← Κύπρος

Clive Preece κ.α. ν. Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου, Αρ. Αγωγής: 3014/04, 07.04.2008

Clive Preece κ.α. ν. Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου, Αρ. Αγωγής: 3014/04, 07.04.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3014/04

  1. Clive Preece
  2. Ann Marie Preece Ενάγοντες V Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου Εναγομένης ___________________ 07.04.2008 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Ιωάννης Παπαζαχαρίας Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Ανδρέας Μάγος Απόφαση στην αίτηση, ημερ. 12.03.2008, για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης Με την επίδικη αίτηση οι Ενάγοντες-Αιτητές ( που στο εξής θα αποκαλούνται «Αιτητές») επιδιώκουν την εκτεταμένη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ η υπάρχουσα έκθεση απαίτησης αποτελείται ουσιαστικά από μια σελίδα, οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις καταλαμβάνουν έκταση δυόμιση περίπου σελίδων. Χρονικά η αίτηση υποβλήθηκε μετά την έναρξη της ακρόασης και πιο συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του Clive Preece (Μ.Ε.1). Η αίτηση Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ.1,3,4,5 και 6, Δ.48 Θ.1,2,4 και 9, και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη νομολογία και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μαριάννας Κωνσταντινίδου, Δικηγόρου, στην οποία αναφέρονται τα ουσιαστικά γεγονότα, στα οποία αυτή βασίζεται και η οποία έχει ως ακολούθως: «
  3. Είμαι δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο του κ. Ιωάννη Παπαζαχαρία, δικηγόρου των εναγόντων στην αγωγή υπό τον άνω αριθμό και τίτλο.
  4. Γνωρίζω από τους ενάγοντες και τα έγγραφα που τέθηκαν στη διάθεσή μας από αυτούς τα γεγονότα της παρούσα υπόθεσης.
  5. Διάβασα την συνημμένη αίτηση τροποποίησης και συμφωνώ πλήρως με το περιεχόμενό της.
  6. Η αγωγή καταχωρήθηκε και προωθήθηκε αρχικά από συνάδελφο που εδρεύει στη Λευκωσία και τον Μάρτιο 2007 έγινε αντικατάσταση του από τον κ. Ιωάννη Παπαζαχαρία. Ο προηγούμενος δικηγόρος είχε απωλέσει τον φάκελο της υπόθεσής του και μόλις πριν λίγες ημέρες ανευρέθη και μας διαβίβασε τα διάφορα έγγραφα και τα δικόγραφα και εκτιμούμε ότι είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί η έκθεση απαίτησης για παρουσίαση ενώπιον του δικαστηρίου πλήρους εικόνας των πραγματικών περιστατικών και για ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
  7. Πληροφορούμαι από τους ενάγοντες ότι κατά την ανάθεση της υπόθεσης στον πρώτο δικηγόρο από άγνοια του νόμου και/ή λόγω έλλειψης καλής επικοινωνίας και/ή επειδή ο ενάγοντας αρ. 1 απουσίαζε για δουλειές στο εξωτερικό, δεν του έδωσαν όλες τις πληροφορίες και έγγραφα που αφορούν την υπόθεση και τα οποία ο κ. Παπαζαχαρία θεωρεί σημαντικά και είναι επιθυμητό να δικογραφηθούν, ως η συνημμένη αίτηση περιλαμβανομένου του πωλητηρίου εγγράφου, ημερ. 18/6/2002, της επιταγής και του τρόπου πληρωμής του τιμήματος, της υποθήκης που επηρέαζε το επίδικο κτήμα και της εκδοθείσας πολεοδομικές άδειας. Επισυνάπτονται αντίστοιχα τεκμήρια 1,2,3 και
  8. Ειλικρινά πιστεύω ότι η τροποποίηση της Ε/Α της αγωγής είναι επιθυμητή και αναγκαία ώστε να προσδιορίζονται επακριβώς τα πραγματικά γεγονότα και η ουσία της διαφοράς κατά τις αρχές της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της καλής πίστης. Σε αντίθετη περίπτωση δυνατόν να επηρεασθούν οι ενάγοντες ως προς την ολοκληρωμένη παρουσίαση της υπόθεσής τους ενώπιον του Δικαστηρίου.
  9. Η αιτούμενη τροποποίηση ουδεμία βλάβη επιφέρει στην πλευρά των εναγομένων και δεν επηρεάζει τα δικαιώματά τους.
  10. Η διαδικασία της ακρόασης μόλις έχει αρχίσει με τη μαρτυρία του ενάγοντα αρ. 1 που δεν ολοκληρώθηκε ακόμα και δεν θα επηρεαστεί η προώθηση και ολοκλήρωσή της κατά οποιοδήποτε τρόπο.
  11. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, έντιμα και ειλικρινά πιστεύω ότι είναι λογικό και δίκαιο όπως το Σεβαστό Δικαστήριο επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση προς απονομή πλήρους και αληθινής δικαιοσύνης». Η ένσταση Η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση (που στο εξής θα αποκαλείται «Καθ' ης η αίτηση»), με γραπτή ένσταση, που καταχωρήθηκε στις 26.03.2008, αντικρούει την αίτηση. Η ένσταση στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  12. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται πολύ αργά και καθυστερημένα και αφορά ισχυρισμούς οι οποίοι εάν είναι αληθείς, ήσαν γνωστοί στους ενάγοντες-αιτητές τουλάχιστον κατά τη σύνταξη της Εκθεσης Απαίτησης, έχει ήδη δώσει μέρος της μαρτυρίας ο ενάγοντας αρ.
  13. Με τους ισχυριζόμενους λόγους που αναφέρονται στην ένορκο δήλωση της κ. Μαριάννας Κωνσταντινίδου από την Πάφο, ζητείται αναδόμηση της αξίωσης των εναγόντων.
  14. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση μεταβάλλεται σοβαρά και δυσμενώς η θέση της εναγομένης.
  15. Με την αιτούμενη τροποποίηση σκοπεύεται η εισαγωγή στην Εκθεση Απαίτησης μαρτυρίας η οποία δεν επιτρέπεται νομικά να περιέχεται σε δικόγραφα όπως είναι η Εκθεση Απαίτησης.
  16. Η ένορκος δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση είναι αντικανονική, λόγω του ότι περιέχει υπαλλακτικότητα στους ισχυρισμούς και δεν εκθέτει επακριβώς τους λόγους στους οποίους οφείλονται οι ισχυριζόμενες παραλείψεις των οποίων επιδιώκονται οι αλλαγές και θεραπεία.
  17. Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι αντικανονική καθ' ότι η ομνύουσα δεν έχει άμεση γνώση των γεγονότων της υπόθεσης.
  18. Η ενόρκως δηλούσα δεν μπορεί να προβεί στην ένορκο δήλωση καθ' ότι υπάρχει ασυμβίβαστο, καθ' ότι η εν λόγω ομνύουσα ήτο και Δικηγόρος της υπόθεσης». Νομική βάση της ένστασης αποτελούν οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.25, Θ.1,3,4,5 και 6, Δ.48, Θ.1,2,4 και 9, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και η νομολογία και υποστηρίζεται, σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα στα οποία βασίζεται, από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης, ημερ. 24.03.2008, η οποία έχει ως ακολούθως: «
  19. Είμαι η εναγόμενη στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
  20. Ο Δικηγόρος μου κ. Ανδρέας Μάγος μου ανέγνωσε τα Δικόγραφα τα οποία έχουν ετοιμαστεί για την πιο πάνω αγωγή συμπεριλαμβανομένης και της Αίτησης και Ενόρκου Δηλώσεως ημερ. 12/3/2008 των εναγόντων.
  21. Συγκεκριμένα μου εξηγήθηκε με προσοχή από το Δικηγόρο μου το περιεχόμενο της αίτησης και ενόρκου δηλώσεως των εναγόντων, ημερ. 12/3/
  22. Από ότι η ίδια πιστεύω και με βεβαιεί ο δικηγόρος μου κ. Ανδρέας Μάγος και με την δική του συμβουλή η αίτηση ημερ. 12/3/2007 με την οποία αξιούν την τροποποίηση της Εκθεσης Απαίτησης είναι παράτυπη και αντινομική και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί.
  23. Ειδικότερα η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και για τους πιο κάτω λόγους: (α) Η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται πολύ αργά και καθυστερημένα και αφορά ισχυρισμούς οι οποίοι εάν είναι αληθείς που αμφιβάλλω σε μεγάλο βαθμό, ήσαν γνωστοί στους ενάγοντες. (β) Με την αξιούμενη θεραπεία επιδιώκεται από την αρχή αναδόμηση της αξίωσης των εναγόντων εν σχέση με την αρχική αξίωση, εξ' ου και είναι καθαρό ότι ζητείται η διαγραφή όλων των παραγράφων της Εκθεσης Απαίτησης ημερ. 14/11/
  24. (γ) Η ένορκος δήλωση των αιτητών η οποία υποστηρίζει την αίτηση, είναι αντικανονική διότι εγένετο από πρόσωπο το οποίο δεν γνωρίζει τα σχετικά γεγονότα προς το επίδικο ζήτημα. (δ) Η ένορκος δήλωση της κας Κωνσταντινίδου περιέχει αναληθή γεγονότα και/ή μη πιστευτά και είναι αδιανόητο να ισχυρίζεται ότι περιήλθε εις χείρας του κ. Παπαζαχαρία στις 22/2/2007, άρχισε η ακρόαση της 18/2/2008, προηγουμένως η εν λόγω υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση 17/5/2007, 18/10/2007, 30/11/2007, 24/1/2008 και να ισχυρίζεται ότι ο φάκελος της υπόθεσης περιήλθε εις χείρας τους πριν λίγες μέρες. Από την ημέρα που έλαβε την υπόθεση ο κ. Παπαζαχαρία τόσο η Εκθεση Απαίτησης όσο και η Υπεράσπιση ευρίσκοντο στα χέρια τους. Είναι η ταπεινή μου γνώμη ότι η όλη διαγωγή τόσο των αιτητών όσο και της ομνύουσας κ. Κωνσταντινίδου είναι αντινομική και κακής πίστεως. (ε) Οι αιτητές επιδιώκουν με την αίτηση των να εισάξουν στα δικόγραφα των μαρτυρία η οποία δεν επιτρέπεται νομικά. (στ) Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή είναι νομικά αντινομική.
  25. Για τους πιο πάνω λόγους είναι η θέση μου ότι η αίτηση θα πρεπε να απορριφθεί για λόγους που εκτίθενται πιο πάνω.
  26. Για τους πιο πάνω λόγους ζητείται η απόρριψη της αίτησης ημερ. 12/3/2008 ως νομικά και ουσιαστικά αστήρικτης και επειδή χρησιμοποιούνται οι διαδικασίες του Δικαστηρίου καταχρηστικά με ζημία και βλάβη των συμφερόντων της εναγομένης». Νομική πτυχή Η Δ.25 Κ. 1 στην οποία στηρίζεται ουσιαστικά η παρούσα αίτηση έχει ως ακολούθως: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or attend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties» σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων». Η πιο πάνω διάταξη έτυχε ερμηνείας σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων, όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη (βλ. Ευριπίδου ν. Καννάουρου

(1985)1 C.L.R. 24, United Sea Transport Co. Ltd. v. Ζάκου
(1980)1 C.L.R. 510, Αννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R.. 607 και Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Αναμφίβολα λοιπόν η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, βάσει της Δ.25, είναι πλατιά. Κατά κανόνα άδεια για τροποποίηση δίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο βρει ότι ο αιτητής ενεργεί κακόβουλα ή ότι με την τροποποίηση θα επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό ο καθ' ου η αίτηση, ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωσή του με την πληρωμή εξόδων. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης συνοψίζονται στην Στέλιος Φοινιώτης V Greenmar Navigation Ltd και άλλων
(1989)1(Ε) ΑΑΔ σελ. 33, στην οποία αναφέρεται ότι: «
  1. Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα συμφέροντα του αντίδικου και ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη η τυχόν καθυστέρηση που δυνατό να επέλθει.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα, εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, και
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητα εμπόδια αλλά η ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται σε μια τέτοια περίπτωση με φειδώ ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο εκτροχιασμού της δίκης». Στην Δόμνα Ν. Χριστοδούλου V Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, επισημάνθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Το γεγονός είναι ότι η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης είναι φιλελεύθερη. Ομως, όπως έχει τονισθεί στην Ταξί Κυριάκος Λτδ V Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, «όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών». Αναλύοντας την πλατιά διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στην Ε. Φιλίππου Λτδ V Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 ΑΑΔ 24, στη σελ. 26, τονίσθηκε ότι: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Σύντομο ιστορικό Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν τα όσα προηγήθηκαν της υποβολής της αίτησης, όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο της δικογραφίας (Γεωργίου V Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938 στη σελ. 1943). Η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 04.11.2004 και επιδόθηκε προσωπικά στην Εναγόμενη στις 19.11.2004, η οποία καταχώρησε εμφάνιση στις 08.12.2004 και έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση στις 07.11.2005. Στις 31.05.2006 η Εναγόμενη καταχώρησε αίτηση για απόρριψη της αγωγής, λόγω παράλειψης προώθησής της, η οποία αποσύρθηκε στις 31.05.2006, αφού ενδιάμεσα και συγκεκριμένα στις 16.06.2006, οι Ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Στις 24.01.2007 υποβλήθηκε από το δικηγόρο της Εναγομένης αίτηση για να ορισθεί η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού προηγουμένως είχε επιδοθεί σε αμφότερους τους διαδίκους σχετική προς τούτο ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή, ημερ. 19.12.2006, δυνάμει της Δ.31 Κ.10
(1). Η υπόθεση ορίσθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 06.03.
  1. Εν τω μεταξύ στις 27.02.2007 καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου για τους Ενάγοντες, δυνάμει της Δ.3 Κ.
  2. Στις 06.03.2007 ζητήθηκε από τους δικηγόρους των διαδίκων ημερομηνία ακρόασης και ως εκ τούτου η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 17.05.
  3. Η υπόθεση έκτοτε αναβλήθηκε για ακρόαση στις 18.10.2007 και στη συνέχεια στις 30.11.2007, στις 24.01.2008, στις 11.02.2008 και στις 18.02.2008, οπότε και ξεκίνησε η ακρόαση, για να διακοπεί, κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του Μ.Ε.1, με αίτημα την υποβολή της παρούσας αίτησης. Εξέταση Λόγων Ενστασης Λόγος ένστασης αρ. 1 Με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η «επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται πολύ αργά και καθυστερημένα και αφορά ισχυρισμούς οι οποίοι εάν είναι αληθείς, ήσαν γνωστοί στους ενάγοντες-αιτητές τουλάχιστον κατά τη σύνταξη της Εκθεσης Απαίτησης, έχει ήδη δώσει μέρος της μαρτυρίας ο ενάγοντας αρ. 1». Κατ' ουσία η Καθ' ης η Αίτηση προσβάλλει τη βασιμότητα της αίτησης ισχυριζόμενη ότι όχι μόνο καταχωρήθηκε καθυστερημένα, αλλά και ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της συνδέεται με κακοπιστία. Αναμφίβολα στα κριτήρια εξέτασης παρόμοιων αιτήσεων συμπεριλαμβάνεται και ο χρόνος υποβολής της αίτησης. Χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει ότι η καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για την τροποποίηση δικογράφου δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για την επιτυχία της. Οπου όμως υπάρχει δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και, παρόλα αυτά, υπάρχει καθυστέρηση, αυτή πρέπει να αιτιολογείται (Federal Bank of Lebanon V Σιακόλα
(1999)1(Α) ΑΑΔ 44 στη σελ. 53). Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει αναλόγως των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της τροποποίησης (Saba and Co. (T.M.P.) V T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426 στη σελ. 432 και Federal Bank of Lebanon (SAL) V Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 223 στη σελ. 228). Στην προκείμενη περίπτωση η αναγκαιότητα αιτιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης είναι προφανής, εφόσον αυτή υποβλήθηκε τρία και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, ένα και πλέον χρόνο μετά την αλλαγή του δικηγόρου των Εναγόντων και αφού ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία. Δεδομένου δε του ότι η αίτηση για τροποποίηση δικογράφου είναι ενδιάμεση, τα κρίσιμα για την επιτυχία της γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των γεγονότων που αιτιολογούν την καθυστέρηση στην υποβολή της, είναι αυτά που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, με δυνατότητα αντεξέτασης (Δ.48 Κ.4
(2)και IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD V FASHIONWISE LTD
(2000)1(B) ΑΑΔ 1377 στις σελ. 1380 και 1381). Στην ένορκη δήλωση της Μαριάννας Κωνσταντινίδου, που υποστηρίζει την αίτηση, προβάλλονται ως λόγοι καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης οι ακόλουθοι: Α) Οτι η αγωγή καταχωρήθηκε αρχικά και προωθήθηκε από άλλο δικηγόρο και ο νυν δικηγόρος των Εναγόντων ανέλαβε την υπόθεση το Μάρτιο του 2007 Β) Οτι ο προηγούμενος δικηγόρος είχε απωλέσει το φάκελο της υπόθεσης, τον οποίο βρήκε πριν από λίγες ημέρες και διαβίβασε τα διάφορα έγγραφα και δικόγραφα στον νυν δικηγόρο και Γ) Οτι κατά την ανάθεση της υπόθεσης από τους Ενάγοντες στον πρώτο δικηγόρο από άγνοια του νόμου και/ή λόγω έλλειψης καλής επικοινωνίας και/ή επειδή ο Ενάγοντας αρ. 1 απουσίαζε για δουλειές στο εξωτερικό, δεν του έδωσαν όλες τις πληροφορίες και έγγραφα που αφορούν την υπόθεση και τα οποία ο κ. Παπαζαχαρία θεωρεί σημαντικά και επιθυμητό να δικογραφηθούν. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Εναγομένης εισηγήθηκε στην αγόρευσή του ότι οι ανωτέρω αιτιάσεις και ειδικότερα ο ισχυρισμός ότι ο προηγούμενος δικηγόρος των Εναγόντων είχε χάσει το φάκελο της υπόθεσης και ο ευπαίδευτος συνάδελφος του τον πήρε λίγες ημέρες προηγουμένως είναι «εφεύρημα δεύτερης σκέψης αν όχι οτιδήποτε άλλο», βασίζοντας αυτό του το επιχείρημα στο γεγονός ότι ο νυν δικηγόρος των Εναγόντων ουδέποτε έθεσε το συγκεκριμένο ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου, παρόλο που εμφανίσθηκε αρκετές φορές για την ακρόαση της υπόθεσης, ούτε έθεσε τέτοιο ζήτημα όταν ξεκίνησε η ακρόασή της στις 18.02.2008. Το πρώτο που θέλω να επισημάνω είναι, ότι τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν την τροποποίηση, δηλ. η υπογραφή και ακύρωση του προηγούμενου πωλητηρίου εγγράφου, ημερ. 18.06.2002, η εξόφληση της υποθήκης Υ2002/97 και η ύπαρξη της πολεοδομικής άδειας ΠΑΦ/1639/2003, είναι προφανές ότι ήταν γνωστά στους Ενάγοντες από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας, πριν ακόμη και από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και ότι η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας, ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος (βλ. και Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία V Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607 στη σελ. 611). Το ζήτημα λοιπόν που προκύπτει είναι γιατί η αίτηση δεν έγινε σε προγενέστερο χρόνο ή ακόμη και γιατί δεν συμπεριλήφθησαν αυτοί οι ισχυρισμοί στην έκθεση απαίτησης; Ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας ότι ο προηγούμενος δικηγόρος είχε χάσει το φάκελο της υπόθεσης είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, γενικός και αόριστος. Δεν εξειδικεύεται ούτε ο συγκεκριμένος χρόνος που χάθηκε ο φάκελος και εάν αυτό έγινε πριν ή μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ούτε εάν είχαν ενημερωθεί για αυτό οι Ενάγοντες. Πέραν τούτου δημιουργούνται και τα ακόλουθα ερωτήματα. Πως έγινε η αλλαγή του δικηγόρου των Εναγόντων και γιατί ο νυν δικηγόρος ανέλαβε την εκπροσώπησή τους, εφόσον δεν του είχε δοθεί ο φάκελος της υπόθεσης; Και γιατί αφού δεν είχε στα χέρια του τα δικόγραφα δεν απευθύνθηκε, είτε στο Πρωτοκολλητείο, είτε στον αντίδικό του για να του δώσει αντίγραφα; Γιατί δεν ανέφερε το συγκεκριμένο θέμα στο Δικαστήριο, αλλά αντί τούτου, όχι μόνο εμφανιζόταν πάντοτε έτοιμος για την ακρόαση της υπόθεσης, αλλά ξεκίνησε και την ακρόασή της; Είναι δυνατό να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός ότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Εναγόντων ξεκίνησε την ακρόαση της υπόθεσης, χωρίς να έχει στα χέρια του τα δικόγραφα και τα έγγραφα της υπόθεσης, όπως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα; Πως τέλος αφού δεν είχε στα χέρια του τα έγγραφα της υπόθεσης επιχειρήθηκε η κατάθεση του εγγράφου, ημερ. 18.06.2002, κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του Μ.Ε.1; Πέραν των ανωτέρω η ενόρκως δηλούσα δεν διευκρινίζει καν τον κατ' ισχυρισμό χρόνο ανεύρεσης του φακέλου της υπόθεσης από τον προηγούμενο δικηγόρο. Το μόνο που αναφέρει, επίσης γενικά και αόριστα, είναι ότι αυτό έγινε «πριν λίγες ημέρες», προφανώς εννοώντας λίγες ημέρες πριν τις 12.03.2008, που είναι η ημερομηνία της ένορκης δήλωσής της. Επιπρόσθετα η ενόρκως δηλούσα προβάλλει διαζευκτικούς και ουσιαστικά αλληλοαναιρούμενους ισχυρισμούς για τους λόγους που, κατά την ανάθεση της υπόθεσης στον προηγούμενο δικηγόρο, οι Ενάγοντες δεν του έδωσαν όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση. Πως αλλιώς μπορεί να χαρακτηρισθούν οι ισχυρισμοί της ότι αυτό έγινε «από άγνοια νόμου και/ή λόγω έλλειψης επικοινωνίας και/ή επειδή ο ενάγοντας αρ. 1 απουσίαζε για δουλειές στο εξωτερικό». Το βέβαιο είναι ότι η προβολή των συγκεκριμένων διαζευκτικών ισχυρισμών καθιστά την ένορκη δήλωση, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, ανεπαρκή και ασαφή, με την έννοια ότι η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο, αλλά περιέχει όσα κατά τον ενόρκως δηλούντα αποτελούν γεγονότα, τα οποία βέβαια μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν (βλ. EL FATH CO. FOR INTERNATIONAL TRADE S.A.E. V E.D.T. SHIPPING LTD. & και άλλος
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1255 στη σελ. 1270). Στη βάση των ανωτέρω παρατηρήσεων δεν μπορώ παρά να κρίνω ότι όχι μόνο δεν έχει δικαιολογηθεί από τους Αιτητές η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, αλλά και ότι, με τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσα, κάθε άλλο παρά έχει καταδειχθεί η καλή πίστη τους για την υποβολή της στο παρών στάδιο. Με κάθε σεβασμό, τόσο προς την ενόρκως δηλούσα, όσο και προς τον ευπαίδευτο δικηγόρο των Αιτητών, οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας στις παρ. 4 και 5 της ένορκης δήλωσής της, όχι μόνο δεν πείθουν ότι υποβλήθηκαν καλόπιστα, αλλά πολύ περισσότερο ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Παρά το ότι, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, η απόρριψη της αίτησης είναι μονόδρομος, θα εξετάσω τη βασιμότητα και των υπόλοιπων λόγων ένστασης, για να έχουν οι διάδικοι μια ολοκληρωμένη και συνολική εικόνα της άποψης του Δικαστηρίου σε όλα τα επιμέρους ζητήματα, που τίθενται με την ένσταση. Λόγοι ένστασης αρ. 2,3 και 4 Αυτοί οι λόγοι ένστασης αφορούν τη στόχευση των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων. Η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές επιδιώκουν την αναδόμηση της αξίωσης των εναγόντων, με την εισαγωγή μαρτυρίας η οποία δεν επιτρέπεται νομικά να περιέχεται στην έκθεση απαίτησης και παραπονούνται ότι σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα μεταβληθεί σοβαρά και δυσμενώς η θέση της. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου κανείς από τους αυτούς τους λόγους δεν ευσταθεί. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση είναι βεβαίως εκτεταμένη όμως δεν διαφοροποιεί τη βάση της αγωγής των Αιτητών, που είναι η ισχυριζόμενη παράβαση από την Καθ' ης η Αίτηση των όρων του πωλητηρίου εγγράφου, ημερ. 10.06.2003, ούτε και αλλάζει η αξιούμενη θεραπεία, που είναι η ειδική εκτέλεση του συγκεκριμένου εγγράφου. Οσον αφορά δε τον ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση ότι με την τροποποίηση θα μεταβληθεί δυσμενώς η θέση της, ειλικρινά δεν έχω αντιληφθεί με ποιο τρόπο θα ήταν δυνατό να γίνει κάτι τέτοιο και γιατί η Καθ' ης η Αίτηση δεν θα μπορούσε, σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων, τόσο της αίτησης, όσο και όσων θα χάνονταν, λόγω της τροποποίησης. Δεν είναι τυχαίο πιστεύω ότι η βασιμότητα αυτού του λόγου ένστασης δεν υποστηρίζεται ουσιαστικά, αλλά μόνο φραστικά, στην ένορκη δήλωση, που υποστηρίζει την ένσταση. Λόγος ένστασης αρ. 5 Η θέση του Δικαστηρίου για τη βασιμότητα του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, με αναφορά και σε σχετική νομολογία, έχει καταγραφεί, κατά την ενασχόληση με τον πρώτο λόγο ένστασης. Λόγοι ένστασης αρ. 6 και 7 Με αυτούς τους λόγους ένστασης η Καθ' ης η Αίτηση εισηγείται ότι η αίτηση είναι αντικανονική, διότι η ενόρκως δηλούσα δεν έχει άμεση γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, καθώς και ότι η κ. Κωνσταντινίδου δεν μπορεί να προβεί στην ένορκη δήλωση, λόγω ασυμβίβαστου, καθ' ότι ήταν και δικηγόρος της υπόθεσης. Οσον αφορά το πρώτο ζήτημα δεν κρίνω ότι η ένορκη δήλωση είναι αντικανονική, καθώς η ενόρκως δηλούσα αποκαλύπτει στην παρ. 2 την πηγή της πληροφόρησής της, που, όπως ισχυρίζεται, είναι οι Αιτητές και τα έγγραφα, που τέθηκαν από αυτούς στη διάθεσή της (βλ. C.T. Tobacco Ltd V Εταιρεία Εκδοσης Αρκτίνος Λτδ και άλλοι
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Οσον αφορά το ζήτημα του ασυμβίβαστου, από θεωρητική άποψη, θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση, ότι υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας δικηγόρου και μάρτυρα σε μια υπόθεση και αυτό με τη λογική ότι η ιδιότητα του μάρτυρα καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή του δικηγόρου στη διαδικασία ως λειτουργού της δικαιοσύνης (βλ. In Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329 και Τζεννάρο Περέλλα (Αρ.1)
(1995)1 ΑΑΔ 356). . Στην παρούσα διαδικασία όμως η κ. Κωνσταντινίδου έχει μόνο την ιδιότητα του μάρτυρα, καθώς δικηγόρος των Αιτητών είναι ο κ. Παπαζαχαρίας. Το γεγονός ότι η κ. Κωνσταντινίδου είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του κ. Παπαζαχαρία, κάτι που άλλωστε αναφέρει στην παρ. 1 της ένορκης δήλωσης, δεν δημιουργεί, κατά την ταπεινή μου άποψη, οποιοδήποτε κώλυμα και δη λόγω ασυμβίβαστου, ενόψει του ότι στη διαδικασία και το χειρισμό της παρούσας αίτησης η ίδια δεν έχει καμιά συμμετοχή, υπό την ιδιότητα της δικηγόρου. Η απόφαση στην Hull Blyth Araouzos
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 2042, στην οποία με έχει παραπέμψει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση, δεν νομίζω, με κάθε σεβασμό, πως ενισχύει την εισήγησή του. Κατάληξη Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και συναφώς απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και σε βάρος των Αιτητών και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Δ.25 Κ. 1 - Αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης - Εφαρμοστές αρχές) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.