ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ Α. ΣΑΒΒΑ ν. TANIA GREGORIOU CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αγωγής : 2689/07, 25.2.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 2689/07 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ Α. ΣΑΒΒΑ, από την Πάφο Ενάγοντας - και - TANIA GREGORIOU CONSTRUCTIONS LTD, από την Πάφο Εναγομένων --------------------- Ημερομηνία: 25.2.2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Φωτίου Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χουβαρτάς --------------------- Αίτηση, ημερ. 7.12.2007 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων είναι για το ποσό των £2.500,00.-, πλέον τόκους, ποσό το οποίο οι τελευταίοι «κατέβαλαν» στον πρώτο, με την επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας με αριθμό 06158290, έναντι παρασχεθεισών υπηρεσιών, κατασκευών και εγκαταστάσεων επίπλων σε οικία που τους ανήκε και/ή ανήγειραν. Η εν λόγω επιταγή, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, όταν παρουσιάστηκε από αυτόν στην τράπεζα για πληρωμή επιστράφηκε απλήρωτη, καθότι ο λογαριασμός των εναγομένων ήταν κλειστός, πριν από την έκδοση της επιταγής. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους ισχυρίζονται ότι εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής έδωσαν στον ενάγοντα την επίδικη επιταγή, χωρίς να υπάρχει εκ μέρους του οποιαδήποτε αντιπαροχή. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η συμφωνία στην οποία αναφέρεται ο ενάγοντας, έγινε από αυτούς και την εταιρεία Ξυλουργικές Εργασίες Χριστάκης Α. Σάββα Λτδ και όχι με τον ίδιο. Μάλιστα, εναντίον της εν λόγω εταιρείας έχουν αξίωση για κακοτεχνίες που έκαναν κατά την εκτέλεση των εργασιών τους και/ή για εργασίες που παρέλειψαν να κάνουν «ως η συμφωνία τους και/ή άλλως πως.». Έτσι, ενώ με την υπεράσπισή τους, ζητούν την απόρριψη της αγωγής, ως νόμω και ουσία αβάσιμης, δυνάμει ανταπαίτησης, αξιώνουν εναντίον του ενάγοντα: « Α) Δήλωση του Δικαστηρίου πως η επιταγή για το ποσό των £2.500,00σεντ που εδόθη από τους Εναγόμενους στον ενάγοντα δόθηκε ανευ ανταλλάγματος η αντιπαροχής. Β) Δήλωση του Δικαστηρίου πως οι Εναγόμενοι ουδέν ποσόν οφείλουν στον ενάγοντα. Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως οιαδήποτε επιταγή εδόθη από τους Εναγόμενους στον ενάγοντα επιστραφή στους Εναγόμενους και/ή επιστραφεί η επιταγή που αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως του. Δ) Οιανδήποτε άλλη Διαταγή η θεραπεία. Ε) Νόμιμον Τόκο. ΣΤ) Τα έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. » Ο ενάγοντας στις 7.12.2007 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά διαγραφή της ανταπαίτησης των εναγομένων. Η αίτηση, μεταξύ άλλων βασίζεται και στη Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενώ υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, προερχόμενη από τον ενάγοντα, ο οποίος στην παράγραφο 2 αυτής ισχυρίζεται τ' ακόλουθα: « 2. Από ότι με πληροφορεί ο Δικηγόρος μου η ανταπαίτηση της εναγομένης στην με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθ' ότι δεν προκύπτει από την αυτή κανένα αγώγιμο δικαίωμα και εν πάση περιπτώσει ζητείται θεραπεία ίδια με αυτή που ζητείται με την υπεράσπισή της γεγονός που καθιστά την ανταπαίτησή της άνευ αντικειμένου και ενοχλητική. » Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, με την οποία ζητούν τη απόρριψή της, για τους ακόλουθους 10 λόγους: « 1. Η αίτηση του αιτητή δεν μπορεί να προχωρήσει επειδή ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος και/ή επειδή η αίτηση αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο και όχι στους Εναγόμενους και/ή το πρόσωπο που αναφέρεται στην αγωγή ως εναγομενη εταιρεία δεν είναι το ιδιο πρόσωπο που αναφέρεται στην αίτηση σαν καθ' ων η αίτηση. 2. Η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή Νομική Βάση και/ή η βάση της είναι ελλειπής. 3. Δεν πληρούνται οι νομικές ή άλλες προϋποθέσεις για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων για παραμερισμό της Ανταπαίτησης των Εναγομένων. 4. Η επίδοση της αίτησης του αιτητή είναι λανθασμένη. 5. Δεν αποκαλύπτονται και/ή δεν εκθέτονται με την αιτηση όλα τα γεγονότα. 6. Η αιτηση είναι κακής πίστης, άκαιρη, καθυστερημένη, αβάσιμη ουσιαστικά και νομικά, χωρις ενορκη δηλωση και υπάρχει εύλογη δικαιολογία για την αποτυχία της. 7. Η αίτηση στερείται οιουδήποτε ερείσματος και δεν υποστηρίζονται και/η δεν καλύπτονται τα αιτήματα της αίτησης απο το περιεχόμενο ενορκου δηλώσεως. 8. Η αιτηση του αιτητη σκοπεί στο να προδικάσει την εκδικαση της υποθεσης. 9. Η αιτηση του αιτητή σκοπεί να βλάψει καίρια και ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των Εναγομένων που απορρέουν από τους Νόμους και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και να καθυστερήση την εκδίκαση της ανω αγωγής. 10. Ο εναγοντας κωλύεται δι' εγγράφων και συμπεριφοράς να προωθεί την αιτηση του ημερ. 7/12/07. » Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε συνημμένη ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγομένων, Ανδρέα Γρηγορίου. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των δυο πλευρών περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του διευθυντή των εναγομένων (του ενάγοντα, επί της ουσίας εκτίθεται σε άλλο σημείο πιο πάνω). Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Προχωρώ αμέσως στην ουσία της αίτησης έχοντας υπόψη τους λόγους ένστασης. Δε θα συμφωνήσω με τους εναγόμενους, ότι η αίτηση δε στηρίζεται στην ορθή νομική βάση ή ότι αυτή είναι ελλειπής. Η αίτηση διέπεται από τη Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (που καθώς ήδη έχει αναφερθεί περιλαμβάνεται στην νομική της βάση), η οποία προνοεί ότι: « The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. » Σε ελεύθερη μετάφραση, « Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου για το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε μια τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαιη. » Περαιτέρω, οι εναγόμενοι που προβάλλουν γενικά και αόριστα τον παραπάνω λόγο ένστασης, διερωτώμαι ειλικρινά, γιατί οι ίδιοι βασίζουν την ένστασή τους στην ίδια νομική βάση με εκείνη της αίτησης. Ακολουθεί ότι ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται και το ίδιο ισχύει και για τους 1ο και 4ο λόγους, τους οποίους, εν πολλοίς θεωρώ και ακατανόητους. Αν οι εναγόμενοι αυτό που εννοούν με τον 1ο λόγο ένστασης είναι ότι, επειδή στον τίτλο της αίτησης και συγκεκριμένα στο όνομά τους απουσιάζει το γράμμα (
- n)από τη λέξη constructio (
- n)s κάτι που δε συμβαίνει στον τίτλο της αγωγής, εξ' αυτού και μόνο θα πρέπει να απορρίψω την αίτηση, ενώ είναι ολοφάνερο πως πρόκειται καθαρά για γραφικό λάθος, με όλο το σεβασμό προς τους εναγόμενους και το δικηγόρο τους, ο οποίος επέμενε στο συγκεκριμένο λόγο ένστασης και κατά την ακρόαση της αίτησης, σε τέτοια περίπτωση, διερωτώμαι πόσες αιτήσεις ή άλλα διαβήματα δε θα είχαν την ίδια τύχη για τον ίδιο λόγο. Επειδή, είναι προφανές, ότι ο 4ος λόγος ένστασης προβάλλεται συναφώς με τον προηγούμενο, απορρίπτεται και αυτός, χωρίς περαιτέρω σχολιασμό. Ο 5ος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως γενικός, αόριστος και εντελώς ατεκμηρίωτος. Και ο 6ος λόγος ένστασης απορρίπτεται, στο βαθμό που με αυτό γίνεται λόγος για κακής πίστης, άκαιρη, καθυστερημένη και χωρίς ένορκη δήλωση αίτηση. Το τελευταίο, σε συνδυασμό ασφαλώς και με τον 7ο λόγο ένστασης. Ο ισχυρισμός ότι η αίτηση είναι κακής πίστης παρέμεινε αίολος, ενώ το γεγονός ότι αυτή καταχωρίστηκε 3 μέρες μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, κάθε άλλο παρά άκαιρη ή καθυστερημένη την καθιστά. Δεν είναι αληθές ότι η αίτηση είναι χωρίς ένορκη δήλωση, μολονότι από τη συνδυασμένη ερμηνεία της Δ.27 Θ.3 με τη Δ.48 Θ.9 (ο), η συγκεκριμένη αίτηση δε χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Όμως, ακόμη κι' αν υποτεθεί ότι κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο, αυτό συμβαίνει και το γεγονός ότι η αίτηση παραπέμπει στην ένορκη δήλωση κάποιου Ηρόδοτου Ηροδότου, που προφανώς δεν είναι ο ενάγοντας, δεν αναιρεί το ουσιαστικό γεγονός, ότι η ένορκη δήλωση είναι του ενάγοντα. Επειδή το θέμα προσλαμβάνει καθαρά θεωρητική σημασία, αυτό που περιορίζομαι να πω, για να καταλήξω, είναι ότι πρόκειται απλώς για μη συμμόρφωση με τους θεσμούς και βασικά για απλή παρατυπία, υπό προϋποθέσεις θεραπεύσιμη, σε εφαρμογή της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οπότε θα ήμουν πρόθυμος να εκδώσω διάταγμα απαλλαγής της, μιας και δεν έχει καταδειχθεί ότι οι εναγόμενοι υπέστησαν οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό εξ' αιτίας της. Κάτι τέτοιο θα γινόταν έχοντας κατά νου και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, υπό το φως όσων έχουν αναφερθεί μεταξύ άλλων στην υπόθεση Wunderlich κ.α. v. Παναγιώτου
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 366. Ούτε και μου διαφεύγει ότι οι εναγόμενοι που ζητούν απόρριψη της αίτησης για τον προαναφερθέν λόγο, είτε ακόμη, επειδή απουσιάζει ένα γράμμα από το όνομά τους στο τίτλο της αίτησης, οι ίδιοι, με την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του διευθυντή τους, που συνοδεύει την ένσταση τους στην αίτηση, εγείρουν προδικαστική ένσταση, ως εάν να πρόκειται για δικόγραφο η ένορκη δήλωση, ενώ, με την παράγραφο 3 προβάλλουν διαζευκτικούς ισχυρισμούς, κάτι που επίσης δεν επιτρέπεται στο πλαίσιο μιας ένορκης δήλωσης. Το θέμα είναι απλό. Η αίτηση επί της ουσίας θα κριθεί με αντιπαραβολή των δικογράφων. Ο 9ος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος. Το ίδιο ισχύει και για το 10ο λόγο ένστασης. Ακολουθεί παράθεση του σκεπτικού μου να διατάξω τη διαγραφή μέρους της ανταπαίτησης και συγκεκριμένα τις αξιώσεις της παραγράφου 1 (Α) (Β), (Δ) και (Ε). Έχει νομολογηθεί ότι μια έκθεση απαίτησης δεν πρέπει να διαγράφεται και ο ενάγων να εκτοπίζεται από τη θέση της δικαστικής απόφασης, εκτός αν η υπόθεση δεν έχει βάση συζήτησης. Βλέπε την υπόθεση Δημοκρατία v. Γεωργίου
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 704. Επιπλέον, όπως αναφέρεται συναφώς στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, « "Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. » Αρχίζοντας από τις αιτούμενες θεραπείες της παραγράφου 1 (Α) και (Β) της ανταπαίτησης, δηλώνω ότι δεν έχω αντιληφθεί προς τι να επιζητείται υπό μορφή αυτοτελών αξιώσεων, ό,τι αποτελεί τη βασική συνιστώσα της υπεράσπισης των εναγομένων, σε βαθμό που αν αυτή γίνει αποδεκτή από το δικαστήριο θα οδηγήσει αυτόματα σε απόρριψη της απαίτησης του ενάγοντα. Ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις δεν εμπεριέχουν ουσιαστικό περιεχόμενο, υπό την έννοια ότι ακόμη και αν ικανοποιηθούν, οι εναγόμενοι τίποτε δεν πρόκεται να κερδίσουν, που να έχει την έννοια του δικαιώματος έναντι του εναγόμενου, είναι ολοφάνερο. Θα πρόκειται απλά για αχρείαστη επανάληψη μέρους της υπεράσπισής τους, υπό μορφή διακήρυξης κενής περιεχομένου, που δεν θα έχει οποιαδήποτε περαιτέρω επίπτωση για τον ενάγοντα, πέραν της απόρριψης της αγωγής του. Σε σχέση τώρα με την αξίωση της παραγράφου 1 (Δ) της ανταπαίτησης, δε βλέπω για ποιο λόγο αυτή προβάλλεται μα ούτε και αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια ή λογική μπορεί να συνδεθεί με κάποια από τις υπόλοιπες, για να έχει νόημα αυτοτελούς προβολής η ίδια. Για να το πω διαφορετικά, τί απ' ό,τι αξιώνουν ανταπαιτητικώς οι εναγόμενοι, είναι δυνατό, σε σχέση με αυτό, το δικαστήριο να εκδώσει παρεμφερώς οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία; Η απάντηση είναι απλή. Τίποτα. Το μόνο που χρειάζεται να πω σε σχέση με την αξίωση της παραγράφου 1 (Ε) της ανταπαίτησης, είναι ότι ο επιδικασμός τόκου, σύμφωνα με το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, συναρτάται απόλυτα με τον επιδικασμό κάποιου ποσού. Και αυτό ασφαλώς προϋποθέτει διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου για την είσπραξη χρέους (βλ. την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του Ν. 14/60). Με δεδομένο λοιπόν ότι οι εναγόμενοι ουδέν ποσόν αξιώνουν εναντίον του ενάγοντα, η σχετική αξίωση είναι ανυπόστατη, όπως ασφαλώς και οι υπόλοιπες που για λόγους που έχουν αναφερθεί θα διαγραφούν. Εκεί όπου θα διαφωνήσω με τον ενάγοντα, οπότε και η αίτηση θα έχει απορριπτική κατάληξη, είναι ως προς την αξίωση της παραγράφου 1 (Γ) της ανταπαίτησης. Έχοντας κατά νου, ότι οι εναγόμενοι που με την ανταπαίτηση τους επαναλαμβάνουν και υιοθετούν τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, επομένως και τον ισχυρισμό ότι η επίδικη επιταγή εκ λάθους περιήλθε στην κατοχή του ενάγοντα και χωρίς να υπάρχει οποιοδήποτε ουσιαστικά αντάλλαγμα εκ μέρους του, έχουν κάθε δικαίωμα να αξιώνουν δικαστικά την επιστροφή της. Και ο μόνος τρόπος που μπορούν να το πετύχουν είναι είτε με ξεχωριστή αγωγή είτε με ανταπαίτηση. Επέλεξαν ως είχαν δικαίωμα το δεύτερο και για να μη θεωρηθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα τους έστω και αν είναι υπαρκτό, εντούτοις δεν είναι λογικό ή ότι πρόκειται περί μηδαμινής αξίωσης, παραπέμπω στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης του διευθυντή των εναγόμενων, όπου αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ζητούν την επιστροφή της επιταγής από τον ενάγοντα, που είναι για να μην μπορεί να τους εκβιάζει με την προώθηση ποινικής υπόθεσης εναντίον τους. Ούτε και μου διαφεύγει ότι σε περίπτωση διαγραφής της συγκεκριμένης αξίωσης είναι ως εάν να προδιέγραφα το αποτέλεσμα της αγωγής. Αναφορικά με την αξίωση της παραγράφου 1 (ΣΤ) περιορίζομαι να πω το αυτονόητο. Δεδομένων όσων έχουν αναφερθεί με αναφορά στην προηγούμενη αξίωση (1 (Γ) ανωτέρω), οι εναγόμενοι νομιμοποιούνται να ζητούν και έξοδα. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα, διατάσσω τη διαγραφή των αξιώσεων της παραγράφου 1 (Α) (Β) (Δ) (Ε), ενώ, ως προς τις υπόλοιπες, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων σε ποσοστό 2/3 (ανάλογα με το ποσοστό επιτυχίας της αίτησης) και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο