Γιώργος Σιβιτανίδης ν. Αντώνης Πρωτοπαπάς κ.α., Αρ.Αγωγής 451/2006, 9.5.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Κ. Κουνίδου Ε.Δ Αρ.Αγωγής 451/2006 Μεταξύ: Γιώργος Σιβιτανίδης Ενάγοντα Και
- Αντώνης Πρωτοπαπάς
- Μαρία Καλλήνου Εναγόμενων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9.5.2008 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Γ. Χ¨Νεοφύτου Για τους εναγόμενους: Πιερίδης & Πιερίδης (για να ακούσει απόφαση κ. Π. Φιλίππου) Α Π Ο Φ Α Σ H Με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους 1 και 2 την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.1500.- πλέον τόκους και έξοδα. Την πιο πάνω αξίωση βασίζει, σύμφωνα πάντα με την δικογραφημένη του θέση, στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 επλούτισαν εις βάρος του αδικαιολόγητα και/ή έλαβαν εξ αχρεωστήτου το ποσό των Λ.Κ.1,500.-, χρηματικό ποσό που ο ίδιος κατάβαλε στα πλαίσια συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, για την αγορά εκ μέρους του από τους εναγόμενους 1 και 2 ποσότητας κάρβουνων. Σύμφωνα πάντα με τις θέσεις του ενάγοντα κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο αυτός ασχολείτο με το εμπόριο εισαγομένων κάρβουνων και οι εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι είναι σύζυγοι, του εμφανίστηκαν σαν εισαγωγείς καρβούρων και του υποσχέθηκαν να τον προμηθεύσουν με ποσότητες καρβούνων. Το ποσό των Λ.Κ.1500.- ο ενάγοντας, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του, κατάθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης 2 στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κατά ή περί τον Μάρτιο 2000 με την παράκληση του εναγόμενου 1, προς όφελος και τη εντολή και δια λογαριασμό του εναγόμενου 1 και/ή αμφοτέρων των εναγομένων 1 και 2 ενεργούντων ως αντιπρόσωπος ο ένας του άλλου και/ή ως συνέταιροι. Το εμπόρευμα, ο εναγόμενος 1, υποσχέθηκε να παραδώσει στον ενάγοντα εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία πληρωμής, και η παράδοση της ποσότητας καρβούνων συμφωνήθηκε ότι θα παραδίδετο στην Πάφο. Ο εναγόμενος 1 παρά τις προφορικές οχλήσεις του από τον ενάγοντα παρέλειψε να παραδώσει την παραγγελθείσα ποσότητα κάρβουνων αξίας Λ.Κ.1500.- εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία που ο ενάγοντας πλήρωσε το αντίτιμο της παραγγελίας. Μετά την πάροδο 1 έτους από την παραγγελία και επειδή οι εναγόμενοι παρέλειπαν να προμηθεύσουν τον ενάγοντα με την παραγγελθείσα ποσότητα κάρβουνων, ο ενάγοντας κάλεσε προφορικά πολλές φορές τους εναγόμενους 1 και 2 να του επιστρέψουν το πιο πάνω ποσό πλην όμως αυτοί παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να το πράξουν με αποτέλεσμα να πλουτίσουν αδικαιολόγητα εις βάρος του ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ. 1500.- χωρίς να επακολουθήσει οποιαδήποτε αιτία. Οι εναγόμενοι εγείρουν με την έκθεση υπεράσπισης τους προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζονται ότι δυνάμει των περιστατικών και γεγονότων της υπόθεσης το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στερείται κατά τόπο δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και ότι οι εναγόμενοι δεν είναι οι πραγματικοί διάδικοι ενώ ο πραγματικός διάδικος έπρεπε να είναι η εταιρεία Αντώνης Πρωτοπαπάς Λτδ μετά της οποίας ο ενάγων έχει κάμει την ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία. Περαιτέρω και άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών τους ενστάσεων αρνούνται την απαίτηση, τόκους και έξοδα, αρνούνται την παρ. 1 της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα και δηλώνουν ότι ουδέποτε γνώρισαν και/ή συνάντησαν τον ενάγοντα. Από την παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης παραδέχονται μόνο ότι είναι σύζυγοι και διαμένουν στην Λευκωσία και ισχυρίζονται ότι αμφότεροι είναι μέτοχοι της εταιρείας Αντώνης Πρωτοπαπάς Λίμιτεδ με έδρα την Λευκωσία και διευθυντή τον εναγόμενο 1, η οποία εταιρεία, μεταξύ άλλων ασχολιών της εμπορεύεται κάρβουνα με αγοραπωλησίες Κυπριακών και εισαγομένων κάρβουνων και οποιαδήποτε συμφωνία έγινε με τον ενάγοντα έγινε με την εν λόγω εταιρεία. Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως εξής: α) Κατά ή περί τον Μάρτιο 2000 ο ενάγων μίλησε τηλεφωνικώς με τον διευθυντή της εταιρείας Αντώνης Πρωτοπαπάς Λτδ, κ. Αντώνη Πρωτοπαπά, εναγόμενο 1 και του ζήτησε να τον διευκολύνει να φέρουν μαζί ποσότητα κάρβουνων από την Αίγυπτο στην οποία χώρα η εταιρεία είχε συνεργασία μετά τινός Αιγυπτίου εμπόρου ονόματι Samer Mohamed Ali Solaiman. Ο κ. Πρωτοπαπά εξήγησε στον ενάγοντα ότι ένα κοντέινερ κάρβουνα θα στοίχιζε συνολικά μεταφορικά και φόρο Λ.Κ.3000.- περίπου. Ο τελικός διακανονισμός θα γινόταν όταν το κοντέινερ θα έφτανε στις αποθήκες της εταιρείας στην Λευκωσία. β) Ο ενάγοντας ακολούθως πρότεινε στον κ. Πρωτοπαπά να φέρουν μαζί μέσω της εταιρείας του ένα κοντείνερ κάρβουνα και να τα μοιράσουν και να πληρώσουν από Λ.Κ.1500.-. Τα κάρβουνα θα ερχόντουσαν στην Κύπρο μέσω του λιμανιού Λεμεσού και ακολούθως θα μεταφέρονταν στις αποθήκες της εταιρείας Αντώνης πρωτοπαπάς Λτδ στην Λευκωσία από όπου και θα παραλάμβανε ο ενάγων την δική του ποσότητα. γ) Επειδή η εταιρεία των εναγομένων Αντώνης Πρωτοπαπάς Λτδ, η οποία θα πραγματοποιούσε την παραγγελία των κάρβουνων, αντιμετώπιζε προβλήματα με την τράπεζα της, ο κ. Πρωτοπαπάς υπέδειξε στον ενάγοντα, το ποσό των Λ.Κ.1500.- να το καταθέσει σε λογαριασμό της γυναίκας του εναγόμενης 2, πράγμα που ο ενάγων έκαμε. δ) Πράγματι κατά ή περί την 14.3.2000, ο εναγόμενος 1, ως διευθυντής της εταιρείας Αντώνης Πρωτοπαπάς Λτδ, παράγγειλε στον συνεργάτη της εταιρείας στην Αίγυπτο κ. Samer Mohamed Ali Solaiman, 14 τόνους κάρβουνα αντί του ποσού των δύο χιλιάδων οκτακόσιων δολαρίων Αμερικής και ο εν λόγω Samer Mohamed Ali Solaiman εξέδωσε στο όνομα της εταιρείας Antonis Protopapas Ltd το σχετικό τιμολόγιο στο οποίο τιμολόγιο εμφαίνεται το όνομα του αγοραστή, η ποσότητα και η περιγραφή των εμπορευμάτων και το τίμημα.
- Κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας ο ρηθείς Samer Mohamed Ali Solaiman παρόλο ότι εισέπραξε το ποσό των Λ.Κ. 2800 δολαρίων ως το τιμολόγιο δεν απόστειλε τα παραγγελθέντα κάρβουνα στην Κύπρο και οικειοποιήθηκε το εν λόγω ποσό.
- Ο εναγόμενος 1 ως διευθυντής της εταιρείας Αντώνης Πρωτοπαπάς Λτδ έκανε πολλές προσπάθειες και διαβήματα προς τον Samer Mohamed Ali Soleiman και/ή άλλα πρόσωπα για να συμμορφωθεί και να υλοποιήσει την παραγγελία για την οποία πληρώθηκε αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
- Για όλους του πιο πάνω λόγους οι εναγόμενοι αρνούνται την παρ.5 της Εκθεσης Απαιτήσεως του ενάγοντα και τα υπό στοιχεία Α,Β, Γ αιτήματα αυτής και ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Μαρτυρία και Τεκμήρια Προς υποστήριξη της υπόθεσης του ενάγοντα, ένορκη μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο ενάγοντας, ενώ για την υπόθεση των εναγομένων μαρτυρία έδωσε ο εναγόμενος
- Παραδεκτά γεγονότα: Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε ως κοινά αποδεκτό γεγονός, ότι ο ενάγοντας στις 10.3.2000 κατάθεσε στον λογαριασμό της εναγόμενης 2 το ποσό των Λ.Κ.1500.- στην Πόλη Χρυσοχούς Τα Τεκμήρια της υπόθεσης: Ως τεκμήρια στην υπόθεση κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν τα πιο κάτω: 1.Γραπτή δήλωση του Μ.Υ.1, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του (Τεκμήριο 1). 2.Τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) 3.Διαβατήριο του Μ.Υ.1 (Τεκμήριο 3) Τα όσα ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) και ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), έχουν αναφέρει στο δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά που τηρήθηκαν, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην παρούσα απόφαση. Στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, γίνεται αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας και κατά λογική συνέπεια την αποδοχή ή απόρριψη της. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους κάλεσαν το Δικαστήριο να αποδεχτεί ως ορθή τη θέση του διαδίκου που εκπροσωπούσαν. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου καθώς και το ζήτημα της νομιμοποίησης του ενάγοντα να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων, τα οποία εγείρονται υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων στην έκθεση υπεράσπισης των εναγόντων υπό τις περιστάσεις δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο ξέχωρης εξέτασης από το Δικαστήριο, αλλά η επίλυση τους θα επέλθει δια της αξιολόγησης του συνόλου της ενώπιον μου μαρτυρίας όπου θα κριθούν ως επίδικα ζητήματα υπό το φως της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των γεγονότων της υπόθεσης. Η παρούσα υπόθεση, κρίνεται επί του ζυγού των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. σελ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. σελ. 207). Το Δικαστήριο έχει μελετήσει την μαρτυρία, τις αγορεύσεις των συνηγόρων και τα δικόγραφα, τα οποία προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα με τα οποία η μαρτυρία οφείλει να συμπλέει (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ σελ 24 και Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη κ.ά
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 351). Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως. Παρακολούθησα τον τρόπο που αυτοί έδιδαν μαρτυρία, τις απαντήσεις που έδιναν, την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους και αξιολόγησα αυτή, με επίγνωση της διάκρισης μεταξύ ευρημάτων αξιοπιστίας και βάρους απόδειξης. Παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη, χωρίς να είναι εξαντλητικού χαρακτήρα, τους οποίους και έλαβα υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η αμεσότητα των απαντήσεων, η σαφήνεια που αυτές περιείχαν, ο τρόπος με τον οποίο δίδονταν οι απαντήσεις από τους μάρτυρες και οι αντιφάσεις που υπήρξαν στις απαντήσεις τους. Χωρίς κανένα δισταγμό, αποδέχομαι την μαρτυρία του ενάγοντα (Μ.Ε.1) και απορρίπτω αυτή του εναγόμενου (Μ.Υ.1). Ο ενάγοντας μου έκανε πολλή καλή εντύπωση, με όλη την παρουσία και συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, τόσο κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του, όσο και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, με αμεσότητα, πειστικότητα, αυθορμητισμό και μια έμφυτη απλότητα και ειλικρίνεια. Κρίνω λοιπόν ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν ειλικρινής και είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Θεωρώ, ότι η μαρτυρία του ενάγοντα υπερέχει αυτής του Μ.Υ.1, ως προς την πειστικότητας της δικής του εκδοχής. Ο ενάγοντας υπήρξε σταθερός στις θέσεις του ότι συμφώνησε προσωπικά με τον εναγόμενο 1 για την αγορά χιλίων σακουλών κάρβουνων για το ποσό των Λ.Κ.1500, ότι ο εναγόμενος δεν του έκανε καμία αναφορά για την ύπαρξη εταιρείας και ότι ενεργούσε για αυτή, ότι του ανέφερε ότι την δουλεία αυτή την έκανε με την σύζυγο του και επίσης ότι τα κάρβουνα συμφώνησαν όπως ο εναγόμενος 1 του τα παραδώσει στην αποθήκη του στην Αργάκα. Σε αντίθεση με τον ενάγοντα ο εναγόμενος 1 μου δημιούργησε αρνητικές εντυπώσεις και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η εκδοχή του δεν περιέχει την αλήθεια. Η προσπάθεια του να ξεφύγει από ενδεχόμενη καταδίκη και καταβολή οποιοδήποτε ποσού υπήρξε εμφανής. Γενικά η εντύπωση που μου δημιούργησε ο εναγόμενος 1 ήταν κακή. Περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν ήταν καθόλου πειστικός κατά το στάδιο της κατάθεσης του ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν αισθάνομαι καθόλου ασφαλής να στηριχθώ στην μαρτυρά του και απορρίπτω την εκδοχή του, ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Θα ανάμενε κανείς ενόψει και του ισχυρισμού περί ύπαρξης εταιρείας και του ισχυρισμού ότι ο ίδιος ενεργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ως αντιπρόσωπος της εταιρείας, να παρουσίαζε μαρτυρία σχετική προς απόδειξη, τουλάχιστον της ύπαρξης της εταιρείας και κατά αυτό τον τρόπο ενίσχυση της ίδια της θέσης του ότι δηλαδή ο ενάγοντας, συνεβλήθηκε με την εταιρεία για την οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της. Ο ισχυρισμός περί ύπαρξης εταιρείας, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπό τις περιστάσεις, από την πλευρά της υπεράσπισης παρέμεινε ατεκμηρίωτος και δεν θεωρώ ότι το τεκμήριο 2, είναι ικανό, επειδή σε αυτό αναγράφεται το όνομα Antonis Protopapas Ltd, προς απόδειξη της οντότητας της εταιρείας που επικαλείται. Και αν ακόμη αποδείκνυε ο εναγόμενος 1 την ύπαρξη εταιρείας, καθίσταται εμφανές από την μαρτυρία, ακόμη και του ιδίου, ότι δεν έγινε καμία αναφορά στον ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι αυτός ενεργούσε ως αντιπρόσωπος εταιρείας, κάτι το οποίο υπήρξε εμφανές από τον τρόπο που υποστήριζε ο Μ.Υ.1 ότι όλοι ήξεραν την εταιρεία Α. Πρωτοπαπάς Λτδ και ότι η εταιρεία ήταν αυτή που ασχολείτο με την εισαγωγή και πώληση κάρβουνων, θεωρώντας ο ίδιος το πιο πάνω γεγονός ως κάτι δεδομένο και γνωστό οπόταν και γνωστό στον ενάγοντα. Συγκεκριμένα ο εναγόμενος 1 σε ερώτηση που του τέθηκε στην αντεξέταση απάντησε «Δεν ξέρω κατά πόσο γνώριζε ή όχι την εταιρεία, όλοι που ασχολούνται με κάρβουνα ήξεραν ότι ο Αντώνης Πρωτοπαπάς είναι Λτδ». Επίσης, ερωτηθείς ο εναγόμενος 1 σε ποιο στάδιο του αποκάλυψε ότι δεν είναι αυτός που κάνει την δουλειά αλλά η εταιρεία, απάντησε «μίλα με τον υπεύθυνο της εταιρείας με τον Διευθυντή» θεωρώντας έτσι ότι αυτό το γεγονός από μόνο του ήταν αρκετό για να ισχυριστεί ότι ο ενάγων συναλλασσόταν με εταιρεία. Επίσης οι πιο πάνω θέσεις του Μ.Υ.1, έρχονται και σε αντίθεση με αυτά που υποστήριξε στην κυρίως εξέταση του, ότι δηλαδή ο ίδιος ο ενάγοντας του τηλεφώνησε και του ζήτησε να τον διευκολύνει να φέρει μαζί με την εταιρεία του ποσότητα κάρβουνων από την Αίγυπτο, κάτι το οποίο δεν επανέλαβε στην αντεξέταση του. Η εξήγηση που έδωσε, γιατί τα χρήματα κατατέθηκαν σε λογαριασμό της συζύγου του, εναγόμενης 2, επειδή η εταιρεία αντιμετώπιζε προβλήματα με την τράπεζα της, σε καμία περίπτωση δεν πείθει και δεν μπορεί να γίνει πιστευτή και ήταν κατά την άποψη μου ακόμη μια προσπάθεια εκ μέρους του να πείσει το Δικαστήριο, για την εκδοχή του, προσφέροντας δικαιολογίες σε σημεία που τα ίδια τα γεγονότα, έρχονταν σε αντίθεση με τους δικούς τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Πέραν τούτου υπέπεσε και σε αντίφαση αναφορικά με το πιο πάνω γεγονός, αφού στην αντεξέταση του ανάφερε ότι ο λόγος που είπε στον ενάγοντα να βάλει τα λεφτά σε άλλο λογαριασμό και όχι σε αυτόν της εταιρείας, ήταν γιατί, όπως το έθεσε, αν τα έβαζε σε λογαριασμό της εταιρείας θα έπρεπε να βγάλει τιμολόγια με Φ.Π.Α για να δείξει από πού πήρε τα λεφτά. Ενώ αναφέρει ότι με τον Αιγύπτιο, από τον οποίο, πήγε στην Αίγυπτο για να παραγγείλει τα κάρβουνα, είχε συνεργαστεί για 3 χρόνια και δεν είχε πρόβλημα μαζί του και του είχε εμπιστοσύνη πρόβαλε και τον ισχυρισμό ότι πήγε αποκλειστικά στην Αίγυπτο για να διασφαλίσει την ποιότητα των κάρβουνων αφού η εταιρεία είχε υποστεί ζημιές ύψους Λ.Κ.44,000.- λόγω του ότι σε κάποιες περιπτώσεις του έβαλαν κάρβουνα βρεγμένα και με πέτρες. Ερωτηθείς, κατά την αντεξέταση του, αν ο συγκεκριμένος Αιγύπτιος του έβαλε καμιά φορά κάρβουνα βρεγμένα απάντησε «όχι καμιά φορά» ενώ μετά αντιλαμβανόμενος ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον πιο πάνω ισχυρισμό του, για τον λόγο δηλαδή που ο ίδιος πήγε προσωπικά στην Αίγυπτο, απόφευγε να απαντήσει σε ερωτήσεις που του τέθηκαν και παρουσιαζόταν ότι δεν καταλάβαινε ή ότι δεν αντιλαμβανόταν, κάνοντας κατά αυτό τον τρόπο εμφανέστατη την αμηχανία του και προσπάθεια αποφυγής του. Καθίσταται εμφανές ότι οποιεσδήποτε ενέργειες του εναγόμενου 1 για να εξασφαλίσει, οποιαδήποτε ποσότητα καρβούνων από άλλο πρόσωπο είναι αδιάφορες και άνευ σημασίας, ακόμη και αν αποδεχόμουν ένα τέτοιο ισχυρισμό του, τον οποίο εν πάσει περιπτώσει απορρίπτω, ενόψει της κακής εντύπωσης που μου έκανε ως μάρτυρας και δεν επηρεάζουν καθ΄οιονδήποτε τρόπο την υπόθεση του ενάγοντα, την εκδοχή του οποίου αποδέχομαι, ότι δηλαδή αυτός συμφώνησε με τον ίδιο τον εναγόμενο ο οποίος του ανάφερε ότι την πώληση κάρβουνων την κάνουν μαζί με την σύζυγο του, στον οποίο κατάβαλε και ολόκληρο το τίμημα για την αγορά των κάρβουνων καταθέτοντας το σε λογαριασμό της εναγόμενης 2. Υπό τις περιστάσεις καταλήγω ότι ο εναγόμενος 1, δεν έχει καν αποδείξει τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο και εν πάσει περιπτώσει θεωρώ ότι και αν ακόμη αποδείκνυε τον ισχυρισμό του αυτό δηλαδή την ύπαρξη εταιρείας δεν είναι τούτο στοιχείο ικανό και μόνο για να αποποιηθεί των οιονδήποτε ευθυνών του έναντι του ενάγοντα. Ζήτημα το οποίο προσεγγίζεται και ρυθμίζεται από το άρθρο 190 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 το οποίο προνοεί τα εξής: Ελλείψει συμβατικού όρου γι΄αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δύναται να εκτελέσει προσωπικά σύμβαση που συνάφθηκε από αυτόν για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ούτε δεσμεύεται προσωπικά από αυτή. Το ίδιο το άρθρο καθορίζει τις περιπτώσεις που τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει: (α) όταν η σύμβαση καταρτίζεται από αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών, για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή. (β) όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου. (γ) όταν ο αντιπρόσωπος, παρόλο που αποκαλύφθηκε το όνομα του, δεν δύναται να εναχθεί. Η κρινόμενη περίπτωση με βάση τα περιστατική της θα πρέπει να ιδωθεί υπό το πρίσμα του πιο πάνω άρθρου και σε σχέση με την δεύτερη περίπτωση. Όπως έχει νομολογηθεί (βλ. Παύλος Ευαγγελίδης, συναλλασσόμενος ως Ipso Hotel Association v. 1. Νίκου Κοσμά κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 93), με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου ελλείψει συμβατικού όρου ως προς τον σκοπό αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δεσμεύεται προσωπικά από σύμβαση. Μεταξύ άλλων όμως τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει όταν ο αντιπροσωπευόμενος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου και σε τέτοια περίπτωση καθίσταται και ο ίδιος υπεύθυνος. Σχετική είναι η απόφαση στην Γεωργιάδης ν. Bernoulli Trading Co Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 629 όπου αναφέρθηκαν τα εξής και σε παρόμοια υπόθεση στην σελ. 633: «Είναι πράγματι δύσκολο σε μία τέτοια περίπτωση, ο αντιπρόσωπος να επεκδυθεί των ευθυνών του εκτός αν καταστήσει σαφή την πρόθεση του όπως φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα από την A.C. Dutt « The Indian Contract Act» 4η έκδοση, 1969, σελ 1005: «The effect of S.240 cl.
(2)read with S.92 is that, if on the face of a written contract an agent appears to be personally liable, he cannot escape liability by evidence of any disclosure of the principal's name apart from the contact. The presumption is not rebutted by the agent merely writing the words « for principal» after his signature». Σχετικές επίσης είναι οι πρόνοιες του άρθρου 193 του κεφ. 149 που προνοεί τα ακόλουθα: « Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αντιπρόσωπος έχει προσωπική ευθύνη, το πρόσωπο που συναλλάττεται με αυτό δύναται να στραφεί είτε εναντίον αυτού είτε εναντίον του αντιπροσωπευόμενου, είτε εναντίον και των δύο». Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Vol.1, 4th edition, par. 853 αναφέρονται τα εξής: « Where a person makes a contract in his own name without disclosing either the name of the existence of a principal, he is personally liable on the contract to the other contracting party, though he may be in fact acting an a principal΄s behalf. He will continue to be liable even after the discovery of the agency by the other party, unless and until there has been an unequivocal election by the other contracting party to look to the principal alone». Στην υπόθεση Παύλος Ευαγγελίδης (ανωτέρω) αφού αναφέρθηκαν τα πιο πάνω, λέχθηκαν τα εξής: Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές, ότι ασχέτως οποιαδήποτε μεταγενέστερης γνώσης περί αντιπροσωπείας και να είχαν οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες δεν επηρεαζόταν το δικαίωμα τους να επιλέξουν να εγείρουν την αγωγή εναντίον του αντιπροσώπου, όπως έπραξαν στην παρούσα περίπτωση. Ουσιώδης χρόνος κρίσης του κατά πόσο η σύμβαση έγινε υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα ή όχι, όπως προκύπτει από τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και τη νομολογία είναι ο χρόνος της συμφωνίας. Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας αποτελεί εύρημα μου, ότι οι περιστάσεις σύναψης της συμφωνίας υπήρξαν και έγιναν όπως ο ενάγοντας ανάφερε και ότι σε καμία περίπτωση δεν έγινε αναφορά περί της ύπαρξης εταιρείας από τον εναγόμενο 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι αυτός ενεργούσε ως αντιπρόσωπος εταιρείας. Ωστόσο, οι υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 από την συμφωνία, θα ήταν υπό τις περιστάσεις αναλλοίωτη έστω και αν αποδεικνυόταν ότι ο εναγόμενος 1 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος εταιρείας, γεγονός το οποίο δεν αποκάλυψε στον ενάγοντα. Συνεπακόλουθα ο εναγόμενος 1, υπό οποιοδήποτε κατεύθυνση και αν ιδωθεί το ζήτημα, είχε πρωτογενώς συμβατική ευθύνη καθώς και υποχρεώσεις που απορρέανε από αυτή, έναντι στον ενάγοντα. Η καταβολή του ποσού των Λ.Κ.1500.- που έγινε δια της κατάθεσης του από τον ενάγοντα σε λογαριασμό της εναγόμενης 2, και αφορούσε το τίμημα για την αγορά των κάρβουνων, η μη παράδοση των κάρβουνων από τους εναγόμενους καθώς η μη επιστροφή του πιο πάνω ποσού μέχρι σήμερα αποτελούν αδιαμφισβήτητα αλλά και παραδεκτά γεγονότα και κατ΄ επέκταση ευρήματα του δικαστηρίου Δικαιοδοσία του Ε.Δ. Πάφου: Το θέμα της τοπικής αρμοδιότητας διέπεται από το άρθρο 21
(1)(α)(β) και 2 (ορισμός του όρου βάση της αγωγής) του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 (Ν.14/60όπως έχει τροποποιηθεί) Βάση της αγωγής θεωρείται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας αν σ΄αυτήν έχει συναφθεί η σύμβαση ή είχε επέλθει η διάρρηξη της συμφωνίας ανάλογα με την περίπτωση (βλ. C.& K. Kyriakou & Α/φοι Λτδ ν. Ιωάννου
(1990)1 ΑΑΔ 4790). Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί, έχει καθοριστεί ως τόπος εκπλήρωσης της συμφωνίας, ο τόπος διαμονής του ενάγοντα. Αποτελεί συνεπακόλουθα εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 συμφώνησαν όπως ο εναγόμενος 1 παραδώσει τα κάρβουνα, αντικείμενο της συμφωνίας πώλησης, στην Αργάκα, όπου και εβρίσκεται η αποθήκη του ενάγοντα. Ο τόπος στον οποίο εκδηλώθηκε η διάρρηξη, η Πάφος, προσδιορίζει και το Δικαστήριο που είναι τοπικά αρμόδιο να επιλυφθεί της διαφοράς βάση του άρθρου 21
(1)του Ν.14/60. Στον όρο βάση της αγωγής όπως ερμηνεύεται στο εισαγωγικό μέρος του Ν. 14/60 - άρθρο 2 μνημονεύεται ότι όταν η διάρρηξη συμφωνίας αποτελεί τη βάση της αγωγής αρμοδιότητας για την επίλυση της διαφοράς έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο της περιοχής όπου η διάρρηξη εκδηλώθηκε.» Ακολουθεί πως ενόψει της μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης για παράδοση των κάρβουνων στον τόπο διαμονής του ενάγοντα, ως ήταν και τα συμφωνηθέντα, με την οποία θα ολοκληρωνόταν και η σύμβαση, η διάρρηξη της συμφωνίας έχει λάβει χώραν στην Πάφο. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου δεν ευσταθεί και αποτυγχάνει. Αναμφισβήτητο είναι βέβαια ότι με βάση τις γενικές αρχές του δικαίου, χρηματικό ποσό, το οποίο καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο έναντι ανταλλάγματος το οποίο δεν παρέχεται, είναι δυνατό να αναζητηθεί η ανάκτηση του. Στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, General Principles 25η έκδοση, στις παραγράφους 1971 και 1972 ο συγγραφέας πραγματεύεται το ζήτημα. Είναι φανερό κατά την αντίληψη μου υπό το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης ότι ο ενάγων έχει κάθε δικαίωμα να ζητά και δικαιούται υπό τις περιστάσεις την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε στους εναγόμενους και δεν επακολούθησε αιτία. Παρά τα πιο πάνω αναφερόμενα θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχτεί η αξίωση του ενάγοντα και στην βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στην υπόθεση Αlexandros Evangelou κ.α ν. Minerva Finance
(2004)1 ΑΑΔ σελ 1734 στην σελ 1740 επαναλήφθηκε η αρχή ότι το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με τον χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται, καθώς και ότι παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης οποιαδήποτε θεραπείας η οποία δικαιολογείται από τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα, βάση της έκθεσης απαίτησης. (βλ επίσης Χρυσάνθου ν. Παγκρατίου
(1998)1 ΑΑΔ 675, 681 και Kennedy Hotels Ltd v. Indirdjian
(1992)1 AAΔ 400) Αποτελεί εύρημα μου, ως είναι κατά παραδεκτό γεγονός ότι στον λογαριασμό της εναγόμενη 2, κατατέθηκε μετά από υπόδειξη του εναγόμενου το ποσό των Λ.Κ.1500.- ποσό το οποίο αποτελούσε το τίμημα για την αγορά ίσης αξίας κάρβουνων από τους εναγόμενους. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, όπως έχει νομολογηθεί δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής (βλ. Minerva Finance Invetsment Ltd ν. Γεωργίου Γεωργιάδη
(1998)1 (Δ) 2173 εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλ. Παναγιώτη Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα (.2001) 1 (Β) 1077). Το άρθρο 70 του κεφ. 149 προβλέπει για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την ανταπόδοση έξω και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε συμβατικό πλαίσιο ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Το άρθρο 70 ενσωματώνει τις αρχές του δικαίου της επιείκειας γνωστές ως αδικαιολόγητος πλουτισμός και αποκατάσταση (restitution). Όπως ερμηνεύτηκε το άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 στην απόφαση Ismini Kyriakou Hjiloizi and others v. Irini Iona
(1963)2 C.L.R. 11, απαιτείται η απόδειξη τεσσάρων προυποθέσεων για θεμελίωση του δικαιώματος, ήτοι η πράξη πρέπει να γίνει νόμιμα για άλλο πρόσωπο, να γίνει από άτομο που δεν έχει πρόθεση να πράξει χαριστικά και, το άτομο προς όφελος του οποίου έγινε η πράξη πρέπει να αποκομίσει όφελος. Έχοντας κατά νου τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι φανερό ότι οι τέσσερεις αυτές προϋποθέσεις ικανοποιούνται, με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να δικαιούται και θεραπεία βάση των αρχών της επιείκειας. Θα ήταν κατά την άποψη μου άδικο να επιτραπεί στους εναγόμενους να κρατήσουν τα χρήματα τα οποία έλαβαν από τον ενάγοντα. Τούτων δεδομένων, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των 2562,91 ευρώ (Λ.Κ.1500) πλέον τόκους επί του ποσού αυτού προς 8% ετησίως από 2.2.2006 μέχρι εξόφλησης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληψης και εφαρμόζοντας την αρχή ότι το επιτυχών μέρος δικαιούται στα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Κ. Κουνίδου Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο