Επί τοις αφορώσι την Παρασκευή Σάββα Nεοφύτου, Αρ.Αίτησης 2/99, 28.1.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ.Αίτησης 2/99 Επί τοις αφορώσι την Παρασκευή Σάββα Nεοφύτου, διανοητικώς ασθενή, εκ Πάφου Αίτηση ημερομηνίας 28.9.2007 υπό του Στέλιου Ξενοφώντος, εκ Λεμεσού ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28.1.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή: κ. Σ. Πατσαλίδης (για να ακούσει απόφαση κ. Αλ. Αλεξάνδρου) Αιτητής: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Mε την αίτηση του, η οποία στηρίζεται στα άρθρα 2 έως 9, 13 και 18 του Ν. 23
(1)/96, στους Κ. 22 έως 26 των Περί Διανοητικών Ασθενών Κανονισμών και στην Δ.48 Θ.1 και 2 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο αιτητής ζητά: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την αναθεώρησιν και/ή τροποποίηση του υπ΄αρ. 2/99 προγενεστέρως εκδοθέντος Διατάγματος, δια της απαλείψεως και/ή αποπομπής και/ή απαλλαγής του εκείθεν αναφερόμενου Δημήτρη Σάββα, ως συνδιαχειριστού της περιουσίας της διανοητικών ασθενούς Παρασκευούς Σάββα Νεοφύτου και διαχειριστού της ανωτέρω εν σχέσει με διαδικασίαν αιτήσεως λύσεως γάμου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσοντος την απόσυρσιν και/ή ανάκλησιν της ανωτέρω διαθήκης παρά του Πρωτοκολλητείου Πάφου, υπό του συνδιαχειριστού της περιουσίας της ανικάνου και συζύγου αυτής Στέλιου Ξενοφώντος. Οι αξιώσεις του υπό στοιχεία Β και Γ εγκαταλειφθήκαν με δήλωση του δικηγόρου του. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ένορκο δήλωση του αιτητή, με το εξής περιεχόμενο:
- Είμαι ο σύζυγος της δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου υπ΄αρ, 2/99 ανικάνου και/ή διανοητικώς ασθενούς Παρασκευής Σάββα Νεοφύτου.
- Δυνάμει του ανωτέρω Διατάγματος, εκδοθέντος την 24.11.00, εδιορίσθην ως συνδιαχειριστής της περιουσίας της συζύγου μου μετά που πατρός αυτής Δημήτρη Σάββα, όστις περαιτέρω εδιορίσθη ως μόνος διαχειριστής εν σχέσει με διαδικασίαν αιτήσεως λύσεως γάμου.
- Μετά της ως άνω απέκτησα μιαν θυγατέρα, την Έλενα, 17 ετών σήμερον, ήτις διαμένει μαζί μου εν Λεμεσώ και φοιτά εις την τελευταία τάξιν του Λυκείου Πέτρου και Παύλου.
- Από του έτους 1994, η προμνησθείσα σύζυγος μου προσεβλήθη από χρόνιο ψυχωσικό σύνδρομο με διαγνωσθείσα οργανικήν βλάβην του εγκεφάλου και η επικοινωνία αυτής με το περιβάλλον από τούδε μέχρι σήμερον είναι αδύνατος. Σχετικό φωτοαντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού ημερ. 17.2.1995 επισυνάπτεται τη παρούσα ως «Τεκμήριον Α».
- Ο συνδιαχειστιστής της περιουσίας της συζύγου μου, όστις τυγχάνει πατέρας της, Δημήτρης Σάββα είναι ηλικίας 83 ετών, πάσχων μεταξύ άλλων από την νόσο του «Parkinson» και αντιμετωπίζων εν γένει διάφορα προβλήματα υγείας, εξαιτίας των οποίων η επικοινωνία και/ή συνεννοήσις μετ΄αυτού, καθίσταται δυσχερής και/ή αδύνατος.
- Προσφάτως μου επιδόθηκε Αίτησις Διαζυγίου, καταχωρηθείσα εν τω Οικογενειακώ Δικαστήριο Πάφου, δυνάμει δήθεν εντολών του Δημήτρη Σάββα εκ μέρους της διανοητικώς ασθενούς. Εις ερώτησιν και/ή αναφοράν μου περί της υπάρξεως της σχετικής αιτήσεως, ο ως άνω υπερήλικας εδήλωσε άγνοια περί τούτου με αποτέλεσμα την απόσυρσιν εν τέλει αυτής την 12.03.07, ως εμφαίνεται εν τω συνημμένω τη παρούσα «Τεμκηρίω Β».
- Εις ανύποπτο χρόνον ο προμνησθείς Δημήτρης Σάββα μετά του οποίου σημειωτέον αι σχέσεις μας ήσαν πάντοτε άριστες μου ομολόγησε ότι, προ πολλών ετών και κατόπιν έντονων πιέσεων που εδέχθει, υπό προσώπων του ευρύτερου συγγενικού περιβάλλοντος, εξηναγκάσθη όπως τη παρουσία του ιδίου ως μάρτυρος, υπογραφεί δια «δακτυλικού αποτυπώματος» της διαθέτου και κατατεθεί εν τω Επαρχιακώ Δικαστήριο Πάφου τμήμα Επικυρώσεωνς Διαθηκών, διαθήκη της ανικάνοθυ θυγατέρος του, φέρουσα ημερομηνίαν 19.11.98, ήτοι καθ΄ον χρόνον η διαθέτις ήτο ανίκανος ν΄αντιληφθεί το περιεχόμενο της, συμπέρασμα αβίαστως συναγόμενον και εκ του συνημμένου τη παρούσα «Τεκμηρίου Β». Αντίγραφον της ρηθείσης διαθήκης επισυνάπτεται ως «Τεκμήριον Γ».
- Δια της επιστολής του Δικηγόρου μου ημερομηνίας 09/05/07, έλαβε γνώσιν των προαναφερθέντων γεγονότων και ο Γενικός Εισαγγελέας, όστις δι΄απαντητικής επιστολής του, παρέσχε, δυνάμει των εκ του Νόμου απορρεουσών εξουσιών και/ή αρμοδιοτήτων του, την συγκατάθεσιν του δια την εκ μέρους μου καταχώρησν, εις το αρμόδιο Δικαστήριον, της παρούσης Αιτήσεως, προκειμένου να απαλλαγεί ο Δημήτρης Σάββα εκ των καθηκόντων του ως συνδιαχειριστού της περιουσίας της Παρασκευής Σάββα Νεοφύτου και ως διαχειστού δια θέματα διαδικασίας λύσεως του γάμου μας μετά της ανικάνου συζύγου μου. Επισυνάπτονται σχετικώς αντίγραφα των προμνησθεισών επιστολών ως «Τεκμήρια Δ και Ε» αντιστοίχως.
- Υπό το φως και συνεπεία των ανωτέρω καθίσταται αδήρητον όπως εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα ως εν τη αίτηση εμφαίνεται, προς τον σκοπό ορθής και σύννομης διαχείρισης της περιουσίας της διανοητικώς ασθενούς και εν γένει δια λόγους ορθής απονομής φυσικής και νομικής δικαιοσύνης. Παρών στο δικαστήριο κατά την ακρόαση της αίτησης ήταν ο Δημήτρης Σάββας συνδιαχειριστής, ο οποίος δήλωσε ότι δεν φέρει ένσταση στην έκδοση του διατάγματος που αφορά την απαλλαγή του από συνδιαχειριστής. Ο κ. Πατσαλίδης αγόρευσε προς υποστήριξη της αίτησης. Με αναφορά στα γεγονότα όπως αυτά εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση στα τεκμήρια και στον Ν. 23
(1)/96 υποστήριξε ουσιαστικά ότι είναι μέσα στις εξουσίες του διαχειριστή να αποσύρει την διαθήκη, και εφόσον υπάρχει η δήλωση του συνδιαχειριστή ότι αποδέχεται την έκδοση του διατάγματος ως το Α της αίτησης, θα πρέπει το δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα του αιτητή - συνδιαχειριστή και να δεχτεί την απόσυρση της διαθήκης ως μέρος των εξουσιών του. Αναγνώρισε επίσης ο κ. Πατσαλίδης ότι η κρίση ως προς την εγκυρότητα ή όχι της διαθήκης δεν είναι αρμοδιότητα του παρόντος δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να ακούσω τον συνδιαχειρσιτή, ο οποίος συμφώνησε με το αίτημα και επιπρόσθετα να διαπιστώσω ότι συνεννόηση μετά αυτού είναι πράγματι δύσκολος ενόψει και του προχωρημένου της ηλικίας του, γεγονός εμφανές στο δικαστήριο. Συνεπακόλουθα υπό τις περιστάσεις το Α της αίτησης εγκρίνεται αφού έλαβα υπόψη και τα όσα το άρθρο 7 του Ν. 23
(1)/96 προβλέπει. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα, δηλαδή αυτό που αφορά την διαθήκη. Είναι η άποψη μου ότι η απλή παράθεση των σχετικών άρθρων του Νόμου 23
(1)/96 περί των εξουσιών του διαχειριστή περιουσίας ανικάνου προσώπου αλλά και άρθρων του Κεφ. 195, που προβλέπει τα σχετικά περί σύνταξη και ανάκλησης διαθήκης, δίδει την απάντηση στο ερώτημα, δηλαδή κατά πόσο είναι εφικτό να αποσυρθεί η διαθήκη με πράξη του διαχειριστή και αν αυτή η πράξη είναι μέσα στις εξουσίες που ο νόμος και το διάταγμα του χορηγεί. Η παράγραφος 7 της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή είναι η μόνη παράγραφος, στην οποία προβάλλονται ισχυρισμοί που σχετίζονται ή μπορούν να συσχετιστούν με το διάταγμα που ζητά ο αιτητής για την απόσυρση και/ή την ανάκληση της διαθήκης. Διερωτώμαι πως θα μπορούσε το παρών δικαστήριο, εφόσον αυτό αναγνωρίστηκε και από τον συνήγορο του αιτητή, ότι δεν μπορεί να αποφασίσει την εγκυρότητα της διαθήκης να επιτρέψει την απόσυρση της, απλώς και μόνο γιατί έτσι το επιθυμεί ο διαχειριστής. Δηλαδή θα πρέπει ή να αποδεχτώ τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση και να επιτρέψω την απόσυρση της διαθήκης χωρίς όμως να έχω και τέτοια εξουσία να αποφασίσω για την εγκυρότητα της, ή να αποδεχτώ το αίτημα γιατί απλά αυτή είναι η επιθυμία του διαχειριστή. Ενώ από την μια αποδέχτηκε ο συνήγορος του αιτητή, για αυτό άλλωστε εγκαταλείφθηκαν και οι αξιώσεις υπό στοιχεία Β και Γ, ότι δεν εμπίπτει στην δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, να αποφασίσει ζητήματα εγκυρότητας κ.τ.λ της διαθήκης, από την άλλη ουσιαστικά με βάση την παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως, ζητά να αποδεχτώ ισχυρισμούς που αφορούν την κατάσταση της υγείας της ασθενούς κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης και για τον λόγο αυτό να επιτρέψω την απόσυρση της διαθήκης της. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν. 23
(1)/1996 ανίκανο πρόσωπο σημαίνει το άτομο το οποίο, λόγω διανοητικής διαταραχής, τοξικομανίας, αλκοολισμού, εγκεφαλικής ή άλλης σωματικής βλάβης, ή άλλης πάθησης ή ασθενείας, η οποία καθιστά το άτομο αυτό ανήμπορο να ασκήσει την κρίση και βούληση του, δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί την περιουσία του ή να διευθύνει τις υποθέσεις του. Επίσης σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, διαχειριστής, σημαίνει πρόσωπο που διορίζεται από το αρμόδιο δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 7 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 23
(1)/96, ο διαχειριστής έχει εξουσία να ασκεί όλες ή οποιαδήποτε από τις εξουσίες που το αρμόδιο δικαστήριο έχει εξουσία να ασκεί, δυνάμει των άρθρων 5 και 6 όπως ορίζεται στο διάταγμα διορισμού του διαχειριστή. Το άρθρο 5 και 6 του Νόμου απαριθμεί τις εξουσίες του δικαστηρίου και συνεπακόλουθα αυτές του διαχειριστή. Το άρθρο 5 του Νόμου αναφέρει τις γενικές εξουσίες του αρμοδίου Δικαστηρίου σχετικά με την περιουσία και τις υποθέσεις ανικάνου προσώπου. Συγκεκριμένα αναφέρει: Το αρμόδιο δικαστήριο έχει εξουσία σχετικά με την περιουσία και τις υποθέσεις ανικάνου προσώπου, να λάβει ή να φροντίσει να ληφθούν όλα τα μέτρα, τα οποία κρίνει αναγκαία ή σκόπιμα- (α) Για την εν γένει διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεων του ανικάνου προσώπου. (β) για τη συντήρηση ή για άλλος όφελος του ανικάνου προσώπου ή (γ) για τη συντήρηση ή για άλλος όφελος μελών της οικογένειας του ανικάνου προσώπου ή (δ) για τη μέριμνα προσώπων ή σκοπών για τα οποία ή για τους οποίους το ανίκανο πρόσωπο θα αναμενόταν να μεριμνήσει, αν δεν ήταν ανίκανο.
(2)Κατά την άσκηση των χορηγούμενων, δυνάμει του παρόντος άρθρου, εξουσιών το αρμόδιο δικαστήριο αποβλέπει στην ικανοποίηση κατά προτεραιότητα των αναγκών και στην ευημερία του ανικάνου προσώπου, χωρίς όμως να παραγνωρίζονται άλλες νόμιμες υποχρεώσεις του ανικάνου προς τρίτους. Το άρθρο 6, σχετικό επίσης άρθρο, διαλαμβάνει ως εξής: 6.-
(1)Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του άρθρου 5 το αρμόδιο δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει, αναθεωρεί, τροποποιεί ή ακυρώνει διατάγματα και να δίδει τέτοιες οδηγίες, τις οποίες κρίνει αναγκαίες για τους σκοπούς του άρθρου αυτού και ειδικότερα για - (α) Τον έλεγχο (με ή χωρίς τη μεταβίβαση ή την παραχώρηση περιουσίας ή την πληρωμή ή την κατάθεση στο δικαστήριο χρημάτων ή αξιογράφων) και τη διαχείριση της περιουσίας του ανίκανου προσώπου˙ (β) την πώληση, ανταλλαγή, επιβάρυνση, διάθεση ή δοσοληψία σε σχέση με οποιαδήποτε περιουσία του ανίκανου προσώπου˙ (γ) την απόκτηση οποιασδήποτε περιουσίας από ή για λογαριασμό του ανίκανου προσώπου˙ (δ) τη διάθεση της περιουσίας του ανίκανου προσώπου με τη δημιουργία εμπιστεύματος προς όφελος του ιδίου ή των προσώπων που είναι υπόχρεο να συντηρεί ή με τη δωρεά μέρους αυτής στον ή στη σύζυγο ή τους κατιόντες αυτού, νοουμένου ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις απομένει ικανοποιητικό μέρος της περιουσίας για τη συντήρηση του ανίκανου προσώπου ή για οποιοδήποτε από τους σκοπούς που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ) τον παρόντος εδαφίου˙ (ε) την άσκηση, διεξαγωγή η συνέχιση από κατάλληλο πρόσωπο οποιουδήποτε επαγγέλματος, εργασίας ή επιχείρησης του ανίκανου προσώπου˙ (στ) τη διάλυση οποιουδήποτε συνεταιρισμού ή ιδιωτικής εταιρείας στον ή στην οποία το ανίκανο πρόσωπο είναι μέλος˙ (ζ) την εκτέλεση οποιασδήποτε σύμβασης που συνήψε το ανίκανο πρόσωπο πριν να καταστεί ανίκανο˙ (η) την έγερση ή υπεράσπιση αγωγών ή τη λήψη δικαστικών μέτρων από ή για λογαριασμό του ανίκανου προσώπου νοουμένου ότι, προκειμένου περί έγερσης αγωγής ή της λήψης άλλων δικαστικών μέτρων που σχετίζονται με τον προσωπικό θεσμό, απαιτείται η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας˙ (θ) την καταβολή από την περιουσία του ανίκανου προσώπου με ή χωρίς τόκους χρημάτων, τα οποία δαπανήθηκαν από οποιοδήποτε πρόσωπο με σκοπό την πληρωμή χρεών του ανίκανου προσώπου για τη συντήρηση ή για άλλο όφελος αυτού ή μελών της οικογένειάς του ή άλλων προσώπων για τα οποία αυτό θα αναμενόταν να μεριμνήσει, αν δεν ήταν ανίκανο˙ (ι) την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας (περιλαμβανομένης της παροχής συγκατάθεσης) την οποία το ανίκανο πρόσωπο κατέχει.
(1)Στις περιπτώσεις όπου, δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, για τη διάθεση περιουσίας του ανίκανου προσώπου με τη δημιουργία εμπιστεύματος ή για την άσκηση εξουσίας του ανίκανου προσώπου προβλέπεται ο διορισμός ή η παραίτηση εμπιστευματοδόχων από εμπίστευμα, το αρμόδιο δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει τέτοια διατάγματα σχετικά με την εμπιστευματική περιουσία για την παραχώρηση κυριότητας ή άλλα διατάγματα ανάλογα με την περίσταση, περιλαμβανομένου (στην περίπτωση άσκησης τέτοιας εξουσίας) οποιουδήποτε διατάγματος το οποίο θα μπορούσε να εκδοθεί σε τέτοια περίπτωση δυνάμει του Μέρους V του περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμου.
(3)Όπου δυνάμει του παρόντος άρθρου, περιουσία του ανίκανου προσώπου διατέθηκε με τη δημιουργία εμπιστεύματος και διαπιστώνεται από το αρμόδιο δικαστήριο οποτεδήποτε πριν από το θάνατο αυτού ότι κατά τη σύσταση του εμπιστεύματος δεν είχε αποκαλυφθεί ουσιώδες γεγονός ή ότι είχε επισυμβεί ουσιώδης αλλαγή των περιστάσεων, τότε αυτό έχει εξουσία με διάταγμά του να τροποποιήσει το εμπίστευμα κατά τρόπο που κρίνει πρέποντα και να δώσει οποιεσδήποτε συνεπακόλουθες οδηγίες. Σημαντικό θεωρώ είναι παραθέσω τις σχετικές επί του θέματος διατάξεις του Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ.
- Το άρθρο 37 του Κεφ. 195 διαλαμβάνει ως εξής: Διαθήκη δύναται να ανακληθεί - (α) Με μεταγενέστερη διαθήκη που ανακαλεί ρητά την προγενέστερη. (β) Με μεταγενέστερη διαθήκη ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της προγενέστερης , αλλά κατά την έκταση μόνο κατά την οποία οι διατάξεις των δύο διαθηκών είναι ασυμβίβαστες ή (γ) με καύσιμο, σχίσιμο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο καταστροφής αυτής από το διαθέτη ή από άλλο πρόσωπο στην παρουσία και με εντολή του με πρόθεση ανάκλησης αυτής. Το άρθρο 22 του Kεφ. 195 αναφέρει ότι καμία διαθήκη που καταρτίστηκε από πρόσωπο που δεν έχει σώας τις φρένες ή που δεν συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του δεν είναι έγκυρη. Επίσης τις τυπικές προϋποθέσεις για την εγκυρότητα της διαθήκης αναφέρει το άρθρο 23 του Κεφ.
- Το ζήτημα της τήρησης των πιο πάνω προϋποθέσεων, οι οποίες έχουν να κάνουν με την εγκυρότητα μιας διαθήκης σαφώς και δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του παρόντος δικαστηρίου και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ενώ η ανάκληση της διαθήκης δεν απαριθμείται στις εξουσίες που παρέχονται από τα άρθρα 5 και 6 του Ν.23
(1)/96. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι για τους λόγους που ο αιτητής ζητά να αποσύρει την διαθήκη της διανοητικά ασθενούς Παρασκευής Σάββα, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη στο Πρωτοκολλητείο Πάφου, η αίτηση του δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον από την μια το παρών δικαστήριο δεν μπορεί αν αποφασίσει πάνω σε ζητήματα που αφορούν την εγκυρότητα της και από την άλλη γιατί δεν δίδεται τέτοια εξουσία με βάση τα πιο πάνω άρθρα (βλ. άρθρα 5 και 6 του Ν. 23
(1)/96) του Νόμου στο Δικαστήριο. Συνακόλουθα η αίτηση του σε σχέση με το Β δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. (Υπ.) ............... Κ. Κουνίδου Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο