CHR PALAS ESTATES LTD ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Παραπομπής : 28/07, 1η Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής : 28/07 Μεταξύ: CHR. PALAS ESTATES LTD από την Πάφο Αιτητή - και - Της Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα Αποζημιούσας Αρχής --------------------- Ημερομηνία: 1η Φεβρουαρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα. Ε. Κόκκινου Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Δημητριάδης (κα Μιχαήλ για να ακούσει απόφαση) --------------------- Αίτηση συνένωσης ημερομηνίας 10.10.2007 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αποζημιούσα αρχή ζητά διάταγμα συνένωσης της παραπομπής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, με την παραπομπή 29/2007, καθότι «και οι 2 παραπομπές έχουν κοινά πραγματικά και νομικά σημεία». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση, που ειρήσθω εν παρόδω βασίζεται στην ορθή νομική βάση, κατά την αποζημιούσα αρχή, «.φαίνονται στους φακέλους Δικογραφίας των πιο πάνω παραπομπών και είναι συνοπτικά τα ακόλουθα: [1] Με τις ίδιες Διοικητικές Πράξεις, δηλαδή [α] με τη Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης με αρ. Κ.Δ.Π. 884 ημερ. 26/09/03 και (β) με το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης με αρ. Κ.Δ.Π. 1051, ημερ. 24/09/04, απαλλοτριώθηκαν τα επίδικα τεμάχια με αρ. 298 και 295 του Φ/Σχ. LI/3, που είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της ίδιας Απαιτήτριας.
(2)Τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά των επίδικων τεμαχίων, που ανήκουν στην ίδια Απαιτήτρια, είναι τα ίδια και στις 2 Παραπομπές.
(3)Οι εκτιμητές που ετοίμασαν τις Αιτιολογημένες Εκθέσεις Εκτίμησης των επιδίκων τεμαχίων όπως και οι δικηγόροι που χειρίζονται τις αναφερόμενες υποθέσεις είναι οι ίδιοι και στις 2 παραπομπές.» Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των απαιτητών, οι οποίοι προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους: «
- Οι δύο παραπομπές με τους πιο πάνω αριθμούς και τίτλους έχει σαν αντικείμενο την απαλλοτρίωση μέρους δύο ξεχωριστών τεμαχίων, το κάθε ένα με τα δικά του ξεχωριστά χαρακτηριστικά.
- Δεν υπάρχουν κοινά νομικά ή πραγματικά σημεία για εκδίκαση στις πιο πάνω παραπομπές.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για έκδοση του ζητούμενου Διατάγματος. » Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Γεώργιου Δημητριάδη, ο οποίος, κατ' εξουσιοδότηση των απαιτητών, αναφέρει τα γεγονότα που τη στηρίζουν. Κατά την ακρόαση της αίτησης και οι δυο δικηγόροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων ασφαλώς και λαμβάνεται υπόψη, μολονότι δεν προτίθεμαι να το επαναλάβω. Η Δ.14 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που διέπει την υπό κρίση αίτηση, προνοεί ότι: «Όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν στο ίδιο Δικαστήριο είτε από τον ίδιο ή από διαφορετικούς ενάγοντες εναντίον του ίδιου ή διαφορετικών εναγομένων, και οι αξιώσεις σε αυτές τις αγωγές περιέχουν κοινό ζήτημα νόμου ή πραγματικού γεγονότος τέτοιας σημασίας σε σχέση με τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα που εγείρονται στις αγωγές αυτές, έτσι που να καθίσταται επιθυμητό οι αγωγές να πρέπει να συνενωθούν, το Δικαστήριο ή ο δικαστής δύναται να διατάξει τη συνένωσή τους.» Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Μενελάου και άλλης v. Ξενοφώντος
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 371: «Βασικός σκοπός της πιο πάνω πρόνοιας είναι ασφαλώς η αποφυγή της πολλαπλότητας στη δικαστική διαδικασία και έτσι να εξοικονομείται χρόνος και έξοδα. Οι νομικές αρχές που ισχύουν στην εφαρμογή της έτυχαν ευρείας συζήτησης στην υπόθεση Χ" Αθανασίου v. Παρπερίδη κ.α.
(1975)1 Α.Α.Δ. 401, στην οποία παραπέμπουμε απλώς γιατί τα νομικά ζητήματα καλύπτονται σε αυτή εκτενώς έτσι που η επανάληψη του θα ήταν άσκοπη. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Παρπερίδη, και γενικά στη νομολογία, η άσκηση της δικαστικής ευχέρειας στην εφαρμογή της Διάταξης 14, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα στην κάθε υπόθεση στα οποία ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφέρεται για να αιτιολογείται η τελική του κρίση.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Samata Enterprises v. Σταύρου
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1876, το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο, ερμηνεύοντας τη Δ.14 Θ.2 είπε ότι ουσιώδες κριτήριο για τη συνένωση αγωγών είναι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος όπως αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά από την έκθεση απαιτήσεως των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των υπερασπίσεων. Σχετικά με το θέμα της συνένωσης αγωγών, βλέπε και τη Γεωργίου v. Δήμου Λεμεσού (Αρ. 4)
(1992)4 Α.Α.Δ. 3225, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των απαιτητών. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, ακολουθεί σωρευτική παράθεση των λόγων που κατά την γνώμη μου οι δυο παραπομπές περιέχουν τόσο κοινό ζήτημα νόμου όσο και κοινά πραγματικά γεγονότα, σε τέτοιο βαθμό, συγκριτικά με ό,τι τις διαφοροποιεί, ώστε η συνένωση και συνεκδίκασή τους, να καθίσταται, όχι απλά επιθυμητή αλλά επιβεβλημένη. Ειδικότερα: (α) Αντικείμενο και των δυο παραπομπών είναι η αξίωση των απαιτητών για καθορισμό από το δικαστήριο της καταβλητέας αποζημίωσης, αναφορικά με το απαλλοτριωθέν τεμάχιό τους. (β) Απαιτητής και στις δυο παραπομπές είναι το ίδιο πρόσωπο. (γ) Της καταχώρησης των παραπομπών προηγήθηκε γραπτή προσφορά αποζημίωσης προς τους απαιτητές, οι οποίοι και την απέρριψαν. (δ) Τα επίδικα τεμάχια (μέρος τους) και στις δυο παραπομπές, απαλλοτριώθηκαν με τις ίδιες διοικητικές πράξεις (γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης και διάταγμα απαλλοτρίωσης) και για τον ίδιο σκοπό. (ε) Σε συνέχεια του προηγούμενου λόγου και τα δυο τεμάχια, σε μεγάλο βαθμό έχουν ακριβώς τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά, αφού είναι οικόπεδα, μορφολογικά με επίπεδη επιφάνεια, κανονικού σχήματος και μεγέθους ενώ εφάπτονται τόσο μεταξύ τους, όσο και με εγγεγραμμένο δημόσιο δρόμο. (στ) Περαιτέρω, έχουν περίπου το ίδιο εμβαδόν και με την απαλλοτρίωση επηρεάζεται περίπου ίδια έκταση. (ζ) Με αναφορά πάντοτε στην αιτιολογημένη έκθεση εκτίμησης των απαιτητών, την οποία υιοθετούν με την έκθεση απαίτησής τους, τα δυο τεμάχια απολαμβάνουν των ιδίων ακριβώς υπηρεσιών και διαθέτουν τα ίδια νομικά χαρακτηριστικά, για σκοπούς αξιοποίησης και ανάπτυξης. (η) Ο εκτιμητής των απαιτητών που είναι ο ίδιος και στις δυο παραπομπές, για τον υπολογισμό της αγοραίας αξίας και των δυο τεμαχίων, χρησιμοποίησε την ίδια συγκριτική μέθοδο εκτίμησης και έλαβε υπόψη τις ίδιες ακριβώς συγκριτικές πωλήσεις. Το γεγονός ότι το τεμάχιο 295 είναι οικόπεδο ενώ το τεμάχιο 298, γωνιακό οικόπεδο, δε νομίζω να είναι τόσο σημαντικό μπροστά σε όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, που να καθιστά δυσχερή τη συνεκδίκαση των δυο παραπομπών. Το ίδιο ισχύει και για τον άλλο λόγο, που κατά τον κ. Δημητριάδη, πρόκειται για δυο τεμάχια, τα επίδικα, το καθένα με τα δικά του ξεχωριστά χαρακτηριστικά, ως εάν να πρόκειται για δυο εντελώς άσχετα μεταξύ τους τεμάχια, όπως διατυπώνεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ενώ, είναι φανερό, πως μάλλον, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Αναφέρομαι στην αγοραία αξία που υιοθετείται για σκοπούς υπολογισμού της καταβλητέας αποζημίωσης για κάθε τεμάχιο, η οποία πράγματι είναι διαφορετική, τόσο για τον εκτιμητή των απαιτητών όσο και για την εκτιμήτρια του κτηματολογίου. Παρά ταύτα, η αριθμητική και, ποιοτική θα έλεγα, υπεροχή των κοινών χαρακτηριστικών ανάμεσα στα δυο τεμάχια είναι τέτοια, που θα ήταν εντελώς παράλογο και, σε βαθμό που θα άγγιζε τα όρια της κατάχρησης, χάριν αυτών των δυο διαφορών, να διεξαχθεί η ίδια ουσιαστικά δίκη δυο φορές. Και τούτο γιατί, σε τέτοια περίπτωση, αυτό που θα γίνει είναι να κληθεί ο εκτιμητής των απαιτητών δυο φορές στο δικαστήριο, για να καταθέσει σχεδόν τα ίδια πράγματα, ενώ με μια παρουσία, αυτά που θα πει, με εξαίρεση το λόγο υπολογισμού διαφορετικού ποσού καταβλητέας αποζημίωσης για κάθε τεμάχιο, θα καλύπτουν και τις δυο παραπομπές. Από τα πιο πάνω, είναι πρόδηλα φανερό, ότι η συνένωση και συνεκδίκαση των δυο υποθέσεων είναι αναγκαία, προς αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών, κατά τρόπο ώστε να εξοικονομηθούν τόσο πολύτιμος δικαστικός χρόνος όσο και έξοδα. Τέλος, ούτε λόγο ένστασης αποτελεί, μα ούτε και μπορεί ν' αποτελέσει βάσιμο λόγο για να μη διατάξω τη συνένωση των δυο παραπομπών, το γεγονός ότι η αιτήτρια δεν αναφέρει στην αίτησή της, ποια θα πρέπει να είναι η κύρια υπόθεση. Και μία γενικότερη παρατήρηση, προτού καταλήξω. Προκύπτει από τη μελέτη των φακέλων των δυο παραπομπών, ότι οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των διαδίκων επί της ουσίας είναι τόσο μικρές, σε βαθμό που αυτοί θα ήταν προτιμότερο να κατηύθυναν την προσπάθεια τους προς την κατεύθυνση του συμβιβασμού, αντί να «ερίζουν» για το κατά πόσο οι δύο υποθέσεις θα πρέπει ή όχι να συνεκδικαστούν. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα, διατάσσω τη συνένωση και συνεκδίκαση των δυο παραπομπών. Καθορίζω δε ως κύρια την παρούσα, έχοντας κατά νου ότι στο πλαίσιο της είναι που καταχωρίστηκε η αίτηση, ως επίσης, ότι, με αναφορά στον αριθμό των δύο υποθέσεων, η παρούσα καταχωρίστηκε πρώτη. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της αποζημιούσας αρχής και εναντίον των απαιτητών και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο