← Κύπρος

ALPHA BANK LIMITED ν. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του Νίκου Θεμιστοκλέους, Αρ. Αγωγής: 3287/05, 18 Απριλίου, 2008

ALPHA BANK LIMITED ν. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του Νίκου Θεμιστοκλέους, Αρ. Αγωγής: 3287/05, 18 Απριλίου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3287/05 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED εκ Πάφου Εναγόντων - και -

  1. Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του Νίκου Θεμιστοκλέους εκ Γεροσκήπους, εκ Λευκωσίας
  2. Βασιλείας Ηροδότου εκ Γεροσκήπους
  3. Παναγιώτης Θεμιστοκλέους εκ Γεροσκήπους Εναγόμενων --------------------- Ημερομηνία: 18 Απριλίου, 2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Α. Πολυδώρου Για Εναγόμενους: κ. Α. Χουβαρτάς (κα Αρέστη για να ακούσει απόφαση) --------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, που στον ουσιώδη χρόνο διατηρούσαν το όνομα Lombard Natwest Bank Limited, στις 29.1.1992 συνήψανε γραπτή συμφωνία με το Νίκο Θεμιστοκλέους (Μ.Υ.1) - ο οποίος ενάγεται μέσω του Επίσημου Παραλήπτη, καθότι σε σχέση με την περιουσία του στις 14.10.2002 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής-, η οποία προνοούσε για τη λειτουργία λογαριασμού και/ή για τη χορήγηση δανείων και/ή τραπεζικών πιστώσεων και/ή διευκολύνσεων (βλ. το τεκμήριο 2). Ο Νίκος Θεμιστοκλέους (στο εξής «ο πρωτοφειλέτης») συμβλήθηκε προσωπικά και στο όνομα της εμπορικής επωνυμίας «N. TH. SMART EXTRA PAINT» την οποία διατηρεί από τις 7.6.1990 (βλέπε το τεκμήριο 3). Οι εναγόμενοι 2 και 3, - αδέλφια του πρωτοφειλέτη - με ξεχωριστό έγγραφο, (βλ. το τεκμήριο 4) εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την παραπάνω συμφωνία. Σε εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ εναγόντων και πρωτοφειλέτη, παραχωρήθηκε στο δεύτερο δάνειο υπό τύπον τρεχούμενου λογαριασμού. Το καλοκαίρι του 2000, ο πρωτοφειλέτης παρουσιάστηκε στους ενάγοντες και αφού τους παρέδωσε δυο επιταγές τραπεζών του εξωτερικού, μια για το ποσό των $8.000,00.- (βλ. το τεκμήριο 7) και η άλλη για το ποσό των $9.500,00.- (βλ. μέρος του τεκμηρίου 9), τις οποίες προηγουμένως είχε οπισθογραφήσει, ζήτησε από αυτούς να τις στείλουν στο εξωτερικό για πληρωμή. Έτσι και έγινε. Οι επιταγές εστάλησαν στο εξωτερικό για πληρωμή ταχυδρομικώς και αφού παρήλθε η σχετική προθεσμία που προβλέπεται για το ξεκαθάρισμα τους και πληρώθηκαν στους ενάγοντες, οι τελευταίοι κατέθεσαν το προϊόν τους (ισόποσο σε Λίρες Κύπρου) στο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη (βλ. το τεκμήριο 5). Συγκεκριμένα, στις 21.6.2000 κατατέθηκε το ποσό των £5.694,75.- σε σχέση με την επιταγή των $9.500,00.- και στις 3.7.2000, το ποσό των £4.735,22.- σε σχέση με την επιταγή των $8.000,00.- Όταν αργότερα οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν από τις τράπεζες του εξωτερικού ότι και οι δυο επιταγές ήταν πλαστογραφημένες και συνεπεία αυτού, υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν άμεσα το προϊόν τους σ' αυτές, με τη σειρά τους προέβησαν σε χρέωση του λογαριασμού του πρωτοφειλέτη με τα αντίστοιχα ποσά σε Λίρες Κύπρου. Συγκεκριμένα, στις 5.12.2000 ο λογαριασμός του πρωτοφειλέτη χρεώθηκε με το ποσό των £5.197,82.-, το οποίο αφορά την αξία της επιταγής των $8.000,00.- και στις 19.7.2001, με το ποσό των £6.305,72.-, πλέον τόκοι £594,27.-, το οποίο αφορά την αξία της επιταγής των $9.500,00.- Επισημαίνεται πως όλα τα πιο πάνω γεγονότα, είτε δηλώθηκαν ως παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων, είτε αποτελούν ισχυρισμούς που παρέμειναν αναντίλεκτοι. Το άθροισμα των τριών ποσών, ως ανωτέρω, ανέρχεται σε £12.097,81.- και συνθέτει τη βασική αξίωση των εναγόντων εναντίον των τριών εναγόμενων. Οι εναγόμενοι, για διάφορους λόγους που προκύπτουν από τη μακροσκελή τους υπεράσπιση αρνούνται ότι οι ενάγοντες δικαιούνται σε ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης, ενώ ο εναγόμενος 1, δυνάμει ανταπαίτησης, αξιώνει εναντίον των εναγόντων, ειδικές, γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις, οι πρώτες ύψους £20.000,00.-, για ισχυριζόμενη ζημιά που υπέστη ο πρωτοφειλέτης εξαιτίας των συνεχών παραβάσεων των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων έναντί του, οι οποίες απορρέουν από την επίδικη συμφωνία. Είναι η θέση των εναγόμενων, (πρωτοφειλέτη και εγγυητών) ότι ουδέποτε παρέλαβαν την επιστολή τερματισμού λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού του πρωτοφειλέτη. Περαιτέρω, ότι όλες οι ενέργειες σε σχέση με τις δυο επιταγές δολαρίων Αμερικής, έγιναν εκ μέρους των εναγόντων μονομερώς, παράνομα αντισυμβατικά, δόλια και αμελώς, με αποτέλεσμα την απαλλαγή των ιδίων από οποιαδήποτε ευθύνη έναντί τους. Σ' αυτά τα πλαίσια και ο δικογραφημένος ισχυρισμός τους, ότι ενώ η συμφωνία μεταξύ εναγόντων και πρωτοφειλέτη προνοούσε για την παραχώρηση στο δεύτερο τρεχούμενου λογαριασμού «με ανώτατο όριο παρατραβήγματος» το ποσό των £3.000,00.-, όση ήταν και η ευθύνη των εναγόμενων 2 και 3 ως εγγυητών, οι ενάγοντες, με δική τους ευθύνη επέτρεψαν να γίνει υπέρβαση του ορίου αυτού. Από την άλλη, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει του τεκμηρίου 8 τερμάτισαν καθόλα νόμιμα τον επίδικο λογαριασμό, ενώ σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό των εναγόμενων όριο του λογαριασμού, πρόβαλαν τη θέση, ότι το ποσό των £3.000,00.- καθορίστηκε αρχικά για σκοπούς παρακολούθησης και μόνο, αφού ήταν στην απόλυτη τους κρίση να το αυξομειώσουν στη πορεία. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά τους, τις αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης ενός εκάστου αυτών αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία, ότι και οι τρεις μάρτυρες των εναγόντων κατέθεσαν στο δικαστήριο την αλήθεια, σε βαθμό που η μαρτυρία τους, επί της ουσίας, γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Και οι τρεις, καθόλη τη διάρκεια που κατέθεταν ήταν σοβαροί, σταθεροί και πειστικοί. Ιδιαίτερα οι Μ.Ε.1 και 2, που εκπροσωπούν άμεσα τους ενάγοντες και κατ' επέκταση τα συμφέροντά τους, καθότι υπάλληλοί τους, για καθετί που ανάφεραν ήσαν τεκμηριωμένοι, αφού αυτό, είτε υποστηρίζεται, είτε επιβεβαιώνεται, είτε τέλος συμπληρώνεται και από το περιεχόμενο ενός σημαντικού αριθμού εγγράφων, παραδεκτών γεγονότων ή και ομολογιών ακόμη τόσο του πρωτοφειλέτη, όσο και των εγγυητών του - εναγόμενων 2 και
  4. Αναφορικά με τη Μ.Ε.3 Χρύσω Κάιζερ, δεν προτίθεμαι να πω πολλά, για να αιτιολογήσω το συμπέρασμά μου ότι κατάθεσε στο δικαστήριο την αλήθεια. Εκτός από το γεγονός, ότι και αυτή η μάρτυρας, για ό,τι κατάθεσε, επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων (βλ. τα τεκμήρια 10, 11, 12 και 13) επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί πως δεν αντεξετάστηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων. Ακολουθεί, αναλυτικά, παράθεση μερικών από τους λόγους για τους οποίους δέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Ε.1, 2 και 3, με αναφορά στο μαρτυρικό υλικό. Η Μ.Ε.1 Κούλλα Θρασυβούλου, ανάφερε ότι στον ουσιώδη χρόνο ήταν υπεύθυνη στο τμήμα τρεχούμενων λογαριασμών στην υπηρεσία των εναγόντων και υπόγραφε διάφορες συμβάσεις που αφορούσαν παροχή διευκολύνσεων. Παρουσίασε στο δικαστήριο το τεκμήριο 2, που είναι η επίδικη συμφωνία την οποία υπόγραψε ο πρωτοφειλέτης στην παρουσία της, δυνάμει της οποίας, οι ενάγοντες του παραχώρησαν υπό μορφή διευκόλυνσης τρεχούμενο λογαριασμό, ως επίσης και το τεκμήριο 4, που είναι το έγγραφο εγγύησης, που υπόγραψαν, επίσης στην παρουσία της, οι εναγόμενοι 2 και
  5. Ισχυρίστηκε η μάρτυρας ότι το ύψος ορίου του συγκεκριμένου λογαριασμού, αρχικά και τούτο για σκοπούς παρακολούθησης, καθορίστηκε από τους ενάγοντες σε £3.000,00.- και περαιτέρω, ότι ήταν στην απόλυτη τους κρίση, βάσει της επίδικης συμφωνίας, στην πορεία να το αυξομειώσουν. Ο ισχυρισμός της ότι ο καθορισμός του ορίου του συγκεκριμένου λογαριασμού ήταν στην απόλυτη κρίση των εναγόντων επιβεβαιώνεται πλήρως από το περιεχόμενο του όρου 1 της επίδικης συμφωνίας και εδώ θα πρέπει να σημειωθεί, ότι ο πρωτοφειλέτης δέχθηκε ότι η συμφωνία την οποία συνομολόγησε με τους ενάγοντες, δυνάμει της οποίας του παραχωρήθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός είναι το τεκμήριο
  6. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό της μάρτυρος, ότι η εγγύηση που υπόγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 3 ήταν για απεριόριστο ποσό, ισχυρισμός που επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της πρόνοιας 2 του τεκμηρίου 4 (έγγραφον εγγυήσεως). Ο ισχυρισμός της Μ.Ε.1 ότι παρακολουθούσε τον επίδικο λογαριασμό (τεκμήριο 5) από την έναρξη λειτουργίας του μέχρι και το τέλος του 2000 που την αντικατέστησε ο Μ.Ε.2, δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε ότι τα τεκμήρια 2 και 4 υπεγράφησαν από τους πρωτοφειλέτη και εναγόμενους 2 και 3 αντίστοιχα έχει αμφισβητηθεί. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό της ότι ο πρωτοφειλέτης αφού οπισθογράφησε τις επίδικες επιταγές δολαρίων Αμερικής, τις παρέδωσε στους ενάγοντες την 1.6.2000, με οδηγίες όπως αυτές σταλούν στο εξωτερικό για πληρωμή και το προϊόν τους κατατεθεί στο λογαριασμό του. Ο Μ.Ε.2 Χριστάκης Π'' Χριστοδούλου, τον Οκτώβρη του 2000 διαδέχθηκε τη Μ.Ε.1 και έκτοτε, είχε την ευθύνη παρακολούθησης του λογαριασμού του πρωτοφειλέτη. Ο μάρτυρας, αφού αναφέρθηκε με κάθε λεπτομέρεια στο πρόβλημα που προέκυψε σε σχέση με τις επίδικες επιταγές, όταν αυτές διαπιστώθηκε πως ήταν πλαστογραφημένες και τούτο, με αναφορά σε έγγραφα (βλ. τα τεκμήρια 6, 7 και 9), περαιτέρω, πότε και γιατί χρεώθηκε ο λογαριασμός του πρωτοφειλέτη με την αξία των εν λόγω επιταγών, ισχυρίστηκε ότι μετά τη πρώτη χρέωση και συγκεκριμένα του ποσού των £5.197,82.- που αφορούσε την αξία της επιταγής των $8.000,00,- ο ίδιος καθώς και ο διευθυντής του καταστήματος, επικοινώνησαν με τον πρωτοφειλέτη, προκειμένου να βρουν λύση σε σχέση με το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του. Επειδή δεν υπήρξε καμιά ανταπόκριση εκ μέρους του, μα ούτε και από την αδελφή του - εναγόμενη 2, στις 10.1.2001, με επιστολή την οποία υπόγραψε ο ίδιος και η συνάδελφος του Μ. Γεωργίου, η οποία στάλθηκε στον πρωτοφειλέτη και κοινοποιήθηκε στους εγγυητές του, οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού (βλ. το τεκμήριο 8). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω τα εξής: Μολονότι, τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και οι εγγυητές του επέμεναν ότι ουδέποτε παρέλαβαν την επιστολή τερματισμού των εναγόντων, καταρχήν, αυτό δε σημαίνει πως αυτή δεν τους έχει σταλεί. Ωστόσο και ότι έχει σταλεί η εν λόγω επιστολή και ότι έχει παραλειφθεί τόσο από τον πρωτοφειλέτη όσο και από τους εγγυητές του έχει αποδειχθεί. Σε σχέση με το πρώτο είναι αρκετό να λεχθεί, πέραν από το γεγονός ότι έχω δεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, το επίσης γεγονός, ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους η αποστολή της επιστολής. Σε σχέση τώρα με το δεύτερο επικαλούμαι το νομολογιακό τεκμήριο, σύμφωνα με το οποίο, μια επιστολή που έχει ταχυδρομηθεί χωρίς να έχει επιστραφεί στον αποστολέα της, έχει παραδοθεί στον παραλήπτη (βλ. Θεοδώρου v. Ηγούμενος Μοναστηρίου Κύκκου,

(1965)1 C.L.R. 9, και το σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης «Μια πρακτική προσέγγιση» του Τάκη Ηλιάδη, σελ. 44). Από την αντιπαραβολή του τεκμηρίου 8 (επιστολή τερματισμού) με τα τεκμήρια 2 και 4 (επίδικη συμφωνία και έγγραφο εγγύησης αντίστοιχα) προκύπτει ότι η επιστολή τερματισμού των εναγόντων στάλθηκε στη διεύθυνση του πρωτοφειλέτη και των εγγυητών του που αναγράφεται στα τεκμήρια 2 και
  1. Κανένας από τους παραπάνω, ισχυρίστηκε ότι διέμενε οπουδήποτε αλλού κατά το χρόνο αποστολής της επιστολής. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του μάρτυρα, ότι ο καθορισμός του ύψους της τραπεζικής διευκόλυνσης που παραχωρήθηκε στον πρωτοφειλέτη, ήταν στην απόλυτη κρίση των εναγόντων, παραπέμπω και πάλι στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 2, αλλά και στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 που συνάδει απόλυτα με τη δική του επί του προκειμένου και όχι μόνο. Ο ισχυρισμός του τέλος, ότι οι ενάγοντες, όταν οι επίδικες επιταγές επεστράφησαν από τις τράπεζες του εξωτερικού ως πλαστογραφημένες, χρέωσαν το λογαριασμό του πρωτοφειλέτη με το ισάξιό τους σε Λίρες Κύπρου, βάσει της συμφωνίας που συνήψανε μαζί του, δηλαδή νόμιμα και όχι αυθαίρετα όπως ήταν η θέση των εναγόμενων, έχει απόλυτο έρεισμα στον όρο 4 του τεκμηρίου
  2. Από τη μαρτυρία της Μ.Ε.3, που επαναλαμβάνω παρέμεινε αναντίλεκτη, σε συνδυασμό και με τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2, προκύπτει ότι σε σχέση με τον ίδιο λογαριασμό (τεκμήριο 5) και την ίδια συμφωνία μεταξύ εναγόντων και πρωτοφειλέτη (τεκμήριο 2) οι ενάγοντες καταχώρησαν και την αγωγή 778/01 εναντίον των ιδίων προσώπων που ενάγονται και στην παρούσα αγωγή, υπό την ίδια ακριβώς ιδιότητα. Στις 13.9.2004 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον και των τριών εναγόμενων, για μέρος της αξίωσης των εναγόντων, οι οποίοι απέσυραν την αξίωσή τους για το ποσό των £12.097,81.-, σε σχέση με τις δυο επιταγές που επεστράφησαν ως πλαστογραφημένες, χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος τους να καταχωρήσουν νέα, κάτι που έπραξαν με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Αλγεινή είναι η εντύπωσή μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας τόσο του πρωτοφειλέτη, Νίκου Θεμιστοκλέους, ο οποίος κατέθεσε ως Μ.Υ.1, όσο και των εγγυητών του - εναγόμενων 2 και 3, οι οποίοι κατέθεσαν ως Μ.Υ.2 και 3 αντίστοιχα, σε σημείο που η εκδοχή και των τριών, στο βαθμό που έρχεται σε αντίθεση με την εκδοχή των μαρτύρων των εναγόντων απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Και οι τρεις, με όσα ανάφεραν, που κατά βάση ήταν γενικοί, αόριστοι και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης ισχυρισμοί, συν τοις άλλοις, ήρθαν σε σύγκρουση με το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων - αλλά και μεταξύ τους. Η μαρτυρία και των τριών βρίθει αρκετών αντιφάσεων και ανακριβειών, ενώ διάχυτη ήταν η προσπάθειά τους με όσα ανάφεραν, να αποστούν της ευθύνης τους έναντι των εναγόντων. Ούτε και μου διαφεύγει τέλος, ότι σημαντικός αριθμός ερωτήσεων που τους υποβλήθηκαν κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, ήταν καθοδηγητικές. Αρχίζοντας από τον πρωτοφειλέτη Νίκο Θεμιστοκλέους, παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, ενώ από τη μια ισχυρίστηκε ότι το δάνειο που του χορηγήθηκε από τους ενάγοντες ήταν για συγκεκριμένο όριο, από την άλλη, ανάφερε ότι για να του δώσουν ένα δάνειο £3.000,00.- με £4.000,00.- ήθελαν δυο εγγυητές. Το απόσπασμα που ακολουθεί από την κυρίως εξέταση του, θεωρώ πως αποτελεί επαρκή αιτιολογία για την κρίση μου σε σχέση με την ποιότητα της μαρτυρίας του. « Ε: Εκτός από αυτές τις δυο επιταγές για τις οποίες σου κίνησε αγωγή η τράπεζα, είχες οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα με την Alpha Bank με άλλες επιταγές; Α: Όχι. Ε: Γι' αυτές τις δυο επιταγές, εσύ όταν τις έκαμες κατάθεση, μίλησες με την τράπεζα τι έγιναν; Α: Βέβαια, παρακολουθώ την κατάσταση, παρακολουθώ το λογαριασμό, γιατί επερίμενα τις 20 με 30 μέρες να λήξουν, για να στείλω το εμπόρευμα. Ε: Μίλησες με την τράπεζα; τι έγιναν; Α: Όϊ, εν μου είπε κανένας τίποτε. Μετά από ένα, δυο χρόνια, μου είπαν ότι οι επιταγές εν εντάξει. Ε: Η τράπεζα λέει ότι γι' αυτό το λογαριασμό σου έστειλε μια επιστολή τερματισμού του στις 10.1.
  3. Την πήρες; Α: Ουδέποτε έπιασα τέτοια επιστολή, αλλά 10.
  4. δε γίνεται. Ε: Όταν σε ενημέρωσε η τράπεζα γι' αυτές τις επιταγές που είπες, τί σου είπε δηλαδή συγκεκριμένα η τράπεζα; Α: Εν τζιαί κάλεσε με κανένας. Σε καμιά περίπτωση πήγα στην τράπεζα εγώ να μιλήσω με κάποιο ή να μου τηλεφωνήσει ή να με ειδοποιήσει. Ε: Όταν λες ότι σε ειδοποίησαν αρκετό καιρό μετά, ένα, δυο χρόνια μετά, τί σου είπαν; Α: Κατευθείαν αγωγή, που πήρα τα χαρτιά για την αγωγή. » Μου φαίνεται πως, ούτε ο πρωτοφειλέτης μπορεί να εξηγήσει πως συνάδει ο ισχυρισμός του, ότι ένα με δυο χρόνια μετά την κατάθεση των επιταγών, οι ενάγοντες του είπαν ότι αυτές είναι εντάξει, με τον άλλο του ισχυρισμό, ότι, βασικά, αυτό που ήθελε να πει είναι ότι καταχώρησαν κατευθείαν αγωγή εναντίον του. Δε νομίζω να χρειάζεται να πω οτιδήποτε σε σχέση με όσα ανάφερε αναφορικά με την αγωγή 778/01, εκτός από το να παραπέμψω απευθείας στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 10 και 11 που το διαψεύδει. Αναφορικά τώρα με όσα ανάφερε (εν πολλοίς ασυνάρτητα) που περιστρέφονται γύρω από την αξίωσή του δυνάμει ανταπαίτησης, η οποία κατ' ουδένα λόγο έχει αποδειχθεί, περιορίζομαι να παραθέσω αυτούσια την απάντηση του στην ερώτηση του δικηγόρου του, αν έπαθε οποιαδήποτε ζημιά που έκλεισε ο επίδικος λογαριασμός του. Καθώς έχει αναφέρει «Βεβαίως, το κυριότερο είναι ότι ζητά η τράπεζα να πληρώσουμε για δεύτερη φορά τα λεφτά που πληρώσαμε». Αυτή λοιπόν είναι η ζημιά που προκλήθηκε στον πρωτοφειλέτη εξαιτίας του κλεισίματος του λογαριασμού του από τους ενάγοντες, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν ισχύει, αφού ουδέποτε μέχρι σήμερα, είτε αυτός, είτε κάποιος από τους εγγυητές του κατέβαλαν το ποσό που διεκδικούν εναντίον και των τριών οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή. Αφήνω που ο ίδιος, κάποια στιγμή, ομολόγησε πως δεν έχει πληρώσει το ποσό των δυο επιταγών. Λίγο πολύ, οι παραπάνω διαπιστώσεις ισχύουν και για την ποιότητα της μαρτυρίας των εναγόμενων 2 και
  5. Η εναγόμενη 2, (Μ.Υ.2), μολονότι δεν ήξερε πότε εγγυήθηκε τον αδελφό της ισχυρίστηκε ότι τον εγγυήθηκε για £3.000,00.- με £3.500,00.-. Αντεξεταζόμενη δε, αν και επέμενε πως η εγγύησή της δεν ήταν για απεριόριστο ποσό, όπως της υποβλήθηκε, εντούτοις, δέχθηκε ότι υπόγραψε το σχετικό έγγραφο. Θα έλεγα ότι ο ισχυρισμός της, ότι το ποσό για το οποίο εγγυήθηκε τον αδελφό της ήταν συγκεκριμένο, που προφανώς, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί δεν ευσταθεί, δεν άπτεται απλά της αξιοπιστίας της - καλύτερα, της αναξιοπιστίας της - ως μάρτυρος. Την ίδια ώρα ενισχύει περαιτέρω τη θέση των Μ.Ε.1 και 2, ότι το όριο των £3.000,00.- τέθηκε αρχικά για σκοπούς παρακολούθησης, ενώ η ευθύνη των εναγόμενων 2 και 3 ως εγγυητών του πρωτοφειλέτη έναντι των εναγόντων, ήταν για απεριόριστο ποσό. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης 2, ότι ουδέποτε έμαθε από την τράπεζα ότι ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα μου προκαλεί κατάπληξη. Και τούτο, σε συνδυασμό με τον άλλο της ισχυρισμό, πως, ό,τι έμαθε της το είπε ο αδελφός της (πρωτοφειλέτης). Διερωτώμαι ειλικρινά, πως είναι δυνατό η εναγόμενη να δηλώνει τα πιο πάνω, όταν σε σχέση με τον ίδιο λογαριασμό, της επιδόθηκε από τους ενάγοντες η αγωγή 778/01, στο πλαίσιο της οποίας στις 13.9.2004 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση και εναντίον της. Και τι να πω για τον ισχυρισμό της πως δεν έχει ιδέα τι ζητά η τράπεζα (ενάγοντες) με την παρούσα αγωγή. Άξιος σχολιασμού είναι και ο ισχυρισμός της, ότι σε σχέση με την αγωγή 778/01, πληρώνει £200,00.- το μήνα «από την πρώτη μέρα που έκλεισε» αν ληφθεί υπόψη ότι ο πρωτοφειλέτης, εν τέλει, ομολόγησε πως δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό για το ίδιο θέμα, ενώ ο εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε ότι το δικαστήριο αποφάσισε να πληρώνει με την αδερφή του (εναγόμενη 3) από £100,00.- το μήνα, μέχρι του ποσού των £4.000,00.-. Στα πιο πάνω, θα πρέπει να προστεθεί και η αρνητική απάντηση που έδωσε, όταν αντεξεταζόμενη από τον κ. Πολυδώρου, ρωτήθηκε αν για τον επίδικο λογαριασμό, πριν από 7 χρόνια περίπου της κίνησαν καμιά αγωγή. Αντί άλλου σχολίου, παραπέμπω απευθείας στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 10 και 11 που μιλά από μόνο του. Ο εναγόμενος 3, κι' αυτός, από ό,τι θυμόταν, εγγυήθηκε τον αδελφό του για £3.000,00.-. Ούτε και αυτός πήρε οποιαδήποτε επιστολή από την τράπεζα σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, μολονότι, ούτε ο ίδιος, μα ούτε και η αδελφή του καθώς και ο πρωτοφειλέτης (που συμπτωματικά κανένας τους δεν πήρε την επιστολή τερματισμού των εναγόντων) αρνήθηκαν την αποστολή της, είτε ακόμη, δήλωσαν οποιαδήποτε άλλη - διαφορετική διεύθυνση από αυτή που αναγράφεται στο τεκμήριο
  6. Ενώ και αυτός αρνήθηκε ότι η εγγύηση του ήταν για απεριόριστο ποσό και ισχυρίστηκε πως δεν υπόγραψε «έτσι χαρτί» που να γράφει απεριόριστο ποσό, δέχθηκε ότι υπόγραψε εγγύηση για τον επίδικο λογαριασμό. Βέβαια, η ουσία επί του προκειμένου, έγκειται στο εξής: το μόνο έγγραφο που έχει τεθεί ενώπιόν μου και αναντίλεκτα φέρει την υπογραφή και του εναγόμενου 3, είναι το τεκμήριο 4, από το οποίο προκύπτει σαφώς ότι η εγγύησή του ήταν για απεριόριστο ποσό. Και τι να πω για την άρνησή του στις υποβολές που του έγιναν, ότι πριν από 7 χρόνια του επιδόθηκε η αγωγή 778/01 για το ίδιο θέμα και ότι ήταν παρών και δέχθηκε απόφαση σ' αυτή. Το περιεχόμενο των τεκμηρίων 10 και 11 όχι μόνο επιβεβαιώνει τις παραπάνω θέσεις των εναγόντων, αλλά, την ίδια ώρα διαψεύδει τον εναγόμενο για ό,τι γενικά ανάφερε σε σχέση με τα πιο πάνω και γενικά για οτιδήποτε άλλο, συναφές με αυτά, όπως για παράδειγμα, ότι δήθεν στη μια μόνο φορά που καθ' ομολογία που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο για την αγωγή 778/01, το δικαστήριο αποφάσισε να πληρώνει από £100,00.- με την αδελφή του. Ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν νόμιμα τον επίδικο λογαριασμό, πέραν όσων έχω αναφέρει, προκύπτει και από το περιεχόμενο του όρου 3 του τεκμηρίου 2 (συμφωνία μεταξύ εναγόντων και πρωτοφειλέτη), ο οποίος παρέχει δικαίωμα στους ενάγοντες, οποτεδήποτε θελήσουν και μάλιστα χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να τερματίσουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού του κ.λ.π. Επιπλέον, στο ίδιο έγγραφο, εδράζεται και το δικαίωμα των εναγόντων να χρεώσουν τον επίδικο λογαριασμό με το προϊόν των δυο (επίδικων) επιταγών, μιας και σ' αυτόν κατατέθηκαν, αφού προηγουμένως είχαν οπισθογραφηθεί από τον πρωτοφειλέτη, σ' αυτόν κατατέθηκε το προϊόν τους από τους ενάγοντες, όταν οι επιταγές πληρώθηκαν καταρχήν από τις τράπεζες του εξωτερικού και ο πρωτοφειλέτης ομολόγησε, τόσο ότι καρπώθηκε το συνολικό ποσό των £12.097,81.- όσο και ότι ουδέποτε το έχει επιστρέψει στους ενάγοντες. Ο όρος 4 του τεκμηρίου 2, παρέχει δικαίωμα στην τράπεζα να χρεώνει τον πελάτη με οποιαδήποτε ποσά οφειλόμενα και πληρωτέα από αυτόν, μεταξύ άλλων, ως οπισθογράφου συναλλαγματικής μη δεόντως πληρωθείσης, ως επίσης και με κάθε ποσό οφειλόμενο και πληρωτέο από τον πελάτη εξαιτίας οποιασδήποτε άλλης αιτίας. Η ευθύνη των εναγόμενων 2 και 3 έναντι των εναγόντων, για όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη που απορρέουν από τη συμφωνία (τεκμήριο 2) θεμελιώνεται πλήρως στην πρόνοια 2 του τεκμηρίου 4, ενώ η πρόνοια 5 (α) του ίδιου εγγράφου παρέχει εξουσία στους ενάγοντες κατά την απόλυτή τους κρίση και χωρίς οποιαδήποτε άλλη συγκατάθεση των εναγόμενων 2 και 3 ή επηρεασμό της ευθύνης τους βάσει της εγγύησής τους, να τερματίζουν και/ή ελαττώνουν και/ή αυξάνουν και/ή τροποποιούν τις χρηματοδοτήσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παρέχουν στον πρωτοφειλέτη. Ακολουθεί πως όλες οι ενέργειες των εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν νόμιμες και μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας που συνήψανε με τον πρωτοφειλέτη και των όρων εγγύησης των εναγόμενων 2 και
  7. Όλες οι πιο πάνω διαπιστώσεις καθώς και τα συμπεράσματά μου διαγράφουν την επιτυχία της αγωγής. Οι εναγόμενοι τίποτα δεν έχουν αποδείξει απ' όσα συνθέτουν την υπεράσπισή τους, ενώ ο εναγόμενος 1, επιπλέον, την ανταπαίτησή του. Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων το ποσό των £12.097,81.- με τόκο 11% επί του ποσού αυτού από 1.7.2001 μέχρι εξοφλήσεως. Ωστόσο, ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους, κατά τη διάρκεια της τελικής του αγόρευσης, με κάλεσε να εκδώσω απόφαση για το ίδιο ποσό, όμως, με τόκο προς 9% (όπως προνοεί ο όρος 2 (α) του τεκμηρίου 2). Προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5, ότι το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός του πρωτοφειλέτη στις 19.7.2001 ήταν £16.737,52.- πλέον τόκοι προς 11% από 1.7.
  8. Με αφαίρεση του ποσού για το οποίο εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή 778/01, το υπόλοιπο ποσό, πλέον τόκοι 9% από 1.7.2001 συνιστούν και αποδεικνύουν πλήρως την απαίτηση των εναγόντων εναντίον και των τριών εναγόμενων. Σε σχέση με τους εναγόμενους 2 και 3, νομιμοποιητική της σχετικής αξίωσης των εναγόντων είναι και η πρόνοια 18 του τεκμηρίου
  9. Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €20.670,34.- (£12.097,81.-) με τόκο 9% από 1.7.2001 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) .................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.