Ιάσων Αλμαζίδης ν. Δήμου Αντωνίου, Αγωγή 3363/05, 27.02.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή 3363/05 Ιάσων Αλμαζίδης Ενάγοντας V Δήμου Αντωνίου Εναγόμενου ____________________________ 27.02.2008 Για τον Ενάγοντα: κ. Γιαννάκης Λοϊζίδης Για τον Εναγόμενο: κ. Φλωρέντζος με κα. Τοφαρίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23.12.2004, γύρω στις 15:30 μ.μ., στον κύριο δρόμο Πέγειας-Πάφου συγκρούσθηκαν το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΑΖ846, το οποίο οδηγούσε ο Ενάγοντας και το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής CAR228, το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος. Ως επακόλουθο αυτού του δυστυχήματος καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία διεκδικούνται γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Επίδικα θέματα Τα επίδικα θέματα αυτής της υπόθεσης είναι τρία: Α) Ο προσδιορισμός της ευθύνης κάθε ενός από τους δυο εμπλεκόμενους οδηγούς στην πρόκληση του δυστυχήματος Β) Ο προσδιορισμός των σωματικών βλαβών του Ενάγοντα Γ) Η κατάληξη στο συγκεκριμένο ποσό των γενικών αποζημιώσεων που, με βάση τις σωματικές βλάβες, που υπέστη, δικαιούται ο Ενάγοντας. Και αυτό διότι οι ειδικές αποζημιώσεις του Ενάγοντα έχει συμφωνηθεί ότι ανέρχονται, επί πλήρους ευθύνης, στο ποσό των €1.144,25.- (£669,70.-) (παρ. 6 (Α), (Β) και (Δ) της έκθεσης απαίτησης). Μαρτυρικό υλικό Για την απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, έδωσαν ένορκη μαρτυρία ο Δρ. Δημήτρης Γιαννούκος, Ιατρικός Λειτουργός στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Νοσοκομείου Πάφου (Μ.Ε.1), ο Αστυφ. 3390 Μάριος Θεοδούλου, εξεταστής του δυστυχήματος (Μ.Ε.2) και ο ίδιος ο Ενάγοντας (Μ.Ε.3). Πέραν των πιο προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν συνολικά και οχτώ
(8)τεκμήρια, τα οποία βρίσκονται έκτοτε στο φάκελο της δικογραφίας και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης. Για την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε μόνο ο ίδιος (Μ.Υ.1). Ολα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία επιχειρηματολογώντας για την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου, παρακολούθησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και κατά συνέπεια είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους, αντιπαραβάλλοντάς την και με τα τεκμήρια που έχω επίσης ενώπιόν μου. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 είναι αναντίλεκτη και ως εκ τούτου την αποδέχομαι στο σύνολό της ως πλήρως αξιόπιστη. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος οφείλω να επισημάνω επιπρόσθετα ότι μου έκανε πολλή καλή εντύπωση. Ηταν σαφής, ειλικρινής και σίγουρος σε όλες τις απαντήσεις του στα ερωτήματα, που του τέθηκαν, τόσο κατά την κυρίως εξέταση, όσο και κατά την αντεξέταση. Φαίνεται, ότι υπήρξε αντικειμενικός και ότι προσπάθησε να επιτελέσει στο ακέραιο το καθήκον του. Δέχομαι τη μαρτυρία του. Ο ίδιος ο Ενάγοντας (Μ.Ε.3) στην ένορκη μαρτυρία του δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Είμαι βέβαιος ότι δεν είπε την αλήθεια στο δικαστήριο, τόσο σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος, όσο και με τα επακόλουθά του. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να αιτιολογήσω αυτή μου την πεποίθηση. Οσον αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος η εκδοχή του Ενάγοντα, όπως αυτή προκύπτει από τα όσα ο ίδιος ισχυρίσθηκε στην κυρίως εξέτασή του, είναι ότι ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αρ. εγγραφής ΗΑΖ 846 στον κύριο δρόμο Πέγειας-Πάφου, με κατεύθυνση την Πάφο και με ταχύτητα 110 χλμ/ώρα περίπου, μόλις έφθασε στη συμβολή αυτού του δρόμου με τη λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων, είδε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου να βγαίνει μπροστά του από την πιο πάνω λεωφόρο, χωρίς να σταματήσει στο ΑΛΤ, ανακόπτοντας την πορεία του. Ο Ενάγοντας προσπάθησε να σταματήσει το αυτοκίνητό του και να αποφύγει τη σύγκρουση, χρησιμοποιώντας τα φρένα του, χωρίς όμως αποτέλεσμα, με συνέπεια το αυτοκίνητό του να χτυπήσει στην αριστερή πισινή πλευρά του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Σε σχέση με το ίδιο επίδικο ζήτημα ο Ενάγοντας στην αντεξέτασή του ισχυρίσθηκε ότι είδε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου από απόσταση 70 μέτρων και ότι αμέσως χρησιμοποίησε τα φρένα του αυτοκινήτου του, αλλά το αυτοκίνητό του γλίστρησε και χτύπησε στον πισινό αριστερό τροχό του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Επέμεινε μάλιστα ότι οι ζημιές του δικού του αυτοκινήτου περιορίσθηκαν μόνο στην πλευρά του οδηγού (δεξιά μπροστινή πλευρά του οχήματός του) και δεν επεκτείνονταν σε όλη την μπροστινή πλευρά του. Μια απλή, αλλά προσεκτική ματιά, στο περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, δηλ. στο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκ. 2) είναι αρκετή για να καταλήξει κάποιος ότι η εκδοχή του Ενάγοντα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Παρενθετικά στο σημείο αυτό και σε σχέση με την αποδεικτική αξία της πραγματικής μαρτυρίας, αξίζει να επισημανθεί ότι στην Δανός V Χριστοφίδη κ.α.
(2004)1(Β) ΑΑΔ 706 επισημάνθηκε ότι «Η πραγματική μαρτυρία είναι δυνατό να διαφωτίσει τις συνθήκες του δυστυχήματος». Σχετική με το ίδιο θέμα είναι και η Κονναρής V Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267 στην οποία τονίσθηκε ότι η πραγματική μαρτυρία «μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος». Επανερχόμενος στην προκείμενη υπόθεση, το σημείο σύγκρουσης Χ είναι σε απόσταση τουλάχιστον 28 μέτρων από τη συμβολή της λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων με τον κύριο δρόμο Πέγειας-Πάφου και πλησίον της συμβολής αυτού του δρόμου με το δρόμο που οδηγεί στην Πέγεια. Από την πραγματική μαρτυρία προκύπτει δηλ. ότι το αυτοκίνητο του Ενάγοντα συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, αφού προηγουμένως το τελευταίο είχε εισέλθει στον κύριο δρόμο Πέγειας-Πάφου και είχε διανύσει μια απόσταση τουλάχιστον 28 μέτρων εντός αυτού, απομακρυνόμενο σε αντίστοιχη απόσταση από τη συμβολή των δυο υπ' αναφορά δρόμων. Επιπρόσθετα από την πραγματική μαρτυρία προκύπτει ότι το σημείο σύγκρουσης είναι στην αριστερή άκρη της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινούνταν, σύμφωνα με την πορεία τους, τόσο ο Ενάγοντας, όσο και ο Εναγόμενος, η οποία έχει πλάτος 2,80 μέτρα και συγκεκριμένα σε απόσταση 0,10 εκατοστών από την αριστερή άκρη της και 2,70 μέτρων από την άσπρη διαχωριστική γραμμή του κυρίου δρόμου Πέγειας-Πάφου. Παρενθετικά στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 προκύπτει ότι το σημείο Χ είναι αναμφίβολα το πραγματικό σημείο σύγκρουσης, γιατί εκεί σταματούν τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του Ενάγοντα και αρχίζουν τα ίχνη τριβής στην άσφαλτο του αυτοκινήτου του Εναγόμενου, κάτι που άλλωστε προκύπτει καθαρά και από το Τεκ. 2. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με βάση το σημείο σύγκρουσης, δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος ανέκοψε την πορεία του, όπως και ο συναφής ισχυρισμός περί πρόσκρουσης της δεξιάς μπροστινής πλευράς του αυτοκινήτου του στον αριστερό πισινό τροχό του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Για το ζήτημα των ζημιών είναι χρήσιμο να καταγραφεί στο σημείο αυτό, ότι ο Μ.Ε.2 διαπίστωσε από την εξέταση του οχήματος του Ενάγοντα, αμέσως μετά το δυστύχημα, ότι αυτό είχε υποστεί ζημιές σε ολόκληρο το εμπρόσθιο μέρος του, συμπεριλαμβανομένης της μπροστινής γρίλιας και του μπροστινού προφυλακτήρα του (σχετική είναι η προφορική μαρτυρία του Μ.Ε.2 και το περιεχόμενο του Τεκ. 4). Πέραν των ανωτέρω ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι αντιλήφθηκε την είσοδο του αυτοκινήτου του Εναγόμενου στην πορεία του από απόσταση 70 μέτρων από τη συμβολή της λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων με τον κύριο δρόμο Πέγειας-Πάφου και ότι αμέσως πάτησε τα στόπερ, είναι πρόδηλο ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθώς από το Τεκ. 2 προκύπτει ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του ξεκινούν από το σημείο περίπου από το οποίο εισήλθε στον κύριο δρόμο το αυτοκίνητο του Εναγόμενου και καλύπτουν μια απόσταση 47 μέτρων ο αριστερός τροχός και 50 μέτρων ο δεξιός τροχός μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου από την πραγματική μαρτυρία, δηλ. τον αδιάψευστο μάρτυρα των συνθηκών του επίδικου δυστυχήματος, καθίσταται προφανές, ότι το αυτοκίνητο του Ενάγοντα συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του Εναγομένου, ενόσω το τελευταίο είχε εισέλθει στον κύριο δρόμο Πέγειας-Πάφου, έχοντας κατεύθυνση προς την Πάφο και ενόσω το αυτοκίνητο του Εναγόμενου είχε προλάβει να διανύσει μια απόσταση τουλάχιστον 28 μέτρων από τη συμβολή της λεωφόρου Κόλπου των Κοραλλίων με τον κύριο δρόμο Πέγειας-Πάφου. Οσον αφορά δε τα επακόλουθα του επίδικου δυστυχήματος στην υγεία του Ενάγοντα, ο ίδιος, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκε ότι για δυο μήνες μετά το δυστύχημα πόναγε στο στήθος και δεν μπορούσε να πάει στη δουλειά του. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του Ενάγοντα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όχι μόνο διότι, δεν υποστηρίζεται από ανάλογη ιατρική μαρτυρία και δη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, αλλά και διότι ο Ενάγοντας στην κατάθεσή του στην Αστυνομία (Τεκ. 5), η οποία λήφθηκε στις 27.12.2004, το μόνο στο οποίο αναφέρεται, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, είναι ότι μετά από το δυστύχημα πήγε στο Νοσοκομείο, από το οποίο έφυγε, αφού υποβλήθηκε σε εξετάσεις. Πιστεύω ότι σε περίπτωση που ο Ενάγοντας πράγματι ένοιωθε πόνους και μάλιστα έντονους στο στήθος, σε σημείο που να μην μπορεί να πάει στη δουλειά του, θα το ανέφερε λογικά στην κατάθεσή του. Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα δεν θα πρέπει να μας διαφύγει ότι ο Ενάγοντας, σύμφωνα τόσο με τη δική του μαρτυρία, όσο και με του Μ.Ε.1, έφυγε οικειοθελώς από το Νοσοκομείο και παρά την αντίθετη σύσταση του Μ.Ε.1 να παραμείνει προληπτικά για θεραπεία και περαιτέρω έλεγχο και ότι δεν επισκέφθηκε οποιοδήποτε άλλο γιατρό στη συνέχεια. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η συγκεκριμένη συμπεριφορά του Ενάγοντα δεν υποστηρίζει λογικά την ανωτέρω εκδοχή του για την ύπαρξη έντονου και επίμονου πόνου στο στήθος για περίοδο δυο μήνες μετά το δυστύχημα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα. Αντίθετα ο Εναγόμενος μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Είμαι απόλυτα βέβαιος ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και δεν έχω καμιά αμφιβολία και κανένα δισταγμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία του στο σύνολό της ως πλήρως αξιόπιστη. Καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό, όχι βεβαίως αυθαίρετα, αλλά γιατί, πέραν του γεγονότος, ότι απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις, με απλότητα, σαφήνεια και εμφανή ειλικρίνεια, η εκδοχή του, σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος, συνάδει και συμφωνεί πλήρως με την πραγματική μαρτυρία (Τεκ. 2). Ευθύνη Το αστικό αδίκημα της αμέλειας προσδιορίζεται στο άρθρο 51
(1)του Κεφ. 148. Στη Στρατμάρκο Λτδ V Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 453 διευκρινίζονται στη σελ. 458 τα στοιχεία που το συνθέτουν: «......Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης, ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα». Στη Βίκης V Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 346 επισημαίνονται τα ακόλουθα στη σελ. 350: «.......το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη». Στην προκείμενη υπόθεση ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του Ενάγοντα η μοναδική μαρτυρία που λαμβάνω υπόψη, σε σχέση με το επίδικο θέμα της ευθύνης, είναι η προφορική μαρτυρία του Εναγόμενου και η πραγματική μαρτυρία (Τεκ. 2), οι οποίες, όπως έχει ήδη καταγραφεί, συνάδουν πλήρως μεταξύ τους. Με βάση αυτή τη μαρτυρία καταλήγω, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι ο Εναγόμενος δεν φέρει καμιά ευθύνη για το δυστύχημα, την αποκλειστική ευθύνη πρόκλησης του οποίου φέρει ο Ενάγοντας, καθώς βρίσκω ότι το επίδικο δυστύχημα συνέβη κάτω από τις ακόλουθες περιστάσεις: «Στις 23.12.2004 και περί ώρα 15:30 ο Εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του με αρ. εγγραφής CAR 228 στη Λεωφόρο Κόλπου των Κοραλλίων. Οταν έφθασε στη συμβολή της πιο πάνω Λεωφόρου με τον κύριο δρόμο Πέγειας-Πάφου σταμάτησε στο ΑΛΤ με πρόθεση να στρίψει δεξιά και να κατευθυνθεί προς την Πάφο. Ο Εναγόμενος κοίταξε δεξιά-αριστερά και όταν βεβαιώθηκε ότι ο δρόμος ήταν ελεύθερος βγήκε από το ΑΛΤ με κατεύθυνση την Πάφο. Σε κάποια στιγμή και σε απόσταση περίπου 28 μέτρων από το ΑΛΤ το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΑΖ 846 το οποίο οδηγούσε ο Ενάγοντας στον κύριο δρόμο Πέγειας-Πάφου, με κατεύθυνση από Πέγεια προς Πάφο και ταχύτητα περίπου 110 χλμ./ώρα, προσέκρουσε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Εναγόμενου, με αποτέλεσμα αυτό να γυρίσει τούμπες και να ακινητοποιηθεί στην άκρη του δρόμου αναποδογυρισμένο». Γενικές αποζημιώσεις Η προηγούμενη κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι ο Εναγόμενος δεν φέρει καμιά ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, αποστερεί το Δικαστήριο από τη δυνατότητα επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, στον Ενάγοντα. Επειδή όμως σε περίπτωση έφεσης είναι δυνατό να αποφασισθεί ότι οι προηγούμενες καταλήξεις του Δικαστηρίου, σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων, είναι λανθασμένες, θα καταθέσω την άποψή μου και για το ποσό που θα έκρινα δίκαιο να επιδικάσω στον Ενάγοντα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Ουσιαστικά, με βάση τα όσα δικογραφούνται στην παρ. 7 της έκθεσης απαίτησης, η κατάληξη θα μπορούσε να είναι, σύμφωνα και με το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού (Τεκ.1) και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ότι ο Ενάγοντας υπέστη, συνεπεία του δυστυχήματος, κάκωση θώρακα και στέρνου και ότι μετά τον κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο, στον οποίο υποβλήθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου, του συνεστήθη από το Μ.Ε.1 να παραμείνει στο Νοσοκομείο προληπτικά και για περαιτέρω έλεγχο, αλλά ο Ενάγοντας δεν αποδέχθηκε και έφυγε από το Νοσοκομείο. Με βάση τα ανωτέρω πιστεύω ότι το ποσό των £400.- θα αποτελούσε εύλογη και δίκαιη αποζημίωση του Ενάγοντα για τις κακώσεις που υπέστη συνεπεία του ατυχήματος. Κατάληξη Καταληκτικά, με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και σε βάρος του Ενάγοντα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Τροχαίο Δυστύχημα - Ευθύνη - Γενικές Αποζημιώσεις) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο