Φρόσω Χριστοδούλου Τσαγκάρη άλλως Φρόσω Ιωάννη Μάρκου ν. Kolodni Arnon, Αρ. Αγωγής: 3793/06, 14.5.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3793/06 Μεταξύ: Φρόσω Χριστοδούλου Τσαγκάρη άλλως Φρόσω Ιωάννη Μάρκου, από την Λευκωσία Ενάγουσα και Kolodni Arnon, από την Πάφο Εναγόμενος ......................... Ημερομηνία: 14.5.08 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κ. Ν. Παπαευσταθίου (για να ακούσει απόφαση κα Ελίζα Μιχαήλ) Για την Ενάγουσα / Καθ' ης η αίτηση: κ. Π. Μακρίδης (για να ακούσει απόφαση κ. Παπαχαραλάμπους) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής εξαιτείται: Διάταγμα του Δικαστηρίου ακυρώνον και/ή παραμερίζον το κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή Διάταγμα του Δικαστηρίου απορρίπτον και/ή αναστέλλον (stay) την παρούσα αγωγή και/ή περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα αγωγή Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακυρώνον το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 12.1.07 με το οποίο διατάσσετο η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον δικηγόρο του εναγόμενου Παύλο Ευθυμίου Διάταγμα του Δικαστηρίου παραμερίζον και/ή ακυρώνον την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον κ. Παύλο Ευθυμίου. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2, θ.2, στις Διατάξεις 5, 5Α, 6, 48 και 64, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της Κατερίνας Πετρίδου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή και εξουσιοδοτημένης να προβεί στην ένορκο της δήλωση. Αυτή αναφέρει, ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή της, από προσωπική εμπλοκή της στην υπόθεση και από πληροφορίες που «συγκέντρωσε». Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα το κλητήριο ένταλμα πάσχει από πρόδηλη ακυρότητα και/ή παρανομία. Για τους λόγους που επεξηγεί στην ένορκό της δήλωση και που πιο κάτω εκτίθενται θα πρέπει τόσο αυτό όσο και η επίδοσή του να παραμερισθούν. Ο Αιτητής είναι αλλοδαπός και κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου ήταν και εξακολουθεί να είναι κάτοικος εξωτερικού. Η Καθ' ης η αίτηση όφειλε υπό τις περιστάσεις και σύμφωνα με τους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας να εξασφαλίσει άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου. Η άδεια αυτή δεν εξασφαλίσθηκε από την Καθ' ης η αίτηση κατά παράβαση των θεσμών. Η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε ότι ο Αιτητής είναι κάτοικος εξωτερικού. Τούτο καταμαρτυρείται από την παράγραφο Β της οπισθογράφησης του κλητηρίου, την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 28.12.06, με την οποία εξαιτείτο και στην βάση της οποίας εξασφάλισε από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου στον δικηγόρο Παύλο Ευθυμίου, και την επιστολή ημερομηνίας 29.6.06, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκό της δήλωση. Ειδοποίηση του κλητηρίου έπρεπε να επιδοθεί στον Αιτητή προσωπικά και όχι σε δικηγόρο στον οποίο αυτός είχε αναθέσει στο παρελθόν να ενεργεί εκ μέρους του σε συγκεκριμένα ή περιορισμένα θέματα. Επομένως, κακώς εκδόθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επιτράπηκε η υποκατάστατος επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Παύλο Ευθυμίου. Άλλωστε, ο κ. Ευθυμίου δεν ήταν ποτέ εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή να δεχθεί επίδοση της παρούσης αγωγής εκ μέρους του Αιτητή. Η ένδειξη στον τίτλο της αγωγής ότι ο Αιτητής είναι από την Πάφο είναι παραπλανητική και αποτελεί αντινομία, η δε διαδικασία δεν μπορεί να συνεχισθεί χωρίς την αποκάλυψη στον τίτλο της αγωγής του αληθινού τόπου διαμονής του. Τέλος, η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει καλή βάση αγωγής. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Οι λόγοι ένστασης εκτίθενται στο σώμα της Ένστασης, η δε Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της Μαρίας Μάρκου, θυγατέρας της Καθ' ης η αίτηση, η οποία αναφέρει, ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από την Καθ' ης η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση. Αναφορικά δε με νομικά θέματα λαμβάνει νομική συμβουλή από την δικηγόρο της μητέρας της. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα η εξασφάλιση της άδειας του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου δεν ήταν απαραίτητη καθότι η Καθ' ης η αίτηση σκόπευε να επιδώσει και επέδωσε το κλητήριο ένταλμα εντός της δικαιοδοσίας στον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Αιτητή, κ. Παύλο Ευθυμίου. Η επίδοση στον Παύλο Ευθυμίου έγινε σύμφωνα με την Δ.6, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, η οποία δίνει την δυνατότητα, σε περίπτωση αγωγής, η οποία εγείρεται σε σχέση με σύμβαση, για επίδοση του κλητηρίου στο πρόσωπο που τα μέρη στην σύμβαση συμφώνησαν να επιδοθεί το κλητήριο σε μια τέτοια περίπτωση. Σύμφωνα με τον όρο 10 του επίδικου πωλητήριου εγγράφου ημερομηνίας 30.4.99 (Τεκμήριο Α) συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων όπως ο Παύλος Ευθυμίου παραλαμβάνει εκ μέρους του Αιτητή οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις και, συνεπώς, σε περίπτωση αγωγής, το κλητήριο ένταλμα. Η εξασφάλιση υπό τις περιστάσεις διατάγματος που επέτρεπε την υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Παύλο Ευθυμίου ήταν καθόλα νόμιμη και η δυνατότητα για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος της παρέχετο από την νομολογία. Η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται, επίσης, ότι στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση θα έπρεπε να είχε προβεί είτε ο Αιτητής, είτε ο κ. Ευθυμίου ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπός του και όχι η κα Πετρίδου, η οποία δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και γνωρίζει τα γεγονότα μόνο από περιγραφές τρίτων. Επίσης, η εν λόγω δικηγόρος δεν αναφέρει από ποιον είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκό της δήλωση και είναι αμφίβολο αν έχει εξουσιοδοτηθεί από τον Αιτητή να προβεί σε αυτήν. Η Καθ' ης η αίτηση έχει, τέλος, καλή βάση αγωγής. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί προβάλλοντας ενώπιον του Δικαστηρίου αντίστοιχα επιχειρήματα. Εν πρώτοις, θα εξετάσω αν παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία να παραμερίσει το υπό του Δικαστηρίου μονομερώς εκδοθέν διάταγμα με το οποίο επετράπη η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Παύλο Ευθυμίου. Στην υπόθεση Έλλη Νικολαϊδου ν. Νίκου Αττίπα κ.α.
(1999)1 ΑΑΔ 1620 οι εναγόμενοι / εφεσίβλητοι με αίτηση διά κλήσεως ζήτησαν και εξασφάλισαν από επαρχιακό δικαστήριο την ακύρωση εντάλματος κατοχής ακινήτου που εκδόθηκε από το δικαστήριο κατόπιν μονομερούς αιτήσεως που είχε υποβληθεί από τους ενάγοντες / εφεσείοντες. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι παρεχόταν δικαιοδοσία για την ακύρωση του εντάλματος κατοχής δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζετο η αίτηση διά κλήσεως των εφεσίβλητων, την οποία και εν τέλει ενέκρινε για τον λόγο ότι το διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι / εφεσίβλητοι διατάχθηκαν να παραδώσουν την κατοχή του ακινήτου που αφορούσε το ένταλμα κατοχής δεν ικανοποιούσε την ρητή απαίτηση για προσδιορισμό χρόνου μέσα στον οποίο η πράξη την οποία εντέλλετο έπρεπε να τελεσθεί. Η Δ.48, θ.8
(4)προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιοδήποτε πρόσωπο (άλλο από τον αιτητή), το οποίο επηρεάζεται από διάταγμα εκδοθέν μονομερώς δύναται να αποταθεί διά κλήσεως για τον παραμερισμό ή την διαφοροποίησή του και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα κάτω από τέτοιους όρους τους οποίους θα θεωρήσει δίκαιους». Οι εφεσείοντες αμφισβήτησαν την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, πως η ανάληψη δικαιοδοσίας και η επακόλουθη έγκριση της αίτησης ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη αναθεώρηση δικαστικής απόφασης από ομόβαθμο δικαστήριο ως εάν αυτό να ήταν δευτεροβάθμιο. Ότι η χορήγηση της άδειας από το επαρχιακό δικαστήριο, όσο και αν εκδόθηκε μετά από ex parte αίτηση, σήμαινε το τέλος του θέματος σε ό,τι αφορούσε στο επαρχιακό δικαστήριο. Τέλος, ότι δικαιοδοσία παραμερισμού της χορηγηθείσας άδειας και του εντάλματος κατοχής είχε μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο με προνομιακό ένταλμα. Το Εφετείο απέρριψε τα επιχειρήματα των εφεσειόντων και επιδοκίμασε την πρωτόδικη κρίση. Πιο κάτω παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την σελίδα 1626 της απόφασης: «Η Δ.48, θ.8
(4)αφορά σε κάθε διάταγμα που εκδίδεται ex parte. Ακολουθεί την απαρίθμηση των περιπτώσεων στις οποίες είναι δυνατόν να χορηγηθεί θεραπεία ex parte, στις οποίες περιλαμβάνεται σειρά κανονισμών για την χορήγηση άδειας. Δεν διακρίνομε κανένα λόγο για διαφοροποίηση ανάλογα με το αν το διάταγμα έχει ως περιεχόμενο την χορήγηση άδειας ή οτιδήποτε άλλο από τα προσδιοριζόμενα. Στόχος της Δ.48, θ.8
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμά του να ακουσθεί με προοπτική την ακύρωση ή την διαφοροποίησή του. Η έκδοση εντάλματος κατοχής μπορεί να γίνει ex parte, όπως ρητά ορίζει η Δ.43 Α, και οι εφεσίβλητοι, ως επηρεαζόμενοι, είχαν την δυνατότητα να επιδιώξουν τον παραμερισμό της δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4).». Σύμφωνα με το Εφετείο το πρωτόδικο δικαστήριο παραμερίζοντας το προηγούμενο διάταγμά του, που είχε εκδοθεί μονομερώς, δεν προέβη σε αναθεώρηση προηγούμενης απόφασής του. Εφόσον είχε διαπιστώσει ατέλεια που δεν θεραπεύθηκε με κατάλληλο δικονομικό διάβημα, ο παραμερισμός υπό τις περιστάσεις ήταν η ορθή προσέγγιση. Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω, ότι η Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να παραμερίσει διάταγμά του που εκδόθηκε μονομερώς (Βλ., επίσης, Re Ανδρέα Πεδίου, Αίτηση Αρ. 165/04
(2004)1 ΑΑΔ 1995, Re Αντώνη Βούρου, Αίτηση Αρ. 70/03
(2003)1 ΑΑΔ 1176 και Re Αδάμου Μανώλη κ.α., Αίτηση Αρ. 114/04
(2004)1 ΑΑΔ 1443). Στην Re Εταιρεία Ξάνθος Λυσιώτης και Υιός Λτδ, Αίτηση Αρ. 131/96
(1996)1 ΑΑΔ 822 αναφέρθηκε, ότι διάταγμα που εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αιτήσεως μπορεί να προσβληθεί δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)μόνο με αίτηση διά κλήσεως και όχι μονομερώς (Βλ., επίσης, In the matter of application by Julia Hadjisoteriou
(1986)1 CLR 429). Στην υπόθεση Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 438 διασαφηνίσθηκε, ότι η διαδικασία διά κλήσεως δυνάμει της Δ.48, θ.8
(4)δεν συναρτάται με το πρόσωπο του Δικαστή, ο οποίος επιλήφθηκε προηγουμένως του θέματος κατόπιν μονομερούς αιτήσεως. Ενδιαφέρον είναι το απόσπασμα από την σελίδα 444 της πιο πάνω απόφασης, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «Η εξέταση ζητήματος κατόπιν αίτησης διά κλήσεως παρά την ταυτοσημία στην φύση του ζητήματος με ό,τι απασχόλησε προηγουμένως μονομερώς έχει την δική της αυτοτέλεια και, μάλιστα, με ορίζοντες ευρύτερους. Η αίτηση διά κλήσεως δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προηγούμενης διαδικασίας η οποία είχε και εκείνη εντός των ορίων της την δική της αυτοτέλεια . Πρόκειται δικονομικά για δύο ξεχωριστά εγχειρήματα, όπως άλλωστε, συμβαίνει και στην περίπτωση, την παγιωμένη από την πρακτική, των μονομερώς εκδοθέντων και ακολούθως επιστρεπτέων συντηρητικών διαταγμάτων. Δεδομένης λοιπόν της ρητής ρύθμισης που γίνεται με την Δ.48, θ.8
(4)ο ενδιαφερόμενος διάδικος έχει δικαίωμα να προστρέξει σε αυτήν προκειμένου να προσβάλει διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς». Επομένως, η δυνατότητα που παρέχεται με την Δ.48, θ.8
(4)για παραμερισμό ή διαφοροποίηση διατάγματος δεν περιορίζεται στον δικαστή που επιλήφθηκε του θέματος μονομερώς. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η λειτουργία της Δ.48, θ.8
(4)δεν περιορίζεται μόνο στις μονομερείς αιτήσεις που εξειδικεύονται στην παράγραφο
(1)του θεσμού 8. Κατά μείζονα λόγο η δυνατότητα λειτουργίας της παραγράφου
(4)παρέχεται και εκεί όπου διάταγμα εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση αναγόμενη έξω από την σφαίρα της παραγράφου
(1)του θεσμού 8, το δε γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν εκθεμελιώνει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το αντίθετο θα ήταν ασυμβίβαστο με την ευρύτητα του λεκτικού της παραγράφου
(4)του θεσμού 8 (Βλ. Γιαννάκης Έλληνας ν. Ανδρέα Χριστοδούλου κ.α. πιο πάνω). Στην υπό εξέταση περίπτωση η αίτηση ημερομηνίας 28.12.06 στην βάση της οποίας εξασφαλίσθηκε η άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση στον κ. Ευθυμίου υποβλήθηκε μονομερώς σύμφωνα με την Δ.48, θ.8
(1)(δ). Εν' όψει όλων των πιο πάνω κρίνω, πως ο Αιτητής ορθά βασίζει το αίτημά του για παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 12.1.07 και, κατ' επέκταση, της επίδοσης στην Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Καθίσταται σαφές από τα πιο πάνω, ότι έχω την εξουσία να επανεξετάσω το ζήτημα αν καλώς εκδόθηκε το διάταγμα με το οποίο επετράπη η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου στον κ. Παύλο Ευθυμίου. Σύμφωνα με την Δ.39, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας σε ενδιάμεσες αιτήσεις ένας ενόρκως δηλών μπορεί να ορκισθεί αναφορικά με γεγονότα, τα οποία δεν δύναται να αποδείξει με δική του προσωπική γνώση νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή των γνώσεών του. Υπό το φως των προνοιών του πιο πάνω θεσμού και εν' όψει του ότι η κυρία Πετρίδου αναφέρει τις πηγές της γνώσης της αναφορικά με τα γεγονότα τα οποία εκθέτει στην ένορκό της δήλωση, που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, η θέση της Καθ' ης η αίτηση, στην οποία βασίζεται και ο λόγος ένστασης με αριθμό 5(β), ότι, δηλαδή, δεν ήταν ορθό να ορκισθεί και να υποστηρίξει με την μαρτυρία της την υπό κρίση αίτηση η κυρία Πετρίδου, δεν μπορεί να ευσταθεί. Η Καθ' ης η αίτηση πρόβαλε, επίσης, την θέση ότι η κυρία Πετρίδου δεν αναφέρει στην ένορκό της δήλωση, από ποιον είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί σε αυτήν, πράγμα που, σύμφωνα με την Καθ' ης η αίτηση, θέτει εν αμφιβόλω την οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό εξουσιοδότηση της. Στην θέση αυτή βασίζονται οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 5(α) και (β). Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Θεωρώ, ότι η δήλωση της κυρίας Πετρίδου στην παράγραφο 1 της ενόρκου δηλώσεώς της, ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκό της δήλωση είναι αρκετή για να καταδείξει το προφανές, ότι, δηλαδή, είναι εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή. Άλλωστε, η ενόρκως δηλούσα είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων του Αιτητή και έχει στην κατοχή της τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση. Στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 459 προβλήθηκε κατ' έφεση η θέση ότι η ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση ήταν ελαττωματική γιατί δεν αναφερόταν αν ο ενόρκως δηλών ήταν καν εξουσιοδοτημένος να ορκισθεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση, η οποία βασίζετο στην πιο πάνω θέση, με την αιτιολογία, ότι το πιο πάνω γεγονός αποτελούσε απλή παρατυπία, αφού ο ενόρκως δηλών ήταν δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων των αιτητών και είχε στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης. Εν' όψει όλων των πιο πάνω και αυτός ο λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση ημερομηνίας 28.12.06 με την οποία η Καθ' ης η αίτηση ζητούσε την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Παύλο Ευθυμίου συνοδευόταν από την ένορκο δήλωση της Μαρίας Μάρκου, θυγατέρας της Καθ' ης η αίτηση. Αυτή είναι το ίδιο πρόσωπο που υπέγραψε την ένορκο δήλωση, που υποστηρίζει την Ένσταση της Καθ' ης η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση ημερομηνίας 28.12.06 στηριζόταν, μεταξύ άλλων, στην Δ.5, θ.8 και Δ.5Α των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice), σελ. 120, η οποία αναφέρεται στον αντίστοιχο παλαιό Αγγλικό διαδικαστικό κανονισμό, O.9, r.8A, σκοπός της Δ.5, θ.8 είναι να δώσει την δυνατότητα στον ενάγοντα, ο οποίος ενάγει με βάση σύμβαση, να εξασφαλίσει άδεια επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε αντιπρόσωπο, ο οποίος βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας και ο οποίος σύναψε την σύμβαση για λογαριασμό αντιπροσωπευόμενου σε ξένη χώρα χωρίς την ανάγκη να εξασφαλίσει άδεια για επίδοση στο εξωτερικό. Σύμφωνα, επίσης, με το μνημόνιο (memorandum) που εκτίθεται σε σχέση με τον πιο πάνω διαδικαστικό κανονισμό στην σελίδα 120 της Ετήσιας Πρακτικής του 1958 η εξουσία που παρέχεται από τον θεσμό αυτό για επίδοση σε αντιπρόσωπο πρέπει να ασκείται με πολύ μεγάλη προσοχή. Ο θεσμός αυτός δεν στοχεύει να εξαλείψει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στις συνηθισμένες περιπτώσεις. Η εξουσία έκδοσης διατάγματος με βάση τον δικονομικό αυτό κανόνα είναι διακριτικής φύσης και δεν πρέπει να ασκείται στις περιπτώσεις εκείνες που δεν υπάρχει δυσκολία να εξασφαλισθεί άδεια και διενέργηση επίδοσης στο εξωτερικό με τον κανονικό τρόπο εκτός αν υπάρχουν εξαιρετικά περιστατικά. Πρέπει, απαραιτήτως, να καταδειχθούν οι δυσκολίες που υπάρχουν για να πραγματοποιηθεί επίδοση στο εξωτερικό με τον κανονικό τρόπο. Απλή δήλωση ότι ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό και σύναψε την σύμβαση μέσω αντιπροσώπου του εντός της δικαιοδοσίας δεν είναι αρκετή. Η ενόρκως δηλούσα βάσισε την θέση της, ότι ο Παύλος Ευθυμίου είναι ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο, μεταξύ άλλων, στο περιεχόμενο του συμφωνητικού εγγράφου, που αποτελεί την βάση της αγωγής, και το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκό της δήλωση με ημερομηνία 21.12.
- Το Τεκμήριο Α υπογράφηκε από τον δικηγόρο Παύλο Ευθυμίου ως αντιπρόσωπος του Αιτητή. Επίσης, στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρεται, ότι ο Παύλος Ευθυμίου «διαβεβαιώνει ότι είναι ο αντιπρόσωπος του κ. ARNON KOLODNI στην Κύπρο και έχει εντολή από αυτόν να προχωρήσει στην παρούσαν, .». Η λέξη «παρούσαν» αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία. Θεωρώ, ότι οι πιο πάνω δηλώσεις του κ. Ευθυμίου στην ίδια την σύμβαση είναι αρκετές για να ικανοποιηθώ, ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας ο κ. Ευθυμίου ήταν ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο και ότι υπό αυτή την ιδιότητα υπέγραψε την επίδικη σύμβαση. Αυτό, όμως, που με έχει ιδιαίτερα προβληματίσει είναι κατά πόσο καταδείχθηκε, ότι ο κ. Ευθυμίου εξακολουθούσε να είναι ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο και κατά τις 28.12.06, ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υποκατάστατο επίδοση στην βάση της οποίας εξασφαλίσθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το μέρος εκείνο του θεσμού 8 της Διάταξης 5 που ενδιαφέρει. Σύμφωνα, λοιπόν, με την Δ.5, θ.8: «Όταν έχει συνομολογηθεί σύμβαση στην Κύπρο από ή μέσω αντιπροσώπου ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες στην Κύπρο για λογαριασμό αντιπροσώπου ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες εκτός Κύπρου κλητήριο ένταλμα σε αγωγή που σχετίζεται ή που αναφύεται από τέτοια σύμβαση μπορεί με άδεια του Δικαστηρίου ή του Δικαστή η οποία δίδεται προτού τερματισθεί η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου αυτού ή προτού τερματισθούν οι εμπορικές σχέσεις του αντιπροσώπου με τον αντιπροσωπευόμενό του να επιδοθεί στον αντιπρόσωπο αυτό». Καθίσταται σαφές σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό, ότι για να επιτραπεί επίδοση σε αντιπρόσωπο στην Κύπρο πρέπει η αξίωση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου που είναι στο εξωτερικό να προκύπτει από σύμβαση, η σύμβαση αυτή να έχει συνομολογηθεί στην Κύπρο από ή μέσω αντιπροσώπου, ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες στην Κύπρο για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου ο οποίος διαμένει ή διεξάγει εργασίες στο εξωτερικό και η άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση στον αντιπρόσωπο στην Κύπρο να έχει εξασφαλισθεί πριν τερματισθεί η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου ή οι εμπορικές του σχέσεις με τον αντιπροσωπευόμενο του εξωτερικού. Θεωρώ, πως με την υπό της Ενάγουσας / Καθ' ης η αίτηση προσαχθείσα μαρτυρία στα πλαίσια της αίτησης για υποκατάστατο επίδοση ημερομηνίας 28.12.06 η τελευταία προϋπόθεση του θεσμού 8 δεν αποδείχθηκε με την απαιτούμενη θετικότητα. Παραθέτω αυτούσια την παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 28.12.06 (διατηρούνται η ορθογραφία και τα σημεία της στίξης): «Από την στιγμή που ο δικηγόρος του δήλωσε προς ολίγων εβδομάδων ότι ενεργεί για τον Εναγόμενο σε σχέση με το επίδικο θέμα η δε σύμβαση έγινε και υπογράφει στην Κύπρο το 1999 διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου στην Κύπρο του Εναγόμενου Παύλου Ευθυμίου και από την στιγμή που δεν υπάρχει πληροφόρηση ότι έπαυσε να είναι πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγόμενου ο εν λόγω Παύλος Ευθυμίου η παρούσα υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση υπό τις περιστάσεις στον εν λόγω Παύλο Ευθυμίου». Η δήλωση του Παύλου Ευθυμίου ότι ενεργεί για τον Αιτητή είναι προφανώς η επιστολή του προς τον δικηγόρο της Καθ' ης η αίτηση, κ. Χρίστο Κληρίδη, ημερομηνίας 26.6.06 (Τεκμήριο Γ στην αίτηση ημερομηνίας 28.12.06). Το συμπέρασμά μου αυτό ενισχύεται και από την θέση της κυρίας Μαρίας Μάρκου - παράγραφοι 9 και 11 της ενόρκου δηλώσεως της ημερομηνίας 21.12.06 - ότι με το πιο πάνω τεκμήριο αναγνωρίζεται από τον κ. Ευθυμίου, ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο ενεργούσε εκ μέρους του Αιτητή. Άλλωστε, άλλη παρόμοια ή σχετική δήλωση δεν παρουσιάσθηκε ούτε στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, αλλά ούτε και της υπό κρίση αίτησης, να είχε γίνει από τον κ. Ευθυμίου. Η πιο πάνω επιστολή δεικνύει, ότι ο κ. Ευθυμίου κατά τον χρόνο σύνταξης της ενεργούσε ως δικηγόρος του Αιτητή. Από αυτό, όμως, δεν προκύπτει, δίχως άλλο, ότι ο κ. Ευθυμίου ήταν ή εξακολουθούσε κατά τον πιο πάνω χρόνο να είναι και ο αντιπρόσωπός του Αιτητή στην Κύπρο. Η πληρεξουσιότητα του κ. Ευθυμίου θα μπορούσε να είχε τερματισθεί σε κάποιο στάδιο μετά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας, αλλά ο κ. Ευθυμίου να ενεργούσε ή να συνέχιζε να ενεργεί ως δικηγόρος του Αιτητή κατά τον χρόνο σύνταξης του Τεκμηρίου Γ. Αλλά και αν ακόμα δεχόμουν ότι το Τεκμήριο Γ είναι απόδειξη για το ότι ο κ. Ευθυμίου ήταν ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο κατά τον χρόνο της σύνταξής του δεν θα ήμουν διατεθειμένος να δεχθώ, ότι αυτό αποτελεί και απόδειξη για το ότι ο κ. Ευθυμίου ήταν ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο και κατά τις 28.12.06, ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Και αυτό λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ της ημερομηνίας που φέρει το Τεκμήριο Γ και της πιο πάνω ημερομηνίας, που είναι 6 μήνες. Διάστημα, το μάκρος του οποίου η ενόρκως δηλούσα είχε αποκρύψει, αφού, αναφερόμενη σε αυτό στην παράγραφο 15 της ενόρκου δηλώσεώς της, είπε ότι ήταν μόνο λίγες εβδομάδες. Με άλλα λόγια, ακόμα και αν δεχόμουν, ότι ο κ. Ευθυμίου ήταν ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο κατά τον Ιούνιο του 2006 δεν θα μπορούσα να δεχθώ, ότι από αυτό προκύπτει, δίχως άλλο, ότι εξακολουθούσε να είναι ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο και κατά τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Η Καθ' ης η αίτηση όφειλε να αποδείξει ότι η πληρεξουσιότητα του Παύλου Ευθυμίου εξακολουθούσε να υφίσταται και κατά τον χρόνο που υποβλήθηκε η αίτηση για υποκατάστατο επίδοση, ήτοι κατά την 28.12.06 με θετική μαρτυρία. Δεν υπάρχει θετικός ισχυρισμός στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση ημερομηνίας 28.12.06, ότι ο κ. Ευθυμίου εξακολουθούσε να είναι ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Ο περαιτέρω ισχυρισμός της Μαρίας Μάρκου στην παράγραφο 15 της ενόρκου δηλώσεώς της, που πιο πάνω εκτέθηκε, ότι, δηλαδή, δεν υπήρχε πληροφόρηση ότι ο κ. Ευθυμίου έπαυσε να είναι ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο δεν αποτελεί ικανοποιητική μαρτυρία και, εν πάση περιπτώσει, δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία, ότι ο κ. Ευθυμίου εξακολουθούσε να είναι ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο κατά τις 28.12.
- Η ενόρκως δηλούσα προδήλως βασιζόταν και στον επιπλέον ισχυρισμό της - παράγραφος 11 της ένορκης της δήλωσης - ότι ο κ. Ευθυμίου δεν είχε απαντήσει στην επιστολή του δικηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 29.6.06 με την οποία ο τελευταίος ζητούσε επιβεβαίωση, ότι ο κ. Ευθυμίου θα δεχόταν επίδοση της αγωγής «επιβεβαιώνοντας ότι ο εν λόγω δικηγόρος ενεργεί για λογαριασμό του Εναγόμενου». Δεν μπορώ, όμως, να αποδεχθώ την θέση, ότι η σιωπή του κ. Ευθυμίου στην πιο πάνω επιστολή ισοδυναμούσε με δήλωση ότι ο τελευταίος εξακολουθούσε να ενεργεί εκ μέρους του Αιτητή ή ότι εξακολουθούσε μέχρι τις 28.12.06 ή ότι δεν είχε παύσει να είναι ο αντιπρόσωπος του στην Κύπρο. Προς απόδειξη της θέσης της, ότι ο κ. Ευθυμίου ουδέποτε έπαυσε να είναι ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο η κυρία Μάρκου με την παράγραφο 5 της ενόρκου δηλώσεώς της ημερομηνίας 4.5.07, που υποστηρίζει την Ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, προέβη στον ισχυρισμό, ότι η εξουσιοδότηση του κ. Ευθυμίου δεν έχει παύσει. Προς υποστήριξη της θέσης της επικαλέσθηκε, εκτός από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, και την δέσμη εγγράφων που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην εν λόγω ένορκο της δήλωση. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί με την ένορκό της δήλωση ημερομηνίας 21.12.06 που υποστήριζε την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση. Όπως και πιο πάνω είδαμε δεν υπήρχε θετικός ισχυρισμός στην εν λόγω ένορκο δήλωση, ότι ο κ. Ευθυμίου εξακολουθούσε να είναι ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο. Δεν χρειάζεται, όμως, να αποφασίσω πόσο αυτό επηρεάζει την αποδεχτότητα του νεοπροβληθέντος αυτού ισχυρισμού, αφού αυτός, εκτός, βέβαια, από την πιο πάνω αναφερόμενη δέσμη εγγράφων, δεν στηρίζεται σε οτιδήποτε καινούργιο, το οποίο δεν είχε αναφέρει η ενόρκως δηλούσα με την ένορκό της δήλωση ημερομηνίας 21.12.
- Αναφορικά δε με τα έγγραφα της δέσμης (Τεκμήριο Β) κανένα από αυτά δεν φέρει ημερομηνία εκτός από το τελευταίο. Μόνο που η ημερομηνία που αυτό φέρει είναι πολύ προγενέστερη της 26.6.06, γεγονός, το οποίο δεν θα ήταν ικανό να προωθήσει την νεοπροβληθείσα θέση. Εν κατακλείδι μπορεί οι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας στην αίτηση ημερομηνίας 28.12.06 να είναι πειστικοί αναφορικά με το ότι ήταν δύσκολο να διενεργηθεί επίδοση στο εξωτερικό, μιας και η διεύθυνση του Αιτητή στο Ισραήλ δεν ήταν γνωστή στην Καθ' ης η αίτηση, απέτυχε, όμως, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση να αποδείξει την τελευταία προϋπόθεση του θεσμού 8 με την απαιτούμενη θετικότητα. Θεωρώ, επομένως, ότι με την αίτηση ημερομηνίας 28.12.06 με την οποία ζητείτο άδεια για επίδοση στον κ. Ευθυμίου και στην βάση της οποίας δόθηκε το εν λόγω διάταγμα δεν είχε καταδειχθεί, ότι τύγχανε εφαρμογής η Δ.5, θ.8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση φαίνεται, επίσης, να υποστηρίζεται, ότι ο κ. Ευθυμίου στα πλαίσια της κατ' ισχυρισμό διαρκούσης γενικής του αντιπροσώπευσης είχε εξουσιοδότηση από τον Αιτητή να δεχθεί και επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκ μέρους του. Η πιο πάνω αναφορά, προφανώς, γίνεται εις απάντηση του ισχυρισμού της κυρίας Πετρίδου που εκτίθεται στην παράγραφο 5 της ένορκής της δήλωσης, σύμφωνα με τον οποίο, ο κ. Ευθυμίου ουδέποτε ήταν εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή να δεχθεί επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκ μέρους του και ότι η εξουσιοδότησή του από τον Αιτητή ήταν μόνο για συγκεκριμένα και περιορισμένα θέματα. Είδαμε, όμως, πιο πάνω, ότι η θέση της Καθ' ης η αίτηση, ότι ο κ. Ευθυμίου ήταν ο αντιπρόσωπος του Αιτητή στην Κύπρο και κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ημερομηνίας 28.12.06 και, κατά συνέπεια, και κατά τον χρόνο της επίδοσης του κλητηρίου σε αυτόν δεν είναι αποδεκτή. Επομένως, και η θέση που επιδιώκει μέσα από τα πιο πάνω να προβάλει η Καθ' ης η αίτηση καταρρίπτεται. Στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης προβλήθηκε, επίσης, η θέση, ότι ο Παύλος Ευθυμίου ήταν το πρόσωπο στο οποίο οι διάδικοι, ως τα μέρη στην σύμβαση, συμφώνησαν να επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα σε περίπτωση αγωγής. Σύμφωνα με την Δ.6, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο πρόσωπο αυτό θεωρείται καλή επίδοση. Επομένως, αφού η επίδοση του κλητηρίου στον Παύλο Ευθυμίου θεωρείτο καλή επίδοση και εφόσον η επίδοση θα διενεργείτο εντός της δικαιοδοσίας στο πρόσωπο αυτό δεν χρειαζόταν η άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και, επομένως, ούτε άδεια για σφράγιση, όπως ο Αιτητής διατείνεται. Δεν μου διαφεύγει, ότι η πιο πάνω θέση δεν προβλήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της αίτησης της για υποκατάστατο επίδοση ημερομηνίας 28.12.
- Η Δ.6, θ.2 δεν αποτελούσε μέρος της νομικής της βάσης και το Δικαστήριο δεν είχε, κατά συνέπεια, κληθεί να εξετάσει την πιο πάνω αίτηση υπό το φως του πιο πάνω κανονισμού. Είμαι διατεθειμένος να εξετάσω την πιο πάνω θέση ανεξάρτητα από το αν κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει την εξουσία να επανεξετάσει την αίτηση ημερομηνίας 28.12.06 και το προσβαλλόμενο διάταγμα ημερομηνίας 12.1.07 υπό το φως των νέων αυτών ισχυρισμών. Έρεισμα για την υπό της Καθ' ης η αίτηση προβληθείσα θέση αποτέλεσε ο όρος 10 του πωλητηρίου εγγράφου που υπεγράφη μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Παύλου Ευθυμίου. Σύμφωνα με τον όρο αυτό: «Διά σκοπούς οιασδήποτε ειδοποίησης προς τον Αγοραστή θα θεωρείται ότι εδόθη κανονική ειδοποίησις εάν αποσταλεί ή ταχυδρομηθεί τιαύτη ειδοποίησις στο Δικηγορικό Γραφείο του κ. Παύλου Ευθυμίου στην Πάφο». Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα το κλητήριο ένταλμα ενέπιπτε εντός της έννοιας του όρου «ειδοποίηση». Η Δ.6, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: «Τα μέρη σε μια σύμβαση μπορούν να συμφωνήσουν ότι η επίδοση οιουδήποτε κλητηρίου εντάλματος σε οποιαδήποτε αγωγή που θα εγερθεί σε σχέση με την σύμβαση αυτή μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε μέρος εντός ή εκτός Κύπρου σε οποιοδήποτε διάδικο ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους οποιουδήποτε διαδίκου ή με οποιοδήποτε τρόπο που θα καθορίζεται στην σύμβαση. Η επίδοση ενός τέτοιου κλητηρίου εντάλματος στο μέρος (αν καθορίζεται) ή στον διάδικο ή στο πρόσωπο (αν καθορίζεται) ή κατά τον τρόπο (αν καθορίζεται) που θα καθορίζεται στην σύμβαση θα θεωρείται καλή και νόμιμη επίδοση οπουδήποτε και αν διαμένουν οι διάδικοι και αν δεν καθορίζεται μέρος, τρόπος ή πρόσωπο θα δύναται να διαταχθεί επίδοση ενός τέτοιου κλητηρίου εντάλματος εκτός Κύπρου». Αν το πρόσωπο στο οποίο τα μέρη στην σύμβαση συμφώνησαν να επιδοθεί το κλητήριο σε περίπτωση αγωγής βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας δεν χρειάζεται άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και, επομένως, ούτε άδεια για σφράγιση (Βλ. Cheshire & North's Private International Law, 11η έκδοση, σελ. 192). Ο θεσμός, όμως, αυτός αναφέρεται μόνο στον τρόπο επίδοσης κλητηρίου εντάλματος. Επομένως, κλητήριο που επιδόθηκε εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με μια σύμβαση δεν θα θεωρείται ότι επιδόθηκε έγκυρα εκτός αν προηγουμένως είχε εξασφαλισθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνάμει της Δ.6, θ.1 και προγενέστερα αυτής άδεια για σφράγιση του κλητηρίου. Στην περίπτωση δε που τα μέρη σε μια σύμβαση δεν προνόησαν για τον τρόπο επίδοσης του κλητηρίου σε περίπτωση αγωγής, σύμφωνα με την Δ.6, θ.2, τότε σε σχέση με εναγόμενο ο οποίος κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να εξασφαλισθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με την Δ.6, θ.1 (Βλ. Cheshire & North's Private International Law, 11η έκδοση, σελ. 192). Δεν θα συμφωνήσω με την θέση της Καθ' ης η αίτηση, ότι ο όρος 10 του συμφωνητικού εγγράφου καλύπτει και κλητήριο ένταλμα. Όπως, προφανώς, προκύπτει από το λεκτικό του, ο όρος αυτός αναφέρεται μόνο σε ειδοποιήσεις που θα εκδίδονταν ή και εκδόθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση προς τον Αιτητή στα πλαίσια της επίδικης σύμβασης, όπως, για παράδειγμα, η ειδοποίηση τερματισμού. Εν πάση περιπτώσει, αν τα μέρη είχαν πρόθεση να συμφωνήσουν για τον τρόπο επίδοσης του κλητηρίου σε περίπτωση αγωγής και να κάνουν χρήση των προνοιών της Δ.6, θ.2 όφειλαν να το πράξουν ευκρινώς και με σαφήνεια. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί, ότι μια τέτοια πρόνοια είναι σκόπιμο να γίνεται σε μια σύμβαση, όταν τουλάχιστον ένα από τα μέρη είναι αλλοδαπός και υπάρχει στην σύμβαση όρος επιλογής δικαιοδοσίας (choice of jurisdiction clause), δηλαδή, όταν τα μέρη έχουν ρητά συμφωνήσει ότι σε περίπτωση διαφοράς θα έχουν δικαιοδοσία τα δικαστήρια της μιας ή της άλλης χώρας. Σε μια τέτοια περίπτωση είναι σκόπιμο να συμφωνείται και ο τρόπος επίδοσης του κλητηρίου σε περίπτωση αγωγής στον αλλοδαπό εναγόμενο (Βλ. Cheshire & North's Private International Law, 11η έκδοση, σελ. 192). Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν υπάρχει στην επίδικη σύμβαση όρος επιλογής δικαιοδοσίας. Προφανώς, για τον λόγο αυτό δεν έκριναν οι διάδικοι σκόπιμο να κάνουν χρήση των προνοιών της Δ.6, θ.
- Αυτό, όμως, που πραγματικά με ξενίζει με την προβολή αυτής της θέσης είναι το εξής. Αφού η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται, ότι τυγχάνει εφαρμογής η Δ.6, θ.2 τότε γιατί υπήρχε η ανάγκη για εξασφάλιση, με την αίτηση ημερομηνίας 28.12.06, της άδειας του Δικαστηρίου για επίδοση στο πρόσωπο αυτό; Σε περίπτωση που τυγχάνει εφαρμογής ο πιο πάνω θεσμός και το πρόσωπο στο οποίο τα μέρη συμφώνησαν να επιδώσουν το κλητήριο σε περίπτωση αγωγής βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο πρόσωπο αυτό θεωρείται, όπως και πιο πάνω είδαμε, καλή επίδοση και δεν απαιτείται εκ των προτέρων οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η πιο πάνω θέση της Καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εν κατακλείδι, ούτε η Δ.5, θ.8, ούτε η Δ.6,θ.2 έχουν εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση. Απομένει να εξετασθεί αν δικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης στον Παύλο Ευθυμίου ανεξαρτήτως των πιο πάνω κανονισμών και έχοντας υπόψη, πρώτο, ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος ο Αιτητής βρισκόταν εκτός δικαιοδοσίας και, δεύτερο, ότι προτού ζητηθεί άδεια για υποκατάστατο επίδοση εντός δικαιοδοσίας δεν εξασφαλίσθηκε η άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Καθίσταται έκδηλο τόσο από την ενώπιόν μου προαχθείσα μαρτυρία όσο και από την μαρτυρία που προσκομίσθηκε στα πλαίσια της αίτησης με ημερομηνία 28.12.06, ότι η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση όχι μόνο δεν αρνείται, αλλά και αποδέχεται ότι ο Αιτητής είναι κάτοικος εξωτερικού και ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος βρισκόταν εκτός δικαιοδοσίας, παρόλο που στον τίτλο της αγωγής αναφέρεται, ότι αυτός είναι από την Πάφο. Είναι ενδεικτικό, ότι στην παράγραφο 2 της ενόρκου δηλώσεως της Μαρίας Μάρκου, που υποστηρίζει την αίτηση με την οποία ζητείτο η άδεια για υποκατάστατο επίδοση, ημερομηνίας 28.12.06, αναφέρεται, ότι ο Αιτητής είναι πολίτης και κάτοικος Ισραήλ και διαμένει σε διεύθυνση που ούτε η ενόρκως δηλούσα, ούτε η Καθ' ης η αίτηση γνώριζαν. Στην παράγραφο 4 της ίδιας ενόρκου δηλώσεως αναφέρεται, ότι ο Αιτητής είναι αλλοδαπός. Περαιτέρω, στην παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως της Μαρίας Μάρκου, που υποστηρίζει την Ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, αναφέρεται, ότι ο Αιτητής επισκέπτεται συχνά την Κύπρο από το Ισραήλ. Ο ισχυρισμός αυτός θεωρώ, ότι είναι, επίσης, δηλωτικός της διαμονής του Αιτητή. Αλλά και η παράγραφος 4 της ίδιας ενόρκου δηλώσεως της Μαρίας Μάρκου είναι ενδεικτική όσον αφορά το ζήτημα της διαμονής του Αιτητή. Σύμφωνα με αυτήν η έκδοση κλητηρίου εντάλματος για επίδοση εντός της δικαιοδοσίας ήταν επιλογή της Καθ' ης η αίτηση. Αυτό σημαίνει, ότι η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε, ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου ο Αιτητής βρισκόταν εκτός της δικαιοδοσίας και μεταξύ των δύο, δηλαδή, να εκδώσει κλητήριο για επίδοση εντός και κλητήριο για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, άσχετα, αν στην δεύτερη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ήταν μπορετό, αφού δεν ήταν γνωστή στην Καθ' ης η αίτηση η διεύθυνση του Αιτητή στο εξωτερικό, επέλεξε να εκδώσει κλητήριο για επίδοση εντός της δικαιοδοσίας. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί, ότι στην επιστολή του δικηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 29.6.06, η οποία απευθύνεται προς τον κ. Ευθυμίου και αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Θ στην ένορκο δήλωση της Μαρίας Μάρκου ημερομηνίας 21.12.06 και ως Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση της κυρίας Πετρίδου, που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, αναγνωρίζεται από τον κ. Κληρίδη, ότι ο Αιτητής είναι αλλοδαπός, κάτοικος Ισραήλ. Τέλος, το ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος του Ισραήλ αναγνωρίζεται από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση και στην παράγραφο 2 της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος. Εν' όψει όλων των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί, ότι όχι μόνο είναι αποδεκτό από την Καθ' ης η αίτηση, ότι ο Αιτητής είναι κάτοικος εξωτερικού και ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος βρισκόταν εκτός δικαιοδοσίας, αλλά ότι η Καθ' ης η αίτηση ήταν και γνώστης των πιο πάνω. Στην υπόθεση Philippou v. Philippou
(1986)1 CLR 689 ο καθ' ου η αίτηση ήταν κάτοικος Αυστραλίας. Είχε εξασφαλισθεί δυνάμει της Δ.9, θ.5 άδεια για υποκατάστατο επίδοση αίτησης για διατροφή της συζύγου και των τριών ανήλικων τέκνων του με διπλοσυστημένη επιστολή στην διεύθυνσή του στην Αυστραλία. Δεν είχε, όμως, προηγουμένως εξασφαλισθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας όπως προβλέπεται από την Διάταξη 6. Κατά την ακρόαση της αίτησης ο καθ' ου η αίτηση υποστήριξε, ότι το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την αίτηση και ότι η αίτηση δεν του είχε επιδοθεί δεόντως. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε τις θέσεις του. Στην έφεση το Εφετείο έθεσε το ίδιο ερώτημα, που τέθηκε και πιο πάνω, αν, δηλαδή, μπορούσε να επιτραπεί υποκατάστατος επίδοση την στιγμή που δεν είχε επιδιωχθεί και εξασφαλισθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η απάντηση του Εφετείου ήταν αρνητική και, κατ' επέκταση, απορριπτική της πρωτόδικης κρίσης. Παραθέτω σε μετάφραση αποσπάσματα από τις σελίδες 700 - 702 της απόφασης του Εφετείου που ενδιαφέρουν: «Το Δικαστήριο μπορεί να ασκεί δικαιοδοσία μόνο όταν το κλητήριο ένταλμα ή η (εναρκτήρια) κλήση επιδίδεται σε εναγόμενο εντός της δικαιοδοσίας ή διά της αποκτητέας (assumed) δικαιοδοσίας, με την οποία τα Δικαστήρια έχουν διακριτική εξουσία να διατάζουν επίδοση σε εναγόμενους εκτός της δικαιοδοσίας, είτε Κύπριους, είτε αλλοδαπούς. Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή της εναρκτήριας κλήσης είναι κάτι ισοδύναμο. Το κλητήριο είναι αναγκαίο ως το θεμέλιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όταν το κλητήριο ένταλμα δεν μπορεί για νομικούς λόγους να επιδοθεί σε ένα εναγόμενο το Δικαστήριο δεν δύναται να ασκεί καμία δικαιοδοσία επ' αυτού. Η δικαιοδοσία σύμφωνα με τον Αγγλικό νόμο και το νομικό σύστημα που επικρατεί σε αυτή την χώρα βασίζεται στην προσωπική επίδοση. . Εφόσον η επίδοση είναι το θεμέλιο για την δικαιοδοσία ακολουθεί, ότι η επίδοση αυτή είναι, κανονικά, επίδοση εντός της δικαιοδοσίας. Υπάρχει, όμως, μια εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα και αυτή είναι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αυτό, όμως, δεν είναι κάτι που επιτρέπεται ως εκ δικαιώματος, αλλά παραχωρείται σύμφωνα με την διακριτική ευχέρεια του δικαστή ως προνόμιο (privilege) και ο υπό συζήτηση κανόνας θέτει τα όρια μέσα στα οποία αυτή η ευχέρεια μπορεί να ασκηθεί (Βλ. Johnson v. Taylor Bros. and Company Ltd
(1920)A.C. 144). Η επίδοση εντός της δικαιοδοσίας διέπεται από την Δ.5 των Θεσμών. Για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας προνοεί η Διάταξη 6, η οποία είναι πανομοιότυπη με την παλαιά Αγγλική Δ.11
(1). Αυτή η Διάταξη παρέχει στο Δικαστήριο μια νέα εξουσία δια της οποίας (το Δικαστήριο) δύναται να ασκεί δικαιοδοσία σε καθορισμένες περιπτώσεις . . Η περίπτωση αυτή δεν είναι η περίπτωση επίδοσης κλητηρίου εντάλματος ως εκ δικαιώματος. Επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ως τέτοια δύναται μόνο να επιτραπεί. ................................................................................................... Από την στιγμή που δεν επιδιώχθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα μπορούσε να επιτραπεί υποκατάστατος επίδοση; Η διαδικασία για υποκατάστατο επίδοση εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από τον θεσμό 9 της Διάταξης 6, που αντιστοιχεί στην παλαιά Αγγλική Δ.11
(8)
(4). Η Διάταξη 6 δεν αποτελεί ένα απλό θέμα διαδικασίας, αλλά επέκταση δικαιοδοσίας. Ο νόμος ως προς το πότε επιτρέπεται υποκατάστατος επίδοση τέθηκε περιληπτικά από τον Λόρδο Reading στην Porter v. Freudenberg
(1915)1 K.B. 857, 887-888. Ο πρώτος κανόνας που διακηρύχθηκε από τον Λόρδο Reading είναι ότι δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση κλητηρίου εντάλματος εντός της δικαιοδοσίας σε οιανδήποτε περίπτωση κατά την οποία κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος δεν θα μπορούσε σύμφωνα με τον νόμο να επιτευχθεί καλή προσωπική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος για τον λόγο ότι ο εναγόμενος (κατά τον χρόνο αυτό) δεν βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας. (Βλ., επίσης, Dicey and Morris on the Conflict of Laws, 10η έκδοση, σελίδες 181-184 και 196). Κρίθηκε, επομένως, στην πιο πάνω υπόθεση, ότι η αιτήτρια όφειλε υπό τις περιστάσεις να επιδιώξει πρώτα άδεια για επίδοση της κλήσης εκτός δικαιοδοσίας δυνάμει της Διάταξης 6 και μετά άδεια για υποκατάστατο επίδοση. Η εξασφάλιση της άδειας του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ήταν αναγκαία, αφού ο καθ' ου η αίτηση κατά τον χρόνο έκδοσης της εναρκτήριας διαδικασίας βρισκόταν εκτός δικαιοδοσίας. Η παράλειψη της αιτήτριας να επιδιώξει και να εξασφαλίσει τέτοια άδεια απέβηκε μοιραία για την ίδια. Η επίδοση της κλήσης με υποκατάστατο επίδοση με διάταγμα δυνάμει του θεσμού 9 της Διάταξης 5 δεν ήταν υπό τις περιστάσεις απλώς παράτυπη, αλλά άκυρη. Γι' αυτό και παραμερίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Porter v. Freudenberg
(1915)1 K.B. 857 επαναλήφθηκε η ίδια αρχή που είχε αρχικά διακηρυχθεί στην υπόθεση Fry v. Moore
(1889)23 Q.B.D. 395: «The general rule is that an order for substituted service of writ of summons within the jurisdiction cannot be made in any case in which, at the time of the issue of the writ, there could not be at law a good personal service of the writ because the defendant is not within the jurisdiction». Σε μετάφραση: «Ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση κλητηρίου εντάλματος εντός της δικαιοδοσίας σε οιανδήποτε περίπτωση κατά την οποία κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος δεν θα μπορούσε κατά τον νόμο να διενεργηθεί καλή προσωπική επίδοση του κλητηρίου για τον λόγο ότι ο εναγόμενος δεν βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας». Στην υπόθεση Myerson v. Martin
(1979)3 All E R 667 ο ενάγοντας πέτυχε υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εντός της δικαιοδοσίας σε εναγόμενο που βρισκόταν εκτός δικαιοδοσίας κατά τον χρόνο της έκδοσής του. Ο ενάγων δεν είχε εξασφαλίσει άδεια για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας δυνάμει της Αγγλικής Δ.11, θ.1, η οποία αντιστοιχεί με την δική μας Δ.
- Το Αγγλικό Εφετείο ακύρωσε το διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση. Βάση της ακύρωσης αποτέλεσε το γεγονός, ότι το εν λόγω διάταγμα συγκρούετο με την Αγγλική Δ.11, θ.
- Σύμφωνα με τους Δικαστές Waller και Eveleigh η διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο να επιτρέπει υποκατάστατη επίδοση οσάκις ο εναγόμενος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος πρέπει να ασκείται με τρόπο ώστε να αποφεύγεται σύγκρουση με την Δ.11, θ.
- Ο Λόρδος Denning στην δική του απόφαση χαρακτήρισε τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος ως τον κρίσιμο χρόνο. Παρακάτω παρατίθεται σε μετάφραση απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Denning από την σελίδα 671: «Αν ο εναγόμενος είναι εκτός δικαιοδοσίας κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος και ο ενάγοντας εν αγνοία του εκδίδει κλητήριο για επίδοση εντός της δικαιοδοσίας, τότε ο ενάγων οφείλει να αναμένει μέχρι ο εναγόμενος επιστρέψει εντός της δικαιοδοσίας για να του επιδώσει προσωπικά. Δεν μπορεί να διαταχθεί υποκατάστατος επίδοση. Αν ο εναγόμενος είναι εντός δικαιοδοσίας κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος και ο ενάγοντας εκδίδει κλητήριο ένταλμα για επίδοση εντός της δικαιοδοσίας, ο ενάγοντας δύναται να εξασφαλίσει διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση ακόμα και αν μετά την έκδοση του κλητηρίου ο εναγόμενος έχει φύγει εκτός δικαιοδοσίας. Αν ο εναγόμενος είναι εκτός δικαιοδοσίας κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος και ο ενάγοντας το γνωρίζει, τότε δύναται κατ' επιλογή να εκδώσει κλητήριο για επίδοση εντός δικαιοδοσίας, σε αυτήν όμως την περίπτωση οφείλει να αναμένει ελπίζοντας, ότι ο εναγόμενος θα επιστρέψει στην Αγγλία για να του γίνει προσωπική επίδοση. Δεν μπορεί να διαταχθεί υποκατάστατος επίδοση. Διαφορετικά, αν ο εναγόμενος είναι εκτός δικαιοδοσίας κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος και πρόκειται να παραμείνει στην αλλοδαπή το ορθό είναι όπως ο ενάγοντας αιτηθεί αδείας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, την οποία μπορεί να εξασφαλίσει μόνο αν η υπόθεσή του εμπίπτει εντός της Δ.11 των Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (R.S.C.)». Εν' όψει των περιστατικών της υπόθεσης και υπό το φως της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε καθίσταται σαφές, ότι το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας επί του Αιτητή και, κατά συνέπεια, στερείτο της εξουσίας να διατάξει υποκατάστατο επίδοση. Το Δικαστήριο θα είχε δικαιοδοσία μόνο αν προηγουμένως εξασφαλίζετο άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, νοουμένου, βέβαια, ότι η υπόθεση της Καθ' ης η αίτηση ενέπιπτε σε μια από τις περιπτώσεις που προνοεί η Διάταξη
- Μόνο μετά την εξασφάλιση μιας τέτοιας άδειας ο Αιτητής, ο οποίος κατά τον χρόνο έκδοσης της κλητηρίου εντάλματος βρισκόταν εκτός δικαιοδοσίας, θα μπορούσε να υποβληθεί στην δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων. Η Καθ' ης η αίτηση παρέλειψε, όμως, να αποταθεί και να εξασφαλίσει ένα τέτοιο διάταγμα. Στην Ετήσια Πρακτική του 1960, σελ. 1977 με αναφορά στις υποθέσεις Fry v. Moore
(1889)23 Q.B.D. 395, Wilding v. Bean
(1891)1 Q.B. 100, De Bernales v. New York Herald
(1893)2 Q.B. 784 και Worcester City Banking Co v. Firbank
(1894)1 Q.B.784 υποδεικνύεται, ότι αν ο εναγόμενος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος και δεν έχει δοθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση. Στην υπόθεση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1 ΑΑΔ 447 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο αποδέχθηκε αίτηση των εφεσίβλητων-εναγόμενων και ακύρωσε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στους εφεσίβλητους, που ήταν στην Ιταλία, με διπλοσυστημένη επιστολή. Το εν λόγω διάταγμα δεν παρείχε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, η οποία θα έπρεπε να είχε εξασφαλισθεί πριν ζητηθεί υποκατάστατη επίδοση. Διασαφηνίζεται στις πιο πάνω υποθέσεις, ότι η άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνάμει της Διάταξης 6 επιδιώκεται και εξασφαλίζεται προς θεμελίωση της δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων όταν αυτά στερούνται δικαιοδοσίας για τον λόγο ότι ο εναγόμενος κατά τον χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Από την στιγμή, όμως, που σε μια τέτοια περίπτωση η δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων θεμελιώνεται με την έκδοση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να διαταχθεί υποκατάστατος επίδοση και εντός της δικαιοδοσίας, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που διέπουν την χορήγηση διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση. Στην υπόθεση Φραγκέσκου ν. Γρηγορίου
(2000)1 ΑΑΔ 1765 η εφεσίβλητη είχε εξασφαλίσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Είχαν, επομένως, θεμελιωθεί οι προϋποθέσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε μια τέτοια περίπτωση λέχθηκε, ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί επίδοση με υποκατάστατο επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας. Στην Ετήσια Πρακτική του 1999, σελ. 1293, υποδεικνύεται με αναφορά στην Western etc. Building Society v. Rucklidge
(1905)3 Ch. 472 ότι κατά την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση σε πρόσωπο εκτός δικαιοδοσίας το είδος της επίδοσης που διατάσσεται δεν περιορίζεται σε επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να είναι υποκατάστατος επίδοση εντός δικαιοδοσίας (Βλ. επίσης, Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 ΑΑΔ 36). Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης καταλήγω στο ότι η έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου εντός της δικαιοδοσίας στον κ. Ευθυμίου θα ήταν δυνατή, αν, μεταξύ άλλων, είχε προηγουμένως επιδιωχθεί και εξασφαλισθεί η άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η μη εξασφάλιση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας εμπόδιζε υπό τις περιστάσεις την έκδοση του διατάγματος για υποκατάστατο επίδοση στον Παύλο Ευθυμίου. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ, ότι συντρέχει ικανοποιητικός λόγος για να διατάξω τον παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 12.1.07 με το οποίο διατάχθηκε η υποκατάστατος επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Παύλο Ευθυμίου και, κατ' επέκταση, την επίδοση. Εν' όψει της πιο πάνω κατάληξής μου ο Αιτητής δικαιούται στην έκδοση των διαταγμάτων που ζητούνται με τις παραγράφους 3 και 4 της αίτησης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή εισηγήθηκε, επίσης, ότι για τον λόγο ότι δεν εξασφαλίσθηκε άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας το Δικαστήριο θα πρέπει να ακυρώσει και/ή να παραμερίσει το κλητήριο ένταλμα. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Καθίσταται σαφές από το απόσπασμα της απόφασης του Λόρδου Denning στην Myerson v. Martin, που πιο πάνω παρατέθηκε, ότι το κλητήριο ένταλμα που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή δεν είναι άκυρο. Όπως αποφασίσθηκε στην πιο πάνω υπόθεση και ενωρίτερα αναφέρθηκε, ένας ενάγοντας έχει το δικαίωμα να εκδώσει κλητήριο ένταλμα για επίδοση εντός της δικαιοδοσίας έστω και αν κατά τον χρόνο της έκδοσής του ο εναγόμενος βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση και επειδή δεν μπορεί να εξασφαλίσει διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση θα πρέπει να αναμένει τον ίδιο τον εναγόμενο να έρθει εντός της δικαιοδοσίας για του το επιδώσει. Υπό το φως των πιο πάνω η Καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να αναμένει τον Αιτητή να έρθει εντός της δικαιοδοσίας για να του επιδώσει αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος. Συντρέχει, όμως, και δεύτερος λόγος για την απόρριψη της θεραπείας που ζητείται υπό του Αιτητή με την παράγραφο 1 της αίτησης. Και αυτός είναι ότι η νομική βάση της αίτησης δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει διάταγμα, όπως αυτό που αξιώνεται στην παράγραφο 1 της αίτησης. Η Δ.48, θ.8
(4)παρέχει, όπως είδαμε, στο Δικαστήριο την εξουσία να παραμερίσει διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς. Η ακύρωση ή ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος δεν καλύπτεται, συνεπώς, από τον πιο πάνω θεσμό. Συνακόλουθα το αίτημα υπό παράγραφο 1 της αίτησης απορρίπτεται. Προβλήθηκε, επίσης, η θέση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή, ότι η διαδικασία δεν μπορεί να συνεχισθεί με την αντινομία που παρατηρείται στον τίτλο της αγωγής. Η αντινομία συνίσταται στο ότι ενώ ο Αιτητής είναι κάτοικος εξωτερικού στον τίτλο της αγωγής εμφανίζεται ως κάτοικος Πάφου. Στην υπόθεση Μίκης Νησιώτης ν. Abdulla Aziz Azman
(2001)1 ΑΑΔ 1407 ο εφεσίβλητος / εναγόμενος εμφανίσθηκε στον τίτλο της αγωγής ως κάτοικος Λευκωσίας, ενώ στην πραγματικότητα ήταν κάτοικος εξωτερικού. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, ότι αποτελούσε αντινομία προς τους θεσμούς η διατήρηση του τίτλου της αγωγής ως προς τον τόπο διαμονής του εφεσίβλητου. Αφ' ης στιγμής ο εφεσίβλητος ήταν κάτοικος εξωτερικού, η διαδικασία δεν μπορούσε να συνεχίζεται χωρίς αποκάλυψη του γεγονότος αυτού στον τίτλο της αγωγής. Υπό το φως της πιο πάνω απόφασης η αγωγή δεν μπορεί να συνεχισθεί με τον υφιστάμενο τίτλο και χωρίς ο τίτλος της αγωγής να διορθωθεί, ώστε σε αυτόν να αποκαλύπτεται ο αληθινός τόπος διαμονής του Αιτητή. Υπό το φως των πιο πάνω βρίσκω ότι συντρέχει ικανοποιητικός λόγος για να διατάξω την αναστολή της διαδικασίας. Η εξουσία που έχει το Δικαστήριο να διατάξει αναστολή της διαδικασίας πηγάζει από την σύμφυτη του εξουσία. Σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για την λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου (Βλ. Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββας Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963). Εξυπακούεται από την φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών (Βλ. Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1 ΑΑΔ 724, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 109 και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584). Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από τον νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από την φύση της δικαστικής λειτουργίας. Η βασική εκδήλωση της εξουσίας είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών και περιλαμβάνει τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη (Βλ. Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 151). Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.1.07 με το οποίο διατάχθηκε η υποκατάστατος επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Παύλο Ευθυμίου και, κατ' επέκταση, η επίδοση. Περαιτέρω αναστέλλεται η διαδικασία στην παρούσα αγωγή μέχρι την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ώστε να φαίνεται ότι ο Αιτητής είναι κάτοικος εξωτερικού και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο