμένου του γεγονότος ότι, τόσο ο πρωτοφειλέτης, όσο και οι εγγυητές, υπέγραψαν στην παρουσία της, στη βάση του ότι, όπως ισχυρίσθηκε, δεν υπήρξε περίπτωση να μην υπογράψει πελάτης μπροστά της και να υπογράψει η ίδια σαν μάρτυρας. Σε σχέση με το ζήτημα των υπογραφών η ίδια δεν μπορούσε να θυμηθεί και δεν ήταν σίγουρη εάν υπέγραψαν και οι τρεις Εναγόμενοι ταυτόχρονα τα έγγραφα ή ξεχωριστά και παρόλο που ισχυρίσθηκε ότι η έτερη μάρτυρας των υπογραφών των Εναγομένων, Κοραλία Φιλιππίδου, υπέγραψε τα έγγραφα, ως μάρτυρας, εκ των υστέρων, αφού όμως προηγουμένως είδε τους Εναγόμενους, σε υποβολή του ευπαίδευτου δικηγόρου της Εναγόμενης 3, ότι η συγκεκριμένη υπάλληλος δεν είδε τον πρωτοφειλέτη, ισχυρίσθηκε, ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τι έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση πριν από δέκα χρόνια. Ούτε εμφανίσθηκε σίγουρη εάν είπε στην Εναγόμενη 3 ότι η εγγύηση που υπέγραφε ήταν για τον Γιαννάκη Ιωάννου, καθώς ισχυρίσθηκε ότι πιστεύει ότι της είπε για ποιόν υπέγραφε, χωρίς όμως να θυμάται εάν το έκανε. Παρόλο δε που η Μ.Ε.3 αρνήθηκε αρχικά ότι η υπογραφή της συμφωνίας έγινε στον πάγκο των φρουρών ασφαλείας του κεντρικού κτιρίου των Εναγόντων στην Πάφο, που βρίσκεται στην είσοδο του συγκεκριμένου κτιρίου και όχι στο γραφείο της, στο τέλος της αντεξέτασής της άφησε να εννοηθεί ότι πιθανότατα να συνέβη κάτι τέτοιο και να πήγε η ίδια στο συγκεκριμένο χώρο. Η ξεκάθαρη εντύπωση που έχω σχηματίσει για τη Μ.Ε.3 είναι ότι η ίδια, είτε πραγματικά δεν θυμόταν οτιδήποτε σχετικά με τις περιστάσεις, κάτω από τις οποίες συνομολογήθηκαν και υπογράφηκαν τα Τεκ. 1 και 2, είτε προσπάθησε, επικαλούμενη την επιλεκτική μνήμη της, να αποκρύψει ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση γεγονότα. Προς επίρρωση αυτής μου της εντύπωσης αξίζει πιστεύω να καταγράψω τον ισχυρισμό της ότι θυμόταν την Εναγόμενη 3, παρόλη την πάροδο τόσων ετών και παρόλο που, όπως ανέφερε, δεν την είχε ξαναδεί έκτοτε, ενώ το ίδιο δεν φαίνεται να συμβαίνει, όλως περιέργως, με τον Εναγόμενο 1, καθώς τον τελευταίο ισχυρίσθηκε ότι δεν τον θυμάται. Με το πιο πάνω σκεπτικό απορρίπτω τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 ως αναξιόπιστη. Οσον αφορά την Εναγόμενη 3 οφείλω να ομολογήσω ότι μου έκανε πολλή καλή εντύπωση. Είμαι απόλυτα βέβαιος, ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και ότι αυτό έπραξε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Αναμφίβολα η μαρτυρία της δεν κλονίσθηκε σε κανένα σημείο, παρά την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο των Εναγόντων. Η πεποίθησή μου είναι ότι η Εναγόμενη 3 εξέθεσε στο Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης με απλότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια. Ενόψει τούτου κρίνω ότι η Εναγόμενη 3 προώθησε, με τη μαρτυρία της, με επιτυχία, τις βασικές υπερασπιστικές της θέσεις, ότι δηλ. έθεσε την υπογραφή της στη συμφωνία εγγύησης (Τεκ. 2), διότι πίστευε ότι η εγγύηση ήταν για το ποσό των £1.000.- και αφορούσε τον Βρυώνη Λαμπριανού και όχι το ποσό των £4.200.- και τον πρωτοφειλέτη στην παρούσα υπόθεση. Ενόψει δε της απόρριψης της μαρτυρίας της Μ.Ε.3, ως αναξιόπιστης, οι ανωτέρω υπερασπιστικές θέσεις της Εναγόμενης 3, καθίστανται αναπόφευκτα και ευρήματα του Δικαστηρίου, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Το κατά πόσον όμως οι συγκεκριμένες υπερασπιστικές θέσεις της Εναγομένης 3 είναι δυνατό να οδηγήσουν στην έκδοση απόφασης στην ανταπαίτησή της θα το διαπραγματευτούμε στη συνέχεια της απόφασης. Βασιμότητα έκθεσης απαίτησης Είναι πρόδηλο από τα όσα έχουν προκύψει από την αξιολόγηση της υπάρχουσας μαρτυρίας, ότι η αγωγή των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης θα πρέπει να απορριφθεί. Κρίνω όμως ότι θα πρέπει στο σημείο αυτό να καταγράψω και τις ακόλουθες επισημάνσεις, που αποτελούν αυτοτελείς λόγους απόρριψης της αγωγής: Α) Οι Μ.Ε.1 και 3 ισχυρίσθηκαν ότι η συμφωνία δανείου είναι το Τεκ. 1, σε αντίθεση με τη Μ.Ε.2, που ισχυρίσθηκε ότι το Τεκ. 1 είναι η απόφαση για την παραχώρηση του δανείου και ότι υπάρχει και άλλο έγγραφο, που είναι η συμφωνία δανείου. Η ευπαίδευτη δικηγόρος των Εναγόντων, αντιλαμβανόμενη προφανώς αυτή την αντίφαση, κάλεσε στην αγόρευσή της το Δικαστήριο, να μην λάβει υπόψη του τη συγκεκριμένη μαρτυρία της Μ.Ε.2, διότι η τελευταία δεν είναι η αρμόδια για τη σύναψη, την ετοιμασία και την παραχώρηση διευκολύνσεων. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου, κατά την κρίση πάντα του Δικαστηρίου, η ενδελεχής μελέτη του περιεχομένου του Τεκ. 1 μπορεί να οδηγήσει μόνο στα ακόλουθα συμπεράσματα: i) Οτι το συγκεκριμένο έγγραφο-επιστολή είναι η απόφαση με αρ. 440 των Εναγόντων με την οποία εγκρίθηκε η αίτηση του Γιαννάκη Ιωάννου με αρ. 066055001257 για την παραχώρηση στον τελευταίο δανείου τακτής προθεσμίας £3.500.-, με εξασφάλιση τις προσωπικές εγγυήσεις των Ανδρης Χρίστου και Ελένης Χαμπιαούρη, η οποία τελούσε υπό την αίρεση της αποδοχής της από τον πρωτοφειλέτη Γιαννάκη Ιωάννου. ii) Οτι το συγκεκριμένο έγγραφο-επιστολή αφ' ης στιγμής γινόταν αποδεκτό και υπογραφόταν από τον Γιαννάκη Ιωάννου θα συνιστούσε δεσμευτική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και των Εναγόντων, υπό τον όρο ότι ο Γιαννάκης Ιωάννου θα υπέγραφε και επέστρεφε στους Ενάγοντες «το πρωτότυπο της επιστολής αυτής το αργότερο σε ένα μήνα από σήμερα για συμπλήρωση των αναγκαίων διατυπώσεων διαφορετικά η πιο πάνω έγκριση παύει να ισχύει». iii) Οτι ο αριθμός 066055001257 δεν είναι ο αριθμός λογαριασμού του Γιαννάκη Ιωάννου, όπως ανέφερε η Μ.Ε.1, αλλά, όπως έχει προαναφερθεί, ο αριθμός της αίτησής του. iv) Οτι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Εναγόντων στις παρ. 3(Γ)(γ)(δ)(ε)(στ) της έκθεσης απαίτησης, δεν υποστηρίζονται και κατά συνέπεια δεν αποδεικνύονται από το περιεχόμενο του Τεκ.
- Β) Στην παρ. 7 της έκθεσης απαίτησης δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε τις συμφωνηθείσες δανειοδοτήσεις και/ή λειτούργησε τους λογαριασμούς του και/ή του παρασχέθηκαν διευκολύνσεις. Με απλά λόγια στην παράγραφο αυτή δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 1 έλαβε από τους Ενάγοντες το ποσό του δανείου, δηλ. το ποσό των £3.500.-. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει παραμείνει αναπόδεικτος ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόψει του ότι καμιά μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί προς απόδειξή του. Γ) Προς απόδειξη του ύψους του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου οι Ενάγοντες κατέθεσαν στο Δικαστήριο δυο Τεκμήρια, το Τεκ. 6, που κατατέθηκε από τη Μ.Ε.1 και το Τεκ. 9, που κατατέθηκε από τη Μ.Ε.
- Σύμφωνα με την εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου των Εναγόντων, όπως τη διατύπωσε στην αγόρευσή της, το Τεκ. 6 είναι το πιστοποιητικό υπολοίπου και το Τεκ. 9 η αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού. Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι το Τεκ. 6 που κατέθεσε η Μ.Ε.1 πόρρω απέχει από το να μπορεί να χαρακτηρισθεί πιστοποιητικό. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια πολύ συνοπτική κατάσταση λογαριασμού, η οποία ξεκινά με τη χρέωση την 01.01.2005 του ποσού των £7.584,12.-, ως υπόλοιπου εκ μεταφοράς, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται χρέωση τόκου 13,25%, και ολοκληρώνεται με τη χρέωση τόκου προς 13,25% στις 13.12.2007, για να καταλήξει σε καθαρό υπόλοιπο, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, ύψους £10.587,64.- Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι το περιεχόμενο του Τεκ. 9, εκτός του ότι δεικνύει διαφορετικό υπόλοιπο ύψους £6.161,27.- ερχόμενο σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο του Τεκ. 6, καθιστά ξεκάθαρο ότι οι Ενάγοντες αυξομείωσαν επανειλημμένα το επιτόκιο, χωρίς να έχουν οποιοδήποτε συμβατικό ή έννομο δικαίωμα να κάνουν κάτι τέτοιο. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν. 160(Ι)/99), τέθηκε σε ισχύ την 01.01.2001 και ως ουσιαστικός νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ και κατά συνέπεια εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Το τρίτο πρόβλημα είναι ότι τα Τεκ. 6 και 9 δεν συνδέονται αποδεικτικά, στην απουσία σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας, με το περιεχόμενο του Τεκ.
- Για όλους τους ανωτέρω λόγους κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασισθεί στο περιεχόμενο των συγκεκριμένων τεκμηρίων για την απόδειξη του χρέους του Εναγομένου 1, έτσι ώστε συνακόλουθα να καταλήξει στην έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης
- Βασιμότητα ανταπαίτησης Η ουσιαστική βασιμότητα της ανταπαίτησης στηρίζεται στη μαρτυρία της Εναγομένης 3, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του Τεκ. 10, δηλ. της δήλωσης του Βρυώνη Λαμπριανού, με βάση το οποίο, ο ίδιος αποδέχεται ότι το 1997 ζήτησε από την Εναγομένη 3 να τον εγγυηθεί για να εξασφαλίσει δάνειο από τους Ενάγοντες, ότι αυτή το δέχθηκε και υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα εγγύησης, με πρόθεση να εγγυηθεί τον ίδιο. Επειδή όμως, όπως ο Βρυώνης Λαμπριανού δηλώνει, υπήρχε πρόβλημα να εξασφαλίσει δάνειο ο ίδιος προσωπικά από τους Ενάγοντες, διευθέτησε με δική του πρωτοβουλία και εν αγνοία της Εναγομένης 3, το δάνειο να γίνει προς τον Εναγόμενο 1, Γιαννάκη Ιωάννου, ο οποίος είναι ξάδελφός του. Η πρώτη παρατήρηση που αξίζει να καταγραφεί, σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκ. 10, είναι ότι αναμφίβολα πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 24
(1)του Κεφ. 9, δεν αποκλείεται απλά και μόνο διότι είναι εξ' ακοής. Οσον αφορά όμως την αξιολόγησή της και την αποδεικτική της αξία, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πρέπει να της προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα, κατ' εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 27
(3)του Κεφ. 9, λαμβάνοντας δηλ. ιδιαίτερα υπόψη την παντελή έλλειψη επίκλησης, από την πλευρά της Εναγομένης 3, οποιασδήποτε δικαιολογίας, για τη μη προσκόμιση στο Δικαστήριο της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας, που αναμφίβολα θα ήταν η προφορική μαρτυρία του Βρυώνη Λαμπριανού. Πέραν της πιο πάνω παρατήρησης αξίζει να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι το περιεχόμενο του Τεκ. 10, αφενός μεν επιβεβαιώνει τη θέση της Εναγομένης 3, ότι υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης (Τεκ. 2), νομιζόμενη ότι εγγυάται το Βρυώνη Λαμπριανού, αφετέρου δε δεν επιβεβαιώνει τη θέση της ότι υπέγραψε την εγγύηση νομιζόμενη ότι αφορούσε δάνειο ύψους £1.000.- Με βάση τα προαναφερθέντα είναι πρόδηλο, ότι η ουσιαστική βασιμότητα της ανταπαίτησης θα κριθεί στη βάση της αξιόπιστης μαρτυρίας της Εναγόμενης 3, σε σύγκριση και συνάρτηση με τους συναφείς με το συγκεκριμένο επίδικο ζήτημα δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Στην παρ. 4(Β) της υπεράσπισης και ανταπαίτησης η Εναγόμενη 3 ισχυρίζεται ότι μετέβηκε στα γραφεία των Εναγόντων και ζήτησε να υπογράψει το έγγραφο εγγύησης του δανείου για το Βρυώνη Λαμπριανού. Ο ισχυρισμός αυτός δεν υποστηρίχθηκε από την Εναγόμενη 3 στην προφορική της μαρτυρία και ως εκ τούτου έχει παραμείνει αναπόδεικτος. Το ίδιο ισχύει και για το δικογραφημένο στην παρ. 4(Ε) της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ισχυρισμό της Εναγόμενης 3, ότι δεν την άφησαν να διαβάσει τη συμφωνία εγγύησης πριν την υπογράψει, όπως και για το συναφή δικογραφημένο ισχυρισμό της (παρ. 4(Στ) της υπεράσπισης και ανταπαίτησης) ότι ενώ ζήτησε να υπογράψει εγγύηση για το δάνειο του Βρυώνη Λαμπριανού της υπέδειξαν να υπογράψει σε άλλο έγγραφο χωρίς να της το επεξηγήσουν. Επί της ουσίας το μοναδικό συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να οδηγηθεί κάποιος από τη μαρτυρία της Εναγομένης 3 είναι ότι η υπογραφή της στο Τεκ. 2 τέθηκε, εξαιτίας και αποκλειστικά των ψευδών παραστάσεων του Βρυώνη Λαμπριανού και όχι της Μ.Ε.3, η οποία εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες κατά τη σύναψη και υπογραφή των συμφωνιών δανείου και εγγύησης. Το γεγονός ότι ο Βρυώνης Λαμπριανού ήταν κατά την επίδικη περίοδο υπάλληλος των Εναγόντων, δεν διαφοροποιεί το πιο πάνω συμπέρασμα, ενόψει του ότι ο τελευταίος, στην προκείμενη περίπτωση, ενεργούσε αποκλειστικά και μόνο υπό την προσωπική του ιδιότητα και προς ιδίον όφελος και σε καμιά περίπτωση εκπροσωπώντας τους Ενάγοντες. Με το πιο πάνω σκεπτικό κρίνω ότι και η ανταπαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτη. Κατάληξη Καταληκτικά, για τους λόγους που έχουν εκτεθεί ανωτέρω, τόσο η αγωγή, όσο και η ανταπαίτηση, απορρίπτονται, ως αναπόδεικτες. Ενόψει της πλήρους αποτυχίας, τόσο της αγωγής, όσο και της ανταπαίτησης, δεν εκδίδεται καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: εγκυρότητα σύμβασης εγγύησης-αξιολόγηση μαρτυρίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο