← Κύπρος

Κατερίνας Στυλιανού ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση/Εφεση 126/2004, 1.2.2008

Κατερίνας Στυλιανού ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση/Εφεση 126/2004, 1.2.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αίτηση/Εφεση 126/2004 Αναφορικά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, άρθρα 61 και

  1. Μεταξύ: Κατερίνας Στυλιανού, από την Κισσόνεργα Αιτήτριας/ Εφεσείουσας Και
  2. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, από τη Λευκωσία
  3. G. & V. Hadjidemosthenous Ltd., από την Πάφο Καθ΄ων η αίτηση/Εφεσίβλητων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 1.2.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια/ Εφεσείουσα: κ. Επ. Κορακίδης (για να ακούσει απόφαση κ. Μίτλεττον) Για τον καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητο 1: κ. Ε. Κόκκινου Για τον καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητο 2: κ. X. Γεωργιάδης (για να ακούσει απόφαση κ. Παπαχαραλάμπους) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση της η αιτήτρια/εφεσείουσα ζητά τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 20.10.2004 για τη μη διόρθωση λάθους, ζητά επίσης, διάταγμα με το οποίο ο Διευθυντής να διατάσσεται να διορθώσει το λάθος και οποιαδήποτε θεραπεία κρίνει το Δικαστήριο σαν δίκαιη και λογική. Η αίτηση στηρίζεται στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, άρθρα 61 και 80 στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Οι λόγοι της έφεσης είναι οι εξής: 1.Το εν χρήσει σχέδιο θα έπρεπε να είναι σύμφωνο με το τελικό σχέδιο του Αναδασμού.
  4. Ο Διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος δεν είχε κανένα δικαίωμα να υιοθετήσει άλλο σχέδιο από το τελικό σχέδιο του αναδασμού.
  5. Ο Διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος όφειλε να διορθώσει το λάθος αναφορικά με το κτήμα της Αιτήτριας/Εφεσείουσας έτσι ώστε να ταυτίζεται με το τελικό σχέδιο του Αναδασμού. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η αιτήτρια/εφεσείουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του κτήματος με αριθμό τεμαχίου 266 του Φ/Σ XLV/48.W.II του χωριού Κισσόνεργα, το οποίο προέκυψε από διαδικασία ενοποίησης και αναδιανομής αγροτικών κτημάτων που διενεργήθηκε κατά ή περί το 1973 στο χωριό Κισσόνεργα και το οποίο συνορεύει με το κτήμα με αριθμό τεμαχίου 278 ιδιοκτησία της καθ΄ης η αίτηση/Εφεσίβλητης
  6. Κατά την διαδικασία του πιο πάνω Αναδασμού καμιά ένσταση δεν προβλήθηκε σε σχέση με το πιο πάνω κτήμα και το κτήμα αποτυπώθηκε στο τελικό σχέδιο του Αναδασμού όπου σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία το τελικό σχέδιο του Αναδασμού θα έπρεπε να σταλεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας το οποίο θα έπρεπε να οριοθετήσει τα κτήματα και να ετοιμάσει το νέο χωρομετρικό σχέδιο σύμφωνα με το τελικό σχέδιο του Αναδασμού. Κατά περίεργο τρόπο το Κτηματολόγιο, αντί να υιοθετήσει το τελικό σχέδιο του Αναδασμού ως όφειλε , αποτύπωσε το πιο πάνω κτήμα στο εν χρήσει κτηματικό σχέδιο με διαφορετικό τρόπο. Η βασική διαφορά η οποία υπάρχει μεταξύ του Κτηματολογικού σχεδίου και του τελικού σχεδίου του Αναδασμού είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του κτήματος της αιτήτριας/εφεσείουσας και του κτήματος της καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητης 2 η οποία στο τελικό σχέδιο του αναδασμού παρουσιάζεται ευθεία με μερική εισχώρηση προς το τεμάχιο 278 ενώ στο εν χρήσει κτηματικό σχέδιο εισχωρεί εντός του τεμαχίου
  7. Κατά ή περί την 16.9.2004 απέστειλε η αιτήτρια/εφεσείουσα επιστολή μέσω του δικηγόρου της με την οποία ζητούσε την διόρθωση του πιο πάνω λάθους και κατά ή περί την 20.10.2004 ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Πάφου της απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 20.10.2004 (Τεκμήριο Α) με την οποία της γνωστοποιεί ότι δεν θα προβεί στην διόρθωση του λάθους. Στην αίτηση/έφεση καταχωρήθηκε ένσταση τόσο από τον καθ΄ου η αίτηση/εφεσίβλητο 1 όσο και από την την καθ΄ης η αίτηση/εφεσίβλητη
  8. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της καθ΄ης η αίτηση/εφεσίβλητης 2 ορκίζεται ο Μάριος Χ΄Δημοσθένους διευθυντής της, με την οποία ένορκο του δήλωση, υιοθετεί ως ορθό το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 20.10.2004 του καθ΄ου η αίτηση εφεσίβλητου
  9. Στην ένσταση του καθ΄ου η αίτηση/εφεσίβλητου 1, προβάλλονται οι εξής λόγοι ένστασης:
  10. Ο καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητος αρ. 1, ενήργησε ορθά, νόμιμα και μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, όπως καθορίζονται από τις πρόνοιες του σχετικού Νόμου, των Κανονισμών, της Νομολογίας και της ακολουθούμενης πρακτικής.
  11. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη, πλήρως δικαιολογημένη και αιτιολογημένη, καθότι ο καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητος αρ. 1, πριν την απόφαση του, έλαβε υπόψη του όλα τα πραγματικά γεγονότα και περιστατικά που είχε ενώπιον του και τα οποία ήταν αποτέλεσμα δέουσας, επαρκούς ενδελεχούς και ολοκληρωμένης έρευνας.
  12. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς πλάνη περί τα πράγματα, χωρίς προκατάληψη, χωρίς οποιοδήποτε επηρεασμό και στηρίζεται στο Νόμο και στα πραγματικά γεγονότα τα οποία ο καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητος αρ. 1, είχε ενώπιον του και έλαβε υπόψη για την έκδοση της απόφασης.
  13. Ο καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητος αρ. 1, τήρησε και εφάρμοσε τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης.
  14. Ο καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητος αρ. 1, βασίστηκε στις διατάξεις της σχετικής Νομοθεσίας/Κανονισμών και ακολούθησε τη νενομισμένη πρακτική και διαδικασία.
  15. Ο καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητος αρ. 1, ενήργησε αμερόληπτα και/ή προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης.
  16. Ο καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητος αρ. 1, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια/ Εφεσείουσα δεν δικαιούται σε ικανοποίηση των αξιώσεων της και/ή δεν νομιμοποιείται στη διεκδίκηση των απαιτήσεων της.
  17. Ο καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητος αρ. 1, υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της επισυνημμένης ένορκης δήλωσης του κ. Ανδρέα Σ. Γεωργίου, Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού και αρνείται και/ή απορρίπτει όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, οι οποίοι είναι αντίθετοι και/ή δεν συνάδουν και/ήδεν συμφωνούν με την ένορκη δήλωση του πιο πάνω αναφερόμενου Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού. Η ένσταση του καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητου 1 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Σ Γεωργίου με το εξής περιεχόμενο:
  18. Είμαι βοηθός Κτηματολογικός Λειτουργός Υπεύθυνος του Κλάδου Διακατοχής στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείου Πάφου, γνωρίζω τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω προσωπικού χειρισμού και εξέτασης της, καθώς επίσης και από ενημέρωση και πληροφόρηση που είχα από το περιεχόμενο των σχετικών φακέλων και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση.
  19. Η αιτήτρια.εφεσείουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του κτήματος με αριθμό Τεμαχίου 266 Φ/Σ XLV/42.W.II του Τμήματος Β΄, της κλίμακας 1:25000, στη Τοποθεσίας Τερατσούδι του χωριού Κισσόνεργα, έκτασης 3.902 τ.μ., με το τίτλο Β 278, ημερ. 19/03/02 (Αντίγραφο σχετικού σχεδίου επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο «Α»).
  20. Η καθ΄ης η αίτηση/εφεσίβλητη 2 είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του κτήματος με αριθμό Τεμαχίου 278 Φ/Σ XLV/42.W.II του Τμήματος Β΄, της κλίμακας 1:25000, στη Τοποθεσίας Τερατσούδι του χωριού Κισσόνεργα, έκτασης 3.456 τ.μ., με τίτλο Β 278, ημερ. 19/03/02 (Αντίγραφο σχετικού σχεδίου επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο «Α»).
  21. Τα κτήματα που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 ανωτέρω, προέκυψαν κατόπιν διαδικασίας Ενοποίησης και Αναδιανομής, στη περιοχή του χωριού Κισσόνεργα, που άρχισε το 1969 και ολοκληρώθηκε το
  22. Αρχικός ιδιοκτήτης του Τεμαχίου με αρ. 266 του Φ/Σ XLV/48.W.II ήταν ο Στυλιανός Σταυρινού Στυλιανού, από τη Κισσόνεργα, στο όνομα του οποίου εκδόθηκε ο τίτλος Β 266, ημερ. 27/01/1977, ο οποίος το 1982 το μεταβίβασε στη κόρη του Κατερίνα Στυλιανού από τη Κισσόνεργα (Αιτήτρια/Εφεσείουσα στη παρούσα Αίτηση/Εφεση) που ενεγράφη με το τίτλο Β 266, ημερ. 10.07.1982).
  23. Ο Στυλιανός Σταυρινού Στυλιανού, πριν από τη διαδικασία ενοποίησης και Αναδιανομής, ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου 248 του Φ/Σχ. XLV/42, με το τίτλο 7964 ημερ. 05/09/1955, με έκταση 4.683 τ.μ.
  24. Αρχικός ιδιοκτήτης του τεμαχίου με αρ. 278, του Φ/Σχ. XLV/42.W.II, ήταν η Ελένη Λάμπρου Δαυίδ, από τη Κισσόνεργα, στο όνομα της οποίας εκδόθηκε τίτλος Β 278, ημερ. 21/01/
  25. Το 1979, το μεταβίβασε στη κόρη της Γεωργία Χρίστου Λουκά από τη Κισσόνεργα, που ενεγράφη με το τίτλο Β 278, ημερ. 08/02/1979, η οποία το έτος 2003 το πούλησε στην εταιρεία G.& V. Hadjidemosthemous Ltd από τη Πάφο (Καθ΄ης η αίτηση/εφεσίβλητη αρ. 2, στη παρούσα Αίτηση/Εφεση) που ενεγράφη με το τίτλο Β 278, ημερ. 19/03/
  26. Η Ελένη Λάμπρου Δαυίδ, πριν από τη διαδικασία Ενοποίησης και Αναδιανομής, ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των τεμαχίων 345/1 και 345/2, του Φ/Σχ. XLV/42, με τους τίτλους 8771 και 8774 και με εμβαδά 2,309 και 1,403 τ.μ αντίστοιχα, συνολικού εμβαδού 3,712 τ.μ.
  27. Το Τμήμα Αναδασμού, στη πρώτη δημοσίευση του Σχεδίου Αναδιανομής, που έγινε στις 22/04/1973, παραχώρησε στον Στυλιανό Σταυρινού το Τεμάχιο με αρ. 262, έκτασης 3,578 τ.μ και στην Ελένη Λάμπρου Δαυίδ το Τεμάχιο 276 έκτασης 3,170 τ.μ. (Αντίγραφο του σχετικού σχεδίου επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο «Β»).
  28. Στην επαναδημοσίευση του Σχεδίου Αναδιανομής που έγινε στις 26/04/1974, το Τμήμα Αναδασμού, παραχώρησε στον Στυλιανό Σταυρινού το ίδιο κτήμα αλλά με αριθμό Τεμαχίου 266, έκτασης 3,492 τ.μ. και στην Ελένη Λάμπρου Δαυίδ το κτήμα με αρ. τεμαχίου 278 έκτασης 3,531 τ.μ. (Αντίγραφο του σχετικού σχεδίου επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο «Γ»).
  29. Το Τμήμα Αναδασμού, στη συνέχεια ζήτησε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, να γίνει η χωρομέτρηση των νέων κτημάτων που προέκυψαν από την Αναδιανομή και ετοιμάστηκε το Χωρομετρικό Σχέδιο του Κτηματολογίου, στη κλίμακα 1:
  30. Στο σχέδιο του Κτηματολογίου, μεταξύ άλλων διαφορών, φάνηκε ότι το κοινό σύνορο των Τεμαχίων 266 και 278, ήταν τροποποιημένο σε σύγκριση με το τελικό σχέδιο του Τμήματος Αναδασμού, που επαναδημοσιεύθηκε στις 26/04/
  31. Ο Διευθυντής του Τμήματος Αναδασμού, με επιστολή του, ημερ. 14/05/1976, προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ζήτησε τις απόψεις του, με ποιο τρόπο μπορεί να λυθούν οι διαφορές που βρέθηκαν στο σχέδιο του Κτηματολογίου με το αντίστοιχο τελικό σχέδιο του Τμήματος Αναδασμού. (Αντίγραφο της αναφερόμενης επιστολής επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο «Δ»).
  32. Η απάντηση από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, στάληκε τον Ιούνιο του 1976, με οδηγίες όπως τροποποιηθεί το τελικό σχέδιο Αναδιανομής που δημοσιεύθηκε στις 26/04/1974, ώστε να συνάδει με το Σχέδιο που εκπονήθηκε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. (Αντίγραφο της απαντητικής επιστολής, επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο «Ε»).
  33. Το σχέδιο του Κτηματολογίου στην κλίμακα 1:2500 δημοσιεύθηκε στις 24/1/1977, βάσει του οποίου εκδόθηκαν και οι τελικοί τίτλοι των κτημάτων, στην περιοχή του Αναδασμού. Με την δημοσίευση του σχεδίου δεν υποβλήθηκε καμία ένταση από τους πιο πάνω ιδιοκτήτες.
  34. Στις 05/01/1987, ο Στυλιανός Σταυρινού και η Κατερίνα Στυλιανού (αιτήτρια/εφεσείουσα στη παρούσα αίτηση/Εφεση), με επιστολή του δικηγόρου τους προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Πάφου, επεσήμαναν ότι η διαχωριστική γραμμή των Τεμαχίων 266 και 278, του Φ/Σχ.XLV/42.W.II, από ευθεία γραμμή τροποποιήθηκε ελαφρά σε βάρος του Τεμαχίου 266 και ζητούσαν όπως τροποποιηθούν τα σχέδια του Κτηματολογίου ώστε να ανταποκρίνονται με τα τελικά σχέδια της Αναδιανομής του Τμήματος Αναδασμού που δημοσιεύθηκαν στις 26/04/
  35. (Αντίγραφο της σχετικής επιστολής επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο «Στ»).
  36. Με οδηγίες του Διευθυντή Κτηματολογίου Πάφου, ανοίχθηκε ο φάκελος Α80/87 για διόρθωση του λάθους και με επιστολή του ημερομ. 29/01/1987 προς τον Λειτουργό του Τμήματος Αναδασμού Πάφου, ζήτησε να πληροφορηθεί αν η τροποποίηση του τελικού σχεδίου Αναδιανομής έγινε με τις υποδείξεις του. (Αντίγραφο της σχετικής επιστολής επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο «Ζ»).
  37. Η απάντηση του Λειτουργού του Τμήματος Αναδασμού, στάληκε στις 13/05/1996, η οποία κοινοποιήθηκε στο τότε δικηγόρο των Στυλιανού Σταυρινού και της Κατερίνας Στυλιανού. (Αντίγραφο της σχετικής επιστολής επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο «Η»).
  38. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου, στη συνέχεια με επιστολή του ημερ. 06/07/1996 προς το δικηγόρο των Στυλιανού Σταυρινού και της Κατερίνας Στυλιανού, τον πληροφόρησε ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής του Τμήματος Αναδασμού δεν υπήρχε λάθος και ως εκ τούτου δεν θα προέβαινε σε καμία διόρθωση των σχεδίων. Περαιτέρω ότι τα ορθά σχέδια και εμβαδά που ισχύουν, είναι αυτά του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.
  39. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου Πάφου, ουδεμία έφεση δεν υποβλήθηκε.
  40. Η Κατερίνα Στυλιανού (Αιτήτρια/Εφεσείουσα στη παρούσα Αίτηση/Έφεση) με επιστολή του Δικηγόρου της ημερ. 16/09/2004 προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου ζήτησε όπως γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες/διορθώσεις στο εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο που Κτηματολογίου ώστε να μην υπάρχει καμία διαφορά με το τελικό σχέδιο του Αναδασμού.
  41. Ο Διευθυντής του Επαρχ. Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, με επιστολή του ημερ. 20/10/2004 προς τον δικηγόρο της Αιτήτριας/Εφεσείουσας και με βάση την προηγούμενη απόφαση του τον πληροφόρησε ότι δεν θα προβεί σε ενέργειες για τη διόρθωση των Κτηματολογικών σχεδίων καθ΄ότι δεν υπάρχει λάθος και ότι τα ορθά σχέδια που ισχύουν είναι αυτά του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και όχι το τελικό σχέδιο του Αναδασμού. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση/Εφεση.
  42. Από όσα καλά γνωρίζω και πιστεύω της παρούσας Αίτησης/Εφεσης προηγήθηκε η αγωγή με αριθμό 125/97 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μεταξύ της πρώην ιδιοκτήτριας του Τεμαχίου με αρ. 278 (Γεωργίας Χρ. Λουκά ως Ενάγουσας) και της Κατερίνας Στυλιανού (ως Εναγόμενης) Αιτήτριας/Eφεσείουσας στην παρούσα Έφεση. Η πιο πάνω αγωγή εκδικάστηκε και εκδόθηκε απόφαση στις 06/09/
  43. Η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου εφεσιβλήθηκε από την Κατερίνα Στυλιανού με την Πολιτική Έφεση αρ. 11508 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδοσε απόφαση στις 06/09/
  44. Από ότι συμβουλεύομαι και πιστεύω η παρούσα αίτηση/Εφεση πρέπει να απορριφθεί γιατί η απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή και δίκαιη με βάση όλα τα πραγματικά, χωρομετρικά και νομικά δεδομένα που είχε ενώπιον του. Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, ο ενόρκως δηλών στην ένσταση του καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητου 1, καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία, καταθέτει τα τεκμήρια στα οποία κάνει αναφορά στην αρχική του ένορκη δήλωση και προβαίνει σε διορθώσεις ως κατωτέρω: (α) στη παράγραφο 2, 4η γραμμή αναγράφηκε «Β278, ημερ. 19/03/2003» αντί «Β266, ημερ. 10/07/1982». (β) στη παράγραφο 5, 3η γραμμή, αναγράφηκε «ημερ. 27/01/1977» αντί «ημερ. 21/01/1977». (γ) στη παράγραφο 9, 2η γραμμή, αναγράφηκε «ημερ. 22/04/1973» αντί «ημερ. 22/11/1973». (δ) στη παράγραφο 19, 2η γραμμή, αναγράφηκε «ημερ. 06/07/1996» αντί «ημερ. 06/06/1996». Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης και αφού είχε ήδη τεθεί σε ισχύ o Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποιητικού) (Αρ.2) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2006, τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο έκδωσε στις 10.11.2006, η αιτήτρια κάλεσε και αντεξέτασε τον ενόρκως δηλούντα στην ένσταση του καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητου 1, Ανδρέα Σ. Γεωργίου. Είχα κατά την ακροαματική διαδικασία την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τον πιο πάνω μάρτυρα, ο οποίος αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της αιτήτριας/εφεσείουσας. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτός έδιδε μαρτυρία, τις απαντήσεις του έδιδε, την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία του. O πιο πάνω μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Διαφάνηκε μέσα από τον τρόπο που μαρτυρούσε ότι για κάποια από τα γεγονότα, είχε καλή γνώση και πληροφόρηση ενώ σε σχέση με κάποια άλλα γεγονότα υπήρξε ο μάρτυρας ειλικρινής, ότι δεν ήταν εις γνώση του εφόσον ήταν ζητήματα που αφορούσαν τον Αναδασμό. Καθίσταται εμφανές μέσα από την μαρτυρία του Ανδρέα Σ. Γεωργίου ότι το Κτηματολόγιο, εφάρμοσε ως προς τον καθορισμό των εμβαδών των κτημάτων ένα σχέδιο του Αναδασμού, το οποίο ήταν αυτό που τροποποιήθηκε μετά από τις υποδείξεις του Κτηματολογίου λόγω της μετακίνησης των ορόσημων το οποίο δημοσιεύθηκε στις 24.1.1977 και το οποίο συμπίπτει με το εν χρήσει σχέδιο. Επίσης μέσα από την μαρτυρία του διαφαίνεται ότι το εμβαδό του Τεμαχίου της αιτήτριας/εφεσείουσας, με βάση τα στοιχεία του κτηματολογίου, σήμερα είναι 3,902 τ.μ, όσο δηλαδή η αιτήτρια υποστήριξε ότι θα έπρεπε υπό τις περιστάσεις να είναι. Ενώ η αντίθετη θέση της αιτήτριας, ότι δηλαδή μειώθηκε το εμβαδό του ακινήτου της δεν τεκμηριώθηκε ενώπιον μου εφόσον από μέρους της δεν προσκομίστηκε μαρτυρία προς τον σκοπό αυτό. Με βάση όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, υπό μορφής γραπτής και προφορικής μαρτυρίας, βρίσκω ότι τα γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση έχουν ως εξής: Η αιτήτρια.εφεσείουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του Τεμαχίου 266 Φ/Σ XLV/48.W.II του χωριού Κισσόνεργα, έκτασης 3.902 τ.μ το οποίο της μεταβιβάστηκε από τον πατέρα της Στυλιανό Σταυρινού Στυλιανού, το έτος
  45. Η καθ΄ης η αίτηση/εφεσίβλητη 2 είναι η ιδιοκτήτρια του όμορου με το πιο πάνω κτήμα, κτήματος, με αριθμό τεμαχίου 278, έκτασης 3,456 τ.μ Τα δύο πάνω κτήματα προέκυψαν κατόπιν διαδικασίας ενοποίησης και αναδιανομής. Ο Στυλιανός Στ. Στυλιανού πριν από τη διαδικασία ενοποίησης και αναδιανομής ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου 248 με έκταση 4.683 τ.μ ενώ ακολούθως, μετά την αναδιανομή στο όνομα του εκδόθηκε ο τίτλος Β 266 ημερ. 27.1.1977 Αρχικός ιδιοκτήτης του όμορου κτήματος, του τεμαχίου 278 ήταν η Ελένη Λάμπρου Δαυίδ στο όνομα της οποίας επίσης εκδόθηκε τίτλος στις 21.1.
  46. Το έτος 1979 η Ελένη Λ. Δαυίδ μεταβίβασε το τεμάχιο 278 στη κόρη της Γεωργία Χρίστου Λουκά, η οποία το έτος 2003 το πούλησε στην καθ΄ης η αίτηση/εφεσίβλητη
  47. Η Ελένη Λ. Δαυίδ πριν από τη διαδικασία ενοποίησης και αναδιανομής ήταν εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των τεμαχίων 345/1 και 345/2 συνολικού εμβαδού 3,712 τ.μ. Το τμήμα αναδασμού στη πρώτη δημοσίευση του Σχεδίου Αναδιανομής, που έγινε στις 22.11.1973, παραχώρησε στον Στυλιανό Στ. Στυλιανού το ίδιο κτήμα αλλά με αριθμό 262 έκτασης 3,578 τ.μ και στην Ελένη Λάμπρου Δαυίδ το τεμάχιο 276 έκτασης 3,170 τ.μ. Στην επαναδημοσίευση του Σχεδίου αναδιανομής που έγινε στις 26.4.1974, το Τμήμα Αναδασμού παραχώρησε στον Στυλιανό Στ. Στυλιανού το ίδιο κτήμα αλλά με αριθμό τεμαχίου 262 έκτασης 3,492 και στην Ελένη Λάμπρου Δαυίδ το κτήμα με αρ. τεμαχίου 278 έκτασης 3,531 τ.μ. Στη συνέχεια το Τμήμα Αναδασμού ζήτησε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, να γίνει η χωρομέτρηση των νέων κτημάτων που προέκυψαν από την αναδιανομή και ετοιμάστηκε το χωρομετρικό σχέδιο του Κτηματολογίου, στη κλίμακα 1:
  48. Στο σχέδιο του Κτηματολογίου φάνηκε ότι το κοινό σύνορο των τεμαχίων 266 και 278 ήταν τροποποιημένο σε σύγκριση με το τελικό σχέδιο του Τμήματος Αναδασμού, που επαναδημοσιεύθηκε στις 26.4.
  49. Ο Διευθυντής του Τμήματος Αναδασμού με επιστολή του ημερομηνίας 14.5.1976, προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ζήτησε τις απόψεις του και με ποιο τρόπο μπορεί να λυθούν οι διαφορές που βρέθηκαν στο σχέδιο του Κτηματολογίου με το αντίστοιχο τελικό σχέδιο του Τμήματος Αναδασμού. Κατόπιν τούτου, δόθηκαν οδηγίες όπως τροποποιηθεί το τελικό σχέδιο αναδιανομής που δημοσιεύθηκε στις 26.4.1974, ώστε να συνάδει με το Σχέδιο που εκπονήθηκε από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Το σχέδιο του Κτηματολογίου στην κλίμακα 1:2500 δημοσιεύθηκε στις 24.1.1977, βάσει του οποίου εκδόθηκαν και οι τελικοί τίτλοι των κτημάτων. Με την δημοσίευση του σχεδίου δεν υποβλήθηκε καμία ένταση από τους πιο πάνω ιδιοκτήτες. Στις 5.1.1987, ο Στυλιανός Σταυρινού και η αιτήτρια/εφεσείουσα, με επιστολή του δικηγόρου τους προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό λειτουργό Πάφου, επεσήμαναν ότι η διαχωριστική γραμμή των Τεμαχίων 266 και 278, από ευθεία γραμμή τροποποιήθηκε ελαφρά εις βάρος του Τεμαχίου 266 και ζητούσαν όπως τροποποιηθούν τα σχέδια του Κτηματολογίου ώστε να ανταποκρίνονται με τα τελικά σχέδια της Αναδιανομής του Τμήματος Αναδασμού που δημοσιεύθηκαν στις 26.4.
  50. Με οδηγίες του Διευθυντή Κτηματολογίου Πάφου, ανοίχθηκε ο φάκελος Α80/87 για διόρθωση του λάθους και με επιστολή του ημερομηνίας 29.1.1987 προς τον Λειτουργό του Τμήματος Αναδασμού Πάφου, ζήτησε να πληροφορηθεί αν η τροποποίηση του τελικού σχεδίου αναδιανομής έγινε με τις υποδείξεις του. Η απάντηση του Λειτουργού του Τμήματος Αναδασμού, στάληκε στις 13.5.1996, η οποία κοινοποιήθηκε στο τότε δικηγόρο του Στυλιανού και της αιτήτριας/εφεσείουσας. Ο Διευθυντής του Κτηματολογίου Πάφου, στη συνέχεια με επιστολή του ημερ. 6.6.1996 προς τον δικηγόρο των πιο πάνω, τους πληροφόρησε ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο της επιστολής του Τμήματος Αναδασμού δεν υπήρχε λάθος και ως εκ τούτου δεν θα προέβαινε σε καμία διόρθωση των σχεδίων και ότι τα ορθά σχέδια και εμβαδά είναι αυτά του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης του Διευθυντή καμία έφεση δεν υποβλήθηκε. Η Κατερίνα Στυλιανού με επιστολή του Δικηγόρου της ημερ. 16.9.2004 προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου ζήτησε όπως γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες/διορθώσεις στο εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο που Κτηματολογίου ώστε να μην υπάρχει καμία διαφορά με το τελικό σχέδιο του Αναδασμού. Ο Διευθυντής του Επαρχ. Κτηματολογίου Πάφου, με επιστολή του ημερ. 20.10.2004 προς τον δικηγόρο της αιτήτριας/εφεσείουσας και με βάση την προηγούμενη απόφαση του τον πληροφόρησε ότι δεν θα προβεί σε ενέργειες για τη διόρθωση των Κτηματολογικών σχεδίων καθ΄ότι δεν υπάρχει λάθος και ότι τα ορθά σχέδια είναι αυτά του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και όχι το τελικό σχέδιο του Αναδασμού. Είναι εναντίον αυτής της απόφασης που καταχωρήθηκε η παρούσα έφεση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι πρόνοιες του άρθρου 80 του Κεφ. 224 έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το άρθρο 80 του Κεφ. 224, προσφέρει τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων και διαταγών του Διευθυντή του Κτηματολογίου όπου παρέχει το δικαίωμα σε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 224, σε χρόνο που καθορίζεται από τον νόμο, να προσφύγει στο Δικαστήριο υποβάλλοντας έφεση. Το άρθρο 80 του Κεφ. 224 διαλαμβάνει ως εξής: Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οιοσδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λογω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθενείας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ημερών, να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να υποβάλει έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει δίκαιο. Το Δικονομικό μέτρο της έφεσης με βάση το άρθρο 80 του νόμου έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητας όσο και την ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, έχει εξουσία να ακυρώνει, να τροποποιεί ή να αντικαθιστά το σχέδιο ανάλογα με το ό,τι κρίνεται δίκαιο σε κάθε περίπτωση (βλ. Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου (πιο πάνω) Αθανάση κ.α ν. Χ¨Μάμα κ.α

(1990)1 ΑΑΔ 208 και Σολομώντος ν. Παπανεοκλή
(1992)1 ΑΑΔ 906). Το δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του Νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με την δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τρύφωνα Πατσαλίδη ν. Μαρικκούς Κωστή Δαμασκηνού κ.α, ΑΑΔ 1 (Β) 1248, ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στο έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητα της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. (βλ. Kofteros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Αθανάση κ.α ω. Χατζημάμα κ.α
(1990)1 ΑΑΔ και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312). Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ελλη Μιχαήλ Κτωρίδη ν. Επαρχου Λεμεσού, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 ΑAΔ 541, επαναλήφθηκε η αρχή ότι το βάρος είναι στον Εφεσείοντα/Αιτητή να καταδείξει ότι η απόφαση του Διευθυντή, ως του κατ΄ εξοχήν αρμοδίου στο πράγμα είναι λανθασμένη, εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να πετύχει μόνο αν συντρέχουν ισχυροί λόγοι που να το στηρίζουν. Τα άρθρο 61 του κεφ. 224 διαλαμβάνει τα εξής: Ο Διευθυντής δύναται να διορθώσει οποιοδήποτε λάθος ή παράλειψη στο Κτηματικό Μητρώο ή σε οπιοδήποτε βιβλίο ή σχέδιο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, ή σε οποιοδήποτε πιστοποιητικό εγγραφής, και κάθε τέτοιο Μητρώο, βιβλίο σχέδιο ή πιστοποιητικό εγγραφής που διορθώθηκε με τον τρόπο αυτό έχει την ίδια εγκυρότητα και ισχύ όπως αν το λάθος αυτό ή η παράλειψη αυτή να μην είχε γίνει.
(2)Όταν λόγω λάθους, παράλειψης, ψευδούς βεβαίωσης η ψευδούς παράστασης που έγινε καλή τη πίστει ή δόλια, διενεργηθεί οποιαδήποτε εγγραφή σε οποιοδήποτε βιβλίο Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, ο Διευθυντής δύναται, μετά την διαπίστωση των αληθινών γεγονότων, να προβεί σε ακύρωση της εγγραφής αυτής καθώς και κάθε πιστοποιητικού που σχετίζεται με την εγγραφή αυτή.
(3)Καμία τροποποίηση, διόρθωση ή ακύρωση δεν διενεργείται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)ή
(2)εκτός εν δοθεί από το Διευθυντή προηγούμενη ειδοποίηση τριάντα ημερών σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να επηρεάζεται από αυτή, και οποιοδήποτε πρόσωπο δύναται, εντός της περιόδου των τριάντα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε η ειδοποίηση αυτή, να καταχωρήσει ένσταση στο Διευθυντή ο οποίος για τούτο εξετάζει αυτή και δίνει ειδοποίηση για την απόφαση του επί αυτής στον ενιστάμενο. Η διόρθωση λαθών στα κτηματολογικά βιβλία και σχέδια αποτελεί πρωτογενή ευθύνη του Διευθυντή του Κτηματολογίου. Η πραγματοσύνη του Τμήματος, τα μέσα και στοιχεία που οι κτηματολογικές αρχές έχουν στην διάθεση τους, καθιστούν το Διευθυντή το φυσιολογικό φορέα διόρθωσης ή επίλυση των διαφορών στις οποίες αναφέρονται οι πρόνοιες του άρθρου 61 του νόμου (βλ. Lambris Haralambous Papaloizou v. Cornelia Themistokleous, 22 CLR, 177, Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 448 και Χ¨Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.α
(1993)1 ΑΑΔ 844) Στην υπόθεση Papa Loizou ν. Themistokleous, 22 C.L.R 177, αποφασίστηκε ότι, όπου υπάρχει ισχυρισμός για λάθος στα βιβλία ή σχέδια του Κτηματολογίου, λόγω του συνδυασμού των άρθρων 75 και 59 του Κεφ. 231 (τώρα άρθρα 80 και 61 του Κεφ. 224), το θέμα θα πρέπει κατά πρώτον να παραπέμπεται στο Διευθυντή του Κτηματολογίου για την απόφαση του και μόνο αφού αυτός αποφασίσει μπορεί το θέμα να αχθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με έφεση. Στην υπόθεση Φιλίππου (πιο πάνω) το θέμα έχει τεθεί ως εξής: «Η διόρθωση λάθους συνιστά κατ΄εξοχήν διοικητική λειτουργία η οποία ανάγεται στην αρμοδιότητα του τμήματος το οποίο είναι υπεύθυνο για το λάθος. Άλλωστε, το Κτηματολόγιο είναι εξόχως σε θέση να διαπιστώσει λάθη σε κτηματολογικές εγγραφές και μητρώα. Πρόκειται για διοικητική λειτουργία στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου. Ο δικαστικός έλεγχος που προβλέπεται από το άρθρο 80 διασφαλίζει στο ακέραιο το δικαίωμα του πολίτη για προσφυγή στο δικαστήριο για την προστασία των δικαιωμάτων του που θίγονται από σφάλματα των Διοικητικών Αρχών. Εφόσον το θέμα αφορά κατ΄εξοχή ιδιωτικά δικαιώματα, δικαιοδοσία για την αναθεώρηση διοικητικής απόφασης παρέχεται στα πολιτικά δικαστήρια της χώρας (βλ. Valana v. Repuplic, 3 R.S.C.C, 41, Hadji Kyriakou v. Hadjiapostolou and Others, 3 R.S.C.C. 89, Charalambides v. Republic, 4 R.S.C.C 114, Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 CLR 623 και Machlouzarides v. Republic
(1985)3 CLR 2342). Τόσο ο συνήγορος της Καθ΄ης η αίτηση/Εφεσίβλητης 1, όσο και η συνήγορος του καθ΄ου η αίτηση/Εφεσίβλητου 2 τόνισαν κατά τις αγορεύσεις τους ότι η απόφαση για την τροποποίηση του τελικού σχεδίου του Αναδασμού δεν είναι απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, το οποίο τροποποιήθηκε, από την Επιτροπή Ενοποίησης και Αναδιανομής έτσι ώστε να συνάδει με τα Χωρομετρικά σχέδια του Κτηματολογίου και επίσης σύμφωνα με τον μάρτυρα Ανδρέα Σ. Γεωργίου το εν χρήσει σχέδιο είναι το ίδιο με το σχέδιο Ενοποίησης και Αναδιανομής που δημοσιεύθηκε στις 24.1.
  1. Υπήρξε η θέση του κ. Κορακίδη, ότι η σύσταση του Γενικού Εισαγγελέα, που περιέχεται στην επιστολή Τεκμήριο Δ επί της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ημερ. 11.3.2005, για εφαρμογή του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, η οποία δόθηκε μετά την διαπίστωση της διαφοράς αναφορικά με το εμβαδό των ακινήτων, ήταν παράνομη, λανθασμένη και εκτός νόμου. Εισηγήθηκε ο Κ. Κορακίδης ότι και αν ακόμα έγινε η επαναδημοσίευση, είναι μια ενέργεια εκτός νόμου, χωρίς εξουσιοδότηση νόμου, μια ενέργεια εμπαιγμού σε βάρος των τότε ενδιαφερόμενων μερών, οι οποίοι θεωρούσαν ότι ο αναδασμός είχε τελειώσει το 1974, και δεν μιλούμε, είπε ο Κορακίδης μόνο για έλλειψη καλής πίστης και κατάχρηση εξουσία αλλά για δολιότητα και για νόσφιση εξουσίας. Συνεπεία των πιο πάνω, σύμφωνα με τον κ. Κορακίδη, το επηρεαζόμενο μέρος από μια δήθεν διοικητική πράξη, που είναι αποτέλεσμα νόσφισης εξουσίας, δεν χρειάζεται να υποβάλει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο και ούτε μπορεί κάποιος να επικαλείται το τεκμήριο νομιμότητας τέτοιας πράξης, η οποία δεν θεωρείται ότι εμπίπτει στην σφαίρα του δικαίου. Παραπέμψε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού Λτδ, Ποινικές Εφέσεις 5857 - 5858 ημερομηνίας 10.10.1994 και Α.Π (Μηλιωτής) Ακίνητα Λίμιτεδ κ.α ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 5769 και 5770 ημερομηνίας 31.1.
  2. Όπως προκύπτει από τις παραγράφους 10 μέχρι και 15 της ενόρκου δηλώσεως του Ανδρέα Σ. Γεωργίου καθώς και μέσα από αυτά που υποστήριξε στην αντεξέταση του και επίσης από το τεκμήριο «Η» της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως του Ανδρέα Σ. Γεωργίου, το σχέδιο ενοποίησης και αναδιανομής που είχε δημοσιευθεί στις 26.4.74 τροποποιήθηκε στις 24.1.1977 ώστε να συνάδει με τα σχέδια του Κτηματολογίου. Η νομιμότητα της πιο πάνω πράξης δεν προβλήθηκε. Σύμφωνα με την θέση του κ. Κορακίδη, η απόφαση για την τροποποίηση του σχεδίου του αναδασμού, ως παράνομη, εκτός και χωρίς εξουσιοδότηση νόμου ενέργεια, ως αποτέλεσμα νόσφισης εξουσίας, δεν θα έπρεπε να εφαρμοστεί ή να είναι δεσμευτική για το Κτηματολόγιο το οποίο θα έπρεπε ως τέτοια να την αγνοήσει και να εφαρμόσει το τελικό σχέδιο του αναδασμού. Το Τεκμήριο της Νομιμότητας Το τεκμήριο της νομιμότητας είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της διοικητικής πράξης. Σύμφωνα με πάγια Αρχή του διοικητικού Δικαίου, η ατομική πράξη, από την έναρξη της ισχύος της έως την ακύρωση της με δικαστική απόφαση ή με διοικητική πράξη ή την ανάκληση ή κατάργηση της ή γενικά την παύση της ισχύος της, κατά οποιοδήποτε τρόπο, παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της, ανεξάρτητα από το αν τυχόν έχει νομική πλημμέλεια. Τούτο ισχύει και αν ακόμα η πράξη παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας και έχει ελάττωμα, το οποίο σε περίπτωση προσβολής της με το προβλεπόμενο ένδικο μέσο μπορεί να επιφέρει την ακύρωση ή τροποποίηση της. Η διοικητική πράξη αναπτύσσει νομικά αποτελέσματα έναντι του αποδέκτη της ή του θιγόμενου πολίτη ή των διοικητικών αρχών, εφόσον και καθόσον δεν ανακαλείται, δεν καταργείται, δεν ακυρώνεται ή δεν αίρεται με την πάροδο του χρόνου ή με άλλο τρόπο. Έχω εξετάσει με προσοχή την πιο πάνω θέση του κ. Κορακίδη, θεωρώ όμως ότι μια τέτοια αντίκριση του θέματος θα ξέφευγε από το δικαιοδοτικό πλαίσιο του παρόντος Δικαστηρίου. Όπως και στην υπόθεση Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού Λτδ, Ποινικές Εφέσεις 5857 - 5858 υπόθεση λέχθηκε αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας που ασκούν εκτελεστική λειτουργία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο και μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να προβεί στην αναθεώρηση πράξεων της Διοίκησης και να τις ακυρώσει για λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 146.1 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Α.Π (Μηλιωτής) Ακίνητα Λίμιτεδ κ.α ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 5769 και 5770 ημερομηνίας 31.1.1995 λέχθηκαν τα εξής: « Δεν παρέχεται δυνατότητα έμμεσης αναθεώρησης διοικητικής πράξης. Μόνο στη περίπτωση νόσφησης εξουσίας επεσήμανε το Εφετείο, μπορεί να αγνοηθεί πράξη που φέρει το έμβλημα διοικητικής πράξης διότι το προϊόν της νόσφησης δεν περιέχεται στη σφαίρα του δικαίου( βλ. επίσης Συνεργατικό Ταμιευτήριον Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1994)2 ΑΑΔ 145, ιδιαίτερα απόφαση Νικήτα, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου και άλλων
(1994)3 ΑΑΔ 453 και Λανίτη Λτδ και άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225) Το τεκμήριο της νομιμότητας, στο οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω, δεν υφίσταται, δηλαδή, ο προαναφερόμενος κανόνας, δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση ανυπόστατων πράξεων και αυτό συμβαίνει στις περιπτώσεις που δεν πρόκειται καθόλου για πραγματικές πράξεις ή πρόκειται μεν για διοικητικές πράξεις, αλλά με ουσιώδη και προφανή ελαττώματα. Ανύπαρκτη ή ανυπόστατη είναι η πράξη που μόνο κατ΄ επίφαση ανταποκρίνεται στην έννοια της διοικητικής πράξεως, που δεν προέρχεται δηλαδή από την διοίκηση ή δεν συμπλήρωσε ακόμη την διαδικασία παραγωγής της. Κατ΄εξοχήν ανυπόστατη πράξη αποτελεί εκείνη που εκδόθηκε από ιδιώτη κατά νόσφιση εξουσίας. Η πράξη του ιδιώτη μπορεί να αποτελέσει την αξιόποινο πράξη της αντιποιήσεως, αλλά από απόψεως διοικητικού δικαίου, δεν υφίσταται. Άκυρη είναι η πράξη που και από την διοίκηση προέρχεται και την διαδικασία παραγωγής της συμπλήρωσε, αλλά πάσχει από τόσο ουσιώδη και πρόδηλα νομικά ελαττώματα, ώστε ούτε η εμπιστοσύνη του ιδιώτη προς το κύρος της να εμφανίζεται αντικειμενικά δικαιολογημένη ούτε η έννομη τάξη να μπορεί ν΄ανεχθεί την ισχύ της και να εξαρτήσει την άρση της από την διοικητική ανάκληση ή δικαστική ακύρωση. Οι πράξεις προσώπου που εμφανίσθηκε ως διοικητικό όργανο χωρίς να λάβει νόμιμη υπόσταση δεν έχουν χαρακτήρα διοικητικής πράξης, είναι ανύπαρκτες ή ανυπόστατες από την άποψη του διοικητικού δικαίου. Η δε ενέργεια ενός προσώπου, που συνίσταται στην έκδοση πράξεων υπό την ιδιότητα διοικητικού οργάνου, την οποία όμως ποτέ δεν απέκτησε, ονομάζεται συνήθως «νόσφηση εξουσίας» ή «σφετερισμος εξουσίας ή «αντιποίηση αρχής». Στην κρινόμενη περίπτωση η αιτήτρια ζητά αφού κριθεί η πράξη της διοίκησης ως ανυπόστατη μη επιφέρουσα οποιαδήποτε αποτελέσματα, και με την θέση, ότι αυτό που ισχύει ως δεσμευτική πράξη, είναι το τελικό σχέδιο του αναδασμού, το Δικαστήριο, να διατάξει το Κτηματολόγιο, να προβεί σε διόρθωση λάθους αφού αυτό το τελικό σχέδιο δεν είναι αυτό το οποίο υιοθετήθηκε από το Κτηματολόγιο. Σύμφωνα με το Γενικό Διοικητικό Δίκαιο β΄ έκδοση του Π.Δ. Δαγτόγλου παρ. 230 σελ 80, κατά τη νομολογία και θεωρία, πράξεις που εκδίδονται κατά νόσφισης εξουσίας, κατά υπέρβαση καθηκόντων ή κλαδική αναρμοδιότητα, καθώς και πράξεις των οποίων δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί η διαδικασία είναι ανύπαρκτες ή ανυπόστατες δηλαδή δεν υφίστανται από απόψεως διοικητικού δικαίου, αν και το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχεται το παραδεκτό της αιτήσεως ακυρώσεως εναντίον τους, αν έχουν ήδη εφαρμοστεί. Ορθότερο είναι να δεχτούμε, όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα, ότι «ανύπαρκτες» είναι μόνο οι πράξεις που εκδόθηκαν κατά νόσφιση εξουσίας (καθώς και ως προϊόν απόλυτης βίας) ή που δεν έχουν ακόμη απευθυνθεί προς το κοινό, εξακολουθούν δηλαδή να αποτελούν internum της διοικήσεως. Κατά τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ελαττωματικές κανονιστικές πράξεις της διοικήσεως δεν είναι αυτομάτως άκυρες αλλά απλώς ακυρώσιμες, μπορούν δηλαδή να ακυρωθούν από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Θεωρώ, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν αποκαλύπτει περίπτωση νόσφησης εξουσίας, όπως ο κ. Κορακίδης ανάφερε εφόσον η πράξη προέρχεται από διοικητικό όργανο, δεν μπορεί δηλαδή να καταταχθεί στην κατηγορία των ανυπόστατων πράξεων και συνεπακόλουθα να λογίζεται ως μη γενόμενη. Οπόταν, δεν μπορεί και δεν είναι νομικά δυνατός, ο έλεγχος της νομιμότητας της απόφασης της Επιτροπής Ενοποίησης και Αναδιανομής για την τροποποίηση του τελικού σχεδίου, από το παρών Δικαστήριο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, κατ΄εφαρμογή του άρθρου 80 του Κεφ.
  1. Στη βάση των γεγονότων που έχουν ενώπιον μου τεθεί το εν χρήσει σχέδιο δεν διαφέρει από το σχέδιο ενοποίησης και αναδιανομής που δημοσιεύθηκε στις 24.1.
  2. Επομένως δεν τίθεται θέμα, όπως η αιτήτρια/εφεσείουζα ζητά να ταυτιστεί το εν χρήσει σχέδιο με το σχέδιο του Αναδασμού. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θα προχωρήσω να εξετάσω ακόμη ένα ζήτημα, το οποίο αφορά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης σε συσχετισμό και με την προηγούμενη επιστολή του Διευθυντή ημερομηνίας 6.6.1996, σε προηγούμενο επίσης όμοιο αίτημα της αιτήτριας για διόρθωση. Σύμφωνα με την μαρτυρία, η αιτήτρια/εφεσείουσα απευθύνθηκε και προηγουμένως προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 5.01.87 (βλ. Τεκμήριο Στ της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ. 11.3.2005) και ζήτησε την τροποποίηση του τίτλου της ώστε να ανταποκρίνεται προς τα αρχικά σχέδια του αναδασμού (βλ. παρ. 6 του πιο πάνω τεκμηρίου). Απάντηση στο αίτημα της αιτήτριας δόθηκε, με εμφανή καθυστέρηση, στις 6.6.
  3. Το ίδιο αίτημα επαναλήφθηκε από την αιτήτρια στις 16.9.2004 (βλ. Τεκμήριο 1) όπου και δόθηκε η απάντηση ημερομηνίας 20.10.2004, η απόφαση αντικείμενο της παρούσας αίτησης έφεσης. Οι εφεσίβλητοι/καθ΄ων η αίτηση επικαλούνται την προθεσμία του άρθρου 80 η οποία ως θέμα δημόσιας τάξεως μπορεί να εξεταστεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Υποστήριξε ο κ. Κορακίδης ότι με την επιστολή ημερομηνίας 6.6.1996 δεν ενημερώθηκε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, κατά πόσο μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών, και ότι δεν εξετάστηκε οποιαδήποτε ιδιωτική διαφορά μεταξύ των τότε ιδιοκτητών των κτημάτων, οπόταν η άλλη πλευρά δεν μπορεί να επικαλείται ότι 30 ημέρες μετά την ημερομηνία που δόθηκε η απάντηση από τον Διευθυντή, η απόφαση του κατέστη τελεσίδικη. Υποστήριξε ότι πρόκειται για λανθασμένη νομική θέση διότι δεν είναι δυνατό να καταστεί τελεσίδικη η επίλυση μιας διαφοράς για το ένα μέρος και για το άλλο να είναι ανύπαρκτη, αφού δεν υπήρξε εξέταση και επίλυση έτσι ώστε αν δεν ασκηθεί αίτηση έφεση να καταστεί τελεσίδικη. Θα ήταν παράδοξο, αντινομικό σύμφωνα με τον Κ. Κορακίδη, να θεωρηθεί ότι επιλύθηκε διαφορά, εφόσον κάποιος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ο ιδιοκτήτης του άλλου κτήματος δεσμεύεται με την επιστολή του Διευθυντή εφόσον δεν έλαβε γνώση. Θα διαφωνήσω με την πιο πάνω άποψη. Απάντηση στο ζήτημα δίνει, η συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 61 και 80 του Κεφ.
  4. Σύμφωνα με το άρθρο 80 «Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οιοσδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο .» Το άρθρο 61 εδάφιο
(3)Καμία τροποποίηση, διόρθωση ή ακύρωση δεν διενεργείται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)ή
(2)εκτός εν δοθεί από το Διευθυντή προηγούμενη ειδοποίηση τριάντα ημερών σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να επηρεάζεται από αυτή, και οποιοδήποτε πρόσωπο δύναται, εντός της περιόδου των τριάντα ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε η ειδοποίηση αυτή, να καταχωρήσει ένσταση στο Διευθυντή ο οποίος για τούτο εξετάζει αυτή και δίνει ειδοποίηση για την απόφαση του επί αυτής στον ενιστάμενο. Ερμηνευτικά, το άρθρο 61 επιβάλει την υποχρέωση στον Διευθυντή να ενημερώσει το επηρεαζόμενο μέρος, από την στιγμή που αυτός μετά την διαπίστωση των αληθινών γεγονότων, εκ των πραγμάτων προτίθεται να προχωρήσει σε τροποποίηση, διόρθωση ή ακύρωση δυνάμει των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 61, κάτι το οποίο ο Διευθυντής δεν μπορεί να πράξει αν δεν δώσει την σχετική ενημέρωση, δίδοντας έτσι στο ενδιαφερόμενο μέρος την ευκαιρία να προβάλει την τυχόν ένσταση του. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση που δεν θα προχωρήσει σε οποιαδήποτε τροποποίηση, διόρθωση ή ακύρωση, το άρθρο 61 δεν επιβάλει τέτοια υποχρέωση στον διευθυντή. Αναφορικά με την μη ενημέρωση με την επιστολή ημερομηνίας 6.6.1996 (τεκμήριο Θ) ότι μπορεί το ενδιαφερόμενο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να προσφύγει στο Δικαστήριο εντός 30 ημερών, τα ίδια μπορούν να ισχύουν και σε σχέση με την επιστολή ημερομηνίας 20.10.2004, εναντίον της οποία ασκήθηκε η παρούσα αίτηση/έφεση. Τέτοια υποχρέωση του Διευθυντή προς ενημέρωση, δεν προβλέπεται από οποιοδήποτε άρθρο του Νόμου. Με την επιστολή του ημερομηνίας 6.6.1996 ο Διευθυντής αρνήθηκε, μετά από εξέταση του αιτήματος και των γεγονότων την ύπαρξη λάθους και κατ΄ επέκταση να προβεί σε διόρθωση του ισχυριζόμενου λάθους. Η άρνηση του αυτή αποτελεί απόφαση με βάση το άρθρο 80 του Κεφ. 224 και θα μπορούσε να είχε προσβληθεί, με αίτηση/έφεση εντός της προθεσμίας του άρθρου 80 του Κεφ.
  1. Να σημειωθεί ότι αντικείμενο της παρούσας αίτησης/έφεσης δεν είναι απόφαση ημερ. 6.6.96 αλλά η «μεταγενέστερη απόφαση» του Διευθυντή ημερομηνίας 24.10.
  2. Συνεπακόλουθα το ζήτημα δεν μπορεί να τεθεί στη βάση που το έθεσε ο κ. Κορακίδης, εφόσον η παρούσα αίτηση έφεση καταχωρήθηκε στις 10.11.2004 δηλαδή εντός της προθεσμίας του άρθρου 80 του Κεφ.
  3. Το ζήτημα που έθεσε ο κ. Κορακίδης θα μπορούσε να εξεταστεί σε περίπτωση που με την παρούσα αίτηση έφεση, η αιτήτρια/εφεσείουσα ζητούσε τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 6.6.
  4. Το ζήτημα που προκύπτει στην κρινόμενη περίπτωση είναι κατά πόσο η απόφαση ημερ. 6.6.1996 δημιουργεί αποτελέσματα τέτοια τα οποία εμποδίζουν την αιτήτρια από το να επαναφέρει το ζήτημα με αίτηση/έφεση μετά από την νέα απάντηση-απόφαση του Διευθυντή που δόθηκε στις 20.10.
  5. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Παναγιώτου Φιλίππου ν. Θεοδώρου Πλάτωνος Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 448,456, η διόρθωση λάθους που γίνεται με βάση τα άρθρα 61 και 80 του Κεφ. 224, συνιστά κατ΄εξοχή διοικητική λειτουργία που ανάγεται στην αρμοδιότητα του τμήματος το οποίο είναι υπεύθυνο για το λάθος. Πρόκειται όμως, όπως τονίζεται στην ίδια απόφαση, για διοικητική λειτουργία στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου. Η αιτήτρια με την επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 16.9.2004 επανάφερε ουσιαστικά το ίδιο θέμα που εξετάστηκε και προηγουμένως από το Κτηματολόγιο, η αιτήτρια με την παρούσα έφεση της προσβάλει την απόφαση ημερ. 20.10.2004, έτσι που δημιουργείται το ερώτημα κατά πόσο η απόφαση που κοινοποιήθηκε στην αιτήτρια με την επιστολή ημερομηνίας 20.10.2004, αποτελεί πράξη βεβαιωτική προγενέστερης. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας μας ότι οι βεβαιωτικές πράξεις δεν είναι πράξεις εκτελεστές διότι δεν περιέχουν οποιαδήποτε επιταγή αλλά βεβαιούται απλώς η εμμονή της «διοίκησης εις προγενεστέραν επιταγήν». Για να είναι νεώτερη πράξη βεβαιωτική προγενεστέρας απαιτείται: (α) Ταυτότητα της Αρχής που έχει εκδώσει και τις δύο πράξεις. (β) Ταυτότητα του προσώπου ή των προσώπων στα οποία αφορούν οι πράξεις. (γ) Ταυτότητα της νόμιμου διαδικασίας. (δ) Ταυτότητα της πραγματικής αιτιολογίας και των δύο πράξεων. (ε) Ταυτότητα διατακτικού. Πράξη η οποία περιέχει επιβεβαίωση προηγούμενης δεν είναι εκτελεστή, εκτός αν λήφθηκε ύστερα από νέα έρευνα και λήφθηκαν υπόψη νέα στοιχεία που, έστω και αν προυπήρχαν ήταν άγνωστα ή/και δεν λήφθηκαν υπόψη ενωρίτερα (βλ. Σιακαλλής ν. Δημοκρατίας
(1994)3 ΑΑΔ 519, 523 Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Α.Ε 1603/29.10.96). Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, ειδικότερα έχοντας υπόψη τα τεκμήρια Στ, Ζ, Η και Θ της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως του Ανδρέα Σ. Γεωργίου καθώς και τα Τεκμήρια 1 και 2, επιβεβαιώνεται η θέση ότι η επιστολή ημερ. 20.10.2004 είναι πράξη επιβεβαιωτική της προγενέστερης ημερομηνίας 6.6.
  1. Ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποία μια απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου μπορεί να αναθεωρηθεί από το Δικαστήριο καθορίζεται σαφώς από το άρθρο 80 του Κεφ. 224, συνεπακόλουθα η αιτήτρια/εφεσείουσα δεν δύναται με την υποβολή της νέας αίτησης της, και αφού έλαβε την απάντηση ημερ. 20.10.2004 να επιτύχει αναβίωση της προθεσμίας του άρθρου
  2. Υπήρξε επίσης η θέση του κ. Κορακίδη, με αναφορά σε νομολογία, ότι στο δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο, το οποίο διασφαλίζεται από το Σύνταγμα, δεν μπορεί να τίθενται περιορισμοί τέτοιου βαθμού, οι οποίοι να περιορίζουν την πρόσβαση του ατόμου προς το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να καταστρέφεται το ίδιο το Δικαίωμα, πρέπει, ανάφερε να υπάρχει αναλογικότητα μεταξύ του τρόπου που υιοθετεί το κράτος για περιορισμό και του σκοπού που επιδιώκεται να επιτευχθεί, η ουσία δηλαδή είναι ότι έστω και αν επιτρέπονται κάποιοι περιορισμοί δεν μπορεί αυτοί να είναι τέτοιοι που ουσιαστικά να καταστρέφουν το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο, καθότι σε τέτοια περίπτωση υπάρχει παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Επικαλέστηκε την υπόθεση Φοινικαρίδη Νομικό Ερώτημα 348 ημερ. 23.11.2001 - τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας ως καθοδηγητικές οι οποίες συμφωνούν ότι οι χρονικές προθεσμίες δεν μπορεί να είναι τέτοιες που να καταστρατηγούν το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο - συμφωνούν και οι δύο αποφάσεις πάνω στις αρχές της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως και πιο πάνω αναφέρω, δεν προσβάλλεται με την παρούσα αίτηση έφεση η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 6.6.1996, οπόταν σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει τα ζητήματα που πιο πάνω έθεσε ο Κορακίδης, η παρούσα αίτηση/έφεση στρέφεται κατά της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 20.10.2004, η οποία, εξετάζοντας το ζήτημα της προθεσμίας του άρθρου 80, κατά απομόνωση, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εκπρόθεσμη αφού καταχωρήθηκε στις 10.11.
  3. Μεταξύ όμως των λόγων για τους οποίους η έφεση δεν μπορεί να γίνει επιτύχει είναι και το γεγονός ότι η απόφαση ημερ. 20.10.2004 είναι βεβαιωτική προγενέστερης απόφασης του Διευθυντή. Συμπέρασμα Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση/έφεση είναι αβάσιμη και συνεπακόλουθα απορρίπτεται. Ενόψει της πιο πάνω κατάληψης και εφαρμόζοντας την αρχή ότι το επιτυχών μέρος δικαιούται στα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση/εφεσίβλητων και εναντίον της αιτήτριας/εφεσείουσας όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.