← Κύπρος

ΤΑΚΙΣ ΤΣΙΩΛΗΣ κ.α. ν. ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής : 1098/03, 24 Ιανουαρίου, 2008

ΤΑΚΙΣ ΤΣΙΩΛΗΣ κ.α. ν. ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Αγωγής : 1098/03, 24 Ιανουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 1098/03 Μεταξύ:

  1. ΤΑΚΙΣ ΤΣΙΩΛΗΣ εκ Πάφου
  2. KING'S (TSIOLIS) RESTAURANT LTD εκ Πάφου Ενάγοντες - και - ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ εκ Λεμεσού Εναγόμενος --------------------- Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Γ. Χαπάρι (κ. Νικήτα για να ακούσει απόφαση) --------------------- Αίτηση Παραμερισμού Απόφασης ημερ. 23.10.2007 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος, στις 29.6.2007 μετά από ακροαματική διαδικασία εξασφάλισε διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισής του, με οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένης υπεράσπισης εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του τροποποιητικού διατάγματος και απάντησης στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης, εντός περαιτέρω 10 ημερών. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 10.9.
  3. Στις 10.9.2007 εμφανίστηκε στο δικαστήριο για τους ενάγοντες η δικηγόρος τους, η οποία, στην απουσία οποιασδήποτε εμφάνισης για τον εναγόμενο ζήτησε να της δοθεί σύντομη ημερομηνία για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης. Το αίτημα εγκρίθηκε και η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη στις 14.9.2007, ημερομηνία κατά την οποία οι ενάγοντες εξασφάλισαν την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου. Στις 23.10.2007 ο εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.17 Κανονισμός 10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 και Δ.48 Θ.1 - 9, (υποθέτω ότι η αναφορά παραπέμπει στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας), στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ενώ τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου. Μολονότι οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, εντούτοις, δεν έχει νόημα οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά σ' αυτή, καθότι η ακρόαση της αίτησης έγινε στην απουσία τους, οπότε και θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εγκατέλειψαν την εν λόγω ένσταση, ουσιαστικά, λόγω παράλειψης προώθησής της. Ακολουθεί ότι η αίτηση θα κριθεί στη βάση των ισχυρισμών του εναγόμενου, ο οποίος, στην ένορκη του δήλωση, επιγραμματικά αναφέρει τα εξής. Στην παράγραφο 3, ότι στις 14.9.2007 εκδόθηκε απόφαση στην απουσία του, ως επίσης στην απουσία και εν αγνοία του δικηγόρου του «παρόλο που υπάρχει ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου». Με τις παραγράφους 4, 7, 8, 9 και 10 παραπέμπει στην ουσία της υπεράσπισής του, με τις παραγράφους 13 και 14 παραθέτει το λόγο για τον οποίο ο δικηγόρος του παρέλειψε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο στις 10.9.2007, με μέρος της παραγράφου 15 εξηγεί πως και πότε πληροφορήθηκε ο δικηγόρος του την έκδοση απόφασης στην αγωγή, ενώ με την ίδια παράγραφο καθώς και με τις παραγράφους 16, 17 και 18 στηλιτεύει τη συμπεριφορά της δικηγόρου των εναγόντων, με αναφορά σε συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις που της αποδίδει, οι οποίες καλύπτουν την περίοδο 10.9.2007 και μετά την έκδοση απόφασης στις 14.9.
  4. Τέλος, με την παράγραφο 19, αναφέρει το λόγο για τον οποίο δε λήφθηκαν μέτρα εξακρίβωσης της τύχης της υπόθεσης, μεταξύ 14.9.2007 και 16.10.
  5. Το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι η νομική βάση της αίτησης. Και τούτο γιατί, ανάλογα με την κρίση μου ως προς αυτό, ενδεχομένως να καταστεί αχρείαστη η εξέταση διαφόρων άλλων θεμάτων, η οποία διαφορετικά καθίσταται αναπόφευκτη. Στην υπόθεση Ανδρέου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ,

(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1596, αναφέρονται και τα εξής μεταξύ άλλων, τα οποία καλύπτουν και το λόγο επίκλησης της απόφασης από το δικηγόρο του εναγόμενου. « Στην περίπτωση παράλειψης του εναγομένου να εμφανιστεί κατά τη δίκη, δεν εγείρεται θέμα αποκάλυψης της υπεράσπισής του εφόσον αυτή έχει καταχωριστεί. Το κρίσιμο ερώτημα στην περίπτωση εκείνη είναι κατά πόσο η απουσία του υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισής του ή αδιαφορία για την προώθησή της. Γύρω από αυτά τα ζητήματα περιστρέφεται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, ως αποκαλύπτει η αποδοθείσα από τα αγγλικά δικαστήρια ερμηνεία του αγγλικού θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος αποτέλεσε και το πρότυπο για τη διαμόρφωση της Δ.33, θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (Βλ. Ord.36 r.33 των παλαιών αγγλικών θεσμών. The Annual Practice 1958, σελ. 831.*) Αυτό είναι λογικό εφόσον η υπεράσπιση έχει προβληθεί στην έκθεση υπεράσπισης. Τα κρίσιμα γεγονότα για τον παραμερισμό της απόφασης είναι εκείνα που άπτονται του λόγου της μη εμφάνισης του εφεσείοντος κατά τη δίκη. » Στην περίπτωσή μας φρονώ πως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής είτε της Δ.17 Θ.10 είτε της Δ.26 Θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, μιας και η απόφαση δεν εκδόθηκε, ούτε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης (Δ.17 Θ.10) μα ούτε λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης ή άλλου δικογράφου (Δ.26 Θ.14), αλλά λόγω της παράλειψης του εναγόμενου να εμφανιστεί στο δικαστήριο, καταρχήν, στις 10.9.2007 που η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες και έπειτα στις 14.9.2007 που ορίστηκε για απόδειξη. Τροποποιημένη υπεράσπιση είναι που παρέλειψε να καταχωρήσει ο εναγόμενος, από τις 29.6.2007 που εξασφάλισε το σχετικό διάταγμα μέχρι και τις 10.9.2007 που η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες, ημερομηνία κατά την οποία όχι μόνο δεν καταχωρίστηκε η τροποποιημένη υπεράσπιση, μα ούτε και προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, είτε ότι ζητήθηκε να συνταχθεί ή ότι συντάχθηκε το σχετικό διάταγμα. Τα δικόγραφα είχαν συμπληρωθεί προ πολλού και η αγωγή τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου για οδηγίες πρώτη φορά, μετά από σχετική αίτηση ορισμού των εναγόντων, στις 16.1.
  1. Έκτοτε, ακολούθησαν πολλά, μέχρις ότου ο εναγόμενος εξασφαλίσει το σχετικό διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισής του στις 29.6.2007 και η αγωγή οριστεί για οδηγίες στις 10.9.
  2. Επομένως, δεν ετίθετο θέμα ειδοποίησής του από οποιοδήποτε, καταρχήν, για τις 10.9.2007 και τούτο γιατί, στην παρουσία και του δικηγόρου από τον οποίο εκπροσωπήθηκε στις 29.6.2007, το δικαστήριο όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 10.9.2007, ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη και αποδείχθηκε με την έκδοση σχετικής απόφασης στις 14.9.
  3. Επομένως, ακόμη και αν δεν μπορεί να λεχθεί κατ' απόλυτο τρόπο, ότι η 10η
  4. 2007 ήταν ημερομηνία δίκης (μιας και η έννοια της δίκης είναι ευρύτερη και περιλαμβάνει τόσο το στάδιο των οδηγιών όσο και το στάδιο της ακρόασης και η σχετική Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται σε δίκη («trial») και όχι σε ακρόαση («hearing»)) σε κάθε περίπτωση, η 14η
  5. 2007 που η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη ήταν ημερομηνία δίκης. Με δεδομένο ότι κατά την ως άνω ημέρα εκπροσωπήθηκαν στο δικαστήριο μόνο οι ενάγοντες, οι οποίοι, στην απουσία του εναγόμενου ή οποιασδήποτε εμφάνισης εκ μέρους του προχώρησαν σε απόδειξη της εναντίον του απαίτησής τους, η παρούσα αίτηση διέπεται από τη Δ.33 Θ.Θ.3 και
  6. Κατά συνέπεια τίθεται θέμα προθεσμίας καταχώρησης της αίτησης η οποία είναι αποκλειστική και σύμφωνα με τη Δ.33 Θ.5 καθορίζεται σε 15 ημέρες από τη δίκη. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η απόφαση εκδόθηκε στις 14.9.2007 ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε μόλις στις 23.10.2007, δηλαδή εκπρόθεσμα. Έπεται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ακριβώς γι' αυτό το λόγο και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Και κάτι ακόμη. Θεωρώ πως δεν έχω εξουσία να ασχοληθώ και, πολύ περισσότερο, να αποδεχτώ και κατ' επέκταση να ενεργήσω στη βάση του ισχυρισμού του εναγόμενου, ότι με δεδομένη την άγνοια του για το γεγονός ότι η 14η .9.2007 είχε οριστεί ως ημερομηνία απόδειξης της αγωγής, πρώτο, δε θα πρέπει να θεωρήσω ότι διέπει την αίτηση η Δ.33 Θ.5, άρα δεν ισχύει η προθεσμία των 15 ημερών και δεύτερο, γι΄αυτό το λόγο συν τοις άλλοις, θα πρέπει να παραμερίσω την απόφαση. Καταρχήν, σε τέτοια περίπτωση, με δεδομένο ότι είναι το παρόν δικαστήριο που στις 10.9.2007 όρισε την αγωγή για απόδειξη στις 14.9.2007, γνωρίζοντας ότι ο εναγόμενος που δεν εμφανίστηκε στις 9.10.2007, προφανώς και δεν είχε λάβει γνώση της 14ης. 9.2007, τουλάχιστον με οδηγίες του δικαστηρίου, είναι ως εάν να λειτουργούσα ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να έθετα υπό την κρίση μου την ορθότητα δικής μου απόφασης, γεγονός φυσικά ανεπίτρεπτο. Και κάτι τελευταίο. Με δεδομένο το συμπέρασμά μου ότι η 14η. 9.2007 κατά την οποία οι ενάγοντες προχώρησαν σε απόδειξη της απαίτησής τους εναντίον του εναγόμενου με την έκδοση απόφασης, τον παραμερισμό της οποίας επιδιώκει ο εναγόμενος με την παρούσα αίτηση, σε κάθε περίπτωση ήταν ημερομηνία δίκης, έστω και αν ο εναγόμενος δεν είχε ειδοποιηθεί για τη συγκεκριμένη ημερομηνία, αυτό δε σημαίνει πως είναι επιτρεπτή η υποβολή αίτησης για παραμερισμό της απόφασης έξω από το πλαίσιο της Δ.33 Θ.
  7. Και τούτο γιατί, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Ann. Chair Developments Ltd v. Κυριακίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 537): «Σε τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να συζητηθεί το δικονομικό έρεισμα τέτοιας αίτησης και, συνακολούθως, το δικαιοδοτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα παραμεριζόταν τέτοια απόφαση». Παρά την απόφασή μου να απορρίψω την αίτηση, εντούτοις, θα ήθελα να επισημάνω και τα εξής, χάριν πληρότητας της απόφασης και ιδιαίτερα για το ενδεχόμενο που αυτή ήθελε κριθεί σε άλλο επίπεδο εσφαλμένη. Προκύπτει από την ενώπιόν μου αναντίλεκτη μαρτυρία, ότι ο εναγόμενος καθώς ήδη έχει αναφερθεί στις 10.9.2007 δεν εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο από το δικηγόρο του, καθότι αυτός αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας, γεγονός το οποίο τον καθήλωσε στο σπίτι. Μολονότι τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος εξ ονόματος του δικηγόρου του στην παράγραφο 13 της ένορκης του δήλωσης, δεν επιβεβαιώνονται πλήρως (για να μην πω στο μεγαλύτερο βαθμό) από το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού που επισυνάπτει, όπως για παράδειγμα, ο ισχυρισμός του ότι σύμφωνα με το γιατρό, ο δικηγόρος του λόγω της κατάστασης της υγείας του θα ήταν αδύνατο να παρευρεθεί στο δικαστήριο, εντούτοις, είμαι διατεθειμένος να δεχθώ και δέχομαι ότι ο δικηγόρος του δικαιολογημένα δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: παρά το πρόβλημα υγείας του δικηγόρου του, ο ίδιος γιατί δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο στις 10.9.2007; Ισχυρίζεται οπουδήποτε στην ένορκη του δήλωση, πως δε γνώριζε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες την ημερομηνία αυτή; Καμιά εξήγηση δίνεται από τον εναγόμενο στο πρώτο ερώτημα και αρνητική είναι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Κατά συνέπεια, ο εναγόμενος απέτυχε να πείσει ότι δικαιολογημένα δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο στις 10.9.
  1. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τη συμπεριφορά που επέδειξε ο εναγόμενος καθώς και ο δικηγόρος του στη συνέχεια. Δηλαδή, μετά τις 10.9.
  2. Σύμφωνα πάντοτε με τον εναγόμενο, ο δικηγόρος του για λόγους που έχει αναφέρει δεν μπορούσε να παρουσιαστεί στο δικαστήριο στις 10.9.
  3. Έχοντας υπόψη ότι η απόφαση δεν εκδόθηκε αυθημερόν, αλλά στις 14.9.2007, τίθεται το ερώτημα σε ποιες ενέργειες προέβηκε ο δικηγόρος του είτε ακόμη ο ίδιος στο μεσοδιάστημα, για να ενημερωθούν για την τύχη της υπόθεσης. Προφανώς, δεν υπάρχει απάντηση στο ερώτημα και το μόνο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι δεν έκαναν τίποτα. Έπειτα, θα πρέπει να εξεταστεί η συμπεριφορά του εναγόμενου καθώς και του δικηγόρου του από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης στις 23.10.
  4. Το πρώτο που θέλω να επισημάνω είναι ότι πρόκειται για μια περίοδο 5 ½ βδομάδων η υπό αναφορά και διερωτώμαι με ποια λογική τόσο ο εναγόμενος όσο και ο δικηγόρος του με την αγόρευσή του, αναφερόμενοι σ' αυτή κάνουν λόγο για 4 βδομάδες. Έπειτα, δεν αντιλαμβάνομαι που εδράζεται η απαίτηση του εναγόμενου εναντίον της δικηγόρου των εναγόντων, στην οποία αποδίδει υποχρέωση ενημέρωσης του δικηγόρου του, εγκαίρως μάλιστα, (βλ. το περιεχόμενο της παραγράφου 15 της ένορκής του δήλωσης) ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του. Ούτε και θεωρώ σοβαρά ή άξια περαιτέρω σχολιασμού, τα όσα εν γένει αποδίδει ο εναγόμενος στη δικηγόρο των εναγόντων, τα οποία κατά τον ίδιο, καθιστούν την όλη συμπεριφορά της αντιδεοντολογική και παραπλανητική. Το θέμα είναι απλό. Με δεδομένη την απουσία του εναγόμενου από το δικαστήριο στις 10.9.2007, ό,τι ακολούθησε αποτελούσε μονόδρομο για τους ενάγοντες, εκτός και αν απέσυραν την αγωγή και ο εναγόμενος ασφαλώς δεν μπορεί να έχει απαίτηση από αυτούς, επειδή, μολονότι αντίδικοί του, την ίδια ώρα δεν ενήργησαν και ως αντιπρόσωποι του. Διαφορετικά, δεν μπορώ να κατανοήσω το παράπονό του περί παράλειψης έγκαιρης ενημέρωσής του κ.λ.π. για την έκδοση απόφασης από τους ενάγοντες. Όμως εντοπίζω και μια σοβαρή αντίφαση εκ μέρους του εναγόμενου, σε σχέση με τον τρόπο που πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την έκδοση απόφασης εναντίον του. Συγκεκριμένα, ενώ ο ίδιος στην παράγραφο 15 της ένορκης του δήλωσης, ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος του πληροφορήθηκε για πρώτη φορά την έκδοση απόφασης στις 16.10.2007 από τη δικηγόρο των εναγόντων, όταν την προσέγγισε για να της αναφέρει ότι συνέταξε την τροποποιημένη υπεράσπιση, ο δικηγόρος του, με την αγόρευσή του, για το ίδιο θέμα ανάφερε κατά λέξη τα εξής: «Στις 16/10/2007 από σχετική έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, διαπιστώθηκε ότι εκδόθηκε απόφαση και την 22.10.2007, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση». Το ερώτημα τι από τα δυο συνέβηκε πλανάται ακόμη. Άξιος σχολιασμού είναι και ο λόγος που επικαλείται ο εναγόμενος στην παράγραφο 19 της ένορκης του δήλωσης, προκειμένου να δικαιολογήσει την απραξία του για το διάστημα που μεσολάβησε, από τις 14.9.2007 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι και τις 16.10.2007 που κατά τους ισχυρισμούς του σε άλλη παράγραφο, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ο δικηγόρος του την έκδοσή της, μολονότι εκείνο που κατ' ακρίβεια επιχειρεί να δικαιολογήσει είναι γιατί δε λήφθηκαν μέτρα για την εξακρίβωση της τύχης της υπόθεσης. Αναφέρει τα εξής ο εναγόμενος επί του προκειμένου: «Ο λόγος για τον οποίο μεταξύ την 14/9/2007 και 16/10/2007 δεν λήφθηκαν μέτρα για εξακρίβωσης της τύχης της υπόθεσης, οφείλονται στο γεγονός ότι, ενδεχόμενος να διέφυγαν της προσοχής του δικηγόρου μου εν όψει του γεγονότος ότι ήταν στη διαδικασία εξεύρεσης νέας εργασίας, καθ' ότι το γραφείο στο οποίο εργοδοτήτο ως εκείνη την περίοδο είχε τερματίσει τις δραστηριότητες του στην Πάφο. Ωστόσο η καθυστέρηση των 4 εβδομάδων συμφωνά με τα όσα μου αναφέρει ο δικηγόρος μου δεν αποδεικνύει υπέρμετρη καθυστέρηση σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι ασυγχώρητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Εναγόντων-καθ'ων η αίτηση». Η χρήση του επιρρήματος «ενδεχομένως» και μόνο είναι αρκετή για να αιτιολογήσω την απόφασή μου να μην αποδώσω οποιαδήποτε αξία στο συγκεκριμένο ισχυρισμό, χωρίς να σημαίνει ότι στην απουσία αυτής της λέξης, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ο εναγόμενος με το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης, που βασικά αποτελεί μαρτυρία, όφειλε να είναι σαφής και να δηλώσει με ξεκάθαρο τρόπο το λόγο για τον οποίο δε λήφθηκαν μέτρα για εξακρίβωση της τύχης της υπόθεσης του κατά την αναφερθείσα από τον ίδιο χρονική περίοδο και όχι μόνο. Κατ' ακρίβεια, από τις 10.9.2007 μέχρι και τις 23.10.2007 που καταχώρησε την παρούσα αίτηση. Όμως, ακόμη και αν η απραξία του όλη αυτή την περίοδο οφείλεται στο λόγο που επικαλείται, χωρίς αυτός να αποτελεί ένα απλό ενδεχόμενο, η δυσχερής θέση στην οποία έχει περιέλθει δεν αλλάζει. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Βαρδιάνος v. Richards
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 698): «Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της». Έτσι λοιπόν, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του εναγόμενου, περί του λόγου που, ενδεχομένως ο δικηγόρος του, ουσιαστικά, δεν ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί τι έγινε η υπόθεση από τις 10.9.2007 που ήταν ορισμένη για οδηγίες μέχρι και τις 16.10.2007, σε καμιά περίπτωση αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για να διατάξω τον παραμερισμό μιας καθόλα νόμιμα εκδοθείσας απόφασης. Ούτε και μπορώ ασφαλώς να υιοθετήσω τη θέση, σύμφωνα με την οποία, ένας δικηγόρος κατά τη διάρκεια εξεύρεσης νέας εργασίας νομιμοποιείται να επιδεικνύει τέτοιο βαθμό ευθύνης, ανάλογο με το βαθμό ευθύνης που κατά τον εναγόμενο επέδειξε ο δικηγόρος του τόσο έναντί του, όσο και κυρίως, έναντι του αντιδίκου του μα προπαντός του δικαστηρίου. Είναι η θέση μου, ότι ο δικηγόρος του εναγόμενου, που στις 10.9.2007 που η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, από την επομένη κι'ολας μέρα, όφειλε να ενδιαφερθεί για την τύχη της υπόθεσης, αφού γνώριζε ότι την ημέρα που αυτή ήταν ορισμένη δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Και είχε στη διάθεσή του για το σκοπό αυτό μέχρι και τις 14.9.2007 που εκδόθηκε απόφαση, 4 ολόκληρες μέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων θα μπορούσε να επικοινωνήσει είτε με το πρωτοκολλητείο του δικαστηρίου είτε με τη συνάδελφό του - δικηγόρο των εναγόντων. Όχι μόνο δεν έκανε τίποτε από αυτά μα ούτε και έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση εκ μέρους του εναγόμενου γι' αυτή την παράλειψη. Έπειτα και κατά τη διάρκεια που βρισκόταν σε διαδικασία εξεύρεσης εργασίας, δεν αντιλαμβάνομαι πως δικαιολογείται η αδράνεια του να ενδιαφερθεί για την τύχη της υπόθεσης. Τέλος, διερωτώμαι γιατί όλα όσα επικαλείται ο εναγόμενος, θα πρέπει να αποβούν σε βάρος των εναγόντων και των συμφερόντων τους, οι οποίοι καθώς ήδη έχει αναφερθεί εξασφάλισαν νομότυπα την απόφαση εναντίον του, ο οποίος εντελώς άδικα και αδικαιολόγητα τους χρεώνει τις επιπτώσεις μιας σειράς δικών του λαθών και παραλείψεων καθώς και του δικηγόρου του. Και κάποιες γενικότερες παρατηρήσεις, παρά το προφανές μου συμπέρασμα, ότι η σημειωθείσα καθυστέρηση των 39 ημερών από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι τέτοια, που κατά τη γνώμη μου καταδεικνύει περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, οπότε, σε κάθε περίπτωση, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, δε θα ήμουν διατεθειμένος να παραμερίσω την απόφαση. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος στην παράγραφο 3 της ένορκης του δήλωσης, ότι στις 14.9.2007 το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ερήμην του, στην απουσία και εν αγνοία του δικηγόρου του «παρόλο που υπάρχει ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου». Θεωρώ τουλάχιστον παραπλανητικό το παράπονο του εναγόμενου μιας και η υπό αναφορά ειδοποίηση έγινε στις 6.12.
  1. Τα ακόλουθα γεγονότα, μερικά από τα οποία ήδη έχουν αναφερθεί αντανακλούν και το μέγεθος του ενδιαφέροντος του εναγόμενου να προωθήσει την υπεράσπισή του: Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 9.4.
  2. Ο εναγόμενος στις 17.9.2003 καταχώρησε υπεράσπιση, ενώ η αγωγή στις 16.1.2004 ορίστηκε για οδηγίες μετά από αίτηση ορισμού εκ μέρους των εναγόντων. Αφού πέρασε από διάφορα στάδια και ορίστηκε κατά καιρούς, είτε για οδηγίες είτε για ακρόαση είτε για σκοπούς συμβιβασμού και αφού στο μεταξύ ο εναγόμενος προέβηκε δυο φορές σε αλλαγή δικηγόρου, ως είχε δικαίωμα φυσικά, στις 13.2.2007 καταχώρησε την πρώτη αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισής του, η οποία απορρίφθηκε στις 30.4.2007, μετά από ακροαματική διαδικασία. Στις 18.5.2007 καταχώρησε νέα αίτηση τροποποίησης και στις 29.6.2007 και πάλιν μετά από ακροαματική διαδικασία, η συνάδελφος που επιλήφθηκε τότε της αίτησης εξέδωσε σχετικό διάταγμα τροποποίησης, με οδηγίες όπως η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης καταχωρηθεί μέσα σε 10 μέρες από τη σύνταξη του διατάγματος και η απάντηση στην τροποποιηθείσα έκθεση υπεράσπισης, εντός περαιτέρω 10 ημερών. Τέλος, όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 10.9.
  3. Ό,τι ακολούθησε απ' εκεί και πέρα είναι ήδη γνωστό, συνεπώς δε θα το επαναλάβω. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος στην παράγραφο 15 της ένορκης του δήλωσης, ότι όταν στις 16.10.2007 ο δικηγόρος του προσέγγισε τη δικηγόρο των εναγόντων για να της αναφέρει ότι είχε συντάξει την τροποποιημένη υπεράσπιση, αυτή τον ενημέρωσε ότι εκδόθηκε απόφαση ερήμην του. Προβληματίζομαι ειλικρινά, τόσο για το ενδιαφέρον του εναγόμενου να προωθήσει την υπεράσπισή του, όσο και για την πίστη του σ' αυτή, όταν από τις 29.6.2007 που εξασφάλισε το σχετικό διάταγμα τροποποίησης, μόλις στις 16.10.2007, δηλαδή 4 περίπου μήνες μετά, ομολογεί ότι είχε συντάξει την τροποποιημένη υπεράσπισή του. Τίθεται το ερώτημα γιατί θα πρεπε να παρέλθει τόσος χρόνος για να συντάξει την υπεράσπισή του. Έπειτα, διερωτώμαι και για το εξής: Στις 16.10.2007 λέει ο εναγόμενος, ο δικηγόρος του προσέγγισε τη δικηγόρο των εναγόντων για να της αναφέρει ότι σύνταξε την τροποποιημένη υπεράσπιση. Καλά, προς τι αυτή η ενημέρωση; Και γιατί δεν καταχώρησε το συγκεκριμένο δικόγραφο αφού ήταν έτοιμο χωρίς να ενημερώσει τη δικηγόρο της άλλης πλευράς; Και περαιτέρω, πως ήταν δυνατό να καταχωρηθεί η τροποποιημένη υπεράσπιση, χωρίς προηγουμένως να συνταχθεί το σχετικό διάταγμα τροποποίησης, κάτι που ούτε ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι έχει γίνει μα ούτε και από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει. Και το χειρότερο, ούτε αν έχει ζητηθεί το σχετικό διάταγμα είναι γνωστό. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) .................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.