← Κύπρος

Μαρίας Παπαδημήτρη κ.α. ν. Γεώργιος Παπαδόπουλος, Αρ. Αγωγής: 3243/06, 21.4.08

Μαρίας Παπαδημήτρη κ.α. ν. Γεώργιος Παπαδόπουλος, Αρ. Αγωγής: 3243/06, 21.4.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A27 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3243/06 Μεταξύ: 1. Μαρίας Παπαδημήτρη, από την Πάφο 2. Rashed Al Jondi, από την Πάφο (υπό την ιδιότητά τους ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Waleed Al Jondi) Ενάγοντες και Γεώργιος Παπαδόπουλος, από την Πάφο Εναγόμενος ......................... Ημερομηνία: 21.4.08 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κα Ε. Πουλλά Για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Αλεξάνδρου (Κα Άντρη Μιχαήλ για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο το κλητήριο ένταλμα στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο «ανασταλεί και/ή διαγραφεί και/ή παραμερισθεί και/ή απορριφθεί». Το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε γενικά οπισθογραφημένο στις 27.10.06. Σύμφωνα με την οπισθογράφηση στο τροποποιημένο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση αξιώνουν μεταξύ άλλων: «γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος το οποίο συνέβη στην Πάφο κατά ή περί τις 11.3.03, ενώ ο ενάγων βρισκόταν στην εργοδότηση του προς τους εναγόμενους και που προκλήθηκε από την αμέλεια του εναγόμενου και/ή παραβάσεις εκ μέρους του της σύμβασης εργοδότησης μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου και/ή των όρων της και/ή παραβάσεις των νομικών καθηκόντων του εναγόμενου και/ή υπηρετών του και/ή αντιπροσώπων του». Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν ακόμη καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.2, θ.1, Δ.19, θ.26, Δ.27, θ.3, Δ.48, θθ 1-3, 9(
  2. j)και (ο) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 58

(20)και 68(α), στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκο δήλωση του Ανδρέα Δημητριάδη, επί θυγάτρι γαμπρού του Αιτητή, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή να προβεί εκ μέρους και για λογαριασμό του στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα αυτός έχει γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, αναφορικά δε με νομικά θέματα λαμβάνει νομική συμβουλή από την δικηγόρο του Αιτητή. Η κύρια θέση που ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει με την ένορκό του δήλωση είναι ότι η απαίτηση έχει παραγραφεί, αφού η αγωγή καταχωρήθηκε μετά την λήξη της περιόδου παραγραφής, που είναι 3 χρόνια από την ημερομηνία του θανάτου. Για τον λόγο αυτό η αγωγή δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα (reasonable cause of action) και είναι σκανδαλώδης και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Αποτελεί, επίσης, κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). Τα πιο πάνω δικαιολογούν, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, την διαγραφή του κλητηρίου και την αναστολή της διαδικασίας. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Οι λόγοι της Ένστασης εκτίθενται στο σώμα της Ένστασης και παρατίθενται πιο κάτω αυτούσιοι. Οι πρώτοι τρεις λόγοι περιστρέφονται γύρω από τον ίδιο άξονα: Δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση οι αναγνωρισμένες δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων Οι θεραπείες που ζητούνται στο παρακλητικό της αίτησης είναι νόμο και ουσία αβάσιμες και/ή η νομική βάση είναι άσχετη και/ή λανθασμένη Οι αιτούμενες θεραπείες δεν είναι οι ορθές υπό τις περιστάσεις και/ή δεν είναι δικαιολογημένες Δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη του εναγόμενου για ευθύνη εργοδότη Τυχόν αποδοχή της αίτησης θα συνιστά άρνηση απονομής της δικαιοσύνης Η προσωπική ευθύνη του εναγόμενου δεν έχει παραγραφεί σύμφωνα με τον Νόμο. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της Μαρίας Παπαδημήτρη. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην αιτούμενη θεραπεία, η απαίτηση δεν έχει παραγραφεί και σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται ο Ανδρέας Δημητριάδης στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, δεν υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο ασφάλεια έναντι ευθύνης εργοδότη. Το τελευταίο η ενόρκως δηλούσα το πληροφορήθηκε από την Ύδρα Ασφαλιστική, όπως και το ότι για τον λόγο αυτό η εν λόγω εταιρεία δεν θα κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για λογαριασμό του αποβιώσαντα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί προβάλλοντας ενώπιον του Δικαστηρίου αντίστοιχα επιχειρήματα. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης θα σχολιάσω την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, την οποία ανέπτυξε κατά την αγόρευσή του, και, σύμφωνα με την οποία, η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο ότι κατά παράβαση των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αναφέρει στο σώμα της τους λόγους στους οποίους βασίζεται. Αυτό, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο, επιβάλλεται από τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας (Δ.48, θ.4
(1)) να γίνεται σε ενστάσεις και όχι σε αιτήσεις. Πράγματι, η παράθεση στην αίτηση των λόγων επί των οποίων αυτή βασίζεται αποτελεί παρατυπία. Μετά την θέσπιση της νέας Διάταξης 64, που σκοπός της ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά την διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση, η οποία, απλώς, καθιστά την διαδικασία παράτυπη, οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται, πλέον, παρατυπία που μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και την διαδικασία που προβλέπεται από την εν λόγω διάταξη. Έτσι, παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης, στην κατάλληλη περίπτωση, δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση θεωρούνταν άκυρα. Η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από την νέα Διάταξη 64 είναι εξουσία για θεραπεία παρατυπιών, που προκαλούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύει θεμελιώδεις παραλείψεις. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η παρατυπία συνίσταται σε παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Δεν είναι θεμελιώδης παράλειψη και η παράλειψη αυτή δεν παραβιάζει βασικές νομικές αρχές. Για τον λόγο τούτο κρίνω, πως ισοδυναμεί με παρατυπία, η οποία είναι θεραπεύσιμη (Βλ. Δ.64, θ.1
(1)). Οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διατυπώθηκαν στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366. Αυτοί είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς από την παρατυπία, η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (Βλ. Lean v. Dunlop Bio-Process Inter Ltd
(1984)1 WLR 874) και το μέγεθος της παρατυπίας. Σύμφωνα με την πιο πάνω Αγγλική απόφαση η εξουσία του Δικαστηρίου είναι τόσο ευρεία που το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει τέτοιο διάταγμα το οποίο θεωρεί κατάλληλο υπό τις περιστάσεις. Στην υπό εξέταση περίπτωση το μέγεθος της παρατυπίας δεν είναι μεγάλο. Απλώς, επαναλαμβάνονται στο σώμα της αίτησης οι λόγοι επί των οποίων αυτή στηρίζεται και οι οποίοι αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που την συνοδεύει. Εν' όψει τούτου κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν φαίνεται να προκαλείται στην πλευρά των Αιτητών από την παρατυπία. Είναι, επίσης, σημαντικό να λεχθεί, ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση σε κανένα σημείο της αγόρευσής του δεν ισχυρίστηκε, ότι η παρατυπία επηρέασε δυσμενώς τους Καθ' ων η αίτηση ή ότι προκάλεσε σε αυτούς οποιαδήποτε ζημία. Εν' όψει όλων των πιο πάνω, αλλά και του ότι το ζήτημα δεν εγείρεται στην Ένσταση, πράγμα που συνηγορεί με την άποψη, ότι οι Καθ' ων η αίτηση έχουν παραιτηθεί του δικαιώματός του να εγείρουν την παρατυπία, τυχόν παραμερισμός της αίτησης μόνο αδικία θα μπορούσε να προκαλέσει στον Αιτητή λαμβανομένης υπόψη και της σημασίας της στα δικαιώματά του. Εν' όψει των πιο πάνω κρίνω, πως η δικαιοσύνη θα απονεμηθεί καλύτερα με την θεραπεία της παρατυπίας και την έκδοση του κατάλληλου διατάγματος. Ως εκ τούτου εκδίδω διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία, ώστε η υπό κρίση αίτηση να θεωρείται νομότυπη. Η παραγραφή ως έννοια εμπίπτει στα γενικότερα πλαίσια της απόδοσης δικαιοσύνης σε εύλογο χρόνο. Βασική νομοθεσία επί του θέματος είναι το Κεφ. 15, το οποίο εφαρμόζεται μόνο σε αστικές υποθέσεις και διαδικασίες ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου συμπεριλαμβανομένων και διαδικασιών διαιτησίας. Τα άρθρα 3 και 4 του Κεφ. 15 καθορίζουν διάφορες περιόδους παραγραφής ανάλογα με το είδος της αξίωσης. Για όλες τις υπόλοιπες αξιώσεις που δεν καθορίζονται στα πιο πάνω άρθρα η περίοδος παραγραφής καθορίσθηκε στα έξι χρόνια από την ημερομηνία δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος (Βλ. άρθρο 5 του Κεφ. 15). Μετά τα γεγονότα του 1963 υπήρξε η ανάγκη για διαφοροποίηση των περιόδων παραγραφής. Η Νομοθετική εξουσία εισήγαγε τον Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο, Ν.57/
  1. Ο Νόμος αυτός εισήγαγε την έννοια της «περιόδου αναστολής», που κατά το ερμηνευτικό άρθρο 2 είναι η περίοδος η αρχομένη στις 21.12.63 και η οποία θα έληγε σε ημερομηνία που θα καθοριζόταν με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου και θα δημοσιευόταν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.57/64 η περίοδος αναστολής δεν υπολογίζετο στον χρόνο της παραγραφής. Ο χρόνος παραγραφής ήταν ο χρόνος εντός του οποίου απαιτείτο η έναρξη οποιασδήποτε αγωγής με βάση οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμιση. Ο Νόμος αυτός στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τον Περί Αναστολής της Παραγραφής (Τροποποιητικό) Νόμο Αρ. 36/82 στις 18.6.82, ο οποίος εισήγαγε για πρώτη φορά τον ορισμό της «εκρύθμου καταστάσεως», που σήμαινε την δημιουργηθείσα λόγω της τούρκικης εισβολής κατάσταση, η οποία θα εξακολουθούσε να υφίσταται μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο με σχετική γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας όριζε ημερομηνία λήξης της κατάστασης, ενώ «περίοδος αναστολής» σήμαινε πλέον την περίοδο από 21.12.63 και λήγουσα 3 μήνες μετά την λήξη της έκρυθμης κατάστασης. Και οι δύο αυτοί νόμοι, δηλαδή, ο Ν.57/64και ο Ν.36/82καταργήθηκαν εν τέλει με τον Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο, Ν.110(Ι)/02, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.6.
  2. Κάποια νομοθετήματα, όμως, όπως ο Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148, περιέχουν ειδικές πρόνοιες παραγραφής. Το άρθρο 68 του Κεφ. 148 προνοούσε για μια διετή περίοδο παραγραφής μέσα στην οποία έπρεπε να εγερθεί αγωγή για αστικό αδίκημα, ενώ το άρθρο 58
(1)(δ) προνοούσε ότι αγωγή για θάνατο έπρεπε να εγερθεί εντός 12 μηνών από την ημερομηνία του θανάτου. Ως εκ τούτου το Κεφ. 15 δεν είχε εφαρμογή στις πιο πάνω περιπτώσεις (Βλ., επίσης, Ευανθία Κασάπη ν. Δημητρίου Φεσσά κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 341). Οι χρονικές αυτές περίοδοι είχαν ανασταλεί επ' αόριστον, όπως είδαμε, από τον Ν.57/64, ο οποίος καταργήθηκε. Με τον τροποιητικό Νόμο με αρ. 156/85 διαφοροποιήθηκε το άρθρο 58 εισάγοντας με το νέο εδάφιο 20 περίοδο δύο ετών ως προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε να εγερθεί αγωγή σε περίπτωση θανάτου λόγω αστικού αδικήματος. Ο τροποποιητικός αυτός νόμος ήταν ιδιαίτερα σημαντικός, γιατί εν' όψει του ότι, αφενός, προνοούσε για νέα περίοδο παραγραφής σε περίπτωση θανάτου και, αφετέρου, γιατί είχε θεσπιστεί μετά τον Ν.57/64, καθιστούσε τις πρόνοιες του τελευταίου νόμου μη εφαρμόσιμες στις πιο πάνω περιπτώσεις (Βλ. Φεσσάς κ.α. ν. Κασάπη
(1994)1 ΑΑΔ 337). Η ισχύς του νόμου αυτού άρχισε την 1.1.86 και εφαρμοζόταν για αιτίες αγωγής που θα προέκυπταν μετά την ημερομηνία εφαρμογής του. Με τον τροποποιητικό δε Νόμο με αρ. 154(Ι)/02, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 26.7.02, η πιο πάνω περίοδος διαφοροποιήθηκε σε τρία χρόνια από την ημερομηνία του θανάτου. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του πιο πάνω νόμου: «Ο παρών Νόμος ισχύει για το δικαίωμα αγωγής σε αποζημιώσεις συνεπεία αστικού αδικήματος που θα συμβεί μετά την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει αναφορά στην ειδική ρύθμιση που έγινε στο Κεφ. 15 με τον τροποποιητικό αυτού Νόμο, Ν.108(Ι)/02, ημερομηνίας 12.7.02, ο οποίος πρόσθεσε το νέο άρθρο 8Α, ώστε σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, η παραγραφή να μην εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις πέραν του άρθρου
  1. Με τον Νόμο αυτό εισήχθηκε μόνο, όμως, σε σχέση με αγωγές στις οποίες η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή θανάτου η πρόνοια ότι το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αποφασίσει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως μη εφαρμοσθούν οι πρόνοιες περί παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις «αφού λάβει υπόψη τους λόγους και τον χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και την διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα να χειρισθεί την υπόθεσή του, περιλαμβανομένου και του αποβιώσαντα, αν η αγωγή αφορά θάνατο, την συμπεριφορά του ενάγοντα στην προσπάθεια για εξασφάλιση των απαραίτητων σχετικών στοιχείων και του εναγόμενου σε αυτή την προσπάθεια και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με την διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας». Με άλλα λόγια, η αρχή που καθορίσθηκε στο άρθρο 8 επεκτάθηκε με την εισαγωγή νέων παραγόντων που μπορεί να αναχαιτίσουν την περίοδο παραγραφής. Εν πάση, όμως, περιπτώσει το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να επεκτείνει τον χρόνο μετά την πάροδο πέντε χρόνων από την (κανονική) ημερομηνία της παραγραφής της αξίωσης (Βλ. άρθρο 8Α του Κεφ. 15, όπως τροποποιήθηκε). Έτσι, στην οποιαδήποτε περίοδο παραγραφής προστίθεται κατά ανώτατο όριο μια δεύτερη και τελευταία περίοδος πέντε ετών. Η παράθεση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την παραγραφή δεν θα ήταν ολοκληρωμένη αν δεν γινόταν αναφορά και στον Ν.110(Ι)/02, ο οποίος, όπως είδαμε πιο πάνω, κατάργησε τον Ν.57/
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου αυτού ο χρόνος παραγραφής οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος, εκτός από αγώγιμο δικαίωμα που σχετίζεται με αξίωση αναφορικά με ακίνητη ή κινητή ιδιοκτησία ευρισκόμενη στις κατεχόμενες από τον τούρκικο στρατό περιοχές της Δημοκρατίας, συνεχίζει παρά την κατάργηση των Νόμων του 1964 και 1982 να είναι ανεσταλμένος διαρκούσης της περιόδου παραγραφής «. μόνο αν και εφόσον ο δικαιούχος αυτού αποδείξει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο δικαίωμά του». Προνοείται, περαιτέρω, στο άρθρο 4 ότι η κατάργηση των Νόμων του 1964 και 1982 δεν μπορεί με κανένα τρόπο: «. να καταστήσει παραγεγραμμένο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάμει των καταργημένων Νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα». Ο συνδυασμός των πιο πάνω άρθρων υποδεικνύει, ότι από την 1.6.05, που είναι η ημερομηνία που το άρθρο 5 του νόμου αυτού καθόρισε ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, αρχίζει να μετρά νέος χρόνος παραγραφής για συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα. Αυτό σημαίνει, ότι αν είχαν δημιουργηθεί αγώγιμα δικαιώματα τα οποία λόγω της αναστολής του χρόνου παραγραφής με τους προηγούμενους Νόμους δεν διεκδικήθηκαν, τότε, θα παραγραφούν αν περάσει η προνοούμενη από το Κεφ. 15 ή οποιοδήποτε άλλο συγκεκριμένο νόμο περίοδος έγερσης αγωγής, του χρόνου αρχομένου από 1.6.
  3. Αλλά ακόμη και μετά την εκπνοή του νέου χρόνου παραγραφής, που στην ουσία δίδεται με τον νέο Νόμο, ο ενάγοντας δικαιούται να ισχυρισθεί, ότι για λόγους που θα ικανοποιούσαν το Δικαστήριο δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμό του δικαίωμα λόγω της έκρυθμης κατάστασης. Οι πρόνοιες του Ν.110(Ι)/02 δεν τυγχάνουν, όμως, εφαρμογής σε αγωγές για θάνατο ο οποίος προκλήθηκε από αστικό αδίκημα, αφού, όπως είδαμε, οι αγωγές αυτές έπαυσαν αναφορικά με θάνατο που προκλήθηκε από αστικό αδίκημα και που επισυνέβη μετά την 1.1.86 να διέπονται από την ημερομηνία αυτή και εντεύθεν από τις πρόνοιες του Ν.57/
  4. Επομένως, για σκοπούς παραγραφής οι αγωγές για θάνατο που προκλήθηκαν από αστικό αδίκημα διέπονταν αναφορικά με θάνατο που προκλήθηκε μετά την 1.1.86 αποκλειστικά από τις πρόνοιες του άρθρου 58
(20)του Κεφ. 148 και για θάνατο που προκλήθηκε από αστικό αδίκημα μετά την 12.7.02 και από το άρθρο 8Α του Κεφ. 15. Υπό το φως όλων των πιο πάνω ορθή θα πρέπει να θεωρηθεί η θέση του Αιτητή, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η περίοδος παραγραφής είναι τρία χρόνια από την ημερομηνία του θανάτου και ότι η περίοδος αυτή έληξε στις 10.3.06, ήτοι 7 μήνες και πλέον πριν την καταχώρηση της παρούσης αγωγής. Εν' όψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση στην ουσία της. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.27, θ.3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο εν λόγω θεσμός προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου για τον λόγο ότι αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε κάθε τέτοια περίπτωση ή στην περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση καταδεικνύεται από τα δικόγραφα να είναι κακόπιστη και ενοχλητική το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναστολή ή την απόρριψη της αγωγής ή να εκδώσει απόφαση αναλόγως όπως θεωρήσει δίκαιο». Ο πιο πάνω θεσμός είναι πανομοιότυπος με τον θεσμό 4 της Διάταξης 25 των παλαιών Αγγλικών διαδικαστικών κανονισμών. Σύμφωνα με την Ετήσια Πρακτική (Annual Practice) του 1958 η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με τον πιο πάνω κανονισμό ασκείται μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί, ότι δεν υπάρχει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή όπου πεισθεί, ότι η διαδικασία είναι κακόπιστη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Δεν διατάσσεται διαγραφή δικογράφου εκτός αν αυτό είναι τόσο ανυπόστατο (demurrable) ώστε να μην δύναται να διασωθεί ούτε με διαταγή για τροποποίησή του (Βλ. σελίδα 574 υπό τον τίτλο: «Scope of this Rule»). Η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, Nur Celik Sanayi Ve Ticaret A.A. κ.α. ν. Το Πλοίο Marwa M κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1159 και Nagle v. Feilden
(1966)1 All E R 689). Είναι σημαντικό να αναφερθεί, ότι η αίτηση δυνάμει του πιο πάνω θεσμού μπορεί να υποβληθεί πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης, όχι, όμως, πριν την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Πριν την παράδοση Έκθεσης Απαίτησης δεν μπορεί να διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας δυνάμει του πιο πάνω κανονισμού. Και αυτό είναι λογικό και αναμενόμενο, αφού όταν γίνεται επίκληση του πιο πάνω θεσμού δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας και το θέμα κρίνεται από το Δικαστήριο μόνο υπό το φως των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης (Βλ. Ετήσια Πρακτική του 1958, σελ. 575 υπό τους τίτλους: «Application» και «No reasonable cause of action»). Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι ο υπό συζήτηση κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ένα δικόγραφο κρινόμενο και ιδωμένο μέσα από τους ισχυρισμούς και μόνο που εκτίθενται σε αυτό είτε δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, είτε αποκαλύπτει μια διαδικασία, απαίτηση ή υπεράσπιση, καταπιεστική και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Υπό το φως όλων των πιο πάνω και, κυρίως, αφ' ης στιγμής δεν καταχωρήθηκε Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή προκύπτει, ότι ο πιο πάνω θεσμός δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Το ότι η εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο με την Δ.27, θ.3 περιορίζεται στην διαγραφή δικογράφου και μόνο επιβεβαιώνεται και με την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Λ. Λουκά ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(1999)1 ΑΑΔ 1316. Το θέμα, όμως, δεν σταματά εδώ. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Ετήσια Πρακτική του 1958, σελ. 575 υπό τον τίτλο: «No reasonable cause of action» αναφέρεται, ότι αφ' ης στιγμής η Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτει κάποιο αγώγιμο δικαίωμα ή κάποιο ζήτημα που θα πρέπει να αποφασισθεί από τον Δικαστή ή τους ενόρκους δεν δικαιολογεί διαγραφή της το γεγονός ότι η υπόθεση του ενάγοντα είναι αδύνατη ή ότι βρίσκει κώλυμα στον νόμο που διέπει την παραγραφή. Η ορθότητα της πιο πάνω αρχής επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερες αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων με πιο ενδεικτική την υπόθεση Ronex Properties Ltd v. John Laing Construction Ltd and Others
(1982)3 All E R 961. Στην υπόθεση αυτή ο τριτοδιάδικος υπέβαλε αίτηση για διαγραφή της διαδικασίας τριτοδιάδικου επί το ότι αυτή δεν αποκάλυπτε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα για τον λόγο ότι τα αγώγιμα δικαιώματα του εναγόμενου 2 εναντίον του τριτοδιάδικου είχαν παραγραφεί. Έρεισμα για την αίτηση αποτέλεσε η νέα Αγγλική Δ.18, θ.19, η οποία προνοούσε, ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να διαγράψει οποιοδήποτε δικόγραφο ή την οπισθογράφηση του κλητηρίου επί το ότι αυτό δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή υπεράσπιση ή είναι σκανδαλώδες, καταπιεστικό ή ενοχλητικό ή γιατί δύναται να επηρεάσει δυσμενώς ή να θέσει σε αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη δίκη της υπόθεσης ή γιατί κατά τα άλλα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση απορρίφθηκε πρωτόδικα και η υπόθεση οδηγήθηκε, εν τέλει, στο Εφετείο της Αγγλίας (Court of Appeal). Ο Δικαστής Donaldson L. J. διασαφήνισε, ότι ένα δικόγραφο δεν μπορεί να διαγραφεί στα πλαίσια της Δ.18, θ.19 στην βάση του ότι δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα για τον λόγο ότι ο νόμος περί παραγραφής παρέχει στον εναγόμενο υπεράσπιση, αφενός, γιατί, σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο ο νόμος περί παραγραφής δεν εξαλείφει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα, αλλά, απλώς, τον εμποδίζει να λάβει θεραπεία από τα Δικαστήρια, νοουμένου ότι ο εναγόμενος εγείρει την υπεράσπιση αυτή στο δικόγραφό του, αφετέρου, γιατί η υπεράσπιση της παραγραφής ενδέχεται κάθε φορά υπό τις περιστάσεις να υπόκειται σε κάποιες εξαιρέσεις προς όφελος του ενάγοντα. Παρόμοια αντιμετώπιση του θέματος από τα Αγγλικά δικαστήρια βρίσκομε χρόνια πριν στην υπόθεση Dismore v. Milton
(1938)3 All E R 762. Στην υπόθεση αυτή ειπώθηκε από τους Δικαστές Greer L.J. και Slesser L.J., ότι σε αίτηση για διαγραφή δεν νομιμοποιείται ο εναγόμενος να επικαλείται την παραγραφή ως την βάση για την θέση ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Στην Αγγλική υπόθεση Riches v. Director of Public Prosecutions
(1973)2 All E R 935, στην οποία έγινε αναφορά από την ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή κατά την αγόρευσή της, το Εφετείο της Αγγλίας (Court of Appeal) αποφάσισε, ότι μια Έκθεση Απαίτησης μπορεί να διαγραφεί για τον λόγο ότι δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα, νοουμένου ότι είναι σαφές, ότι ο ενάγοντας δεν μπορεί να στηριχθεί ή να επικαλεσθεί κάποια από τις εξαιρέσεις του νόμου που διέπει την παραγραφή, ώστε να μπορεί να ξεφύγει από τις πρόνοιες του νόμου αυτού, που, κατά τα άλλα, καθιστούν την αγωγή του παραγραμμένη. Ο Δικαστής Davies L.J. απαγγέλλοντας την απόφασή του στην Riches έθεσε με σαφήνεια την ειδοποιό διαφορά μεταξύ της αίτησης για διαγραφή στην πιο πάνω υπόθεση και της αντίστοιχης αίτησης στην υπόθεση Dismore v. Milton, που πιο πάνω μνημονεύεται. Σύμφωνα με τον Davies L.J. ο λόγος, που η αίτηση απέτυχε στην τελευταία υπόθεση είναι γιατί αυτή στηρίχθηκε αποκλειστικά στην θέση, ότι ένεκα της παραγραφής η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκάλυπτε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Δεν μπορούσε, όμως, να αποκλεισθεί, ότι η υπόθεση του ενάγοντα δεν εδύνατο να εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις που παρέχονται από τις πρόνοιες του νόμου που διέπει την παραγραφή. Σε αντίθεση με την Riches στην οποία είχε διαφανεί, ότι ο ενάγοντας εδύνατο να στηριχθεί σε κάποια από τις εν λόγω εξαιρέσεις. Με το σκεπτικό του Δικαστή Davies L.J. συμφώνησαν και τα υπόλοιπα μέλη της σύνθεσης, η δε ορθότητα του λόγου της Riches επιβεβαιώθηκε από τον Δικαστή Donaldson L.J. στην υπόθεση Ronex Properties Ltd v. John Laing Construction Ltd and Others. Αναφορικά με το θέμα που πραγματεύεται η υπό κρίση αίτηση ο Δικαστής Stephenson L.J. στην Riches ανέφερε τα εξής ενδιαφέροντα: «. It seems to me that that case (Dismore v. Milton) is in no way a decision that the court cannot strike out a claim which is statute-barred on the ground that it is an abuse of the process of the court, where it is clear from the terms of the summons that the statute is going to be relied on and where, as here, counsel has told the court that he has express instructions to rely on the statute . I think that it would be absurd for the court, faced with an application such as this to strike out, under its inherent jurisdiction or under the rules, a claim as an abuse of the process of the court, to shut its eyes to the fact that there is going to be raised an apparently unanswerable plea of the Limitation Act 1939 . Why should such a claim not be an abuse of the process of the court? Why should not the court exercise its inherent jurisdiction to stay or to dismiss an action which must fail? ................. In my judgment justice requires that no further time or money should be wasted by either party on litigation which can only end with the failure of the plaintiff's claim. I therefore agree that, both in justice and in mercy, we ought to put an end to it now by dismissing the appeal». Σε μετάφραση: «. Είμαι της άποψης, ότι η υπόθεση εκείνη (Dismore v. Milton) σε καμία περίπτωση δεν διακηρύττει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαγράψει μιαν απαίτηση η οποία έχει παραγραφεί επί του ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της αίτησης ότι θα γίνει επίκληση της νομοθεσίας (περί παραγραφής) και όταν, όπως εδώ, ο συνήγορος (του εναγόμενου) αναφέρει στο Δικαστήριο ότι έχει ρητές οδηγίες να επικαλεσθεί την νομοθεσία (αυτή) ... Θεωρώ, ότι θα ήταν παράλογο για ένα Δικαστήριο που βρίσκεται αντιμέτωπο με μια τέτοια αίτηση για διαγραφή δυνάμει της σύμφυτης του εξουσίας ή των θεσμών μιας απαίτησης ως καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου, να κλείνει τα μάτια του στο γεγονός ότι πρόκειται να υπάρξει μια εμφανώς αναντίρρητη επίκληση του Περί Παραγραφής Νόμου του
  1. Γιατί μια τέτοια απαίτηση να μην είναι κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου; Γιατί το Δικαστήριο να μην ασκήσει την σύμφυτη του εξουσία να αναστείλει ή να απορρίψει μιαν αγωγή η οποία πρέπει να αποτύχει; ................ Κατά την κρίση μου το δίκαιο απαιτεί όπως μη σπαταληθεί άλλος χρόνος και χρήμα από τους διαδίκους σε μια διαδικασία που η μόνη της κατάληξη είναι η αποτυχία της απαίτησης του ενάγοντα. Γι' αυτό συμφωνώ ότι για τους σκοπούς του δικαίου και της επιείκειας θα πρέπει να θέσομε τέρμα στην διαδικασία αυτή απορρίπτοντας την έφεση». Τέλος, ο Lawton L.J. ανέφερε τα εξής ενδιαφέροντα: «The object of RSC Ord 18, r. 19 is to ensure that defendants shall not be troubled by claims against them which are bound to fail having regard to the uncontested facts. One of the uncontested sets of facts which arises from time to time is when on the statement of claim it is clear that the cause of action is statute-barred and the defendant tells the court that he proposes to plead the statute and, on the uncontested facts, there is no reason to think that the plaintiff can bring himself within the exceptions set out in the Limitation Act
  2. In those circumstances it is pointless for the case to go on so that the defendant can deliver a defence. The delivery of the defence occupies time and wastes money; and even more useless and time-consuming from the point of view of the proper administration of justice is that there should then have to be a summons for directions, and an order for an issue to be tried, and for that issue to be tried before the inevitable result is attained. It seems to me that when that situation arises the comments of Lord Blackburn in Metropolitan Bank v. Pooley are applicable. He said that a stay or even dismissal of proceedings may "often be required by the very essence of justice to be done". The White Book, having called attention to that statement by lord Blackburn, goes on to say that the object is "to prevent parties being harassed and put to expense by frivolous, vexatious or hopeless litigation". It would be contrary to the public interest that justice should be shackled by rules of procedure when the shackles will fall to the ground the moment the uncontested facts appear; and that is just the case». Σε μετάφραση: «Ο σκοπός της Δ.18, θ.19 είναι η διασφάλιση για τους εναγόμενους ότι δεν θα ταλαιπωρούνται από απαιτήσεις οι οποίες προδιαγράφεται ότι θα αποτύχουν εν' όψει των αδιαμφισβήτητων τους γεγονότων. Ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός που εγείρεται από καιρού εις καιρό είναι όταν από την Έκθεση Απαίτησης είναι διαυγές ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί και ο εναγόμενος λέει στο Δικαστήριο ότι προτίθεται να επικαλεσθεί (στο δικόγραφό του) την νομοθεσία και στην βάση των αδιαμφισβήτητων γεγονότων δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι ο ενάγοντας μπορεί να εντάξει την υπόθεσή του εντός των εξαιρέσεων που θέτει ο Περί Παραγραφής Νόμος του
  3. Υπό αυτές τις περιπτώσεις είναι άσκοπο να συνεχίσει η υπόθεση και ο εναγόμενος να παραδώσει Υπεράσπιση. Η παράδοση της Υπεράσπισης παίρνει χρόνο και είναι σπατάλη χρήματος. Και ακόμα πιο άσκοπο και χρονοβόρο από άποψης ορθής απονομής της δικαιοσύνης είναι ότι μετά θα πρέπει να ακολουθήσει αίτηση για οδηγίες και διαταγή για εκδίκαση κάποιου ζητήματος και όπως αυτό το ζήτημα εκδικασθεί πριν καταλήξομε στο αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Έχω την άποψη ότι όταν εγείρεται το ζήτημα (αυτό) τυγχάνουν εφαρμογής τα σχόλια του Λόρδου Blackburn στην Metropolitan Bank v. Pooley. Αυτός είπε ότι αυτό που συχνά επιβάλλεται για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης είναι η αναστολή ή η απόρριψη της διαδικασίας. Στο White Book αναφέρεται επί του σημείου τούτου ότι ο σκοπός είναι "να εμποδισθεί η ταλαιπωρία και η σπατάλη χρήματος για τους διάδικους από καταπιεστικές, ενοχλητικές και ανέλπιδες διαδικασίες". Θα ήταν ενάντια προς το δημόσιο συμφέρον η δικαιοσύνη να μπαίνει σε δεσμά από διαδικαστικούς κανόνες την στιγμή που τα δεσμά αυτά θα καταρριφθούν όταν θα αποκαλυφθούν τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Και αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση». Στην υπόθεση Ronex Properties Ltd v. John Laing Construction Ltd and Others, που πιο πάνω αναφέρθηκε, διασαφηνίσθηκε υπό του Δικαστού Donaldson L.J., ότι η κατάληξη της σύνθεσης ενδεχομένως να ήταν διαφορετική αν ο τριτοδιάδικος δεν είχε επικαλεσθεί την πρόνοια της Δ.18, θ.19 περί εύλογου αγώγιμου δικαιώματος, αλλά οποιαδήποτε άλλη πρόνοιά της, δηλαδή, ότι η διαδικασία τριτοδιάδικου θα έπρεπε να διαγραφεί επί το ότι ένεκα της παραγραφής η απαίτηση εναντίον του είναι σκανδαλώδης, καταπιεστική και ενοχλητική ή γιατί δύναται να επηρεάσει δυσμενώς ή να θέσει σε αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη δίκη της υπόθεσης ή γιατί κατά τα άλλα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Σε μια τέτοια περίπτωση η προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων θα ήταν επιτρεπτή και το Δικαστήριο θα είχε, έτσι, την δυνατότητα να διεισδύσει στα γεγονότα και στην βάση των ευρημάτων του να αποφανθεί κατά πόσο η απαίτηση είχε παραγραφεί ή όχι και, κατ' επέκταση, αν με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες του θεσμού 19 δικαιολογείτο η διαγραφή της. Το απαύγασμα της απόφασης του Δικαστή Donaldson L. J. είναι ότι όταν υπάρχει θέμα παραγραφής ο εναγόμενος δύναται είτε να εγείρει την υπεράσπιση αυτή στο δικόγραφό του και να ζητήσει από το Δικαστήριο την προδικαστική εκδίκαση του θέματος, είτε να αιτηθεί για την διαγραφή της απαίτησης για τον λόγο ότι αυτή, ένεκα της παραγραφής, είναι καταπιεστική, ενοχλητική και καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας το αίτημά του αυτό με μαρτυρία. Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν μπορεί, όπως είδαμε, να αιτηθεί την διαγραφή της απαίτησης για τον λόγο και μόνο ότι ένεκα της παραγραφής δεν αποκαλύπτεται εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Με την απόφαση του Δικαστή Donaldson L. J. συμφώνησαν και τα υπόλοιπα μέλη της σύνθεσης. Αξιοσημείωτη είναι η υπόδειξη των Δικαστών Sir Sebag Shaw και Stephenson L.J. ότι το μέτρο της αίτησης για διαγραφή μιας απαίτησης ως καταπιεστικής, ενοχλητικής και καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου είναι το ορθό, όταν αυτή έχει παραγραφεί, ώστε να εξοικονομείται χρήμα και χρόνος. Ανεξάρτητα του ότι η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Ronex Properties Ltd αφορούσε αίτηση για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης στα πλαίσια της Δ.18, θ.19 ο λόγος της διακηρύσσει μια γενική αρχή δικαίου. Και η αρχή αυτή είναι ότι μια αγωγή που καταχωρείται μετά την λήξη της περιόδου παραγραφής είναι καταπιεστική και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και ως τέτοια δύναται να διαγραφεί. Όταν δε φανεί, ότι ο ενάγοντας δεν μπορεί να ισχυρισθεί, ότι η υπόθεσή του εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις που θέτουν οι πρόνοιες του νόμου περί παραγραφής, τότε, η αγωγή δύναται να διαγραφεί και επί το ότι αυτή δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα (Riches v. Director of Public Prosecutions, πιο πάνω). Εν' όψει του ότι δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης στην αγωγή αναφύεται το ερώτημα αν κατά πόσο το Δικαστήριο έχει την εξουσία ένεκα της παραγραφής να διατάξει την διαγραφή του κλητηρίου ή της οπισθογράφησης ως καταπιεστικής, ενοχλητικής και καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι αν το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διαγράψει την απαίτηση και να θέσει τέρμα στην διαδικασία από αυτό το στάδιο. Στο σημείο τούτο θα πρέπει να αναφερθεί η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, που αναπτύχθηκε κατά την αγόρευσή του, ότι εν' όψει της Δ.19, θ.13 η αίτηση είναι πρόωρη. Όπως είδαμε πιο πάνω, το Αγγλικό Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει την διαγραφή όχι μόνο της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά και της οπισθογράφησης. Η εξουσία αυτή παρέχεται στο Αγγλικό Δικαστήριο από την ίδια την Δ.18, θ.
  4. Παρόμοια, όμως, εξουσία, για διαγραφή της οπισθογράφησης κλητηρίου δεν παρέχεται στο Κυπριακό Δικαστήριο από τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας που αποτελούν την νομική βάση της αίτησης. Σημειώνεται δε, ότι στην υπόθεση Riches v. DPP
(1973)2 All E R 935 είχε καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης και το αίτημα, η απόφαση επί του οποίου αποτέλεσε και το αντικείμενο της έφεσης που ακολούθησε, ήταν για διαγραφή του δικογράφου αυτού και όχι της οπισθογράφησης. Επί του πιο πάνω ζητήματος άντλησα καθοδήγηση από την Ετήσια Πρακτική του 1958, σελ. 577 υπό τον τίτλο: «Inherent Jurisdiction». Στο μέρος αυτό διασαφηνίζεται, ότι πέραν από τους θεσμούς το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία (inherent jurisdiction) να διατάξει την διαγραφή οποιασδήποτε διαδικασίας που βρίσκεται ενώπιόν του, η οποία είναι εμφανώς καταπιεστική ή ενοχλητική (obviously frivolous and vexatious) ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η εξουσία αυτή δεν επηρεάζεται με κανένα τρόπο ούτε και μειώνεται, είτε από τον θεσμό 3, είτε από τον θεσμό 4 της Διάταξης 25, οι οποίοι αντιστοιχούν με τους θεσμούς 2 και 3, αντίστοιχα, της Διάταξης 27 των δικών μας Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Απεναντίας, η εξουσία αυτή αποτελεί εξουσία πρόσθετη προς την εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από τους πιο πάνω θεσμούς και, συνάμα, πολύτιμη εξουσία, αφού όταν γίνεται η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Άρα σε αντίθεση με αίτηση, η οποία βασίζεται στην Δ.27, θ.3 και η οποία αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο των δικογράφων και μόνο, στην περίπτωση που ο αιτητής επικαλείται την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα να αποφασίσει το ζήτημα της διαγραφής στην βάση μαρτυρίας. Σημειώνεται, ότι η εξουσία αυτή ασκείται με περίσκεψη και φειδώ και όπου είναι ξεκάθαρο ότι η απαίτηση θα αποτύχει. Στην Αγγλική υπόθεση Huntly v. Gaskell (No. 1)
(1905)2 Ch. 656 το Εφετείο της Αγγλίας (Court of Appeal) επιδοκίμασε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να διατάξει την διαγραφή της οπισθογράφησης κλητηρίου. Ειπώθηκε ως γενική αρχή, ότι όταν το Δικαστήριο είναι της γνώμης, ότι η οπισθογράφηση του κλητηρίου είναι καταπιεστική και ενοχλητική (frivolous and vexatious) ή επιφέρει αμηχανία (embarrassment) ή κατά τα άλλα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας το Δικαστήριο δύναται κατά την άσκηση της σύμφυτης του εξουσίας να διατάξει την διαγραφή του. Σε σχέση δε με την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι πρόωρη θα πρέπει να λεχθεί, ότι η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο να απορρίψει ή να αναστείλει μιαν αγωγή πριν την καταχώρηση των δικογράφων δυνάμει της σύμφυτής του εξουσίας είναι εντελώς ανεξάρτητη από τις πρόνοιες της Δ.19, θ.6. Ο θεσμός αυτός, απλώς, επιβάλλει σε εναγόμενο την υποχρέωση να εγείρει στο δικόγραφό του ζητήματα όπως η παραγραφή. Δεν μειώνει, όμως, ούτε και εξαλείφει την εξουσία του Δικαστηρίου να απορρίψει ή να αναστείλει μιαν αγωγή στο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η παρούσα αγωγή. Αν η εισήγηση του κ. Αλεξάνδρου είναι ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να επιληφθεί αίτησης, όπως η υπό κρίση, μόνο αν αυτή υποβαλλόταν μετά την παράδοση της Υπεράσπισης, τότε, η εισήγηση αυτή δεν συνάδει ούτε με τις πρόνοιες της Δ.27, θ.3, που εν πάση περιπτώσει επιτρέπουν την διαγραφή Έκθεσης Απαίτησης ουσιαστικά για τους ίδιους λόγους που μια απαίτηση μπορεί να διαγραφεί δυνάμει της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, ήτοι για τον λόγο ότι αυτή δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ή αποκαλύπτει μιαν απαίτηση ενοχλητική και καταπιεστική και καταχρηστική της διαδικασίας, αλλά ούτε και με τις αποφάσεις που πιο πάνω παρατέθηκαν, οι οποίες καταδεικνύουν, ότι το Δικαστήριο δύναται να διαγράψει μιαν Έκθεση Απαίτησης πριν ακόμα την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε μετά την πάροδο των τριών χρόνων, που είναι η περίοδος παραγραφής. Είδαμε, όμως, ότι σύμφωνα με το άρθρο 8Α του Κεφ. 15, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως μη εφαρμοσθούν οι πρόνοιες περί παραγραφής αφού λάβει υπόψη τους παράγοντες που εκτίθενται σε αυτό και που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Καμία, όμως, εξήγηση δεν δόθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση που να δικαιολογεί το γεγονός ότι το κλητήριο καταχωρήθηκε μετά την λήξη της περιόδου παραγραφής των 3 χρόνων. Οι Καθ' ων η αίτηση είχαν την δυνατότητα με την ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ένστασης να προβάλουν τον λόγο ή τους λόγους που συνέβαλαν στην καθυστέρηση της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος. Κανένας, όμως, λόγος δεν προβλήθηκε από την ενόρκως δηλούσα προς αυτή την κατεύθυνση. Τουναντίον, το μόνο που αυτή αναφέρει επί του προκείμενου είναι ότι η περίοδος της παραγραφής δεν έχει λήξει. Η σημασία της προβολής του λόγου ή των λόγων που θα παρείχαν στον ενάγοντα την δυνατότητα να ξεφύγει από τις πρόνοιες του νόμου περί παραγραφής τονίζεται με ιδιαίτερη έμφαση από τον Δικαστή Stephenson L.J. στην Riches. Ο εν λόγω Δικαστής ανέφερε επί του προκειμένου τα ακόλουθα: «. Even in such a case there may be a possibility of a plaintiff bringing himself within one of the exceptions which avoid the statute and make it inapplicable. Again, however, this is not such a case. There is no material put before the court which could possibly suggest that the statute will not be a complete answer to the plaintiff's claim». Σε μετάφραση: «. Ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση ενδεχομένως να υπάρχει η δυνατότητα ο ενάγοντας να αποδείξει ότι η υπόθεσή του εμπίπτει σε μια από τις εξαιρέσεις οι οποίες καθιστούν τον νόμο (περί παραγραφής) μη εφαρμόσιμο. Η περίπτωση, όμως, αυτή δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε κανένα στοιχείο που θα μπορούσε να αποτελέσει την βάση για την εισήγηση ότι ο νόμος (περί παραγραφής) δεν θα παρείχε στην απαίτηση του ενάγοντα την ολοκληρωμένη απάντηση». Ομοίως και από τον Δικαστή Greer L.J. στην υπόθεση Dismore v. Milton
(1938)3 All E R 762. Ένας από τους λόγους που ο εν λόγω Δικαστής κατέληξε στο ότι δεν είχε ικανοποιηθεί ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν αποκάλυπτε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα ήταν ότι ο ενάγοντας ενδεχομένως να μπορούσε να αποδείξει, ότι η υπόθεσή του ενέπιπτε σε μια από τις εξαιρέσεις του νόμου που διέπει την παραγραφή, ώστε η αγωγή του να μην θεωρείτο, τελικά, παραγραμμένη. Τέλος, ο Δικαστής Davies L.J. στην Riches κατέληξε στο ότι η αγωγή έπρεπε υπό τις περιστάσεις να απορριφθεί εν' όψει του ότι δεν είχε καταδειχθεί, ότι ο ενάγοντας μπορούσε να επικαλεσθεί οποιαδήποτε πρόνοια του νόμου που διέπει την παραγραφή (escape clauses), ώστε να θεωρείται ότι η αγωγή του δεν ήταν παραγραμμένη. Στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας που να εισηγείται, ότι ο Νόμος που διέπει την παραγραφή στην υπό εξέταση περίπτωση παρέχει στους Καθ' ων η αίτηση την δυνατότητα διαφυγής από τις πρόνοιές του καμία δυνατότητα δεν παρέχεται στο Δικαστήριο για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της μη εφαρμογής των προνοιών περί παραγραφής. Εν' όψει της νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε και όλων όσων έχουν λεχθεί, πρωτίστως, του ότι ο Αιτητής πρόκειται να επικαλεσθεί την υπεράσπιση της παραγραφής και του ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ή υλικό που να αποτελεί την βάση για την εισήγηση ότι οι Καθ' ων η αίτηση δικαιούνται να ξεφύγουν από τις πρόνοιες του νόμου περί παραγραφής, η παρούσα διαδικασία δικαίως μπορεί να θεωρηθεί ως καταπιεστική, ενοχλητική, ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και ότι δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι σύμφωνα με τον Δικαστή Davies L.J. στην Riches το περιεχόμενο της αίτησης για διαγραφή και μόνο είναι αρκετό για να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος πρόκειται να εγείρει την υπεράσπιση της παραγραφής. Σύμφωνα με τον εν λόγω Δικαστή: «. It is perfectly plain from that that, if he was not putting that point forward positively in the courts below, nevertheless he was reserving it and had it in mind and it was in the forefront of his summons». Σε μετάφραση: «. Από αυτό καθίσταται εντελώς φανερό ότι ακόμα και αν δεν προωθούσε θετικά το σημείο τούτο κατά την δίκη ενώπιον του κατώτερου δικαστηρίου, εντούτοις το επιφύλασσε και το είχε κατά νου και ήταν στην πρώτη γραμμή της αίτησής του». Το Δικαστήριο οφείλει υπό τις περιστάσεις να θέσει τέρμα στην διαδικασία ώστε, αφενός, να προστατεύσει τον εαυτό του από την κατάχρηση, αφετέρου, να διασφαλίσει την αποφυγή σπατάλης χρόνου και χρήματος. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω, πως ο Αιτητής δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Εν' όψει της πιο πάνω κατάληξής μου η εξέταση οποιωνδήποτε άλλων θεμάτων καθίσταται αχρείαστη. Συνακόλουθα το κλητήριο ένταλμα και η οπισθογράφηση διαγράφονται και η αγωγή απορρίπτεται (Βλ. Riches v. Director of Public Prosecutions
(1973)2 All E R 935). Τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της παρούσης αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.