ARMONIAS ESTATES LIMITED ν. ΤΡΙΣΗΛΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής : 2698/06, 22 Φεβρουαρίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 2698/06 Μεταξύ: ARMONIAS ESTATES LIMITED, από την Λευκωσία Εναγόντων - και - ΤΡΙΣΗΛΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, από την Πάφο Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου, 2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Γ. Βλάμης Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Βασιλειάδης (κα Νικολάου για να ακούσει απόφαση) --------------------- Αίτηση παραπομπής προς εκδίκαση σε διαιτησία, ημερ. 9.11.2007 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση, οι ενάγοντες ζητούν: «
- Διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο να παραπέμπτει την πιο πάνω αγωγή σε Διαιτησία ή ενώπιον οποιουδήποτε ειδικού προσώπου που το Σεβαστό Δικαστήριο ορίσει για το σκοπό αυτό.
- Περαιτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να παραπέμπει την εκδίκαση και επίλυση της όλης διαφοράς (επίδικα θέματα της αγωγής αυτής) που υφίσταται μεταξύ Εναγόντων - Αιτητών και Εναγομένων σε Διαιτησία ή ενώπιον οποιουδήποτε ειδικού που το Σεβαστό Δικαστήριο ορίσει για το σκοπό αυτό σύμφωνα με τα άρθρα 35 και/ή 36, 37, 38 και 39 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων ως επίσης δυνάμει της Διάταξης 49 Θεσμοί 1-16 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.
- Περαιτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να παραπέμπει την εκδίκαση και επίλυση των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής σε Διαιτησία μέσω του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (Ε.Τ.Ε.Κ.) ή μέσω οποιουδήποτε άλλου αρμοδίου οργάνου ή ειδικού προσώπου και με τέτοιους όρους που το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθό, λογικό, σκόπιμο, βολικό και δίκαιο να ορίσει υπό τις περιστάσεις.
- Οποιονδήποτε άλλο Διάταγμα ή Θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθό, λογικό, σκόπιμο, βολικό και δίκαιο να εκδώσει υπό τις περιστάσεις. » Η αίτηση βασίζεται: « . στα Άρθρα 22, 35, 36, 37, 38 και 39 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων, Διάταξη 48 Θεσμοί 1-4, Διάταξη 49 Θεσμοί 1-16 και Διάταξη 64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις αρχές και κανόνες επιείκιας, στη διακριτική ευχέρεια, εγγενείς και συμφυής εξουσία και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. » Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση, εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Κώστα Χ' Μάρκου, εκ των διευθυντών των εναγόντων. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των εναγομένων, οι οποίοι δυνάμει γραπτής ειδοποίησης, επικαλούνται τους εξής λόγους: «
- Το Αίτημα των Εναγόντων - Αιτητών για παραπομπή της Αγωγής σε Διαιτησία δεν μπορεί να επιτύχει καθότι το άρθρο 35 του Νόμου 14/60 το οποίο επικαλούνται οι Ενάγοντες - Αιτητές προυποθέτει την συναίνεση πάντων των διαδίκων, η οποία δεν υπάρχει. Επίσης η Διαταγή 49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προυποθέτει συγκατάθεση των διαδίκων.
- Το Αίτημα των Εναγόντων - Αιτητών για παραπομπή της εκδίκασης και επίλυσης της όλης διαφοράς σε Διαιτησία ή ενώπιον Ειδικού, σύμφωνα με τα άρθρα 35 μέχρι 39 του Ν. 14/60 δεν μπορεί να επιτύχει καθότι οι θέσεις των Εναγόντων - Αιτητών όπως διαγράφονται μέσα από τα δικόγραφα τους μπορούν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο χωρίς να απαιτείται μακρά εξέταση εγγράφων ή επιτόπια έρευνα ή άλλως, όπως προυποθέτει ο Νόμος 14/
- Δεδομένης της έλλειψης συγκατάθεσης των διαδίκων η ύπαρξη ανταπαίτησης όπως αυτή στοιχειοθετείται, προυποθέτει την εκδίκαση της Αγωγής από τον Φυσικό Δικαστή και όχι από τρίτο είτε αυτός ονομαστεί Ειδικός ή Διαιτητής ή μέσο του Ε.Τ.Ε.Κ.
- Οι Ενάγοντες - Αιτητές ισχυρίζονται εργασίες μόνο στο «PARADISE III» (μέρος) και η Ανταπαίτηση αναφέρει εργασίες στο «REGINA I» και στο «PARADISE III», πράγμα που εκ προοιμίου αποκλείει την παραπομπή σε Διαιτησία ή την εκδίκαση ενώπιον Ειδικού όπως ζητούν οι Ενάγοντες - Αιτητές.
- Ο ισχυρισμός των Εναγόντων - Αιτητών που περιέχεται στην παρ. 25 της Έκθεσης Απαίτησης περί «ύπαρξης λεπτομερούς υπολογισμού των ποσοτήτων της συνολικής εκτελεσθείσας εργασίας» δεδομένης της μη συναίνεσης των Εναγομένων, καθ' ων η Αίτηση, εξουδετερώνει πλήρως την δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραπέμψει την διαφορά ενώπιον Ειδικού σύμφωνα με το Άρθρο 36 του Ν.14/
- Δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις που θέτει ο νόμος για έκδοση του ζητούμενου Διατάγματος. » Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε συνημμένη ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγομένων Τρισήλιου Φουαρτά. Αντικείμενο της αγωγής, αποτελεί ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι οι εναγόμενοι (που παραδέχονται ότι στον ουσιώδη χρόνο ανέλαβαν δυνάμει γραπτής συμφωνίας που σύνηψαν με τους ενάγοντες την εκτέλεση μέρους εργασιών χρωματισμού (βαφών - ελαιοχρωματισμού) στο έργο Paradise Gardens III στην Πάφο), κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας, που αποτελείται από (α) τους όρους του συμβολαίου υπεργολαβίας βαφής, ημερομηνίας 21.1.2004, (β) τα αρχιτεκτονικά σχέδια συμβολαίου, (γ) τις τεχνικές προδιαγραφές και (δ) τον κατάλογο τιμών μονάδος, ενώ εκτέλεσαν εργασίες ύψους £47.883,92, για διάφορους λόγους που ανάγονται στη συμπεριφορά τους, ως εκτίθενται αναλυτικά στις παραγράφους 15 και 16 της έκθεσης απαίτησης, οι ενάγοντες τους κατέβαλαν το συνολικό ποσό των £50.477,
- Είναι η θέση των εναγόντων, ότι οι εναγόμενοι εισέπραξαν από αυτούς, χωρίς οποιοδήποτε δικαίωμα το ποσό των £2.593,84, το οποίο αξιώνουν εναντίον τους με διαζευκτικές αιτίες αγωγής. Επειδή έχει σημασία, όπως θα φανεί στη συνέχεια, ακολουθεί αυτούσιο το περιεχόμενο των παραγράφων 15 και 16 της έκθεσης απαίτησης. «
- Κατά παράβαση και/ή διάρρηξη των εγγράφων συμβολαίου του εν λόγω έργου, οι Εναγόμενοι ετοίμαζαν και παρέδιδαν στους Ενάγοντες λανθασμένους υπολογισμούς ποσοτήτων της εκτελεσθείσας από αυτήν εργασία αναφορικά με την εκάστοτε πρόοδο των εργασιών και/ή παρουσίαζε ως εκτελεσθείσα εργασία μεγαλύτερες ποσότητες από ότι τελικά και στην πραγματικότητα εκτελέστηκαν και/ή χρέωνε με βάση λανθασμένων και/ή μη συμφωνημένων τιμών μονάδος με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υπερχρεώσουν και/ή να υπερπληρωθούν από τους Ενάγοντες με το ποσό των Λ.Κ. 2.593,84 σχετικά με το υπ' αναφορά έργο.
- Επίσης κατά παράβαση και/ή διάρρηξη των εγγράφων συμβολαίου του εν λόγω έργου, οι Εναγόμενοι αποδέκτηκαν πληρωμή ύψους Λ.Κ. 2.593,84 στη βάση λανθασμένων και/ή μη συμφωνημένων τιμών μονάδος και/ή λανθασμένων επιμετρήσεων και/ή λόγω χρησιμοποίησης λανθασμένης μεθόδου εκτίμησης της προόδου των εργασιών στο υπ' αναφορά έργο και/ή με βάση ποσοτήτων εκτελεσθείσας εργασίας που λανθασμένα υπολογίστηκαν από τους Εναγόμενους. » Οι εναγόμενοι με την παράγραφο 10 της υπεράσπισης, αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων που θεμελιώνουν την εναντίον τους αξίωση, ενώ με την παράγραφο 8 της υπεράσπισης, αρνούνται τόσο το κατ' ισχυρισμό των εναγόντων, ύψος των εκτελεσθεισών εργασιών, όσο και το συνολικό ποσό που τους καταβλήθηκε γι' αυτές από τους ενάγοντες. Επιπλέον, με την παράγραφο 9 της υπεράσπισης, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες κατακρατούν υπό μορφή κρατήσεων και/ή αποκοπών για εργασίες που εκτέλεσαν (οι εναγόμενοι) στο επίδικο έργο (Paradise III) ύψους £12.754,98.- καθώς και στο έργο Regina 1, ύψους £26.560,74.-, δηλαδή το συνολικό ποσό των £39.315,72.-, πλέον Φ.Π.Α., το οποίο διεκδικούν εναντίον των εναγόντων ανταπαιτητικώς. Ο παραπάνω ισχυρισμός των εναγομένων που θεμελιώνει την αξίωσή τους εναντίον των εναγόντων δυνάμει ανταπαίτησης, απορρίπτεται από τους τελευταίους με την υπεράσπισή τους στην ανταπαίτηση. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των δυο ενόρκων δηλώσεων, επί των οποίων εκτίθενται τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Στο κατάλληλο στάδιο και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Προχωρώ αμέσως στην ουσία της αίτησης, έχοντας κατά νου και τους διάφορους λόγους ένστασης. Αναμφίβολα, η αίτηση διέπεται από τα άρθρα 36
(1)(β) (γ), 37, 38 και 39 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60)που περιέχονται στη νομική της βάση. Η φύση των επίδικων διαφορών (θεμάτων) μεταξύ των διαδίκων και οι διάφοροι λόγοι για τους οποίους οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για την εξαγωγή οποιουδήποτε άλλου, από το παραπάνω, συμπεράσματος. Το άρθρο 35 του ιδίου νόμου (14/60 ανωτέρω) που προϋποθέτει συναίνεση «πάντων των διαδίκων» για παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς ή θέματος σε διαιτησία, ως επίσης και ο περί Διαιτησίας Νόμος, Κεφ. 4, που εν πάση περιπτώσει δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, ο οποίος απαιτεί την ύπαρξη συνυποσχετικού για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία, δεν ισχύουν. Και τούτο, για τον απλούστατο λόγο, ότι οι εναγόμενοι δε συναινούν στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ενώ ούτε και συνυποσχετικό μεταξύ των διαδίκων υπάρχει. Θα έλεγα πως ούτε και η Δ.49 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνει εφαρμογής επί του προκειμένου, αφού προκύπτει από το περιεχόμενο της σχετικής διάταξης, ότι το αντίθετο προϋποθέτει εφαρμογή του άρθρου 35 του Ν.14/60, που καθώς έχει αναφερθεί δεν ισχύει στην περίπτωση μας. Αναφορικά με τη νομική βάση της αίτησης, παραπέμπω μεταξύ άλλων και στις Iacovou Bros (Constructions) Ltd v. Χατζηνικόλα
(1991)1 Α.Α.Δ. 51 και Πελεκάνος κ.α. v. Pelmaco Development Ltd
(1998)1 (A) Α.Α.Δ. 335. Από την προηγηθείσα ανάλυση, θεωρώ πως δίδεται ικανοποιητική απάντηση, σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης. Από την αντιπαραβολή των δικογραφημένων ισχυρισμών, συνάγεται καθαρά ότι με εξαίρεση δυο, τα υπό στοιχεία 3 (δ) και (ε), τα υπόλοιπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του διευθυντή των εναγόντων που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, αποτελούν όντως επίδικα θέματα μεταξύ των διαδίκων. Τα παραθέτω αυτούσια: « ..... ..... (α) Διαφορές ως προς τη μέθοδο εκτίμησης της προόδου των εργασιών (β) Διαφορές ως προς την καταγραφή και καταμέτρηση της εκτελεσθείσας εργασίας (γ) Διαφορές στη μεθοδολογία και επιμέτρηση των ποσοτήτων της εκτελεσθείσας εργασίας (δ) .......... .......... (ε) .......... .......... (στ) Διαφορές ως προς τον τρόπο και ύψος τιμολόγησης της εκτελεσθείσας εργασίας (ζ) Εξέταση πιστοποιητικών πληρωμής και χρεωστικά υπόλοιπα λογαριασμών (η) Καταγραφή και κοστολόγηση επιπρόσθετων εργασιών και τροποποιήσεων (θ) Μεθοδολογία και ετοιμασία τελικού λογαριασμού έργου » Έτσι λοιπόν, ενώ δε δέχομαι ότι μεταξύ των διαδίκων υπάρχουν οποιεσδήποτε διαφορές σε σχέση με κακοτεχνίες και ελαττώματα στα επίδικα έργα και συνακόλουθα, ως προς τον υπολογισμό τους, την ίδια ώρα, σε συμφωνία με τους ενάγοντες, ότι τα υπόλοιπα αποτελούν επίδικα θέματα, επιπλέον, θεωρώ αυτά τέτοιας μορφής και φύσης, που εμπίπτουν πλήρως στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 36
(1)(β) (γ) του σχετικού νόμου (Ν. 14/60), υπό την εξής έννοια. Προς επίλυσή τους απαιτείται καταρχήν, μακρά εξέταση εγγράφων, ενώ μου φαίνεται πως απαιτείται και επιτόπια έρευνα, η οποία ασφαλώς δεν μπορεί να γίνει ενώπιον του δικαστηρίου μα ούτε και να διενεργηθεί από αυτό με οποιοδήποτε τρόπο. Αναφορικά με το πρώτο, αρκεί να παραπέμψω στο περιεχόμενο της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης (παραδεκτό από τους εναγόμενους) από το οποίο προκύπτει ότι η βασική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων συντίθεται από 4 έγγραφα, αναφορά στα οποία έχει γίνει νωρίτερα. Για τα υπόλοιπα, αρκεί να τονίσω, ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων των παραγράφων 15 και 16 της έκθεσης απαίτησης, που περικλείουν τους λόγους για τους οποίους οι ενάγοντες θεωρούν ότι οι εναγόμενοι κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, εισέπραξαν ποσό μεγαλύτερο από τη συνολική αξία των εκτελεσθεισών εργασιών, ισχυρισμοί που δεν γίνονται αποδεκτοί από τους εναγόμενους, συνιστούν διαφορά ή διαφορές, προς επίλυση των οποίων είναι αναγκαία η διεξαγωγή έρευνας και δη επιστημονικής, η οποία, εξ αντικειμένου, ούτε ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί να γίνει, και, ελλείψει των αναγκαίων τεχνοοικονομικών - επιστημονικών γνώσεων, ούτε και να διενεργηθεί από το δικαστήριο με οποιοδήποτε τρόπο είναι δυνατό. Όλα αυτά, μόνο από ειδικό, ο οποίος διαθέτει τις αναγκαίες γνώσεις και μόνο επί τόπου μπορούν να γίνουν. Έπειτα, το όλο πλέγμα διαφορών μεταξύ των διαδίκων, σε σχέση τόσο με την απαίτηση όσο και με την ανταπαίτηση, εν μέρει, συνίσταται και σε ζητήματα λογαριασμών. Εάν ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός των εναγόντων της παραγράφου 10 (α) της έκθεσης απαίτησης, σύμφωνα με τον οποίο η πληρωμή θα γίνεται ανάλογα με την πρόοδο εργασίας (αποδεκτός και αυτός από τους εναγόμενους) ως επίσης και ο ισχυρισμός των εναγομένων, σύμφωνα με τον οποίο, οι υπό αναφορά πληρωμές θα γίνονται κάθε 3 βδομάδες ή κάθε δεκαπενθήμερο κατά τους ενάγοντες, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό των τελευταίων, ότι οι πρώτοι εκτέλεσαν εργασίες ύψους £47.883,92.- και εισέπραξαν £50.477,76.-, είναι προφανές, ότι για εξέταση του εν λόγω ισχυρισμού χρειάζεται να γίνουν σωρεία μαθηματικών υπολογισμών και πράξεων. Πρόκειται δηλαδή για αμφισβητούμενο ζήτημα που συνίσταται καθαρά σε ζητήματα λογαριασμών, για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό του νόμου (άρθρο 36
(1)(γ) του Ν.14/60). Και σ' αυτά, θα πρέπει να προστεθεί και ο ισχυρισμός των εναγομένων για ποσοστιαίες αποκοπές εκ μέρους των εναγόντων στην εκτελεσθείσα εργασία ως κράτηση (βλ. την παράγραφο 4 iii της υπεράσπισης), που θεμελιώνει τον ισχυρισμό τους της παραγράφου 9 της υπεράσπισης, σύμφωνα με τον οποίο, οι ενάγοντες κατακρατούν το συνολικό ποσό των £39.315,72.- πλέον Φ.Π.Α., εν μέρει για το επίδικο με την αγωγή έργο (£12.754,98.-) και το υπόλοιπο (£26.560,74.-) για το έργο Regina 1, ποσό το οποίο (ολόκληρο) διεκδικούν εναντίον των εναγόντων ανταπαιτητικώς. Το δικαστήριο ούτε είναι μα ούτε και επιθυμεί να μεταβληθεί σε λογιστή για να επιλύσει τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων επί του προκειμένου. Ούτε και είναι ορθό οι διάδικοι να αναμένουν από το δικαστήριο να περιβληθεί τέτοιο ρόλο, κάτι που συνάγεται καθαρά από τα λεχθέντα στην υπόθεση Φακοντή v. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ, Πολιτική Έφεση 98/05, ημερομηνίας 31.10.2007. Απ' όλα όσα προηγήθηκαν είναι ολοφάνερο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις νομικές και πραγματικές, για παραπομπή της όλης διαφοράς προς εκδίκαση σε διαιτησία και συγκεκριμένα από ειδικό διαιτητή, που να διαθέτει τις αναγκαίες τεχνοοικονομικές και επιστημονικές γνώσεις για το σκοπό αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση, είμαι της γνώμης ότι οι διάδικοι θα εμπλακούν σε ένα ατέρμονο (επ' ακρωτηρίω) δικαστικό αγώνα, με την εμπλοκή πιθανότατα μεγάλου αριθμού μαρτύρων και δη ειδικών, γεγονός το οποίο ενδεχομένως να περιπλέξει ακόμη περισσότερο τις μεταξύ τους διαφορές αντί να τις επιλύσει. Και σε τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να συνυπολογιστούν και τα έξοδα της δίκης που θα είναι καταφανώς περισσότερα. Βέβαια, μετά τη διαφαινόμενη απόφασή μου, σε καμιά περίπτωση μπορεί βάσιμα να λεχθεί (και μ' αυτά που θα πω απαντώ και σε μερικούς από τους λόγους ένστασης των εναγομένων στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος), ότι καταργείται ο ρόλος του δικαστηρίου. Καταρχήν, το πρόσωπο που θα οριστεί για επίλυση των διαφορών, θα οριστεί από το δικαστήριο. Έπειτα, οποτεδήποτε διαπιστωθεί ότι αυτό διεξάγει κακώς τη διαδικασία, παρέχεται στο δικαστήριο η εξουσία να το παύσει και περαιτέρω να ακυρώσει την απόφασή του (βλ. το άρθρο 36
(2)του Ν. 14/60). Επιπλέον, να μη διαφεύγει κανενός, ότι το εν λόγω πρόσωπο που δε θα ενεργεί ασφαλώς ανεξέλεγκτα, θα θεωρείται κατά νόμο (βλ. το άρθρο 37
(1)του Ν. 14/60) ότι είναι λειτουργός του δικαστηρίου. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το άρθρο 38 του ιδίου νόμου, σύμφωνα με το οποίο, ο διαιτητής δύναται καθοιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας και οφείλει αν έτσι έχει διαταχθεί από το δικαστήριο, να παραπέμπει υπό τύπον ειδικής υπόθεσης για γνωμάτευση από το δικαστήριο, οιονδήποτε νομικό ζήτημα προκύπτει κατά τη διάρκεια της διαιτησίας. Τέλος, θα πρέπει να καταγραφεί και η πλέον σημαντική ασφαλιστική δικλείδα, που θα πρέπει να διασκεδάσει πλήρως τους φόβους και την ανησυχία των εναγομένων, ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, θα στερηθούν του φυσικού τους δικαστή. Αναφέρομαι ασφαλώς στο άρθρο 37
(2)του νόμου, που παρέχει εξουσία στο δικαστήριο είτε μετά από αίτηση των διαδίκων, είτε αυτεπάγγελτα, να διατάξει ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλοι, είναι η κατάληξή μου πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, δεν αποτελεί απλά θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας, αλλά καθίσταται επιτακτική για το δικαστήριο. Κατά συνέπεια: Εκδίδεται διάταγμα παραπομπής προς εκδίκαση της όλης διαφοράς (επίδικα θέματα) σε σχέση τόσο με την απαίτηση όσο και με την ανταπαίτηση ενώπιον ειδικού διαιτητή, ο οποίος θα συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από σήμερα ή σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ τους, θα επιλεγεί από το Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (Ε.Τ.Ε.Κ.), εντός δυο μηνών από σήμερα. (α) Το πρόσωπο που θα συμφωνηθεί ή επιλεγεί ως διαιτητής, ως ανωτέρω, υπό προηγούμενη παράγραφο, οφείλει εντός 15 ημερών, να καταχωρήσει ένορκη δήλωση με επισυνημμένη τη συγκατάθεση του στο σχετικό διορισμό. (β) Οι διάδικοι, οφείλουν να εφοδιάσουν το διαιτητή, εφόσον τους ζητηθεί από αυτό, με οποιοδήποτε έγγραφο ήθελε κριθεί από τον ίδιο αναγκαίο για σκοπούς διεξαγωγής της διαδικασίας. Νοείται ότι στο διαιτητή θα πρέπει να δοθεί και αντίγραφο της δικογραφίας. (γ) Ο διαιτητής οφείλει να παραπέμπει υπό τύπο ειδικής υπόθεσης για γνωμάτευση από το δικαστήριο, οποιοδήποτε νομικό ζήτημα ήθελε προκύψει κατά τη διάρκεια της διαιτησίας. (δ) Οι διάδικοι οφείλουν να συνεργάζονται πλήρως με το διαιτητή κατά τη διαδικασία. (ε) Η αμοιβή του διαιτητή θα καταβληθεί από τους διαδικούς εξ ημισίας, σε περίπτωση που αυτός θα συμφωνηθεί μεταξύ τους, ενώ, σε περίπτωση επιλογής του από το Ε.Τ.Ε.Κ., από τους ενάγοντες. Σε κάθε περίπτωση, η αμοιβή του διαιτητή, υπόκειται σε έγκριση από το δικαστήριο και θα ακολουθήσει το αποτέλεσμα της δίκης. (στ) Ο διαιτητής οφείλει να ενεργήσει τάχιστα προς επίλυση της διαφοράς και να καταθέσει την απόφασή του στο δικαστήριο εντός 8 μηνών από σήμερα. Νοείται ότι, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο καταστεί αδύνατη η συμμόρφωσή του με τον όρο αυτό, οφείλει να αποταθεί στο δικαστήριο και να αναφέρει το λόγο ή λόγους μη συμμόρφωσής του καθώς και το χρόνο που θα απαιτηθεί επιπλέον για να καταθέσει την απόφασή του. Νοείται περαιτέρω ότι, οποτεδήποτε ήθελε κριθεί από το διαιτητή αναγκαίο να αποταθεί στο δικαστήριο για οποιοδήποτε λόγο, οι διάδικοι θα πρέπει να λαμβάνουν γραπτώς γνώση από τον ίδιο περί της πρόθεσής του αυτής, οι οποίοι θα έχουν δικαίωμα εκπροσώπησης στο δικαστήριο. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της δίκης. Η διαδικασία διακόπτεται. (Υπ.) .................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο