Δημήτρης Ευσταθίου ν. ALPHA BANK LΤD, Αγωγή 3455/03, 07.05.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή 3455/03 Δημήτρης Ευσταθίου Ενάγοντας V ALPHA BANK LΤD Εναγομένων _____________________ 07.05.2008 Για τον Ενάγοντα: κ. Ξενής Ξενοφώντος για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης, Ν. Πιριλίδης & Συνεργάτες (για να ακούσει απόφαση κ. Αγις Γεωργιάδης) Για τους Εναγόμενους: κα. Ξένια Κόκκινου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου (για να ακούσει απόφαση κα. Χριστιάνα Χατζηγεωργίου) ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 10.11.2002 ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων για: «Α. Επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.34.359 πλέον τόκο το οποίο παρανόμως εχρεώθη ο λογαριασμός του Ενάγοντα τον οποίο διατηρούσε μετά των Εναγομένων στην Πάφο Παράρτημα Κεντρικό Κατάστημα, οδός Αρχ. Μακαρίου Γ. Β. Αποζημιώσεις για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγομένων και/ή των υπαλλήλων αυτών και/ή για απάτη και/ή για πλαστογραφία και/ή για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων και/ή για παράβαση σχέσης πελάτη-τραπεζίτη. Γ. Νόμιμο τόκο προς 8% Δ. Οποιαδήποτε άλλη δικαίαν/ορθήν θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπουσα. Ε. Εξοδα πλέον Φ.Π.Α.». Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Ενάγοντα, με σχετική δήλωσή του κατά την ακρόαση της υπόθεσης, έχει περιορίσει την απαίτηση, σε σχέση με τον τόκο, σε τόκο προς 8% από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Δικόγραφα Στην έκθεση απαίτησής του ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι σε κάθε ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν πελάτης των Εναγομένων και διατηρούσε λογαριασμούς στη συγκεκριμένη τράπεζα. Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι «η Τράπεζα εργοδοτούσε κάποιο Κλεάνθη Σκορδή ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της Εναγομένης σε σχέση με τους λογαριασμούς του Ενάγοντα, ως επίσης και σύμβουλος για λογαριασμό της Εναγομένης του Ενάγοντα για επενδύσεις και/ή χρηματιστηριακά θέματα και/ή διαχείρισης χαρτοφυλακίων, μετοχών και/ή άλλων επενδύσεων σε συνάλλαγμα και/ή σε μετρητά στην Κύπρο και/ή στην αλλοδαπή» (παρ. 2 Ε/Α). Ο Ενάγοντας περαιτέρω ισχυρίζεται ότι «ο εν λόγω υπάλληλος ενεργώντας για λογαριασμό της Εναγομένης και/ή κάτω από συνθήκες που καθιστούσαν την Εναγομένη υπεύθυνη χρέωσε τον λογαριασμό του Ενάγοντα (αρ. λογαριασμού 14533052901 6) δήθεν δυνάμει οδηγιών, με το ποσό των Λ.Κ.34.359,53 και εξέδωσε για το σκοπό αυτό τραπεζιτική επιταγή ημερομηνίας 31/7/01 προς όφελος κάποιου Λουκά Κώστα χωρίς την έγκριση και/ή συγκατάθεση του Ενάγοντα» (παρ. 3 Ε/Α). Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντα «ότι ουδέποτε έδωσε τέτοιες οδηγίες στην Εναγομένη και/ή το εν λόγω πρόσωπο και περαιτέρω θα ισχυριστεί ότι είτε το εν λόγω πρόσωπο είτε τρίτα πρόσωπα πλαστογράφησαν την υπογραφή του επί συγκεκριμένου εντύπου ή εντύπων της τραπέζης για να γίνει με νομιμοφανή τρόπο η εν λόγω πράξη χωρίς την έγκριση και/ή συγκατάθεση του Ενάγοντα» (παρ. 4 Ε/Α). Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών ο Ενάγοντας απαιτεί την επιστροφή στον ίδιο του προαναφερόμενου ποσού από τους Εναγόμενους, καθώς, όπως υποστηρίζει, «είναι υπεύθυνοι να αποζημιώσουν με το εν λόγω ποσό τον Ενάγοντα λόγω παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή τις σχέσης πελάτη-τραπεζίτη και/ή λόγω αμέλειας και/ή λόγω απάτης σε βάρος του Ενάγοντα» (παρ. 5). Οι Εναγόμενοι, όπως προκύπτει από την έκθεση υπεράσπισής τους, αρνούνται ότι οφείλουν να αποζημιώσουν τον Ενάγοντα ή να επιστρέψουν σε αυτό οποιοδήποτε ποσό και δη το ποσό που ζητείται με την έκθεση απαίτησης. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι προέβησαν σε οποιαδήποτε απάτη ή πλαστογραφία, αρνούνται ότι παρέβησαν τις συμβατικές υποχρεώσεις του προς τον Ενάγοντα και ότι επέδειξαν αμέλεια και απορρίπτουν τον ισχυρισμό του ότι ο λογαριασμός χρεώθηκε παράνομα με οποιοδήποτε ποσό. Οπως προκύπτει από το δικόγραφο των Εναγομένων, ο βασικός υπερασπιστικός τους ισχυρισμός είναι, ότι ο λογαριασμός του Ενάγοντα με αρ. 1451330529016 χρεώθηκε με το ποσό των £34.359,53.-, κατόπιν έκδοσης τραπεζικής επιταγής, η οποία εκδόθηκε μετά από οδηγίες του Ενάγοντα προς τον Κλεάνθη Σκορδή, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν εργοδοτούμενος των Εναγομένων. Παραδεκτά γεγονότα όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα Από τη σύγκριση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα, όπως αυτοί διατυπώνονται στην έκθεση απαίτησής του: Α) Οτι οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ότι ο Ενάγοντας διατηρούσε λογαριασμούς σε υποκατάστημα των Εναγομένων στην Πάφο (συνδυασμός παρ. 1 Ε/Α και παρ. 4 Ε/Υ). Β) Οτι οι Εναγόμενοι, σε κάθε ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, εργοδοτούσαν τον Κλεάνθη Σκορδή (συνδυασμός παρ. 2 Ε/Α και 5 Ε/Υ) και Γ) Οτι ο λογαριασμός του Ενάγοντα με αρ. 1451330529016 χρεώθηκε στις 31.07.2001 με το ποσό των £34.359,53.- κατόπιν έκδοσης τραπεζικής επιταγής (συνδυασμός παρ. 3 Ε/Α και 6 Ε/Υ). Μαρτυρικό υλικό Για τους Ενάγοντες κλήθηκαν και έδωσαν προφορική μαρτυρία ο ίδιος ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1) και ο εμπειρογνώμονας κ. Ιωάννης Κτωρίδης (Μ.Ε.2). Για τους Εναγόμενους έδωσαν ένορκη μαρτυρία ο κ. Κλεάνθης Σκορδής (Μ.Υ.1), η Δικηγόρος-Δικαστική Γραφολόγος κα. Μάγδα-Μαρία Καμπούρη (Μ.Υ.2), ο κ. Φαίδωνας Παπαδόπουλος (Μ.Υ.3) και η κα. Μαρία Αριστοδήμου (Μ.Υ.4). Πέραν των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν συνολικά και σαράντα ένα
(41)τεκμήρια, τα οποία έκτοτε αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης. Ολα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία και με σχετική ουσιαστική και νομική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Επίδικο Θέμα Το κρίσιμο και καθοριστικό επίδικο θέμα αυτής της υπόθεσης είναι η γνησιότητα της υπογραφής του Ενάγοντα στο έντυπο των Εναγομένων (Τεκ. 14), στη βάση του οποίου εκδόθηκε στις 31.07.2001 η τραπεζική επιταγή των £34.359,00.-, με ταυτόχρονη χρέωση αυτού του ποσού στο λογαριασμό του Ενάγοντα με αρ. 145 13305 2901 6. Και αυτό γιατί από την κατάληξη στο ζήτημα αυτό (που στη συνέχεια της απόφασης θα αποκαλείται «κύριο επίδικο ζήτημα») θα κριθεί αναμφίβολα και η τύχη της παρούσας αγωγής. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τόσο του Ενάγοντα, όσο και των Εναγομένων, να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου, παρακολούθησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και κατά συνέπεια είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους, αντιπαραβάλλοντας τις μαρτυρίες τους, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιόν μου. Στο στάδιο αυτό, έχω πάντοτε κατά νου, και το ακόλουθο απόσπασμα από την Αθανασίου κ.α. V Κουνούνης
(1997)1(Β) ΑΑΔ σελ. 614: «Παρόλο που σε πολλές αγγλικές αποφάσεις γίνεται αναφορά στην απόσειση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων σε συσχετισμό με τη μαρτυρία, σε καμιά απόφαση δεν αμβλύνεται η διάκριση μεταξύ αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το θέμα άλλωστε της κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκε, πατροπαράδοτα, κατά το κοινοδίκαιο, στους ενόρκους, οι οποίοι αποφάσιζαν, ανάλογα με την κρίση τους, για το πιστευτό των μαρτύρων. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτε. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν μετράται με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων αλλά, με την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του. Απίθανη, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων εκδοχή, γίνεται παραδεχτή, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος και αντίθετα, εκδοχή πιθανολογούμενη ως ορθή απορρίπτεται, εφόσον ο μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος.» (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Αναμφίβολα δε, έχοντας ως αφετηρία το κύριο επίδικο ζήτημα, όπως το έχω προδιαγράψει ανωτέρω, η έκβαση της υπόθεσης εξαρτάται πρώτιστα και κύρια από την αποδεικτική βαρύτητα που θα αποδοθεί στην επιστημονική μαρτυρία των δυο πραγματογνωμόνων και σε μικρότερο βαθμό από το αποτέλεσμα της αξιολόγησης της υπόλοιπης μαρτυρίας. Στην Plilippou V Odysseos
(1989)1 CLR 1 επισημαίνονται, σε σχέση με τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας πραγματογνωμόνων, τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Με την πρόοδο της γνώσης, επιστήμης και τεχνολογίας τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Η μαρτυρία ενός πραγματογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία, που μπορεί να μη βρίσκεται μέσα στις γνώσεις και τις εμπειρίες του Δικαστή». Θα ασχοληθώ πρώτα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, ο οποίος, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του, είναι ειδικός στην εξέταση και σύγκριση χειρόγραφων και δακτυλογραφημένων εγγράφων. Οπως ισχυρίσθηκε, παρακολούθησε σειρά μαθημάτων και εκπαιδεύτηκε σε θέματα εξέτασης και αναγνώρισης γραφικού χαρακτήρα στο κυβερνητικό εργαστήριο στο Cardiff της Ουαλίας το 1969 για επτά περίπου μήνες και διετέλεσε υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας επί σειρά ετών και διευθυντής της υπηρεσίας εγκληματολογικών ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας από το 1989 μέχρι την αφυπηρέτησή του το
- Εκτοτε και μέχρι σήμερα εξετάζει διάφορα έγγραφα που του αποστέλλονται συνήθως από δικηγορικά γραφεία, προβαίνει σε εξετάσεις και δίνει εκθέσεις για τα ευρήματά του. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο δυο εκθέσεις τα Τεκ. 15 και 17, υιοθετώντας το περιεχόμενό τους. Το πρώτο, σύμφωνα με όσα είπε, το ετοίμασε κατ' εντολή των δικηγόρων του Ενάγοντα και το δεύτερο κατ' εντολή των δικηγόρων των Εναγομένων. Και στις δυο εκθέσεις του ο Μ.Ε.2 καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο έντυπο αίτησης προς τους Εναγόμενους, ημερ. 31.07.2001, για είσπραξη του ποσού των £34.359,53.- από το λογαριασμό με αρ. 145-13305-2901-6 (Τεκ. 14) (που στη συνέχεια θα αποκαλείται «αμφισβητούμενη υπογραφή») είναι αποτέλεσμα μεταφοράς της υπογραφής του Ενάγοντα, που φαίνεται στο έντυπο αίτησης προς τους Εναγόμενους, ημερ. 03.08.2001, για είσπραξη του ποσού των £34.250,53 από τον ίδιο λογαριασμό (Τεκ. 18) (που στη συνέχεια θα αποκαλείται «υπογραφή δείγμα»). Οπως αναφέρει και στις δυο εκθέσεις του ο Μ.Ε.2 ο λόγος που κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό είναι η ταύτιση των γραφικών κινήσεων της αμφισβητούμενης υπογραφής με τις αντίστοιχες γραφικές κινήσεις της υπογραφής δείγμα. Αναμφίβολα ο Μ.Ε.2 υποστήριξε το συγκεκριμένο συμπέρασμα και στο δικαστήριο, επαναλαμβάνοντας μάλιστα και τη θέση του, ότι ο λόγος που κατέληξε σε αυτό είναι η ταύτιση «σε τέτοιο βαθμό», κατά την έκφρασή του, της μιας υπογραφής με την άλλη. Το ουσιαστικό και κρίσιμο ερώτημα βεβαίως που τίθεται και πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο δεν είναι εάν ο συγκεκριμένος μάρτυρας ήταν σταθερός στη θέση του περί μη γνησιότητας της αμφισβητούμενης υπογραφής, αλλά εάν έχει καταφέρει να πείσει για την εκδοχή του. Δεν έχω καμιά αμφιβολία και κανένα δισταγμό, με οδηγό την ένορκη μαρτυρία του Μ.Ε.2 και τις απαντήσεις που ο ίδιος έδωσε, κατά την κυρίως εξέταση και την αντεξέτασή του, να κρίνω ότι το ανωτέρω συμπέρασμα του Μ.Ε.2 είναι τουλάχιστον ατεκμηρίωτο και δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για τη στήριξη και εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων, σε σχέση με την επίλυση του κύριου επίδικου ζητήματος της υπόθεσης. Αντιθέτως τολμώ να πω ότι η επιχειρηματολογία του Μ.Ε.2 περισσότερο ενισχύει την εκδοχή των Εναγομένων, παρά υποστηρίζει την υπόθεση του Ενάγοντα, με την έννοια ότι σε αυτή ουσιαστικά στηρίζεται αποδεικτικά η παρούσα αγωγή. Καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό με το ακόλουθο σκεπτικό και αφού έχω ανατρέξει επανειλημμένα στις απαντήσεις που έδωσε ο Μ.Ε.2, τόσο κατά την κυρίως εξέταση, όσο και κατά την αντεξέτασή του. Καλούμενος, στην κυρίως εξέτασή του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του Ενάγοντα, ο Μ.Ε.2 να εξηγήσει τι εννοεί με τον όρο μεταφορά, απάντησε, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή έχει μεταφερθεί «κατά κάποιο τρόπο», όπως ήταν η ακριβής έκφρασή του, πάνω στο Τεκ. 14 και ότι κατά τη γνώμη του δεν έχει γίνει από το ίδιο άτομο ιδιοχείρως, δηλαδή από το δικό του χέρι, αλλά έχει μεταφερθεί από το Τεκ. 18 στο Τεκ.
- Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του υποστήριξε, επίσης με τρόπο που δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες, ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι που μπορεί να μεταφερθεί μια υπογραφή πάνω σε ένα έγγραφο και ότι στην παρούσα περίπτωση ο ίδιος πιστεύει ότι «δυνατό να έχει γίνει από κάποιο φωτοαντίγραφο απευθείας πάνω σε έντυπο, δηλαδή υπάρχει λαδόκολλα πάνω στο έντυπο, το οποίο κατ' ευθείας τυπώνει αντίγραφο κάτω» (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Ακολουθεί το ακριβές κείμενο συγκεκριμένων απαντήσεων του Μ.Ε.2 σε ερωτήσεις του ευπαίδευτου δικηγόρου του Ενάγοντα: «Ε: Δηλαδή η υπογραφή στο έγγραφο ημερομηνίας 31.7.01 είναι ή όχι του Ενάγοντα; Α: Οπως έχω αναφέρει πιστεύω ότι δεν έχει γίνει από το ίδιο χέρι του ατόμου, με το ίδιο άτομο, το ίδιο χέρι που υπόγραψε στο έγγραφο ημερομηνίας 3.8.
- Ε: Στο έγγραφο ημερομηνίας 03.08.01 σε σχέση με άλλα έγγραφα του ενάγοντα που έχετε, μπορείτε να πείτε αν είναι του ενάγοντα ή όχι; Α: Ανήκει στο ίδιο πρόσωπο. Ε. Η ερώτηση είναι αν έγινε από τον ενάγοντα; Α: Επειδή δεν έχει γίνει στην παρουσία μου, αντιλαμβάνεσθε ότι απλώς σύγκρινα τα δείγματα και κατέληξα ότι ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο. Ε: Σε σχέση με ποια έγγραφα; Α: Περιλαμβάνονται μέσα στην κατάθεσή μου είναι φωτοτυπίες επιταγών. Ε: Είναι τούτες που αναφέρονται στην παράγραφο 3; Α: Μάλιστα.». Στην παρ. 3 του Τεκ. 15 καταγράφονται οι αριθμοί δεκαεπτά επιταγών των Εναγομένων, οι φωτοτυπίες των οποίων επισυνάπτονται στην έκθεση του Μ.Ε.2 και αποτελούν μέρος του Τεκ. 15, «με δείγματα υπογραφών που αποδίδονται στο Δημήτρη Ευσταθίου». Με απλά λόγια αυτό το οποίο ισχυρίσθηκε ο Μ.Ε.2, με βάση τις ανωτέρω απαντήσεις του, είναι, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι, αφενός μεν αποτέλεσμα μεταφοράς της υπογραφής του Ενάγοντα από το Τεκ. 18 και δεν είναι γνήσια υπογραφή του Ενάγοντα, αφετέρου δε ότι η υπογραφή στο Τεκ. 18 ανήκει στον Ενάγοντα. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να συνοψίσω και να καταγράψω, με μια λογική σειρά, τις μέχρι του σημείου αυτού θέσεις του Μ.Ε.2, όπως προκύπτουν από τις απαντήσεις του, σε μια προσπάθεια καλύτερης κατανόησής τους: Α) Η αμφισβητούμενη υπογραφή στο Τεκ. 14 δεν ανήκει στον Ενάγοντα Β) Η υπογραφή δείγμα στο Τεκ. 18 ανήκει στον Ενάγοντα Γ) Η αμφισβητούμενη υπογραφή μεταφέρθηκε από το Τεκ. 18 στο Τεκ. 14 Δ) Η μεταφορά πιθανότατα έγινε από κάποιο φωτοαντίγραφο απευθείας πάνω στο Τεκ. 14, δηλ. υπήρχε λαδόκολλα πάνω από το Τεκ. 14 και προφανώς κάτω από κάποιο φωτοαντίγραφο του Τεκ. 18, από την οποία τυπώθηκε απευθείας η υπογραφή στο Τεκ. 14 από το Τεκ. 18 (Κατά την ταπεινή μου άποψη δεν μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά η απάντησή του «δυνατό να έχει γίνει από κάποιο φωτοαντίγραφο απευθείας πάνω σε έντυπο, δηλαδή υπάρχει λαδόκολλα πάνω στο έντυπο, το οποίο κατ' ευθείας τυπώνει αντίγραφο κάτω»). Η ανωτέρω εκδοχή του Μ.Ε.2 για τον τρόπο μεταφοράς της υπογραφής, αλλά και γενικότερα η εκδοχή του περί μεταφοράς της υπογραφής, όχι μόνο δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά και αμφιβολίες, ενόψει του ότι ούτε και ο ίδιος φάνηκε να είναι απόλυτα σίγουρος για τον τρόπο μεταφοράς της αμφισβητούμενης υπογραφής (η χρήση του ρήματος «δυνατό» μόνο σε ένα τέτοιο συμπέρασμα μπορεί να οδηγήσει), αλλά δεν συνάδει, κατά την ταπεινή μου άποψη, και με την κοινή λογική (common sense), τουλάχιστον με βάση τα όσα υποστήριξε ο ίδιος στο Δικαστήριο. Αναφέρομαι εν προκειμένω στο γεγονός ότι το Τεκ. 18, από το οποίο υποτίθεται ότι μεταφέρθηκε η υπογραφή στο Τεκ. 14, είναι χρονολογικά μεταγενέστερό του, ενόψει του ότι το Τεκ. 18 φέρει ημερομηνία 03.08.2001, ενώ το Τεκ. 14 φέρει ημερομηνία 31.07.
- Παρενθετικά στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι αφενός μεν η υπογραφή και γενικότερα η σύνταξη του Τεκ. 18 δεν αμφισβητείται από την πλευρά του Ενάγοντα ότι έγινε στις 03.08.2001, τουλάχιστον με όσα δικογραφούνται ή καλύτερα και ακριβέστερα δεν δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης, αφετέρου δε δεν αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν υπήρχε στις 31.07.2001 στο Τεκ.
- Στην αντεξέτασή του, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ο Μ.Ε.2 αρχικά δεν έδωσε ουσιαστικά καμιά εξήγηση, περιοριζόμενος να αναφέρει, ότι «για την ημερομηνία δεν ξέρω ούτε είμαι σε θέση να πω», για να ακολουθήσει στη συνέχεια ο εξής διάλογος μεταξύ του Μ.Ε.2 και της ευπαίδευτης δικηγόρου των Εναγομένων: «Α. Πιστεύω ότι είναι μεν αντίγραφο (εννοεί το έγγραφο 31.07.2001), όχι photo copy, αντίγραφο το οποίο έγινε από λαδόκολλα το οποίο έχει αυτόματα μεταφερθεί αμέσως ως αντίγραφο, δε νομίζω να υπήρχε ίσως πρωτότυπο γιατί κατά τη γνώμη μου όπως έχω αναφέρει προηγουμένως δυνατό τούτο να έγινε με κάποιο φωτοαντίγραφο γράφοντας από πάνω και αποτυπώνοντας αμέσως μετά. Ε: Δηλαδή γράφοντας στο έγγραφο ημερομηνίας 3 Αυγούστου 2001 και μετά μεταφέροντας στο έγγραφο ημερομηνίας 31.07.2001; Α: Μάλιστα» (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Με απλά λόγια αυτό το οποίο ισχυρίσθηκε ο Μ.Ε.2, προκειμένου να υποστηρίξει την ομολογουμένως παράλογη εκδοχή του περί μεταφοράς της αμφισβητούμενης υπογραφής από μεταγενέστερο σε προγενέστερο χρονολογικά έγγραφο ήταν ότι πρώτα έθεσε ο Ενάγοντας την υπογραφή του στις 03.08.2001 στο Τεκ. 18 και στη συνέχεια η υπογραφή αυτή μεταφέρθηκε από κάποιο τρίτο και άγνωστο πρόσωπο, με τη χρήση λαδόκολλας, στο Τεκ. 14, που φέρει ημερομηνία 31.07.
- Με ποια λογική όμως θα μπορούσε να καταστεί δυνατή η μεταφορά στις 31.07.2001 της αμφισβητούμενης υπογραφής από το Τεκ. 18 στο Τεκ. 14, με οποιοδήποτε τρόπο και δη με τον τρόπο που ισχυρίσθηκε ο Μ.Ε.2, όταν η υπογραφή δείγμα, σύμφωνα με την υπόλοιπη μαρτυρία Ενάγοντα και Εναγομένων, δεν προκύπτει ότι είχε τεθεί καν από το Μ.Ε.1 τη συγκεκριμένη ημερομηνία στο Τεκ. 18; Δεν θα έπρεπε ο Μ.Ε.2 να δώσει κάποια λογική απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα ή έστω να αποτελεί μέρος της επιχειρηματολογίας του, παρά την έλλειψη σχετικού δικογραφημένου ισχυρισμού στην έκθεση απαίτησης, η πιθανότητα το Τεκ. 14 να συντάχθηκε μεν στις 31.07.2001, αλλά η αμφισβητούμενη υπογραφή να μεταφέρθηκε σε αυτό μετά την 03.08.2001; Από την απάντηση του Μ.Ε.2 ότι «για την ημερομηνία δεν ξέρω ούτε είμαι σε θέση να πω», αφενός μεν φαίνεται ότι ο ίδιος δεν ασχολήθηκε καν με το συγκεκριμένο κεφαλαιώδες ζήτημα κοινής λογικής, αφετέρου δε προκύπτει εύλογα το συμπέρασμα ότι η εκδοχή του Μ.Ε.2 περί μεταφοράς της αμφισβητούμενης υπογραφής όχι μόνο δεν υποστηρίζεται λογικά, αλλά και δεν δύναται να αντικρισθεί και θεωρηθεί ως ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο γραφολογικό συμπέρασμα. Προκύπτει όμως εύλογα το ερώτημα για ποιο λόγο ο Μ.Ε.2 κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα, διότι δεν μου έδωσε την εντύπωση του μάρτυρα που ήθελε σκόπιμα να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Περισσότερο πιστεύω ότι ο ίδιος πίστεψε την εκδοχή του Ενάγοντα ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν του ανήκει και οδηγήθηκε στην εκδοχή της μεταφοράς της υπογραφής σε μια προσπάθειά του να τον βοηθήσει στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, προς επίρρωση και της ανωτέρω εντύπωσης του Δικαστηρίου, προκύπτει από τις ακόλουθες απαντήσεις του Μ.Ε.2 σε σχετικές ερωτήσεις της ευπαίδευτης δικηγόρου των Εναγομένων κατά την αντεξέταση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό κείμενο: «Ε: Δηλαδή οι αμφιβολίες που δημιουργήθηκαν ήταν για τη θέση της υπογραφής και όχι η αυθεντικότητα; Α: Η θέση είπα και επιπρόσθετη γραμμή και εκεί δημιουργεί κάποια αμφιβολία, ήθελα να διευκρινίσω. Ε: Δηλαδή οι αμφιβολίες που είχατε δεν ήταν λοιπόν της αυθεντικότητας της υπογραφής, αλλά για το ότι βρισκόταν λίγο πιο πάνω από τη θέση που ήταν; Α: Είναι πράγματα τα οποία πρέπει να δω γενικά για να καταλήξω σε συμπέρασμα. Αυτά ήσαν ένα μέρος των υποψιών που είχα με την αυθεντικότητα; Ε: Δεν εξετάσατε την αυθεντικότητα δηλαδή μ' αυτά που σας είχα στείλει εγώ; Α: Τα είχα εξετάσει αλλά δεν κατέληξα σε συμπέρασμα. Ε: Εγώ σας λέω ότι η γραμμή εκείνη που σας κίνησε τις υποψίες και αμφιβολίες, είναι γραμμή που βάζει ο υπάλληλος της τράπεζας για έλεγχο της υπογραφής. Α: Ετσι πιστεύω και εγώ». Από τις ανωτέρω απαντήσεις του Μ.Ε.2 διαφαίνεται ξεκάθαρα, κατά την κρίση πάντα του Δικαστηρίου, ότι οι αμφιβολίες του για την γνησιότητα της αμφισβητούμενης υπογραφής δεν εστιάζονταν τόσο και αποκλειστικά στην ταύτισή της με την υπογραφή δείγμα, όσο στη θέση της και στη διαγώνια γραμμή που υπάρχει σε αυτή, την οποία όμως δεν αμφισβήτησε, όπως τουλάχιστον προκύπτει από την τελευταία απάντησή του στη σχετική υποβολή της ευπαίδευτης δικηγόρου των Εναγομένων, ότι την έθεσε η υπάλληλος της τράπεζας, που έλεγξε την υπογραφή (στην προκείμενη περίπτωση η Μ.Υ.4, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της). Η ύπαρξη αυτής της επιπρόσθετης γραμμής επί της αμφισβητούμενης υπογραφής δημιουργεί το ακόλουθο λογικό ερώτημα, με το οποίο επίσης φαίνεται ότι δεν ασχολήθηκε ο Μ.Ε.
- Για ποιο λόγο και στη βάση ποιας λογικής το πρόσωπο που μετέφερε την αμφισβητούμενη υπογραφή μετέφερε και την επιπρόσθετη γραμμή, εφόσον προφανώς το πρώτο που ενδεχομένως θα το ενδιέφερε ήταν να μην κινήσει οποιεσδήποτε υποψίες για την παράνομη πράξη του; Πέραν των ανωτέρω ακόμη και η βασική θέση του Μ.Ε.2 περί ταύτισης «σε τέτοιο βαθμό» της αμφισβητούμενης υπογραφής με την υπογραφή δείγμα ανατρέπεται επί της ουσίας, όχι μόνο από την απλή σύγκριση των δυο υπογραφών (βλ. σχετικά Τεκ. 16 και την επόμενη της σελ. 8 του Τεκ. 23, καθώς και τη μεγέθυνση αυτής της σελίδας, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Τεκ. 23), αλλά και λαμβάνοντας υπόψη τις επτά
(7)διαφορές μεταξύ των δυο υπογραφών που εντοπίζονται, καταγράφονται και αναλύονται στις σελ. 9 και 10 του Τεκ.
- Με την πιο πάνω συλλογιστική απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Το πλήγμα βεβαίως που δέχεται η υπόθεση του Ενάγοντα, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, είναι καθοριστικό και αναμφίβολα θα οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής του. Παρά ταύτα θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα και των μαρτύρων των Εναγομένων, προκειμένου οι διάδικοι να έχουν μια σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα της συνολικής κρίσης του Δικαστηρίου για την ενώπιόν του προσκομισθείσα μαρτυρία. Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1) υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε «Α». Μια πρώτη παρατήρηση που θα μπορούσε να διατυπώσει κάποιος, σε σχέση με το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, που, κατά την ταπεινή μου άποψη, αποδυναμώνει αποδεικτικά τη μαρτυρία του είναι η συμπερίληψη διαζευκτικών ισχυρισμών στη δήλωσή του, καθώς η προβολή των συγκεκριμένων διαζευκτικών ισχυρισμών καθιστά τη δήλωση και κατά συνέπεια την κυρίως εξέταση του Μ.Ε.1, σε σχέση με τα συγκεκριμένα ζητήματα, ανεπαρκή και ασαφή, με την έννοια ότι η δήλωση δεν είναι δικόγραφο, αλλά περιέχει όσα κατά το δηλούντα αποτελούν γεγονότα, τα οποία βέβαια μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί στη δήλωση του Μ.Ε.1, δεν χωρούν (βλ. EL FATH CO. FOR INTERNATIONAL TRADE S.A.E. V E.D.T. SHIPPING LTD. & και άλλος
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1255 στη σελ. 1270). Ενδεικτικά, αλλά όχι περιοριστικά, παραπέμπω στην σελ. 5 της δήλωσης, όπου ο Μ.Ε.1 ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι «έχουν παραβιάσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και/ή σχέσεις πελάτη και Τραπεζίτη λόγω αμέλειας και/ή απάτης εις βάρος μου. Σε καμιά περίπτωση δεν είχαν δικαίωμα να προβούν στην εν λόγω χρέωση χωρίς τη συγκατάθεση και/ή άδειά μου. Ενήργησαν χωρίς τις δικές μου οδηγίες. Ουδέποτε έλεγξαν ή και δεν έλεγξαν καθόλου και/ή επαρκώς την εγκυρότητα της υπογραφής μου και εν γένει ενήργησαν αμελώς», ότι «Δεν είχαν το κατάλληλο και/ή επαρκές σύστημα ελέγχου τέτοιων οδηγιών και/ή δεν ακολούθησαν το ενδεδειγμένο και/ή καθιερωθέν σύστημα» και ότι «Δεν είχαν επαρκή και/ή απαραίτητο έλεγχο του εν λόγω υπαλλήλου τους κ. Κλεάνθη Σκορδή και/ή του τρόπου διεξαγωγής των εργασιών τους». Περαιτέρω στη σελ. 6 της δήλωσης αποτελεί ισχυρισμό του Μ.Ε.1 ότι οι Εναγόμενοι «Γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν την απάτη και/ή την πλαστογραφία που έγινε εις βάρος μου. Εχουν δείγμα της υπογραφής και όφειλαν να την εξέταζαν και/ή να επικοινωνήσουν μαζί μου για επιβεβαίωση των οδηγιών κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξαν», ότι «Δεν διαφύλαξαν το αρχείο και/ή δεν προέβησαν στον απαραίτητο έλεγχο» και ότι «Γενικώς οι Εναγόμενοι ενήργησαν αμελώς και/ή απατηλά και/ή κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων έναντί μου». Πέραν της πιο πάνω παρατήρησης ο Μ.Ε.1 υποστήριξε, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του, απαντώντας σε σχετική υποβολή της ευπαίδευτης δικηγόρου των Εναγομένων, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι πλαστογραφημένη και ότι δεν έχει αμφιβολία ότι είναι ο υπάλληλος που έκανε την πλαστογραφία, εννοώντας το Μ.Υ.1 Κλεάνθη Σκορδή. Η συγκεκριμένη θέση του Μ.Ε.1 έχει παραμείνει αίολη και ατεκμηρίωτη, στην απουσία οποιασδήποτε επιστημονικής τεκμηρίωσης ή οποιασδήποτε άλλης αποδεκτής και ενισχυτικής μαρτυρίας και δεν είναι τίποτε άλλο από μια εικασία του Μ.Ε.1, χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Σε άλλη υποβολή της ευπαίδευτης δικηγόρου των Εναγομένων ότι το Τεκ. 14 το υπέγραψε στο σπίτι του στην παρουσία του Μ.Υ.1, ο Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο (Τεκ. 14) ουδέποτε τέθηκε στην προσοχή του, ουδέποτε το υπέγραψε και δεν το αποδέχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί του Μ.Ε.1 ανατρέπονται επί της ουσίας, όχι μόνο ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του Μ.Ε.2, αλλά και διότι έρχονται σε σύγκρουση με τις αξιόπιστες, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια της απόφασης, μαρτυρίες, αφενός μεν του Μ.Υ.1, ο οποίος, υποστήριξε ότι ο Μ.Ε.1 υπέγραψε ενώπιόν του και ότι η επίδικη τραπεζική επιταγή εκδόθηκε κατόπιν δικών του οδηγιών, αφετέρου δε της Μ.Υ.2, η οποία απέδειξε, στη βάση επιστημονικών κριτηρίων, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι γνήσια υπογραφή του Ενάγοντα. Με το πιο πάνω σκεπτικό δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Σε αντίθεση με τους μάρτυρες του Ενάγοντα, όλοι οι μάρτυρες των Εναγομένων μου έκαναν πολλή καλή εντύπωση. Υποστήριξαν σθεναρά με τις μαρτυρίες τους την κύρια υπερασπιστική γραμμή, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή ανήκει στον Ενάγοντα και αναμφίβολα έπεισαν για την ορθότητα και το βάσιμο των ισχυρισμών τους, σε τέτοιο βαθμό, που δεν θα είχα κανένα δισταγμό να στηριχθώ στη μαρτυρία τους και να βασίσω επ' αυτής τα όποια συμπεράσματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στη Μ.Υ.2, η οποία ομολογουμένως έπεισε όχι μόνο για την επιστημονική της δεινότητα και επάρκεια, αλλά και για την ορθότητα των συμπερασμάτων της. Η Μ.Υ.2, Δικηγόρος και Δικαστική Γραφολόγος, υιοθέτησε, αφενός μεν, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και σημειώθηκε «Γ», αφετέρου δε το περιεχόμενο της έκθεσής της, που κατατέθηκε και σημειώθηκε Τεκ.
- Υποστήριξε ότι από τη γραφολογική διερεύνηση των υπό κρίση και σύγκριση εγγράφων και την αξιολόγηση του πορίσματος του Μ.Ε.2 κατέληξε στα εξής συμπεράσματα, τα οποία περιέχονται και στο πόρισμά της (Τεκ. 23): Α) Ότι «Η υπό έλεγχο υπογραφή ως «Δημήτρης Ευσταθίου», η οποία φέρεται επί της από 31/7/2001 Αιτήσεως του Δημητρίου Ευσταθίου προς την Alpha Bank με σκοπό την κατάθεση χρηματικού ποσού στο όνομα του ΚΩΣΤΑ ΛΟΥΚΑ (COSTAS LOUCA) χαράσσεται -όπως τουλάχιστον προκύπτει από το φωτοαντίγραφο του εγγράφου- συμφώνως με τους χαρακτήρες δομής και με το σκεπτικό σύνθεσης των επί μέρους γραφικών στοιχείων των γνησίων υπογραφών του Δημητρίου Ευσταθίου, όπως έχουν τεθεί επί Επιταγών και Αιτήσεων σύγχρονης γραφικής προέλευσης με την υπό έλεγχο φερομένη. Οδηγώντας, έτσι, κατόπιν εκτίμησης των γραφικών ευρημάτων της αντιπαραβολής των ως άνω στοιχείων σε βαθμό υψηλής πιθανολόγησης, σε γνήσια υπογραφή του Δημητρίου Ευσταθίου, τεθείσα μέσα στα πλαίσια του στενού υπογραφικού κύκλου αυτού» (βλ. σελ. 3 «Γ» και σελ. 20 Τεκ. 23), Β) Ότι «Το πόρισμα της από 14-11-2007 Εκθέσεως Εμπειρογνώμονα του κ. Ιωάννη Κτωρίδη, βάσει του οποίου η υπό έλεγχο υπογραφή ως «Δημήτριος Ευσταθίου» επί της από 31-7-2001 Αιτήσεως της Alpha Bank στο όνομα του COSTAS LOUCA, είναι «αποτέλεσμα μεταφοράς της υπογραφής που έχει τεθεί επί της από 3.8.2001 Αιτήσεως στο όνομα της KLARESCO MANAGEMENT» κατά τη γνώμη μου δεν είναι ορθό, καθ' όσον, αφ' ενός μεν η υπό έλεγχο υπογραφή (από 31-7-01) είναι προγενέστερης χρονικής χάραξης της φερομένης ως πρότυπο για την εν λόγω μεταφορά (από 3-8-01),αφ' ετέρου δε, συντίθεται όχι με πανομοιότυπες σχηματικές χαράξεις με τις αντίστοιχες της από 3-8-01 υπογραφής (όπως θα έπρεπε να συμβαίνει σε περίπτωση μεταφοράς της), αλλά με γραφικές εναλλαγές, οι οποίες συναντώνται μόνον σε υπογραφές αυθεντικές, πρωτογενείς και αυθόρμητες, εντασσόμενες στο στενό υπογραφικό κύκλο ενός και του αυτού γραφικού φορέα» (βλ. σελ. 3 και 4 «Γ» και σελ. 21 Τεκ. 23), Γ) Ότι «Η σύμπτωση των γραφικών κινήσεων της υπό έλεγχο υπογραφής ως «Δημήτριος Ευσταθίου» επί της από 31-7-01 Αιτήσεως της Alpha Bank με τις αντίστοιχες της υπογραφής (φερομένης ως μεταφερθείσας συμφώνως με το Πόρισμα του κ. Ιωάννη Κτωρίδη), επί της από 3-8-01 Αιτήσεως της αυτής Τράπεζας (και όχι των επί μέρους γραφικών τους σχηματισμών), οφείλεται στο σχεδόν ασυνείδητο του τρόπου δομής τους και στον αυτοματισμό με τον οποίο επαναλαμβάνονται οι γραφικές τους κινήσεις (λόγω της σταθερότητας του σκεπτικού χάραξης αυτών και της συχνής επανάληψής τους κατά την υπογραφική διαδικασία» (βλ. σελ. 22 Τεκ. 23), Δ) Ότι «Η σύμπτωση των γραμμών ελέγχου (με τις οποίες ο υπάλληλος της Alpha Bank διαγράφει τις ελεγχθείσες υπογραφές επί των Αιτήσεων αυτής), τόσο σε έκταση, όσο και σε γωνία θέσεων αυτών μέσα στο γραφικό χώρο και επί τεσσάρων
(4)από τις προς σύγκριση διατιθέμενες Αιτήσεις του Δημητρίου Ευσταθίου, οφείλεται προφανώς στον αυτό ρυθμό, στην αυτή ταχύτητα και στον αυτοματισμό που χαρακτηρίζει πλέον τις γραφικές κινήσεις του υπαλλήλου της Alpha Bank, λόγω της συχνότητας με την οποία τις επαναλαμβάνει κατά την εν λόγω γραφική διαδικασία» (βλ. σελ. 22 Τεκ. 23) και Ε) Ότι «Δεδομένης μάλιστα και της θέσεως της υπογραφής υπό έλεγχο ως «Δημήτρης Ευσταθίου» στην από 31.7.2001 αίτηση προς την Alpha Bank Ltd, ήτοι στον χώρο που περιέχεται μεταξύ των ενδείξεων «Πιστώθηκε ο λογαριασμός» και «προς τον Ταμία κλπ.» και όχι κάτω από την ένδειξη «ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΑΙΤΗΤΗ» όπως συμβαίνει στις λοιπές αιτήσεις του Δημήτρη Ευσταθίου προς την Alpha Bank, συνάγεται το αυθόρμητο και πιθανώς το «βιαστικό» του τρόπου θέσεως αυτής και κάτω από μη ομαλές συνθήκες. Στοιχεία δηλαδή τα οποία συνάδουν με τη γνησιότητα της υπό έλεγχο υπογραφής επί της από 31.7.2001 αιτήσεως, μη αποκλειομένης έτσι, της περιπτώσεως τυχαίας σύμπτωσης των γραμμών της με την υπογραφή στην από 3.8.2001 αίτηση, βάσει της αρχής του αυτοματισμού και των γραφικών συνηθειών του φορέα της» (βλ. σελ. 4 και 5 «Γ»). Εχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή και σχολαστικότητα τη μαρτυρία της Μ.Υ.2, τόσο στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, όσο και της αντεξέτασής της, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του Τεκ. 23 και των υπόλοιπων τεκμηρίων, που κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκ. 22 και 24 έως 36) και οφείλω να επισημάνω ότι, τόσο η συνοχή της, όσο και η αποδεικτική της βαρύτητα, έχουν εξέλθει τουλάχιστον αλώβητες από τη βάσανο της ακροαματικής διαδικασίας, θα τολμούσα δε να αναφέρω, χωρίς κάτι τέτοιο να συνιστά, κατά την ταπεινή μου άποψη, υπερβολή, ότι η αντεξέτασή της όχι μόνο δεν δημιούργησε την παραμικρή ρωγμή στη μαρτυρία της, αλλά, κατά το στάδιο αυτό, η Μ.Υ.2 κατάφερε να ενισχύσει και να πείσει ακόμη περισσότερο για την ορθότητα των προαναφερόμενων συμπερασμάτων της. Αλλωστε δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι η μαρτυρία της Μ.Υ.2 αντιπαρατίθεται ουσιαστικά με την έτερη επιστημονική μαρτυρία του Μ.Ε.2 και ότι η αποδεικτική υπεροχή της έναντι αυτής είναι, ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 και των λόγων για τους οποίους απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, καταφανής και αναμφισβήτητη. Με το πιο πάνω σκεπτικό αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Υ.2 στο σύνολό της και δη τα ανωτέρω συμπεράσματά της, με τη μορφή ευρημάτων του Δικαστηρίου, σε σχέση με την επίλυση του κύριου επίδικου θέματος αυτής της υπόθεσης. Οσον αφορά τους Μ.Υ.1, 3 και 4 διατηρώ και για αυτούς την ίδια καλή εντύπωση, που αποκόμισα για τη Μ.Υ.
- Οδηγούμαι στην κατάληξη αυτή, όχι μόνο διότι ήταν σταθεροί, σίγουροι και πειστικοί στις απαντήσεις τους, τόσο κατά την κυρίως εξέταση, όσο και κατά την αντεξέτασή τους, αλλά, κύρια και πρώτιστα, διότι η εκδοχή τους, ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή, αφενός μεν ετέθη από τον ίδιο τον Ενάγοντα (μαρτυρία Μ.Υ.1), αφετέρου δε υπήρχε στις 31.07.2001, δηλ. πριν από την έκδοση της τραπεζικής επιταγής, στο Τεκ. 14 (μαρτυρία Μ.Υ. 3, 4 και 1), καθώς και ότι την κόκκινη διαγώνια γραμμή επί της υπογραφής την έθεσε στις 31.07.2001 η Μ.Υ.4 (μαρτυρία Μ.Υ.4 και 3), συνάδει πλήρως και υποστηρίζεται από τη μαρτυρία και τα επιστημονικά συμπεράσματα της Μ.Υ.
- Η ύπαρξη της αμφισβητούμενης υπογραφής στο Τεκ. 14 στις 31.07.2001, που προκύπτει, ως πραγματικό πλέον γεγονός από τη μαρτυρία των Μ.Υ.1, 3 και 4, είναι ένα εξίσου πολύ σημαντικό στοιχείο για την επίλυση του κύριου επίδικου ζητήματος, καθώς η πρωτογενής αυτή μαρτυρία εκθεμελιώνει έτι περαιτέρω την εκδοχή του Μ.Ε.2 περί μεταφοράς της αμφισβητούμενης υπογραφής από το μεταγενέστερο χρονολογικά έγγραφο της 03.08.2001 (Τεκ. 18). Στο σημείο αυτό αξίζει πιστεύω να υπενθυμίσω ότι ο Ενάγοντας δεν ισχυρίζεται καν στην έκθεση απαίτησής του ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν υπήρχε στις 31.07.2001 στο Τεκ.
- Η δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντα είναι ότι η πλαστογράφηση της αμφισβητούμενης υπογραφής έγινε είτε από το εν λόγω πρόσωπο (εννοεί τον Μ.Υ.1), είτε από τρίτα πρόσωπα, τα οποία δεν κατονομάζει (βλ. παρ. 4 Ε/Α) και να υπενθυμίσω ότι το συμπέρασμα του Μ.Ε.2 είναι ότι η μεταφορά της αμφισβητούμενης υπογραφής έγινε από κάποιο πρόσωπο, του οποίου την ταυτότητα δεν κατέστη δυνατό να προσδιορίσει. Αυτό το οποίο θέλω να επισημάνω, ως ακροτελεύτια σκέψη, με βάση τα ανωτέρω, είναι ότι από τη στιγμή που ο Ενάγοντας δεν ισχυρίζεται στο δικόγραφό του ότι δεν υπήρχε η αμφισβητούμενη υπογραφή στις 31.07.2001 στο Τεκ. 14, συνυπολογιζομένου και του γεγονότος ότι δεν προωθήθηκε μια τέτοια θέση, είτε από το Μ.Ε.1, είτε από το Μ.Ε.2, αφενός μεν η σχετική μαρτυρία των Μ.Υ. 1, 3 και 4 περί ύπαρξής της είναι επί της ουσίας αναντίλεκτη, αφετέρου δε εκθεμελιώνεται οριστικά και τελεσίδικα η εκδοχή της μεταφοράς από το Τεκ.
- Συμπέρασμα Η απόρριψη του συνόλου της μαρτυρίας του Ενάγοντα και η αποδοχή της εκδοχής των Εναγομένων, σε σχέση πάντα με το κύριο επίδικο ζήτημα της υπόθεσης, προδιαγράφει και την κατάληξη της αγωγής. Συνακόλουθα το συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι ότι ο Ενάγοντας δεν έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος απόδειξης της απαίτησής του και ως εκ τούτου αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Προτού όμως ολοκληρώσω την απόφασή μου κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ και στα θέματα που εγείρονται, υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων, στο δικόγραφο των Εναγομένων και πιο συγκεκριμένα τον ισχυρισμό για κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και τον παρεμφερή ισχυρισμό τους για ύπαρξη κωλύματος στον Ενάγοντα να εγείρει και να προωθήσει την παρούσα αγωγή, ενόψει του ότι η ευπαίδευτη δικηγόρος των Εναγομένων προώθησε τα συγκεκριμένα ζητήματα στην τελική της αγόρευση. Πιο συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται στην παρ. 2 της έκθεσης υπεράσπισής τους ότι: «α) Η καταχώρηση της παρούσας αγωγής είναι καταχρηστική, έχει καταχωρηθεί κατά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) και ως εκ τούτου δέον όπως απορριφθεί. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας έχει εγείρει την αγωγή 2422/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εναντίον των νυν εναγομένων και άλλων επτά εναγομένων δια επίδικα θέματα μεταξύ των οποίων και τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή, λόγω της μεταγενέστερης καταχώρησής της από την αγωγή 2422/02 είναι καταχρηστική, επιζητούνται μεταξύ άλλων οι ίδιες θεραπείες και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή πρέπει να ανασταλεί και/ή να απορριφθεί. β) Η καταχώρηση της αγωγής 2422/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μεταξύ των ιδίων διαδίκων δημιουργεί δεδικασμένο (estoppel) και/ή εμποδισμό αγωγίμου δικαιώματος (cause of action estoppel) και/ή εμποδισμό επιδίκου θέματος (issue estoppel) και ως εκ τούτου ο ενάγων εμποδίζεται από το να προωθήσει την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων τα οποία εκκρεμούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην αγωγή 2422/02 και τα οποία περιλαμβάνουν τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής ». Αναμφίβολα για να μπορούσε το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα για το εάν και κατά πόσο η προγενέστερα καταχωρηθείσα αγωγή 2422/02 Ε.Δ. Πάφου (που στο εξής θα αποκαλείται «προγενέστερη αγωγή»), δημιουργεί τα ανωτέρω νομικά κωλύματα στην έγερση της παρούσας αγωγής, θα έπρεπε, είτε να έχει ενώπιόν του τα δικόγραφα, ιδιαίτερα την έκθεση απαίτησης, της προγενέστερης αγωγής, είτε αποδεκτή μαρτυρία από την οποία να συνάγεται το περιεχόμενό της. Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της προγενέστερης αγωγής, η έκθεση απαίτησής της και η έκθεση υπεράσπισης έχουν κατατεθεί από την ευπαίδευτη δικηγόρο των Εναγομένων ως Τεκμήρια για αναγνώριση Ε, Ζ και ΣΤ αντίστοιχα, χωρίς όμως στη συνέχεια να κληθεί ο Πρωτοκολλητής (όπως είχε δηλώσει η ευπαίδευτη δικηγόρος των Εναγομένων) για να τα αναγνωρίσει και να καταστεί δυνατή η κατάθεσή τους ως Τεκμηρίων. Ως εκ τούτου το περιεχόμενό τους δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Η εισήγηση της ευπαίδευτης δικηγόρου των Εναγομένων, ότι τα συγκεκριμένα τεκμήρια για αναγνώριση έγιναν τεκμήρια στη συνέχεια, καθότι ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Ενάγοντα «δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν χρειάζεται να μαρτυρήσει ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ώστε να αναγνωρίσει τα εν λόγω Τεκμήρια προς αναγνώριση και να κατατεθούν ως Τεκμήρια», δεν ευσταθεί, καθώς ναι μεν ο κ. Ξενοφώντος έκανε αυτή τη δήλωση, όμως μετά το πέρας της ακρόασης, όταν του ζητήθηκε από την κα. Κόκκινου να συναινέσει στην κατάθεση των συγκεκριμένων τεκμηρίων για αναγνώριση, ως τεκμηρίων, δεν συμφώνησε. Περαιτέρω από το Τεκ. 13, δηλ. την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση στην προγενέστερη αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι Ενάγοντας στην προγενέστερη αγωγή είναι ο Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή και Εναγόμενοι 4 στην προγενέστερη αγωγή είναι οι Εναγόμενοι στην παρούσα υπόθεση. Ολοκληρώνοντας την ενασχόλησή μου με το συγκεκριμένο επίδικο ζήτημα κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ούτε η θέση του Ενάγοντα, κατά την αντεξέτασή του, ότι συμφωνεί με την ευπαίδευτη δικηγόρο των Εναγομένων, ότι στην παρ. 19 της έκθεσης απαίτησης της 2422/02 (Τεκ. Ζ για αναγνώριση) ζητά το ίδιο ποσό με το ποσό της παρούσας αγωγής, ενισχύει την επιχειρηματολογία των Εναγομένων, καθώς η συγκεκριμένη απάντηση δόθηκε στη βάση του περιεχομένου του συγκεκριμένου τεκμηρίου για αναγνώριση και θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο μόνο στην περίπτωση που αυτό θα κατατίθετο ως κανονικό τεκμήριο (βλ. Μελάς V Κυριάκου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 826 στη σελ. 833). Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό οι ενστάσεις των Εναγομένων απορρίπτονται. Οσον αφορά τέλος το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, το οποίο εγείρεται από την ευπαίδευτη δικηγόρο των Εναγομένων στην αγόρευσή της, οφείλω να παρατηρήσω, ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν τίθεται στην έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων και ως εκ τούτου δεν είναι, κατά την κρίση μου, επίδικο ζήτημα, με την επίλυση του οποίου έχει υποχρέωση να ασχοληθεί το Δικαστήριο. Κατάληξη Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω η αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη και ατεκμηρίωτη. Οσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Ισχυριζόμενη πλαστογραφία υπογραφής σε τραπεζικό έντυπο - Αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνωμόνων και πρωτογενούς μαρτυρίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο