Ανδρέας Παύλου ν. Ντίνος Θεοφάνους, Αρ. Αγωγής 2901/2005, 4.3.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ. Αγωγής 2901/2005 Μεταξύ: Ανδρέας Παύλου Ενάγοντα Και Ντίνος Θεοφάνους Εναγόμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4.3.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τoν ενάγοντα: κ. Αλ. Αλεξάνδρου Για τον εναγόμενο: κ. Χρ. Χατζηλοίζου (για να ακούσει απόφαση κ. Ελ. Κνέκνα) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει εναντίον του εναγόμενου το ποσό των Λ.Κ.3500.- με τόκο 8% από τις 25.9.
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του, ο εναγόμενος έναντι νόμιμου και καλού ανταλλάγματος και στα πλαίσια συμφωνίας που έλαβε χώρα στην Πόλη Χρυσοχούς εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα την επιταγή υπ΄αρ. 05299552 της Λαϊκής Τράπεζας για το ποσό των Λ.Κ.3500.- πληρωτέα τις 25.9.
- Ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσίασε την εν λόγω επιταγή στην Τράπεζα αλλά αυτή δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη STOP PAYMENT. Ο εναγόμενος άνευ οποιουδήποτε νόμιμου αιτίας προκάλεσε δια των πράξεων του την μη εξόφληση της αναφερόμενης επιταγής. Ο εναγόμενος, παρά τις συνεχείς οχλήσεις που του έγιναν από τον ενάγοντα και παρά τις υποσχέσεις που έδωσε, παρέλειψε και/ή παραλείπει μέχρι σήμερα να καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.3,500.-. Ο εναγόμενος δια της έκθεσης υπεράσπισης του, παραδέχεται μόνο την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα, ενώ αρνείται όλες τις υπόλοιπες. Ισχυρίζεται, ότι εξέδωσε την επιταγή στα πλαίσια συμφωνίας για την αγορά του εσωτερικού καταστήματος (goodwill), η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε και αυτό ήταν πολύ καλά γνωστό στον ενάγοντα καθότι εκκρεμούσε εναντίον του διάταγμα έξωσης υπό του ιδιοκτήτη του καταστήματος, ο οποίος υπέδειξε άλλο χώρο και ή βιτρίνα καταστήματος στον εναγόμενο, επί της ίδιας πολυκατοικίας. Ως εκ τούτου ο εναγόμενος δεν όφειλε να τιμήσει την επιταγή υπ΄αρ. 05299552 προς όφελος του ενάγοντα ή οποιαδήποτε άλλη επιταγή. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ότι είχε κάθε νόμιμο δικαίωμα να προκαλέσει την μη εξόφλησης της αναφερόμενης επιταγής, λόγω της ματαίωσης της συμφωνίας στα πλαίσια της οποίας εξεδόθηκε και ή δια αιτία μη επακολουθήσασα και ή λήξασαν με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να μην δεσμεύεται καθ΄οιονδήποτε τρόπο έναντι του ενάγοντα για την εξόφληση της αναφερόμενης επιταγής. Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι εμποδίζεται ο ενάγοντας στην έγερση της παρούσας αγωγής, καθότι για την ίδια επιταγή είχε καταχωρήσει προηγουμένως ιδιωτική ποινική υπόθεση την υπ΄αρ. 9408/2002, την οποία απέσυρε και δεν προσφέρθη μαρτυρία εναντίον του εναγόμενου, και ότι η παρούσα αγωγή είναι αβάσιμη και εκδικητική. Η Μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης του ενάγοντα, ένορκη μαρτυρία, έδωσε ο ίδιος ο ενάγοντας και για τον εναγόμενο μαρτυρία έδωσε ο Ανδρέας Θεοφάνους (Μ.Υ1), γιος του εναγόμενου και η Χρύσω Καίζερ, υπάλληλος στο Ποινικό Πρωτοκολλητείου του Ε.Δ. Πάφου. Τα τεκμήρια της υπόθεσης: Ως τεκμήρια στην υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν τα πιο κάτω:
- Επιταγή ημερομηνίες 25.9.2002 υπ΄αρ. 05299552 για το ποσό των Λ.Κ. 3500.- (Τεκμήριο 1)
- Αντίγραφο κατηγορητηρίου της Ποινικής Υπόθεσης 9408/2002 (Τεκμήριο 2)
- Η Ποινική Υπόθεση 9408/2002 μαζί με το περιεχόμενο του φακέλου της. (Τεκμήριο 3). Τα όσα ο ενάγοντας, ο Μ.Υ.1 και η Μ.Υ. 2, έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στο πρακτικό που τηρήθηκε, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην παρούσα απόφαση. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους κάλεσαν το Δικαστήριο να αποδεχτεί ως ορθή τη θέση του διαδίκου που εκπροσωπούσαν. Στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτό ότι ο εναγόμενος εξέδωσε προσωπικά στο όνομα και προς όφελος του ενάγοντα την επιταγή (Τεκμήριο 1), ημερομηνίας 25.9.2002, για το ποσό των Λ.Κ.3500.-. Πληρώτρια τράπεζα ήταν η Λαϊκή Τράπεζα. Η επιταγή εμφανίστηκε μετά την ημερομηνία την σημειούμενη ως ημερομηνία έκδοσης, σε δύο περιπτώσεις, αλλά δεν πληρώθηκε. Είχε μεσολαβήσει σχετική εντολή του ενάγοντα προς την Τράπεζα που ανακαλούσε την πληρωμή. Σύμφωνα με τον Περί Συναλλαγματικών Νόμο Κεφ. 262 (βλέπε άρθρα 73,20 και 30), μια επιταγή ως εκ της φύσης της, τεκμαίρεται, ότι εκδόθηκε για καλό και νόμιμο αντάλλαγμα. Το άρθρο 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, δημιουργεί τεκμήριο αξίας και καλής πίστης. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Chalmers on Bills of Exchange, Thirteenth Edition 8, ο όρος κάτοχος επιταγής υποδηλώνει τον νομίμως κατέχοντα την επιταγή ή τον κάτοχο της στη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Το τεκμήριο είναι βέβαια μαχητό και το βάρος για την ανατροπή του φέρει ο εναγόμενος. Συνεπακόλουθα τo βάρος απόδειξης της υπεράσπισης, ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την ενέργεια του εναγόμενου να προβεί σε ανάκληση της επιταγής, φέρει ασφαλώς ο ίδιος ο εναγόμενος. Ενώ αντάλλαγμα στα μάτια του νόμου δεν είναι ανάγκη να είναι ακριβώς το ισάξιο του αντικειμένου που αφορά η σύμβαση. Η υπεράσπιση που προβάλει το εναγόμενος θα πρέπει να αποδειχτεί και το βάρος της απόδειξης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα ασχοληθώ με το ζήτημα που εγείρεται στην υπεράσπιση του εναγόμενου, ότι δηλαδή ο ενάγοντας εμποδίζεται στην έγερση της παρούσας αγωγής καθότι για την ίδια επιταγή είχε καταχωρήσει προηγουμένως ιδιωτική ποινική υπόθεση, την υπ΄αρ. 9408/2002, την οποία απέσυρε και δεν προσφέρθη μαρτυρία εναντίον του εναγόμενου. Σύμφωνα με την μαρτυρία (βλέπε Τεκμήρια 2 και 3 και μαρτυρία της Μ.Υ.2), ο ενάγοντας εναντίον του εναγόμενου, Ντίνου Θεοφάνους, καταχώρησε την ιδιωτική ποινική υπόθεση υπ΄αρ. 9408/2002 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, σε σχέση με την επίδικη επιταγή. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η μαρτυρία ενώπιον μου δεν αποδεικνύει ότι ο ενάγοντας απέσυρε την Ποινική Υπόθεση με την δήλωση ότι δεν προσφέρει μαρτυρία (χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία). Από το Τεκμήριο 3, συγκεκριμένα από τα πρακτικά της υπόθεσης μπορώ να διαπιστώσω μόνο, ότι η υπόθεση απορρίφθηκε και ο εναγόμενος, ως κατηγορούμενος αθωώθηκε απαλλάχτηκε. Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε το έτος 2005 και δεν τίθεται ζήτημα παράλληλης προώθησης ποινικής και αστικής διαδικασίας οπόταν δεν μπορεί να εξεταστεί ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας του Δικαστηρίου, άλλωστε το όλο ζήτημα δεν προωθήθηκε σε μια τέτοια κατεύθυνση. Πέραν της απόδειξης του πιο πάνω γεγονότος, δηλαδή την ύπαρξη ποινικής υπόθεσης η οποία απορρίφθηκε και της προώθησης σε μεταγενέστερο χρόνο της παρούσας πολιτικής διαδικασίας, δεν υποστηρίχθηκε από την υπεράσπιση κατά το στάδιο της αγόρευσης, με πιο τρόπο εμποδίζεται ο ενάγοντας ή δημιούργησε οποιοδήποτε κώλυμα στην προώθηση αστικής διαδικασίας με σκοπό την είσπραξη του ποσού της επιταγής. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τον ενάγοντα, τον Μ.Υ.1 και την Μ.Υ.2, οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη μου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες, οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους καθώς και οι αντιδράσεις τους κατά την διάρκεια της μαρτυρίας τους. Επίσης το Δικαστήριο έχει μελετήσει την μαρτυρία, τις αγορεύσεις των συνηγόρων και τα δικόγραφα, τα οποία προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα με τα οποία η μαρτυρία οφείλει να συμπλέει (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ σελ 24 και Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη κ.ά
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 351). Χωρίς κανένα δισταγμό, αποδέχομαι την μαρτυρία του ενάγοντα και απορρίπτω αυτή του Μ.Υ.
- Ο ενάγοντας μου έκανε πολλή καλή εντύπωση, με όλη την παρουσία και συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, όσο και κυρίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, με αμεσότητα, πειστικότητα, αυθορμητισμό και μια έμφυτη απλότητα και ειλικρίνεια. Κρίνω λοιπόν ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής. Θεωρώ, εν πάσει περιπτώσει ότι η μαρτυρία του ενάγοντα υπερέχει αυτής του Μ.Υ.1, ως προς την πειστικότητας της δικής του εκδοχής, ο ενάγοντας υπήρξε σταθερός στην θέση του ότι με την ιδιοκτήτρια του καταστήματος δεν υπήρχαν διαφορές και ούτε υπήρχε αγωγή έξωσης από το κατάστημα. Επανειλημμένα τόνισε ο ενάγοντας ότι το κατάστημα παραδόθηκε και λειτούργησε από τον εναγόμενο για 2 με 3 χρόνια και ότι ο εναγόμενος έλαβε το κατάστημα το οποίο αφορούσε η συμφωνία. Επίσης ήταν σαφής ότι προτού προβεί σε συμφωνία με τον εναγόμενο υπήρξε και συνεννόηση με την ιδιοκτήτρια του για την ενοικίαση του καταστήματος και ότι όλα έγιναν με την σύμφωνη γνώμη της. Υπήρξε απόλυτα ειλικρινής ότι με την ιδιοκτήτρια προέβηκε σε συμφωνία για την ανταλλαγή του καταστήματος με άλλο επί του ιδίου κτιρίου, λόγω αναγκών της ιδιοκτήτριας, η οποία συνέβαλε και στα έξοδα της μεταφοράς του στο άλλο κατάστημα και ότι αυτό το γεγονός έγινε πριν από την συμφωνία με τον εναγόμενο. Ήταν σαφής, ειλικρινής και σταθερός, ότι το κατάστημα που έδειξε τον εναγόμενο και το οποίο είχαν συμφωνήσει ήταν αυτό που είχε μετακινηθεί, το πρώτο από τα αριστερά και όχι το δεύτερο κατάστημα στο οποίο ήταν αρχικά. Άλλωστε ο Μ.Υ.1 με την μαρτυρία του αποδέχτηκε ότι υπήρξε ενοικίαση, του συγκεκριμένου καταστήματος, δηλαδή του πρώτου από τα αριστερά, ο ισχυρισμός ήταν ότι ο ενάγοντας έδειξε στον εναγόμενο και στον Μ.Υ.1, το δεύτερο κατάστημα και όχι το πρώτο από τα αριστερά, που τελικά ενοικιάστηκε. Η μαρτυρία του ενάγοντα παρουσιάζει και λογική συνέπεια αλλά και συνέχεια. Η συμφωνία αφορούσε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.6000.-, το ποσό που αφορά η επίδικη επιταγή δόθηκε, ως μέρος της συμφωνίας. Το ποσό των Λ.Κ.2000.- που δόθηκε ως προκαταβολή, και είναι παραδεκτό, δεν αξιώνεται από τον εναγόμενο. Λαμβανομένου υπόψη, ότι ο εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε αντάλλαγμα, θα ήταν λογικό αλλά και αναμενόμενο, από τον εναγόμενο να ζητηθεί η επιστροφή του ποσό των Λ.Κ.2000.- Ο Μ.Υ.1, επί του προκειμένου δεν έδωσε λογική εξήγηση, αν και έγινε φυσικά κάποια προσπάθεια να δικαιολογήσει το πιο πάνω γεγονός, αυτό δεν έγινε πειστικό τρόπο. Ο Μ.Υ.1 μου δημιούργησε αρνητικές εντυπώσεις και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η εκδοχή του δεν περιέχει την αλήθεια. Η προσπάθεια του να βοηθήσει τον εναγόμενο πατέρα του, να ξεφύγει από ενδεχόμενη καταδίκη και καταβολή οποιοδήποτε ποσού ήταν εμφανής. Ο ίδιος ο εναγόμενος, να σημειωθεί, δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου και ο Μ.Υ.1, προσπάθησε αλλά όχι με επάρκεια, να δικαιολογήσει την απουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, κάνοντας κάποιες γενικές αναφορές σε σχέση με την υγεία του, το ίδιο έπραξε και αναφορικά με την παράλειψη του πατέρα του να αξιώσει την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.2,000.- το οποίο δόθηκε ως προκαταβολή στον ενάγοντα. Εν πάσει περιπτώσει δεν με έχει πείσει ο ισχυρισμός του ότι ενώ αναφέρθηκαν όλα τα γεγονότα και τους δύο δικηγόρους του εναγόμενου, παρόλα αυτά, δεν ζητήθηκε η επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.2,000.- Ο Μ.Υ.1 περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν ήταν καθόλου πειστικός κατά το στάδιο της κατάθεσης του ενώπιον του δικαστηρίου. Στην κυρίως εξέταση του, υποστήριξε ότι μετά που δόθηκε η επιταγή των Λ.Κ.3500.- και ανάμεναν την παράδοση του καταστήματος διαπίστωσαν ότι υπήρχε η έξωση. Και είναι λογικό να υποστηρίξει κάτι τέτοιο για να δικαιολογήσει και την εντολή για την μη πληρωμή της επιταγής από τον εναγόμενο σε σχέση με την επίδικη επιταγή. Σε αντίθεση όμως με τα πιο πάνω, κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ.1, υποστήριξε ότι την έξωση του καταστήματος την έμαθαν μετά όταν πλήρωσαν ήδη τις Λ.Κ.2000.-, οπόταν δεν θα ήταν λογικό, αφού ήδη υπήρχε πληροφόρηση και γνώση, ως ισχυρίστηκε, για την ύπαρξη έξωσης από το κατάστημα, να προβεί ο εναγόμενος και στην πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.3500.- σε μεταγενέστερο χρόνο και μάλιστα ο ίδιος ο Μ.Υ.1 να παραδώσει προσωπικά την επιταγή στον ενάγοντα, ως ισχυρίστηκε, γνωρίζοντας ήδη ότι υπήρχε η έξωση. Σε αντίθεση με την ίδια την μαρτυρία του αλλά και τις δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου, ο Μ.Υ.1 υποστήριξε ότι το ποσό των Λ.Κ. 2000.- που πληρώθηκε στον ενάγοντα, δόθηκε για να ετοιμαστεί το κατάστημα και να επιδιορθωθεί μέσα και να παραδοθεί στην εταιρεία του πατέρα του. Δηλαδή ενώ προβάλλει τον ισχυρισμό ο εναγόμενος ότι η συμφωνία αφορούσε την πώληση του εσωτερικού καταστήματος με την έκθεση υπεράσπιση του, ο Μ.Υ.1 υποστηρίζει ότι η συμφωνία αφορούσε και την ετοιμασία και επιδιόρθωση του καταστήματος, τέτοιος ισχυρισμός ούτε αναφέρεται στα δικόγραφα αλλά ούτε και υποβλήθηκε ποτέ στον ενάγοντα. Επίσης, ο Μ.Υ.1, ανάφερε ότι το υπόλοιπο ποσό συμφωνήθηκε να πληρωθεί με την παράδοση του κλειδιού, και αυτό συνάδει μάλλον με την εκδοχή του ενάγοντα ότι το κλειδί παραδόθηκε μέσω του Μιχαηλίδη, εφόσον του καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.3500.- και έμεινε το υπόλοιπο των Λ.Κ.500, το οποίο υποσχέθηκε ο εναγόμενος, ότι θα καταβάλει επίσης στον Μιχαηλίδη μέσα σε 1 βδομάδα με 10 ημέρες. Ενόψει των πιο πάνω αντιφάσεων που εντόπισα στην μαρτυρία του Μ.Υ1, όπως και πιο πάνω έχω αναφέρει, αλλά και από γενική την εντύπωση που αποκόμισα από τον μάρτυρα, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ειδικότερα δεν αποδέχομαι ότι τελικά από τον ενάγοντα δεν δόθηκε το αντάλλαγμα της συμφωνίας. Η μαρτυρία της Μ.Υ. 2 υπήρξε τυπική, η Μ.Υ.2 ως υπεύθυνη του Ποινικού Πρωτοκολλητείου του Ε. Δ. Πάφου, κλήθηκε για να καταθέσει τον φάκελο της Ποινικής Υπόθεσης 9490/
- Η μαρτυρία της Μ.Υ.1 δεν χρίζει αξιολόγησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Λόγω της παραδοχής του ενάγοντα ότι αυτός είναι δημόσιος υπάλληλος, προέχει η εξέταση του θέματος της παρανομίας και ο ενδεχομένως επηρεασμός των δικαιωμάτων των διαδίκων από αυτήν. Σημειώνω ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν περιέχεται στα δικόγραφα, και άρα θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα αυτεπάγγελτης εξέτασης από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Ιωάννου κ.α ν. Μουσκάλλη κ.α
(1997)1 ΑΑΔ 1595: « Η αυτεπάγγελτη εξέταση από το Δικαστήριο παρανομίας που παρουσιάζεται ενώπιον του αποτελεί δικαστικό καθήκον, το οποίο απορρέει από την εγγενή φύση της λειτουργίας του ως φύλακας εφαρμογής του νόμου, που είναι ο πυρήνας της δικαστικής λειτουργίας». Η παρανομία που μπορεί να δώσει λαβή σε αυτεπάγγελτη εξέταση της από το Δικαστήριο μπορεί να προκύπτει έκδηλα είτε από την ίδια τη σύμβαση είτε από την προσκομισθείσα μαρτυρία σε συσχετισμό με προς την σύμβαση (βλ. Αντιγόνη Χρίστου ν. S.D. Clinic Co Ltd, Πολ. Εφ. 10555 ημερομηνίας 19.12.2000). Το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προνοεί το ακόλουθα: «Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός εάν: (α) είναι κατά νόμο απαγορευμένος (β) είναι τοιάυτης δύσεως ώστε, εάν επιτραπεί, θα καταστρατηγεί τα διατάξεις οιουδήποτε νόμου ή (γ) συνιστά απάτην (δ) επάγεται ή ενέχη βλάβην εις το πρόσωπον ή την περιουσία ετέρου ή (ε) το Δικαστήριον ήθελε κρίνει τούτον ως αντικείμενον εις τα χρηστά ήθη ή την δημόσιαν πολιτική. Εν έκαστη των τοιούτων περιπτώσεων η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Πάσα συμφωνία ης ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος είναι άκυρος» Το πιο πάνω άρθρο έχει αποτελέσει αντικείμενο σε αριθμό υποθέσεων. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση στην Αγαθόκλης Μιχαήλ Αγαθοκλέους κ.α ν. Νίκης Λάππα Πολ. Εφ. 9825 ημερομηνίας 26.11.1998 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «(i) Το άρθρο 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 Το άρθρο 23 του Κεφ. 149 έχει εξεταστεί σε αρκετές υποθέσεις στις οποίες έχει τονιστεί ότι η διαπίστωση της ύπαρξης παρανομίας σε μια σύμβαση καθιστά ολόκληρη τη σύμβαση άκυρη (ίδε Kanaris v. Tosoun
(1969)1 C.L.R. 637, G.M. Platritis & Co n. Computer Patent Annuities
(1988)1 CLR 125, Χαράλαμπος ν. Daccache
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 269, όπως επίσης και τις αγγλικές αποφάσεις Anderson Ltd v. Daniel
(1924)1 K.B 138 και St John Shipping Corporation v. Joseph Rank Ltd
(1957)1 Q.B. 267). Στις πιο πάνω υποθέσεις τονίστηκε ότι η παρανομία σε μια σύμβαση παρατηρείται στη συνομολόγηση της ή στην εκτέλεση της. Αν η παρανομία επισημαίνεται στην συνομολόγηση της με απώτερο σκοπό τη διάπραξη ενός αδικήματος, η σύμβαση είναι ανεφάρμοστη. Αν η παρανομία προέρχεται και από τους δυο διάδικους η πρόθεση κατά την διάρκεια της συνομολόγησης είναι ουσιώδες και τούτο γιατί αν η πρόθεση είναι αμοιβαία ή σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί. (ίδε Cope v. Rowlands 2 N & W 149 και Bostel Brothers Ltd v. Hurlock
(1948)2 All E.R 312). Αν όμως η παρανομία προέρχεται από ένα συμβαλλόμενο, η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί από τον συμβαλλόμενο που είχε την παράνομη πρόθεση (Anderson Ltd v.Daniel (πιο πάνω))» (βλ. επίσης Δρουσιώτης ν. Ιερωνυμίδη
(1990)1 ΑΑΔ 1026, Χριστοφόρου Αθηνοδώρου κ.α ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου Πολ. Εφ. 10252 ημερομηνίας 27.4.2000, A and C Antoniou Resort Ltd v. Eleonora Hotel Apartments Ltd Πολ. Εφ. 10997, ημερομηνίας 13.9.2000, Μιχάλης Σκουτέλς ν. Ανδρέας Αγαπίου Πολ. Εφεση 11143, ημερομηνίας 26.3.2003). Οι προεκτάσεις του άρθρου 23 του Κεφ. 149 εξετάστηκαν στην υπόθεση Σολωμού ν. Vineyard Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9798 ημερ. 19.2.1998 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι, «Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό την διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο (Βλ. PollocΚ & Mulla 10η έκδοση, σ. 227-228) Ρητή απαγόρευση Στην υπόθεση Glamour Development Ltd v. Christodoulou
(1984)1 CLR 444, ο εφεσίβλητος, που ήταν Ανώτερος Πολιτικός Μηχανικός στο Τμήμα Ανάπτυξης Υδάτων της Κυβέρνησης, απαίτησε την καταβολή ποσού Λ.Κ.2450 για αρχιτεκτονικά σχέδια που συμφώνησε να ετοιμάσει προς όφελος των εφεσειόντων. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η συμφωνία ήταν παράνομη αφού (α) ερχόταν σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 64 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου που προνοεί ότι ένας δημόσιος υπάλληλος πρέπει να αφιερώνει όλες τις ώρες του στη Δημοκρατία και δεν μπορεί να απασχοληθεί σε κανένα άλλο επάγγελμα ή επιχείρηση χωρίς την σχετική άδεια του Υπουργού Οικονομικών και (β) ερχόταν σε αντίθεση με τη δημόσια πολιτική (public policy). Εφόσον δε το αντάλλαγμα ήταν παράνομο, η σύμβαση ήταν παράνομη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Στην υπόθεση Glamour Development Ltd (πιο πάνω) να σημειωθεί ότι υπήρξε ρητή αναφορά στην υπεράσπιση σε παρανομία και ακόλουθη ακυρότητα της σύμβασης ως εκ της πρόσκρουσης της στο άρθρο 64 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του
- Από την ενώπιον μου μαρτυρία, προκύπτει ότι ο ενάγοντας ήταν δημόσιος υπάλληλος, τουλάχιστον κατά τον χρόνο που έδιδε μαρτυρία. Επίσης από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι ο ενάγοντας μαζί με την σύζυγο του διατηρούσαν μέχρι και τον Αύγουστο του 2002 κατάστημα πώλησης σεντονιών, σκεπασμάτων, κουβερτών, κ.α ειδών στην Πόλη Χρυσοχούς. Για τους σκοπούς εξέτασης της ύπαρξης παρανομίας, ουσιώδης χρόνος, της ύπαρξης της πιο ιδιότητας του εναγόμενου είναι ο χρόνος συνομολόγησης της συμφωνίας. Η ενώπιον μου μαρτυρία δεν είναι τέτοια ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα, ότι κατά τον χρόνο της συνομολόγησης της συμφωνίας, ο ενάγοντας είχε την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου έτσι ώστε να μπορέσουν να τύχουν εφαρμογής στην περίπτωση του τα πιο πάνω. Η προκειμένη περίπτωση δεν είναι περίπτωση παρανομίας έκδηλης στην ίδια τη σύμβαση ή στη μαρτυρία, όπως στην υπόθεση Ιωάννου ν Μουσκαλλη (πιο πάνω). Στην παρούσα υπόθεση η έκθεση υπεράσπισης δεν περιέχει οποιαδήποτε γεγονότα, τα οποία να στηρίζουν τον ισχυρισμό για ύπαρξη παρανομίας και η σύμβαση μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία παρανομίας. Δεν έχει αποδειχτεί ενώπιον μου ότι ο ενάγοντας είχε πρόθεση να συμβληθεί κατά παράβαση του νόμου. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Με βάση την τοποθέτηση μου επί του αξιοπιστίας, βρίσκω ότι μπορώ να προβώ στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά ή περί τον Αύγουστο 2002 ο εναγόμενος, εξέδωσε προσωπικά στο όνομα και προς όφελος του ενάγοντα την επιταγή (Τεκμήριο 1) ημερομηνίας 25.9.2002 για το ποσό των Λ.Κ.3500.-. στα πλαίσια συμφωνίας για την πώληση της επίπλωσης, εμπορεύματος, και παράδοσης της κατοχής καταστήματος στην Πόλη Χρυσουχούς. Πληρώτρια τράπεζα ήταν η Λαϊκή Τράπεζα. Η επιταγή εμφανίστηκε μετά την ημερομηνία την σημειούμενη ως ημερομηνία έκδοσης, σε δύο περιπτώσεις, αλλά δεν πληρώθηκε. Μεσολάβησε εντολή του ενάγοντα προς την Τράπεζα που ανακαλούσε την πληρωμή. Η συμφωνία μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου, ήταν για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.6,000.- και της έκδοσης της επίδικης επιταγής, προηγήθηκε η καταβολή του ποσού των Λ.Κ.2,000.- το οποίο δόθηκε ως προκαταβολή. Ο εναγόμενος, μέχρι σήμερα παραλείπει να καταβάλει το ποσό της επίδικης επιταγής στον ενάγοντα. Σημαντικό εύρημα αποτελεί το αντάλλαγμα που προσφέρθηκε από τον ενάγοντα στον εναγόμενο που είναι παράδοση της επιχείρησης και του εξοπλισμού καθώς και του υποστατικού που στεγαζόταν και λαμβανομένου υπόψη ότι το μαχητό τεκμήριο ότι η επιταγή δόθηκε για νόμιμο αντάλλαγμα δεν ανατράπηκε, εφόσον η μαρτυρία του Μ.Υ.1 κρίθηκε αναξιόπιστη, ο εναγόμενος έχει αποτύχει να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Ο εναγόμενος έχει αποτύχει να αποδείξει είτε αποτυχία είτε ανυπαρξία αντιπαροχής ή την μη ύπαρξη καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, συνεπακόλουθα καθίσταται είναι εμφανές ότι η αγωγή θα πρέπει να επιτύχει και επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση προς όφελος του ενάγοντα και εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των 5980.11 ευρώ (Λ.Κ.3500.-). Η αξίωση για επιδίκαση τόκου προς 8% από την 25.9.2002, ημερομηνία έκδοσης της επιταγής, δεν προωθήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και ούτε βρίσκει έρεισμα στην μαρτυρία και ως εκ τούτου το δικαστήριο επιδικάζει νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Ενόψει της πιο πάνω κατάληψης και εφαρμόζοντας την αρχή ότι το επιτυχών μέρος δικαιούται στα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Κ. Κουνίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο