← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΙΑΝΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2980/2004, 29.1.2008

ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΙΑΝΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2980/2004, 29.1.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2980/2004 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ Ενάγουσας - και - ΧΡΙΣΤΙΑΝΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΟΥ Εναγομένης --------------------- Ημερομηνία: 29.1.2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Α. Δημητριάδης (κα Μιχαήλ για να ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κα Α. Φακοντή --------------------- Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 24.10.2007 Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα επιδιώκει τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ως ακολούθως: «Α. Δια της διαγραφής του περιεχομένου των παραγράφων 1 β και 1 γ της Εκθέσεως Απαιτήσεως και της προσθήκης των πιο κάτω νέων παραγράφων: β. Η εναγόμενη και ένας εκ των εγγυητών ο Γιάννης Νεοφύτου ήταν παντρεμένοι και επειδή προέκυψαν μεταξύ τους διαφορές ωδηγήθησαν σε διάσταση από 23/11/2003 και στην συνέχεια ο γάμος τους διαλύθηκε στις 7/3/2005 με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου στην Αίτηση 150/

  1. γ. Κατά ή περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2002 η εναγόμενη ασθένησε και λόγω του γεγονότος αυτού έπαψε να εργάζεται με αποτέλεσμα να μην δυνηθεί να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις έναντι του Συμβολαίου Ενοικιαγοράς ημερ.
  2. δ. Για να αποφευχθεί η λήψη Δικαστικών μέτρων από μέρους της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ εναντίον της εναγομένης και των εγγυητών της, η εναγόμενη παρακάλεσε την ενάγουσα και τον σύζυγο της να συνεχίσουν την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων στην πιο πάνω Τράπεζα με την υπόσχεση ότι θα της επέστρεφε το ποσό που θα πλήρωναν σε σύντομο χρόνο μόλις αυτή θα ήταν σε θέση να εργαστεί και να έχει εισοδήματα. ε. Η ενάγουσα αφού βασίστηκε στην πιο πάνω υπόσχεση της εναγομένης πλήρωσε συνολικά για λογαριασμό της εναγομένης προς την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, το ποσό των £2,965.00-. στ. Κατά ή περί τον Νοέμβριο 2003 η εναγόμενη λόγω και των οικογενειακών προβλημάτων που αντιμετώπιζε με τον σύζυγο της, προέβηκε σε πώληση του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΗΗΡ 884 και εξόφληση του υπολοιπόμενου τότε χρέους της, αλλά παρέλειψε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των £2,965.00- που η τελευταία πλήρωσε για λογαριασμό της αφού βασίστηκε στην υπόσχεση της για σύντομη επιστροφή του ποσού αυτού. Β. Δια της αναριθμήσεως της παραγράφου 1 δ σε 1 ζ με το ίδιο περιεχόμενο. Γ. Δια της διαγραφής του περιεχομένου (α) της αξίωσης και της αντικατάστασης του με το ακόλουθο περιεχόμενο: (α) Ποσό £2,965.00- σαν ποσό που πληρώθηκε από την ενάγουσα κατ' εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης και/ή δυνάμει δανείου και/ή διαφορετικά, όπως αναφέρεται πιο πάνω.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αναφερόνται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Γεώργιου Δημητριάδη, το περιεχόμενο της οποίας, επί της ουσίας, παρατίθεται αυτούσιο. «
  3. Είμαι ένας από τους Δικηγόρους του Δικηγορικού Γραφείου Ανδρέας Δημητριάδης & Σία, Δικηγόρων της ενάγουσας στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, γνωρίζω όλα τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και είμαι εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση από την ενάγουσα, από την οποία άντλησα και πληροφορήθηκα για τα γεγονότα που δεν γνωρίζω προσωπικά.
  4. Η αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο συντάχτηκε από τον προηγούμενο Δικηγόρο της ενάγουσας.
  5. Κατά την προετοιμασία της Ακρόασης της πιο πάνω υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι λόγω λάθους και/ή κακής συνεννοήσης μεταξύ ενάγουσας και της προηγούμενης Δικηγόρου της συμπεριλήφθηκε στην Έκθεση Απαιτήσεως ο ισχυρισμός ότι το ποσό των £2,965.00- που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι πλήρωσε στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, κατ' εντολή και για λογαριασμό της εναγομένης, πληρώθηκε μετά τις 23/11/2003, ενώ στην πραγματικότητα η πληρωμή του πιο πάνω ποσού έγινε σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 4/3/2003 και 20/10/
  6. Είναι ορθό και δίκαιο όπως επιτραπεί από το Σεβαστό Δικαστήριο η τροποποίηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως ώστε να συμπεριληφθούν σ' αυτήν οι σωστοί ισχυρισμοί και να δοθεί η δυνατότητα να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθινά και πραγματικά γεγονότα και ισχυρισμοί για εκδίκαση από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  7. Σε περίπτωση που δεν επιτραπεί η ζητούμενη τροποποίηση η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά γιατί δεν θα μπορέσει να θέση ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία, τα πραγματικά γεγονότα και ισχυρισμούς της, ενώ σε περίπτωση που επιτραπεί αυτή δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά στην εναγομένη πέραν των εξόδων που θα απολεσθούν και τα οποία το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει προς όφελος της ενάγουσας.» Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της εναγόμενης, η οποία για το σκοπό αυτό καταχώρησε σχετική ειδοποίηση, με την οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους: «
  8. Η ενάγουσα-αιτήτρια ζητά την αιτούμενη τροποποίηση χωρίς να προβάλλει καμία εξήγηση ή δικαιολογία και/ή καμία ικανοποιητική εξήγηση ή δικαιολογία γιατί ζητά την τροποποίηση αυτή.
  9. Το αίτημα της ενάγουσας-αιτήτριας για τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως γίνεται πολύ καθυστερημένα ήτοι 3 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος.
  10. Η ενάγουσα-αιτήτρια ουδεμία αιτιολογία προβάλλει ή βάσιμο λόγο για την καθυστέρηση της καταχώρησης της υπό εκδίκασης αίτησης.
  11. Με την αιτούμενη τροποποίηση η ενάγουσα-αιτήτρια επιχειρεί με κακόπιστο τρόπο να προβάλει νέους ισχυρισμούς και νέα γεγονότα διαφορετικά απ' αυτά που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης της αλλάζοντας ριζικά την έκθεση απαίτησης της για να στηρίξει νέα βάση αγωγής που επίσης προσπαθεί να εισάξει με την αιτούμενη τροποποίηση της.
  12. Η ενάγουσα-αιτήτρια με κακόπιστο τρόπο επιχειρεί με την αιτούμενη τροποποίηση, να εισάξει νέα βάση αγωγής πράγμα ανεπίτρεπτο, δημιουργώντας παράλληλα σύγχυση και πολλαπλότητα πραγματικών και νομικών ζητημάτων. Συγκεκριμένα με την αιτούμενη τροποποίηση η νέα βάση αγωγής που εισάγει η ενάγουσα-αιτήτρια είναι πληρωμή ποσού Λ.Κ.2.965= από την εναγομένη-καθ'ής η αίτηση στην ενάγουσα-αιτήτρια δυνάμει κατ' ισχυρισμόν σύμβασης που είχε δυνάμει η ενάγουσα-αιτήτρια με την εναγόμενη-καθ'ής η αίτηση και/ή προτροπής και υπόσχεσης, και/ή δυνάμει δανείου ενώ η αρχική βάση της αγωγής της ενάγουσας-αιτήτριας, ως εκτίθεται στο κλητήριο ένταλμα, ήτο η πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.2.965= ως ποσόν καταβληθέν από την ενάγουσα-αιτήτρια δυνάμει εγγύσης προς όφελος της εναγομένης-καθ'ής η αίτηση.
  13. Η αίτηση της ενάγουσας-αιτήτριας δεν στηρίζεται από κατάλληλη ένορκη δήλωση, και/ή η εν λόγω ένορκη δήλωση αντίκειται στον νόμο, στους θεσμούς και στους κανονισμούς και ο ενόρκως δηλών δεν νομιμοποιείται να προβεί σ' αυτήν.
  14. Η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης ως εκφράζεται στις παραγράφους 2, 3 και 4 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την υπό εκδίκαση αίτηση δεν δικαιολογεί το αίτημα για τροποποίηση εισάγοντας στην έκθεση απαίτησης όλους τους νέους ισχυρισμούς, νέα γεγονότα και νέα βάση αγωγής ως λεπτομερώς αναγράφονται στις παραγράφους Α, Α(β), Α(γ), Α(δ), Α(ε), Α(στ), Β, Γ και Γ(α) της υπό εκδίκαση αίτησης ημερ. 24/10/07». Η εναγόμενη, με επισυνημμένη δική της ένορκη δήλωση παραθέτει τα γεγονότα που στηρίζουν τους 7 συνολικά λόγους της ένστασής της στην έκδοση του αιτούμενου από την ενάγουσα διατάγματος. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής, ως έχει μέχρι στιγμής: « Η αξίωση της Ενάγουσας ενάντια στον Εναγόμενο είναι όπως αναφέρεται πιο κάτω:
  15. Κατά ή περί τις 6/11/01 η Ενάγουσα ύστερα από την παράκληση της Εναγομένης εγγυήθηκε γραπτώς μαζί με τους Γιάννη Νεοφύτου και Χαράλαμπο Ανδρέου την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 13,662= πλέον τόκους 9% ετησίως δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς ενός οχήματος μάρκας SUBARU IMPREZA με αρ. εγγραφής ΗΗΡ 884 μεταξύ της εναγομένης αρ.1 και της Λαικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, από την Λευκωσία. Λεπτομέρειες: α. Δυνάμει συμβολαίου ενοικιαγοράς με αρ. 4978633 το οποίο σύναψε η Εναγόμενη με την Τράπεζα κατά/ή περί τις 6/12/01, για ένα όχημα SUBARU IMPREZA με αρ. εγγραφής ΗΗΡ 884 την πληρωμή της οποίας εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα μαζί με την Ενάγουσα ο Γιάννης Νεοφύτου και ο Χαράλαμπος Ανδρέου. β. Η Εναγόμενη και ένας εκ των εγγυητών ο Γιάννης Νεοφύτου ήταν παντρεμένοι και επειδή προέκυψαν διαφορές μεταξύ τους από τις 23/11/03 είναι σε διάσταση με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να διακόψει την καταβολή των συμφωνηθεισών δόσεων και η Τράπεζα να διεκδικήσει το υπόλοιπο ποσόν της ενοικιαγοράς από τους εναγομένους. γ. Με σκοπό την αποφυγή δικαστικών μέτρων εναντίον της και λόγω της παράλειψης και/ή άρνησης της Εναγομένης να εξοφλήσει το υπόλοιπο ποσό του αναφερόμενου χρέους η Ενάγουσα αναγκάστηκε να καταβάλει στο εν λόγω χρηματοδοτικό οργανισμό το ποσό των Λ.Κ.2,965= προς πλήρη εξόφληση των απαιτήσεων, των τόκων και των εξόδων. δ. Η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα την Εναγομένη όπως καταβάλει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσό των Λ.Κ.2,965= που αναγκάστηκε να πληρώσει ως εγγυήτρια της Εναγόμενης στο ειρημένο συμβόλαιο ενοικιαγοράς αλλά αυτή παραλείπει και/ή αμελεί και/ή αρνείται να το πράξει και μέχρι σήμερα δεν πλήρωσε κανένα ποσό στην Ενάγουσα. Και για όλους του πιο πάνω λόγους η Ενάγουσα έχει εγείρει την παρούσα αγωγή και/ή ζητά εναντίον της Εναγομένης: (α) Ποσό Λ.Κ.2,965= καταβληθέν από την Ενάγουσα δυνάμει εγγύησης προς όφελος της, όπως αναφέρεται πιο πάνω με λεπτομέρεια. (β) Νόμιμους τόκους (γ) Τα έξοδα. » Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι αυτές συμπυκνώνονται στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 96/06, ημερομηνίας 27.7.2007, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας, ενώ, απόλυτα σχετικές με το θέμα είναι και οι αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος της εναγόμενης. Σύμφωνα λοιπόν με την Νικολάου (ανωτέρω): «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και γενικά οτιδήποτε άλλο συναφές με το θέμα προχωρώ αμέσως να εξετάσω το αίτημα της ενάγουσας, με αναφορά ασφαλώς στους διάφορους λόγους ένστασης της εναγόμενης. Ειδικότερα: Ο 1ος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Ο Γεώργιος Δημητριάδης, στην παράγραφο 4 της ένορκής του δήλωσης αναφέρει ξεκάθαρα ότι ο σκοπός της αιτούμενης τροποποίησης είναι να συμπεριληφθούν στην έκθεση απαίτησης οι σωστοί ισχυρισμοί και να δοθεί η δυνατότητα να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου τα αληθινά και πραγματικά (προφανώς κατά την ενάγουσα) γεγονότα και ισχυρισμοί της (βλ. και τη φράση από τη Νικολάου πάντοτε (ανωτέρω)) «. αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων»). Λέγοντας αυτά, σε καμιά περίπτωση θα ήθελα να εκληφθεί ότι θεωρώ πειστικά όσα αναφέρονται από το Γεώργιο Δημητριάδη στην παράγραφο 3 της ένορκης του δήλωσης. Ακολουθεί το σκεπτικό: Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 3.11.
  16. Στις 13.4.2005 καταχωρίστηκε εκ μέρους της ενάγουσας ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου, η οποία έκτοτε εκπροσωπείται από τους ίδιους δικηγόρους. Στις 6.9.2006 συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα, με την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση. Μετά από αίτηση ορισμού, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 3.10.2006, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε για σκοπούς συμβιβασμού στις 26.10.
  17. Την ημέρα αυτή, ορίστηκε για ακρόαση για πρώτη φορά στις 22.1.2007, ημερομηνία κατά την οποία για λόγους που φαίνονται στο σχετικό πρακτικό, ορίστηκε για οδηγίες στις 30.1.
  18. Στις 30.1.2007, ορίστηκε ξανά για οδηγίες την επόμενη μέρα, εν αναμονή απάντησης από την ενάγουσα στην εισήγηση του δικηγόρου της να την αποσύρει. Η εισήγηση απορρίφθηκε από την ενάγουσα και η αγωγή ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 11.5.2007, ημερομηνία κατά την οποία ο δικηγόρος που εμφανίστηκε στο δικαστήριο για την ενάγουσα, ζήτησε αναβολή, προκειμένου να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Το δικαστήριο, συναινούσης και της δικηγόρου της εναγόμενης ενέκρινε το σχετικό αίτημα και όρισε την αγωγή για οδηγίες στις 29.5.2007, ακολούθως στις 31.5.2007 και τέλος στις 14.6.2007, χωρίς ωστόσο να καταχωριστεί η αίτηση τροποποίησης, βασικά, λόγω απουσίας της ενάγουσας στο εξωτερικό για λόγους υγείας. Στις 14.6.2007 το δικαστήριο όρισε ξανά την αγωγή για ακρόαση, για τις 17.10.2007 αυτή τη φορά, ημερομηνία κατά την οποία μετά από σχετικό αίτημα εκ μέρους της ενάγουσας η αγωγή και πάλιν αναβλήθηκε, για να οριστεί ξανά για ακρόαση στις 5.12.2007, με οδηγίες για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης εντός τακτής προθεσμίας. Στις 24.10.2007 καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση. Προκύπτει από την παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης, ότι στις 22.1.2007 η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση πρώτη φορά. Αυτό σημαίνει πως δικαιούμαι να υποθέτω, ότι, όταν ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι κατά την προετοιμασία της ακρόασης διαπιστώθηκε το κατ' ισχυρισμό λάθος και/ή η κακή συνεννόηση ανάμεσα στην ενάγουσα και την προηγούμενή της δικηγόρο, που δημιούργησαν την αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, πιθανόν και να αναφέρεται στην περίοδο πριν από τις 22.1.
  19. Αλλωσπώς, ο Γεώργιος Δημητριάδης όφειλε να προσδιορίσει κατά τρόπο συγκεκριμένο πότε συνέβησαν τα πιο πάνω και όχι μόνο. Με δεδομένο ότι η αλλαγή δικηγόρου έγινε στις 13.4.2005 και γιατί θα έπρεπε να περάσει τόσος χρόνος για να διαπιστωθεί είτε το λάθος είτε η κακή συνεννόηση μεταξύ της ενάγουσας και της προηγούμενής της δικηγόρου. Και κάτι ακόμη σε σχέση πάντοτε με την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του Γεώργιου Δημητριάδη, ο οποίος, καθώς αναφέρει, το λάθος έγκειται στον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι το ποσό των £2.965,00.- που πλήρωσε στη Λαϊκή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, στην πραγματικότητα πληρώθηκε σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 4.3.2003 και 20.10.2003 και όχι μετά τις 23.11.2003 που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης. Διαπιστώνω, ότι, εάν το τελευταίο προκύπτει έστω έμμεσα, από το συνδυασμό των υποπαραγράφων 1 (β) (γ) της έκθεσης απαίτησης, το πρώτο δε φαίνεται να αποτελεί μέρος των αιτούμενων τροποποιήσεων, οπότε διερωτώμαι προς τι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός από το Γεώργιο Δημητριάδη, εξ' ονόματος φυσικά της ενάγουσας. Ο 2ος λόγος ένστασης ευσταθεί, μολονότι σύμφωνα με τη Νικολάου (ανωτέρω) και άλλες αυθεντίες, η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης αποτελεί παράγοντα που συνεκτιμάται μαζί με όλους τους άλλους, αλλά, δεν αποτελεί τον κρίσιμο παράγοντα κατά την ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της αίτησης. Βλέπε τη φράση, «Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης». Ο 3ος λόγος ένστασης, ευσταθεί εν μέρει. Συγκεκριμένα, τουλάχιστον για την περίοδο 13.4.2005 και μετά, που η ενάγουσα εκπροσωπείται από τους δικηγόρους που την εκπροσωπούν και σήμερα (οι οποίοι μάλιστα καταχώρησαν και συγκεκριμένο δικόγραφο εκ μέρους της), ουδεμία εξήγηση δίδεται από τον ενόρκως δηλών γιατί δεν καταχωρίστηκε ενωρίτερα η αίτηση. Χωρίς να μου διαφεύγει ότι η ενάγουσα ζήτησε αναβολή για να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης πρώτη φορά στις 11.5.2007, εντούτοις, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι από την ημέρα αυτή, δικαιολογημένα η αίτηση εν τέλει καταχωρίστηκε στις 24.10.2007, παραμένει γεγονός, ότι καμιά δικαιολογία ή έστω αιτιολογία προβάλλεται από την ενάγουσα, γιατί μεσολάβησε τόσος χρόνος από την ημέρα που διόρισε τους νέους της δικηγόρους μέχρι και τις 11.5.2007, χωρίς να καταχωριστεί όλο αυτό το διάστημα η αίτηση. Οι 4ος και 5ος λόγος ένστασης είναι συναφείς και κατά συνέπεια θα συνεξεταστούν. Μολονότι είναι γεγονός, ότι η ενάγουσα προβάλλει νέους ισχυρισμούς γεγονότων, εν μέρει διαφορετικών από αυτά που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως, δε θα συμφωνήσω με την εναγόμενη ότι με αυτό τον τρόπο αλλάζει ριζικά την έκθεση απαίτησης είτε ακόμη ότι προσπαθεί να εισάξει νέα βάση αγωγής και γενικά, ότι επιχειρεί (η ενάγουσα) όσα συνθέτουν το περιεχόμενο των συγκεκριμένων λόγων ένστασης και μάλιστα, με κακόπιστο τρόπο. Σύμφωνα με την ερμηνεία του όρου «βάσις της αγωγής» κατά το άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), αυτή «περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμον δικαίωμα, περί ού η αγωγή,.». Έτσι λοιπόν, η ενάγουσα που με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, θεμελιώνει την αξίωσή της εναντίον της εναγόμενης στο βασικό της ισχυρισμό, ότι ως εγγυήτρια της δεύτερης, η οποία συνήψε συμφωνία ενοικιαγοράς με την τράπεζα, επειδή παρέλειψε να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της τράπεζας, η ίδια υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των £2.965,00.- προς αποφυγή λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον της από την τράπεζα, ποσό το οποίο αξιώνει από την εναγόμενη, με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, αξιώνει ακριβώς το ίδιο ποσό από την εναγόμενη και υπό την ίδια ιδιότητα, πλην όμως, είναι γεγονός ότι εισάγει κάποιους νέους ισχυρισμούς ως προς το λόγο για τον οποίο η εναγόμενη σταμάτησε να καταβάλλει τις δόσεις στην τράπεζα έναντι του συμβολαίου ενοικιαγοράς και τις συνθήκες υπό τις οποίες η ίδια κατέβαλε στην τράπεζα το πιο πάνω ποσό. Αυτό που μπορεί και θα πρέπει να λεχθεί, είναι ότι η ενάγουσα με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, επιδιώκει διεύρυνση κατά κάποιο τρόπο της υφιστάμενης βάσης αγωγής, χωρίς όμως να εγκαταλείπει οποιοδήποτε ισχυρισμό γεγονότος που επηρεάζει ή αναιρεί το σκληρό πυρήνα, ας μου επιτραπεί να πω, της βάσης αγωγής. Παρά ταύτα, εκεί όπου θα συμφωνήσω με την εναγόμενη είναι στον ισχυρισμό της, ότι η ενάγουσα με τη νέα αξίωση που επιχειρεί να εισάξει, εν μέρει διαφοροποιεί την υφιστάμενη βάση αγωγής και μάλιστα κατά παράδοξο τρόπο. Ενώ, είτε τους υφιστάμενους ισχυρισμούς γεγονότων λάβει κανείς υπόψη είτε αυτούς που επιχειρεί να εισάξει η ενάγουσα, είναι φανερό ότι το ποσό των £2.965,00.- που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στην τράπεζα, το κατέβαλε υπό την ιδιότητά της ως εγγυήτριας της εναγόμενης, διερωτώμαι προς τι η προσπάθεια της να διεκδικήσει την επιστροφή του από την εναγόμενη, δυνάμει δανείου. Έπειτα, είτε με δική της πρωτοβουλία πλήρωσε στην τράπεζα το εν λόγω ποσό, είτε μετά από εντολή ή παράκληση της εναγόμενης, σε καμιά περίπτωση μπορεί να γίνει λόγος για παραχώρηση δανείου από τη μια στην άλλη. Άλλωστε, το δάνειο είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα από την εγγύηση. Ακολουθεί ότι η συγκεκριμένη τροποποίηση γι' αυτό το λόγο και μόνο, δεν μπορεί να επιτραπεί. Ο 6ος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Αναφορικά με το πρώτο της σκέλος, η αρχή που καθορίζει η Χριστοδούλου v. Αγαθοκλέους

(1996)1 (Β), Α.Α.Δ. 1203, με αναφορά στην Περέλλα Τζεννάρο (Αρ. 1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356 είναι ότι υπάρχει ασυμβίβαστο για ένα δικηγόρο σε μια υπόθεση να ενεργεί ταυτόχρονα και ως δικηγόρος και ως μάρτυρας και όχι ότι αποκλείεται ένας δικηγόρος από μάρτυρας, επειδή απλά είναι δικηγόρος. Έτσι λοιπόν, ο Γεώργιος Δημητριάδης επί του προκειμένου, ναι μεν είναι ένας από τους δικηγόρους του δικηγορικού γραφείου της ενάγουσας, πλην όμως την παρούσα αίτηση χειρίστηκε ο Ανδρέας Δημητριάδης και όχι ο ίδιος. Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος της ένστασης παραπέμπω στην παράγραφο 1 της ένορκης δήλωσης του Γεώργιου Δημητριάδη, ο οποίος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης είτε προσωπικά είτε από πληροφορίες που έχει αντλήσει από την ενάγουσα, η οποία και τον εξουσιοδότησε να προβεί στη συγκεκριμένη δήλωση. Επομένως, εάν η εναγόμενη ήθελε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες είχε το δικαίωμα να αντεξετάσει το μάρτυρα κάτι που δεν έκανε. Ο 7ος λόγος ένστασης θεωρώ ότι έχει απαντηθεί κατά την εξέταση άλλων λόγων ένστασης. Κατά συνέπεια δε χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε άλλο. Όμως, για να καταλήξω, σύμφωνα πάντοτε με τη Νικολάου (ανωτέρω) παρά τις προηγούμενές μου επισημάνσεις και διαπιστώσεις, το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και κρίσιμος παράγοντας κατά την εξέταση του θέματος είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Στην ίδια απόφαση, επισημαίνεται ακόμη, ότι, μολονότι άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί ευκολότερα στα αρχικά στάδια, τούτο μπορεί να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αρκεί να μην προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, υπό την έννοια ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων. Έχω τη βαθιά πεποίθηση, ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, όπως προσδιορίζεται ανωτέρω, επιβάλλει όπως κατά την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας επιτρέψω στην ενάγουσα να προβάλει εκείνους τους ισχυρισμούς που κατά την γνώμη της θεμελιώνουν την αξίωσή της εναντίον της εναγόμενης, παρά τις όποιες αδυναμίες και προβλήματα παρουσιάζει η αίτηση της. Ούτε και μου διαφεύγει ότι η αγωγή βρίσκεται στο στάδιο προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, ενώ, αναφορικά με την καθυστέρηση που θα προκύψει εξαιτίας των τροποποιήσεων που θα γίνουν, θα δοθούν τέτοιες οδηγίες στη συνέχεια, σε σχέση με τα χρονικά πλαίσια καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων, σε βαθμό που η καθυστέρηση αυτή, θα περιοριστεί στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Τέλος, στην κατάληξή μου να επιτρέψω τις αιτούμενες τροποποιήσεις στην έκταση που αυτό θα γίνει, λαμβάνω υπόψη και το γεγονός, ότι, ούτε προωθήθηκε από την εναγόμενη η θέση, μα ούτε και διαπιστώνω ποια ζημιά θα υποστεί αυτή, συνεπεία της τροποποίησης, που μάλιστα, θα πρέπει να είναι ανεπανόρθωτη. Δηλαδή, που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, η αίτηση επιτυγχάνει ως ακολούθως: Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, ως οι παράγραφοι (Α) και (Β) της αίτησης. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από σήμερα, η τροποποιημένη υπεράσπιση εντός 15 ημερών από την παράδοση αντιγράφου της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και τυχόν τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση, εντός 7 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης και αυτά που θα χαθούν λόγω της τροποποίησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.