← Κύπρος

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Αντώνη Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1212/94, 31.1.08

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Αντώνη Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1212/94, 31.1.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A9 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1212/94 Μεταξύ: Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, από την Λευκωσία Εναγόντων και

  1. Αντώνη Ανδρέου, από την Πάφο
  2. Νίκου Νικολάου, από την Πάφο
  3. Αιμιλίας Ανδρέου, από την Πάφο Εναγόμενων Ημερομηνία: 31.1.08 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κ. Α. Παπαχαραλάμπους Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές εξαιτούνται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται η προθεσμία για καταχώρηση αίτησης για έκδοση διατάγματος που να παρατείνει τον χρόνο εγγραφής του ΜΕΜΟ με αριθμό 183/02 για περίοδο τριών καθαρών ημερών από την ημέρα έκδοσης του ζητούμενου διατάγματος. Με το εν λόγω ΜΕΜΟ βαρύνεται ακίνητη περιουσία της Εναγόμενης 3 στην πιο πάνω αγωγή. Η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 55 και 56 του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, και στην Διάταξη 57, θεσμός 2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Ξένιας Κόνικκου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα το εν λόγω ΜΕΜΟ γράφτηκε στις 11.2.02 και εκπνέει στις 11.2.
  4. Οι Αιτητές έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους για καταχώρηση αίτησης για παράταση της ισχύος του για δύο χρόνια από της λήξης του. Παρήλθε, όμως, η προβλεπόμενη από τον Νόμο προθεσμία χωρίς η αίτηση να καταχωρηθεί. Τούτο οφείλεται σε λάθος και αβλεψία και όχι σε σκοπιμότητα ή αδιαφορία. Είναι δε η έγκριση του αιτήματος προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών αγορεύοντας παρέπεμψε το Δικαστήριο στις πρόνοιες του θεσμού 2 της Διάταξης 57 για τις οποίες εισηγήθηκε, ότι τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Εναλλακτικά εισηγήθηκε, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε Νομολογία. Το άρθρο 55 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί τα ακόλουθα: «Η εγγραφή δικαστικής απόφασης παραμένει σε ισχύ συνήθως για έξι μόνο χρόνια από την ημερομηνία που γράφτηκε για πρώτη φορά». Τα εδάφια

(1)και
(2)του άρθρου 56 του Κεφ. 6 προνοούν τα ακόλουθα: «
(1)Η εγγραφή δύναται από καιρό σε καιρό να παρατείνεται με διάταγμα του Δικαστηρίου για χρονικό διάστημα ή διαστήματα που δεν υπερβαίνουν κάθε φορά τα δύο χρόνια.
(2)Δεν εκδίδεται διάταγμα παράτασης της εγγραφής εκτός αν (α) η αίτηση γι' αυτό υποβληθεί έναν τουλάχιστον μήνα πριν από την λήξη της υφιστάμενης χρονικής περιόδου για την οποία είναι εγγεγραμμένη η δικαστική απόφαση και (β) το Δικαστήριο είναι σε θέση, αφού ακούσει και εξετάσει την αίτηση και όλη την μαρτυρία που προσάχθηκε προς υποστήριξη της να εκδώσει το διάταγμα πριν από την λήξη της υφιστάμενης χρονικής περιόδου .» Προκύπτει καθαρά από το λεκτικό του εδαφίου 2(α) ότι η συμμόρφωση προς τις πρόνοιες του αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος για παράταση της ισχύος ενός ΜΕΜΟ. Είναι, επίσης, σαφές, ότι σε αντίθετη περίπτωση η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος δεν είναι δυνατή. Είναι, επίσης, αξιοσημείωτο, ότι δεν προνοείται δυνατότητα στον Νόμο για παράταση της προθεσμίας μετά την εκπνοή της. Συνάγεται από τα πιο πάνω, ότι η προθεσμία που προνοείται στο εδάφιο 2(α) είναι αποκλειστική και δεν μπορεί να παραταθεί. Οι πρόνοιες του θεσμού 2 της Διάταξης 57 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν τυγχάνουν, άλλωστε, εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Ο θεσμός 2 προνοεί ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής έχει εξουσία να παρατείνει ή να μειώσει τον χρόνο που καθορίζεται από τους θεσμούς αυτούς ή από διάταγμα παράτασης χρόνου, για να γίνει κάποια πράξη ή για να ακολουθηθεί μια διαδικασία, με τέτοιους όρους όπως το δίκαιο της υπόθεσης απαιτεί και μια τέτοια παράταση δύναται να διαταχθεί παρόλο που η αίτηση για το πιο πάνω δεν γίνεται παρά μόνο μετά την εκπνοή του χρόνου που καθορίζεται ή που επιτράπηκε νοουμένου ότι όταν ο χρόνος για παράδοση οποιουδήποτε δικογράφου ή εγγράφου ή για την καταχώρηση ένορκης δήλωσης, απάντησης ή εγγράφου ή για να γίνει κάποια πράξη καθορίζεται ή έχει καθορισθεί ή περιορισθεί από οποιονδήποτε των θεσμών αυτών ή από οδηγία ή διαταγή του Δικαστηρίου ή του Δικαστή, τα έξοδα της αίτησης για παράταση του χρόνου και οποιουδήποτε διατάγματος που εκδίδεται κατά συνέπεια θα τα επωμίζεται ο διάδικος που υπέβαλε μια τέτοια αίτηση εκτός αν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής διατάξει διαφορετικά». Στην υπόθεση Χρίστου Παύλου Λυρατζής ν. Λουκά Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ 193 ο εφεσείων, μετά την καταχώρηση ειδοποίησης έφεσης, καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε παράταση της προθεσμίας καταχώρησης «λεπτομερειών των γενικών λόγων έφεσης». Η αίτηση στηρίζετο, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 57, θεσμό 2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση απερρίφθη από το Ανώτατο Δικαστήριο με την δικαιολογία ότι η πιο πάνω διάταξη δίνει την εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο να παρατείνει τις προθεσμίες που προβλέπουν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Στην περίπτωση αυτή δεν είχε εφαρμογή γιατί κανένας εκ των διαδικαστικών θεσμών δεν προνοεί για χρονική προθεσμία για την καταχώρηση «λεπτομερειών γενικών λόγων έφεσης» επιπρόσθετα προς εκείνες που αναφέρονται στην Ειδοποίηση Έφεσης που ήδη είχε καταχωρηθεί. Ενδεικτικό είναι το απόσπασμα από την σελίδα 199 που πιο κάτω παρατίθεται: «Η Διάταξη 57, θεσμός 2 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, να παρατείνει τις χρονικές προθεσμίες που καθορίζονται από τους πιο πάνω θεσμούς. Το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια είτε να παρατείνει με όρους ή χωρίς όρους είτε να αρνηθεί να παρατείνει τέτοια προθεσμία. Την εξουσία αυτή πρέπει να ασκήσει δικαστικά αφού λάβει υπόψη όλα τα ουσιώδη ιδιαίτερα περιστατικά κάθε αίτησης ανάμεσα στα οποία πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει. Θεωρητικά, τουλάχιστον, η προθεσμία είναι δυνατό να παραταθεί ανεξάρτητα αν ο αιτητής καταχώρισε την αίτησή του πριν ή μετά την λήξη της συγκεκριμένης χρονικής προθεσμίας την οποία επιδιώκει να παρατείνει». Ομοίως και το πιο κάτω απόσπασμα από την σελίδα 202: «. η εξουσία που παρέχουν οι θεσμοί στο Ανώτατο Δικαστήριο είναι να παρατείνει εκεί που ενδείκνυται χρονικές προθεσμίες που προνοούνται από τους ίδιους τους θεσμούς .». Στην υπόθεση Τάσος Μαρκίδης ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 898 λέχθηκε, ότι: «Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράτασή της». Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 στην σελίδα 1813 αναφέρονται κάτω από τον τίτλο «Power of Court or Judge to enlarge or abridge time» τα ακόλουθα: «Where the time sought to be enlarged is not «appointed by these Rules» but by the Practice Masters' Rules (which have no statutory force) or some other rule of practice, r.7 does not apply ... Nor does the rule apply except where a period of time is appointed by the Rules for doing an act or taking a proceeding .». Σε μετάφραση: «Όταν ο χρόνος που σκοπείται να επεκταθεί δεν καθορίζεται από τους Κανονισμούς αυτούς αλλά από τους κανόνες πρακτικής του Master (οι οποίοι δεν έχουν ισχύ νομοθεσίας) ή από κάποιο άλλο κανόνα πρακτικής ο Κανονισμός 7 δεν εφαρμόζεται . Ούτε έχει εφαρμογή ο Κανονισμός εκτός εάν η χρονική περίοδος καθορίζεται από τους Κανονισμούς για να γίνει μια πράξη ή να ακολουθηθεί μια διαδικασία». Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω, ότι ο θεσμός 2 της Διάταξης 57 έχει εφαρμογή μόνο σε σχέση με προθεσμίες που προβλέπονται από τους ίδιους τους θεσμούς. Επομένως, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση. Αλλά και αν ακόμα ο πιο πάνω θεσμός είχε εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση η έλλειψη ικανοποιητικής δικαιολογίας για το γεγονός ότι παρήλθε η προθεσμία δεν θα άφηνε την αίτηση με προοπτικές επιτυχίας. Οι προθεσμίες και οι χρόνοι που ορίζονται από τους θεσμούς πρέπει να τηρούνται. Ακριβώς επειδή η παράταση του χρόνου είναι εξαιρετικό δικονομικό μέτρο η οποιαδήποτε καθυστέρηση, ειδικά όταν είναι μακρά, πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά, διαφορετικά αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον παραβάτη των προθεσμιών (Βλ. Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν. Λάμπρου Αδάμου Χ΄΄Νικόλα
(1990)1 ΑΑΔ 470, Revici v. Prentice Hall Incorporated
(1969)1 All E R 772 και Ratnam v. Cumarasamy
(1964)3 All E R 933). Ελλείπει η θετικότητα στην έκθεση των λόγων που προβάλλονται από τους Αιτητές προς αιτιολόγηση της εκπνοής της προθεσμίας, αφού αυτοί προβάλλονται διαζευκτικά. Η διαζευκτική διατύπωση ισχυρισμών σε ένορκο δήλωση δεν επιτρέπεται, πόσο μάλλον, όταν αυτοί παραπέμπουν ή ενδεχομένως να παραπέμπουν σε διαφορετικά πράγματα όπως στην υπό εξέταση περίπτωση. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα η παράλειψη έγκαιρης υποβολής της αίτησης οφείλεται σε λάθος ή αβλεψία. Δεν διευκρινίζεται, όμως, σε τι συνίσταται το λάθος, από τι προέκυψε, δηλαδή, κάτω από ποιες συνθήκες επισυνέβη και ποιος οφείλεται γι' αυτό. Με τα ενώπιόν του δεδομένα το Δικαστήριο δεν δύναται να εξακριβώσει αν το επικαλούμενο λάθος ισοδυναμεί με αβλεψία και αν κατά πόσο ο λόγος για την καθυστέρηση είναι ένας και μοναδικός. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή θα μπορούσαν εύλογα να εκληφθούν ως εάν αυτός επικαλείται για την καθυστέρηση δύο διαφορετικούς λόγους διαζευκτικά. Για λόγους προφανείς δεν θεωρώ σκόπιμο να αποφανθώ αν κατά πόσο η αβλεψία από μόνη της θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να αποτελέσει ικανοποιητική δικαιολογία για την εκπνοή της προθεσμίας. Αυτό, όμως, που κρίνω ως βαρύνουσας σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην περίπτωση που ο θεσμός 2 της Διάταξης 57 είχε εφαρμογή είναι ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να δώσουν θετικές εξηγήσεις για την εκπνοή της προθεσμίας άσχετα αν αυτές ήταν ικανοποιητικές ή όχι. Παρόλο που η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε σύντομα μετά την εκπνοή της προθεσμίας για τους λόγους που πιο πάνω επεξήγησα θεωρώ, πως αυτή δεν θα είχε πιθανότητα επιτυχίας ακόμα και στην περίπτωση που τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του υπό συζήτηση θεσμού. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών υποστήριξε εναλλακτικά, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Προς υποστήριξη της θέσης του επικαλέσθηκε την υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον του εφεσείοντος-εναγόμενου για χρηματικό ποσό. Επίσης, ο εναγόμενος διατάχθηκε να δώσει λογαριασμό στον ενάγοντα για καθορισμένη περίοδο «σε ένα μήνα από σήμερα». Η απόφαση επιδόθηκε στον αντίδικο, πλην όμως ο λογαριασμός δεν δόθηκε. Ακολούθως καταχωρήθηκε αίτηση για παρακοή, η οποία απορρίφθηκε γιατί η συνταγμένη απόφαση δεν έφερε την οπισθογράφηση που ενημερώνει τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη σχετικά με τις συνέπειες της παρακοής του και γιατί είχε παρέλθει η προθεσμία. Ο εφεσίβλητος - ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση ζητώντας διάταγμα για παράταση του χρόνου εντός του οποίου να δώσει ο εναγόμενος λογαριασμό για ένα μήνα από την ημερομηνία επίδοσης του οπισθογραφημένου διατάγματος. Η αίτηση βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 57, θεσμό
  2. Εν τέλει εγκρίθηκε. Ο εφεσείοντας ακολούθως με αίτηση διά κλήσεως ζήτησε τον παραμερισμό του διατάγματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και ο εφεσείοντας καταχώρησε έφεση υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν παραμέρισε το διάταγμα, για τον λόγο ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιου διατάγματος, αφού γι' αυτό δεν υπήρχε δικονομική διάταξη που να το επιτρέπει. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η Διάταξη 57, θεσμός 2 έχει εφαρμογή μόνο όπου ο χρόνος καθορίζεται από νομοθετική ρύθμιση, όπως οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε άλλες περιπτώσεις. Για τον λόγο αυτό δεν είχε εφαρμογή στην κριθείσα περίπτωση. Είχε, όμως, το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία να παρατείνει τον χρόνο ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς, επομένως, και νομιμοποιείτο να εκδώσει το διάταγμα παράτασης του χρόνου που εξέδωσε. Αναφορικά με την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «. σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για την λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από τον νόμο και τους θεσμούς». Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 151 ειπώθηκε ότι: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από τον νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από την φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με τον όρο σύμφυτη. Η βασική εκδήλωση της εξουσίας είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και περιορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της». Στην Αγγλική υπόθεση R v. Bloomsbury and Marylebone County Court, ex parte Villerwest Ltd
(1975)1 All E R 897 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε υπέρ των ιδιοκτητών και στην απουσία του ενοικιαστή διάταγμα κατοχής σε σχέση με ακίνητη περιουσία. Ακολούθησε αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος. Ο Δικαστής ενώπιον του οποίου ήχθη η αίτηση παραμέρισε το διάταγμα υπό τον όρο ο ενοικιαστής να πληρώσει στο Δικαστήριο ένα καθορισμένο ποσό εντός καθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που το ποσό αυτό δεν πληρωνόταν εντός της προθεσμίας θα ίσχυε το αρχικό διάταγμα. Ο όρος δεν εκπληρώθηκε εντός της καθορισθείσας προθεσμίας και ο ενοικιαστής αιτήθηκε για παράταση του χρόνου πληρωμής του ποσού. Η παράταση δόθηκε από άλλο Δικαστή και οι ιδιοκτήτες αιτήθηκαν για την έκδοση διατάγματος τύπου certiorari που να ακυρώνει το τελευταίο διάταγμα. Το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα και ακύρωσε την απόφαση με την οποία είχε παραχωρηθεί η παράταση χρόνου. Ο ενοικιαστής εφεσίβαλε την απόφαση αυτή. To Εφετείο (Court of Appeal) αποφάσισε, ότι ο Δικαστής που ενέκρινε την παράταση χρόνου είχε σύμφυτη εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε και επέτρεψε την έφεση. Ειπώθηκε, ότι η σύμφυτη αυτή δικαιοδοσία είναι τόσο ευρεία, που ένας δικαστής έχει την εξουσία να παρατείνει τις χρονικές προθεσμίες για τις οποίες γίνεται πρόνοια σε ένα διάταγμα, το οποίο δόθηκε ενωρίτερα από άλλο δικαστή. Η εξουσία δε αυτή του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται από τις ρητές πρόνοιες των κανόνων πρακτικής και εφαρμόζεται ακόμα και όταν η αίτηση για παράταση του χρόνου γίνεται μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Η εξουσία αυτή υπάρχει ώστε να δύναται το Δικαστήριο να ελέγχει την διαδικασία ενώπιόν του. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική από την περίπτωση που εξετάσθηκε τόσο στην Αυξεντίου όσο και την Villerwest Ltd. Αν το Δικαστήριο αρνείτο να δεχθεί την εγκυρότητα της παράτασης αναπόφευκτα το διάταγμα του με το οποίο, στην μεν πρώτη, είχε διαταχθεί η υποβολή των λογαριασμών, στην δε δεύτερη, ο παραμερισμός του διατάγματος κατοχής, θα εξουδετερωνόταν. Και οι δύο περιπτώσεις ήταν, επομένως, κλασσικές περιπτώσεις όπου υπήρχε σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η ύπαρξή της ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου, ώστε να εφαρμοσθεί η απόφασή του. Διαφορετική κατάληξη θα καθιστούσε την απόφασή του και στις δύο περιπτώσεις άνευ σημασίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί, ότι η παράταση του χρόνου που επιζητείται είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου. Το δε επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα θέλει την εξουσία αυτή να επεκτείνεται πέραν του ορίου για το οποίο αυτή υπάρχει και να αποτελεί πηγή εξουσίας πέραν από τον νόμο. Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1 ΑΑΔ 724 ειπώθηκε, ότι: «Οι εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου . δεν διευρύνουν την δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από την φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». (Βλέπε, επίσης, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 109 και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584). Για τους πιο πάνω λόγους η προβληθείσα υπό των Αιτητών θέση κρίνεται αβάσιμη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.