Φάνη Σταυρινίδη ν. Ζήνωνα Ζήνωνος, Αρ. Αγωγής: 3329/2004, 20 Μαΐου, 2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3329/2004 Μεταξύ: Φάνη Σταυρινίδη, από την Πάφο Ενάγοντα - και - Ζήνωνα Ζήνωνος Εναγόμενου --------------------- Ημερομηνία: 20 Μαΐου, 2008 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Ν. Τσιαπαλής Για Εναγόμενο: κ. Χ. Φωτίου --------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την αγωγή, η αξίωση του ενάγοντα είναι για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, για σωματικές βλάβες, ζημιά και απώλεια που υπέστη, λόγω τροχαίου δυστυχήματος που έγινε κατά ή περί τις 12.10.2003 στη λεωφόρο Μεσόγης με κατεύθυνση τη λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΡΜ
- Το δυστύχημα αποδίδεται στον εναγόμενο, που κατά τον ίδιο χρόνο, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΗΤ 855 στον ίδιο δρόμο, με κατεύθυνση την οδό Πανίκου Δημητρίου, τόσο αμελώς και κατά παράβαση των νομικών υποχρεώσεών του, ώστε να προκληθεί σύγκρουση του ενάγοντα με σταθμευμένο όχημα το οποίο βρισκόταν στη διαπλάτυνση της λεωφόρου Ελλάδος. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, ο εναγόμενος που καταρχήν δηλώνει άγνοια σε σχέση με τον ισχυρισμό του ενάγοντα, ότι κατά την επίδικη ημερομηνία οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΡΜ 764 στη λεωφόρο Μεσόγης με κατεύθυνση τη λεωφόρο Ελλάδος, ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την πιο πάνω ημερομηνία, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του στη λεωφόρο Ελλάδος με κατεύθυνση τη λεωφόρο Μεσόγης, (βασικά στον ίδιο δρόμο που αναφέρεται και στην έκθεση απαίτησης, όμως από την αντίθετη κατεύθυνση) αφού εισήλθε στην πάροδο Πανίκου Δημητρίου, ο ενάγοντας που τον ακολουθούσε, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και συγκρούστηκε με αυτοκίνητο που βρισκόταν σταθμευμένο στην αριστερή πλευρά της λεωφόρου Ελλάδος, σύμφωνα με την πορεία του εναγόμενου, χωρίς ο ίδιος (εναγόμενος) να έχει οποιαδήποτε ευθύνη για την εν λόγω σύγκρουση. Επίδικα θέματα της αγωγής, εκτός από το θέμα της ευθύνης για την πρόκληση του δυστυχήματος είναι και τ' ακόλουθα, που κατά τον ενάγοντα αποτελούν απότοκό του: ο επακριβής προσδιορισμός των σωματικών βλαβών και υλικών ζημιών που υπέστη και ο καθορισμός των αποζημιώσεων που δικαιούται σε σχέση με αυτές. Κατά την ακροαματική διαδικασία, εκτός από τους διάδικους κατέθεσαν ως μάρτυρες πέντε πρόσωπα για τον ενάγοντα και ένα για τον εναγόμενο. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω στο σύνολό του το περιεχόμενο της μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των τελικών αγορεύσεων. Ό,τι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή τους διαδίκους καθώς και τους 6 συνολικά μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, τους ισχυρισμούς και τις αναφορές ενός εκάστου αυτών λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Ο Μ.Ε.1 αστυφύλακας 1788 Χ. Λιασίδης είναι ο εξεταστής του δυστυχήματος. Μετέβη στη σκηνή μαζί με άλλους συναδέλφους του την ίδια μέρα και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο, βάσει του οποίου ετοίμασε το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (βλ. το τεκμήριο 1). Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του, απάντησε σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με ειλικρίνεια, αμεσότητα και ευθύτητα, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Ο Μ.Ε.5, γιατρός Γ. Αντωνιάδης, ανάφερε ότι στις 12.10.2003 εξέτασε τον ενάγοντα μετά από τροχαίο ατύχημα και ετοίμασε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (βλ. το τεκμήριο 9), στο οποίο αναφέρονται οι διαπιστώσεις και συμπεράσματά του. Και αυτός ο μάρτυρας, απάντησε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με αμεσότητα αλλά και πληρότητα θα έλεγα, χωρίς να έχει κλονισθεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Ούτε και επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου, πλείστες των ερωτήσεων του οποίου, μάλλον διευκρινιστικές θα πρέπει να θεωρηθούν, παρά τείνουσες να πλήξουν την αξιοπιστία του μάρτυρα. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα, επί της ουσίας γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Δεκτή στο σύνολό της και αναντίλεκτη είναι και η μαρτυρία του Μ.Ε.6 Φ. Ψάλτη, από την οποία, με αναφορά και στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 6, 7 και 8 (τρία τιμολόγια) προκύπτει το συνολικό κόστος αποκατάστασης των ζημιών που αναμφίβολα υπέστη το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγοντας στον ουσιώδη χρόνο. Επέλεξα όχι τυχαία να ασχοληθώ με τη μαρτυρία του ενάγοντα και των Μ.Ε.2 και 4 στο τέλος, καθότι και οι τρεις, παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο ως αυτόπτες μάρτυρες, σε σχέση με ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος, οπότε η μαρτυρία τους θα πρέπει να ιδωθεί σε συσχετισμό και σε σύγκριση, τόσο μεταξύ τους όσο και με τη μαρτυρία του εναγόμενου καθώς και του Μ.Υ.2 Χ. Κουκλάδα. Ο Μ.Ε.2 Χ. Χαραλάμπους, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης που του λήφθηκε από το Μ.Ε.1 (βλ. το τεκμήριο 2), ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ήταν η θέση του, ότι στις 12.10.2003 και περί ώρα 03:40, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΗΜΝ 417 στη λεωφόρο Ελλάδος στην Πάφο με κατεύθυνση τη Μεσόγη, με προπορευόμενα, άλλα δυο αυτοκίνητα, με πρώτο το αυτοκίνητο του φίλου του Κώστα Κωνσταντίνου (Μ.Ε.4) και δεύτερο το αυτοκίνητο του ενάγοντα που είναι γνωστός του, ο εναγόμενος που τον ακολουθούσε με το δικό του αυτοκίνητο, καθώς προχωρούσαν όλοι σε ευθεία πορεία και πλησίασαν το ζαχαροπλαστείο «MORELLO», άρχισε να προσπερνά και τους τρεις από τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσαν. Όταν τους προσπέρασε και μπήκε μπροστά ελάττωσε ταχύτητα, οπότε έκαναν το ίδιο και αυτοί. Καθώς πλησιάσανε τη συμβολή της λεωφόρου Ελλάδος με την οδό Πανίκου Δημητρίου, ο ενάγοντας, αφού άναψε το traficator του αυτοκινήτου του, άρχισε να προσπερνά και αυτός από τα δεξιά τα αυτοκίνητα που ήταν μπροστά του. Αφού προσπέρασε το αυτοκίνητο του Μ.Ε.4 και σχεδόν εκείνο του εναγόμενου, το τελευταίο, που οδηγείτο με χαμηλή ταχύτητα, χωρίς να κάνει οποιοδήποτε προειδοποιητικό σήμα, επιχείρησε στροφή δεξιά στην οδό Πανίκου Δημητρίου, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο του ενάγοντα να περιστραφεί από δεξιά προς τα αριστερά, να χάσει τον έλεγχο και ο μάρτυρας να ακούσει ένα δυνατό θόρυβο χτυπήματος. Τότε κατάλαβε ότι ο ενάγοντας κάπου χτύπησε, οπότε ακολούθησε τον εναγόμενο τον οποίο σταμάτησε και αφού ενημέρωσε για το δυστύχημα, κάλεσε να επιστρέψει στη σκηνή. Εξηγώ αμέσως γιατί δε δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 επί της ουσίας και συγκεκριμένα, στο βαθμό που με όσα έχει πει, καταλογίζει ευθύνη στον εναγόμενο για τη σύγκρουση που αναμφίβολα είχε το όχημα που οδηγούσε ο ενάγοντας στον ουσιώδη χρόνο, με το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΝΧ 260, που ήταν σταθμευμένο στην αριστερή διαπλάτυνση η οποία εφάπτεται της λεωφόρου Ελλάδος με κατεύθυνση τη Μεσόγη. Προτού προχωρήσω αναλυτικά στο σκεπτικό της απόφασής μου, θα ήθελα να διατυπώσω κάποιες γενικές παρατηρήσεις σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- και τον ίδιο. Καταρχήν, αυτή, σε ουσιαστικές πτυχές δε συνάδει με την πραγματική μαρτυρία, ενώ συγκρούεται και με την κοινή λογική. Έπειτα, υπήρξαν περιπτώσεις που ήταν εμφανής η προσπάθεια του να ευνοήσει τον ενάγοντα με όσα ανάφερε παρά να καταθέσει την αλήθεια στο δικαστήριο, έστω και αν προσπάθησε να με πείσει, ότι οι σχέσεις του με τον ενάγοντα ήταν μάλλον τυπικές. Ούτε και μου διαφεύγει ότι σε κάποιες άλλες περιπτώσεις επιχείρησε με υπεκφυγές να μη δώσει απάντηση σε διάφορες ερωτήσεις που του υπόβαλε ο δικηγόρος του εναγόμενου. Ειδικότερα: Κληθείς από το δικηγόρο του ενάγοντα να υποδείξει επί του τεκμηρίου 1, σε ποιο ύψος της οδού Πανίκου Δημητρίου ήταν ο ενάγοντας, όταν ο εναγόμενος δοκίμασε να στρίψει δεξιά, ο μάρτυρας υπόδειξε το σημείο * 1 (δική μου σημείωση με μολύβι για ευκολία αναφοράς). Έχει νομολογηθεί ότι η πραγματική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος. Βλ. μεταξύ άλλων Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 268 και Θρασυβούλου v. Κουλέρμου κ.α.,
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 293. Στην πρώτη (Κονναρή) προστίθενται και τα εξής: «Είναι αυτονόητο ότι η σημασία της ποικίλλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επισημάναμε στην Ευαγγέλου v. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα-» Στη δεύτερη (Θρασυβούλου) επισημαίνεται ότι: «Νοουμένου ότι η πραγματική μαρτυρία είναι αποκαλυπτική των γεγονότων που προηγήθηκαν της σύγκρουσης και οδήγησαν σ' αυτή, μπορεί να αποτελέσει γνώμονα για την κρίση του αξιόπιστου και της ορθότητας της προφορικής μαρτυρίας για τις συνθήκες του δυστυχήματος. -» Για λόγους που ακολουθούν, η κοινή λογική αλλά και η πραγματική μαρτυρία, καθιστούν αδύνατο τα γεγονότα που προηγήθηκαν του δυστυχήματος και προκάλεσαν αυτό, να είναι σύμφωνα με την εκδοχή του μάρτυρα. Σύμφωνα με τον εξεταστή (Μ.Ε.1) η απόσταση από τη μέση της συμβολής της οδού Πανίκου Δημητρίου με τη λεωφόρο Ελλάδος, μέχρι και το σημείο Α1 επί του τεκμηρίου 1 (αρχή ιχνών πλαγιολίσθησης αριστερού πισινού τροχού του αυτοκινήτου του ενάγοντα) είναι 20 με 25 μέτρα περίπου. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με το επίσης γεγονός, ότι το αυτοκίνητο του ενάγοντα, από το σημείο που άρχισε να πλαγιολισθένει διέγραψε απόσταση 23 περίπου μέτρων και μάλιστα κατά τρόπο που κάλυψε και τις δυο λωρίδες κυκλοφορίας της λεωφόρου Ελλάδος, μέχρι να συγκρουστεί με το σταθμευμένο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΧΝ 260, φρονώ ότι καθιστούν απίθανη την εκδοχή του μάρτυρα, ως προς την αιτία που οδήγησε στην εν λόγω σύγκρουση. Είναι προφανές, πως αν συνέβαινε οτιδήποτε στη συμβολή της λεωφόρου Ελλάδος με την οδό Πανίκου Δημητρίου και συγκεκριμένα, αυτά που ανάφερε ο μάρτυρας, ενάγοντας και εναγόμενος, καταρχήν, ως θέμα κοινής λογικής έπρεπε να συγκρουστούν στο συγκεκριμένο σημείο. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί, αφού, ιδιαίτερα επί του οχήματος του εναγόμενου, ουδεμία ζημιά ή ίχνος της έχουν εντοπιστεί. Έπειτα, λογικό ήταν επίσης, στο συγκεκριμένο σημείο να εντοπιστεί κάποιο στοιχείο πραγματικής μαρτυρίας. Να υπενθυμίσω εδώ, ότι το μόνο στοιχείο πραγματικής μαρτυρίας που έχει εντοπιστεί και που διαφωτίζει τις συνθήκες που προηγήθηκαν του δυστυχήματος είναι τα ίχνη πλαγιολίσθησης του οχήματος του ενάγοντα, συνολικού μήκους 23 περίπου μέτρων, τα οποία αρχίζουν 20 με 25 περίπου μέτρα μετά το σημείο που κατά τον Μ.Ε.2 αλλά και σύμφωνα με την εκδοχή τόσο του ενάγοντα όσο και του Μ.Ε.4, ο εναγόμενος απέκοψε ουσιαστικά την πορεία του ενάγοντα, με αποτέλεσμα την απώλεια ελέγχου του οχήματός του και τη σύγκρουση του με το σταθμευμένο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΧΝ
- Κανένας από τους τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν για τον ενάγοντα, του ίδιου περιλαμβανομένου, καθώς και ο εξεταστής του δυστυχήματος προέβησαν σε οποιαδήποτε εξήγηση ή αναφορά που να συμπληρώνει το διάστημα των 20 με 25 μέτρων που μεσολαβεί από τη συμβολή της λεωφόρου Ελλάδος με τον οδό Πανίκου Δημητρίου μέχρι το σημείο που το αυτοκίνητο του ενάγοντα άρχισε να πλαγιολισθένει και αφού διέγραψε μια απόσταση 23 περίπου μέτρων, συγκρούστηκε με το σταθμευμένο όχημα. Κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα, θα ασχοληθώ περαιτέρω με τη συγκεκριμένη αυτή πτυχή της υπόθεσης. Εκεί όπου ο μάρτυρας εμφανώς επιχείρησε να ευνοήσει τον ενάγοντα (και προφανώς ψευδόταν), ήταν όταν αντεξεταζόμενος, σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, απαντούσε με τη φράση «δε θυμάμαι» και τούτο, σε συνδυασμό με το ακόλουθο απόσπασμα, πάντοτε από την αντεξέταση του: «Ε: Αντιλαμβάνεσαι ότι ένα αυτοκίνητο που τρέχει με 45 χ.α.ω. σε μια ώρα θα διανύσει 45 χιλιόμετρα; Α: Δε το γνωρίζω. Ε: Και αν τρέχει 40 χ.α.ω. με σταθερή ταχύτητα σε μια ώρα θα διανύσει 40 χιλιόμετρα; Α: Δε το γνωρίζω. Ε: Και αν π.χ. στο 1/10 της ώρας, στα 6 λεπτά, αν τρέχει με 45 χ.α.ω. θα διανύσει 4,5 χιλιόμετρα; Συμφωνείς με τη θέση μου; Α: Όχι.» Και λίγο παρακάτω: «Ε: Αν ξεκινήσεις από δω να πάεις Λεμεσό, που είναι πάνω κάτω 65 χιλιόμετρα και τρέχεις 65 χ.α.ω, σε πόση ώρα θα πάεις Λεμεσό; Α: Δε γνωρίζω. Ξέρω τι θα έβρω στο δρόμο; Ε: Με σταθερή ταχυτήτα, χωρίς να αυξομοιώνεται. Α: Δε γνωρίζω.» Αν ληφθούν υπόψη οι διάφορες ερωτήσεις που προηγήθηκαν των παραπάνω, σε συνδυασμό και με το επάγγελμα του μάρτυρα, τουλάχιστον κατά τον ουσιώδη χρόνο (ηλεκτρολόγος, όπως προκύπτει από τη γραπτή του κατάθεση - βλ. το τεκμήριο 2 - την οποία υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης) ενώ από τη μια είναι προφανές για πoιó λόγο αυτός απαντούσε με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, από την άλλη, μου είναι αδύνατο να πιστέψω, ότι ένας ηλεκτρολόγος και μάλιστα ο συγκεκριμένος, που από την όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, κάθε άλλο παρά την εντύπωση ανθρώπου χαμηλής νοημοσύνης μου έδωσε, είναι δυνατό να μη γνωρίζει ότι ένα αυτοκίνητο που τρέχει με σταθερή ταχύτητα 65 χ.α.ω, σε μια ώρα θα διανύσει 65 χιλιόμετρα. Όμως, προφανής ήταν και ο λόγος που ανάφερε ο μάρτυρας, ότι η πρώτη κουβέντα που του είπε ο εναγόμενος όταν το σταμάτησε, ήταν «δεν είμαι εγώ που του χτύπησα». Το ίδιο ισχύει και για το λόγο που ισχυρίστηκε ότι δεν πολυκαταλαβαίνει τα γράμματα της γραπτής του κατάθεσης, όταν κλήθηκε από τον κ. Φωτίου να πει σε ποιο σημείο της αναφέρει την παραπάνω φράση που αποδίδει στον εναγόμενο. Ενώ με τη συγκεκριμένη φράση ήθελε να δημιουργήσει την εντύπωση, ότι ο εναγόμενος, υπό το βάρος της ενοχής αλλά και της γνώσης του ότι προκάλεσε το επίδικο δυστύχημα, επιχείρησε να αποστεί της ευθύνης του και το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του ότι την ώρα που μιλούσε με τον εναγόμενο, η κοπέλα που ήταν στο αυτοκίνητο του άνοιξε την πόρτα και έφυγε, ο ισχυρισμός του πως δεν πολυκαταλαβαίνει τα γράμματα στην κατάθεσή του, ήταν μια φθηνή δικαιολογία, για να αιτιολογήσει την απουσία της συγκεκριμένης φράσης που φέρει τον εναγόμενο να του είπε, από την κατάθεση του. Ότι δεν έλεγε την αλήθεια ο μάρτυρας επί του προκειμένου, προκύπτει σαφώς και από το γεγονός, ότι στην αρχή της μαρτυρίας του, όταν του δόθηκε η κατάθεση του από το δικηγόρο του ενάγοντα, την αναγνώρισε, τη διάβασε και υιοθέτησε το περιεχόμενό της, χωρίς να διατυπώσει κανένα παράπονο ή τη θέση πως δεν καταλαβαίνει η πολυκαταλαβαίνει οποιοδήποτε σημείο ή αναφορά σ' αυτή. Θεωρώ πως αξίζει τον κόπο να παραθέσω και το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση του μάρτυρα, σε συνέχεια των παραπάνω ισχυρισμών του: «Ε: Και ξέρεις γιατί η δήλωση σου δεν είμαι εγώ που το χτύπησα, δεν αναφέρεται στην κατάθεσή σου; Α: Είχε κάποιο πανικό εκείνη την ώρα. Ε: Εννοείς στις 20.10.2003; Α: Εν αθυμούμε. Ε: Ήσασταν πανικοβλημένος εξαιτίας του δυστυχήματος; Α: Δε γνωρίζω.» Αν ληφθεί υπόψη ότι το δυστύχημα έγινε στις 12.10.2003 και η γραπτή κατάθεση του μάρτυρα δόθηκε στις 20.10.2003, θα έλεγα ότι η μόνη περίπτωση για την οποία μπορεί βάσιμα να γίνει λόγος για πανικό, αφορά στον πανικό που κυρίευσε το μάρτυρα υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε. Χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλοι λόγοι, θεωρώ πως όσοι έχουν αναφερθεί, αιτιολογούν επαρκώς την κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Ε.2., στο βαθμό και την έκταση που αυτά που ανάφερε είτε αμφισβητούνται από τον εναγόμενο είτε δεν έχουν αποδειχθεί με άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία. Αρκετές από τις διαπιστώσεις μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας του προηγούμενου μάρτυρα ισχύουν και σε σχέση με την ποιότητα της μαρτυρίας τόσο του ενάγοντα όσο και του Μ.Ε.
- Η εκδοχή του ενάγοντα (Μ.Ε.3) ως προς τα γεγονότα που προηγήθηκαν μα και προκάλεσαν το δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη, συνάδει με την εκδοχή του Μ.Ε.2, με τη διαφορά ότι ο ενάγοντας ως άμεσα εμπλεκόμενος στο δυστύχημα, μερικούς από τους ισχυρισμούς του, τους πρόβαλε πιο λεπτομερειακά. Σ' αυτά τα πλαίσια εντάσσονται και οι ακόλουθοι: Καθ' ον χρόνο επιχειρούσε να προσπεράσει το αυτοκίνητο του εναγόμενου, αντιλήφθηκε με το μάτι τα φώτα του οχήματος του τελευταίου να έρχονται προς τα πάνω του, χωρίς να εκδηλώσει (ο εναγόμενος) την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά, οπότε ο ίδιος κάνοντας αμέσως κάποιο ελιγμό με το τιμόνι, προς αποφυγή της σύγκρουσης των δυο οχημάτων, πιστεύει, καθώς έχει αναφέρει, ότι ο εναγόμενος πρέπει να τον ακούμπησε ελαφριά με το αυτοκίνητο του στο πίσω αριστερό μέρος του δικού του αυτοκινήτου. Τότε άρχισε να χάνει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και χτύπησε στο σταθμευμένο αυτοκίνητο. Όταν, πρόσθεσε, το αυτοκίνητο του εναγόμενου κινήθηκε προς το μέρος του, ο ίδιος βρισκόταν στη δεξιά πλευρά της λεωφόρου Ελλάδος, σύμφωνα με την αρχική του πορεία και βρισκόταν σχεδόν στη μέση της παρόδου. Ο ελιγμός που έκανε με το τιμόνι, συνίστατο στο ότι το έστριψε ακόμη πιο δεξιά, όσο πιο κοντά στο πεζοδρόμιο μπορούσε να πάει, ενώ πάτησε και τη βενζίνη ακόμη περισσότερο για να αποφύγει τη σύγκρουση και στην προσπάθεια του να επαναφέρει το αυτοκίνητό του, έχασε τον έλεγχο. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι εξέτασε το αυτοκίνητό του - εννοείται μετά το δυστύχημα - και βρήκε ένα χτύπημα στο πίσω αριστερό του φτερό, σε απόσταση ενός περίπου μέτρου από τον πίσω προφυλακτήρα. Σε σχέση με τον κρίσιμο χρόνο - σύμφωνα με την εκδοχή του - που επιχείρησε να προσπεράσει τον εναγόμενο, ισχυρίστηκε ότι τη στιγμή που είδε τα φώτα του αυτοκινήτου του να έρχονται πάνω του, το πρώτο πράγμα που έκανε προς αποφυγή της σύγκρουσης ήταν κάποιοι ελιγμοί - αυτή τη φορά - με το αυτοκίνητό του και εκεί ένιωσε ότι κάτι θα του χτύπησε κάπως, γιατί εκείνη τη στιγμή ανέπτυξε περισσότερη ταχύτητα πατώντας εντελώς τη βενζίνη. Ίσως, πρόσθεσε, να έπαιξε και αυτό κάποιο ρόλο. Βέβαια, στη συνέχεια ανάφερε πως δεν ήταν σίγουρος αν αυτό που ένιωσε ήταν από τον ελιγμό ή από το χτύπημα του εναγόμενου μα ούτε και γνώριζε αν ο εναγόμενος μπορεί και να μην του χτύπησε. Ισχύουν αυτά που ανάφερα σχολιάζοντας ανάλογο ισχυρισμό του Μ.Ε.2, αναφορικά με τις συνθήκες που ο ενάγοντας έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και συγκρούστηκε με το σταθμευμένο όχημα. Επαναλαμβάνω ότι η απουσία ίχνους πραγματικής μαρτυρίας στη συμβολή της λεωφόρου Ελλάδος με την οδό Πανίκου Δημητρίου, όπου υποτίθεται διαδραματίστηκαν με την εμπλοκή και του εναγόμενου, όσα ο Μ.Ε.2 και ο ενάγοντας ανάφεραν, σε συνδυασμό με το γεγονός, ότι σύμφωνα με την πραγματική μαρτυρία, το αυτοκίνητο του ενάγοντα άρχισε να πλαγιολισθένει επί της λεωφόρου Ελλάδος, σε μια απόσταση 20 με 25 μέτρων μετά το προηγούμενο σημείο (ύψος της συμβολής των δυο δρόμων) δε μου επιτρέπουν να δεχτώ την εκδοχή του ενάγοντα επί του προκειμένου. Σ' αυτά, προστίθεται και το παράδοξο, πως γίνεται να συγκρούονται δυο οχήματα ή έστω να έρχονται ελαφρώς σε επαφή μεταξύ τους και στο ένα από αυτά (του εναγόμενου) να μην εντοπίζεται κάποιο σημάδι είτε ζημιάς είτε επαφής. Επιπλέον, αν ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός του ενάγοντα, σύμφωνα με τον οποίο, όταν είδε τα φώτα του οχήματος του εναγόμενου να έρχονται προς τα πάνω του, - πράγμα που σημαίνει πως αν συνέβηκε κάτι τέτοιο, ο εναγόμενος είχε ήδη αρχίσει να υλοποιεί την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Πανίκου Δημητρίου - ο ίδιος που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του δρόμου έστριψε το τιμόνι του ακόμη πιο δεξιά, όσο πιο κοντά στο πεζοδρόμιο μπορούσε να πάει και πάτησε εντελώς το πεντάλ της βενζίνης προς αποφυγή της σύγκρουσης, αυτό που κατά λογική ακολουθία έπρεπε να συμβεί, ήταν ένα από τα εξής ή και τα δυο. Πρώτο, σύγκρουση των δυο οχημάτων και συγκεκριμένα, σύγκρουση του μπροστινού δεξιού μέρους του οχήματος του εναγόμενου, με το πίσω αριστερό μέρος του οχήματος του ενάγοντα. Και τούτο, έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι κατά τη διαδικασία προσπεράσματος, κινείτο με μεγαλύτερη ταχύτητα απ' ότι ο εναγόμενος, το όχημα του οποίου είχε σχεδόν προσπεράσει. Δεύτερο, πρόσκρουση του οχήματος του ενάγοντα στο πεζοδρόμιο που εφάπτεται της γωνίας που σχηματίζεται από τη συμβολή της λεωφόρου Ελλάδος με την οδό Πανίκου Δημητρίου. Σε κάθε περίπτωση, θα έπρεπε να είχε δοθεί κάποια εξήγηση για το κενό - διάστημα - που αναμφίβολα υπάρχει, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 1, από το σημείο που ο ενάγοντας καθώς έχει αναφέρει έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, μέχρι το σημείο που αυτό άρχισε να πλαγιολισθένει. Γι' αυτό το διάστημα που - για να επαναλάβω - καλύπτει απόσταση 20 με 25 περίπου μέτρων, καμιά απολύτως εξήγηση έχει δοθεί. Στο σημείο αυτό, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω και τα εξής: Αποτελεί παραδεκτό γεγονός, ότι αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, ο ενάγοντας παρουσιάστηκε στο δικαστήριο με την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, στην οποία έχει καταδικαστεί μετά από παραδοχή. Μολονότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου τα γεγονότα επί των οποίων βασίστηκε η παραδοχή και κατ' επέκταση η καταδίκη του σ' εκείνη την υπόθεση, αισθάνομαι την ανάγκη να διατυπώσω την απορία, πως συνάδει η παραδοχή του, με την εκδοχή του στην παρούσα υπόθεση, εκδοχή που αν γινόταν αποδεκτή, θα απέκλειε μάλλον καταλογισμό οποιουδήποτε ποσοστού ευθύνης στον ίδιο για το επίδικο δυστύχημα. Φυσικά, λέγοντας αυτά, σε καμιά περίπτωση θα ήθελα να εκληφθεί, ότι η κρίση μου για την αξιοπιστία του ως μάρτυρα διαμορφώθηκε και στη βάση τους, καθότι, έχω κατά νου, ότι η παραδοχή του στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης, για να μπορούσε να αποτελέσει μαρτυρία εναντίον του στην παρούσα υπόθεση, θα έπρεπε να βασίζεται στα ίδια γεγονότα. Βλ. μεταξύ άλλων Αγησιλάου v. Χρίστου
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 713 καθώς και το σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)» του Τάκη Ηλιάδη, σελ. 300,
- Και κάτι τελευταίο, που χωρίς και αυτό να σημαίνει ότι άπτεται ή επηρεάζει δυσμενώς την αξιοπιστία του ενάγοντα, εντούτοις, δεν είμαι βέβαιος που θα οδηγούσε την αγωγή του, ακόμη κι' αν η εκδοχή του ως προς τα γεγονότα που οδήγησαν στο επίδικο δυστύχημα, γινόταν αποδεκτή. Έχει νομολογηθεί ότι τα δικόγραφα προσδιορίζουν και οριοθετούν τα επίδικα θέματα. Σύμφωνα με την εκδοχή και των δυο πλευρών σε επίπεδο μαρτυρίας, τόσο το αυτοκίνητο του ενάγοντα όσο και αυτό του εναγόμενου, στον ουσιώδη χρόνο κινούνταν επί της λεωφόρου Ελλάδος με κατεύθυνση τη Μεσόγη. (Βλ. και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1). Παρά το γεγονός αυτό, ο ενάγοντας, σύμφωνα με την παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, ισχυρίζεται ότι οδηγούσε τ' όχημα του στο συγκεκριμένο δρόμο, όμως, από την αντίθετη κατεύθυνση. Έστω και αν ο εναγόμενος, με την υπεράσπισή του προβάλλει ευθέως τον ισχυρισμό, ότι ουσιαστικά και οι δυο οδηγούσαν τ' όχημά τους στη λεωφόρο Ελλάδος με κατεύθυνση τη Μεσόγη, ο ενάγοντας, ουδέποτε επιδίωξε να τροποποιήσει το δικόγραφό του επί του προκειμένου. Αντ' αυτού, τόσο ο ίδιος όσο και οι Μ.Ε.2 και 4, στο δικαστήριο ευθυγραμμίστηκαν με τη θέση του εναγόμενου, με τη διαφορά ότι εν' αντιθέσει με τον τελευταίο, αυτοί ήταν εκτός δικογράφου. Στο ίδιο μήκος κύματος με τους ενάγοντα και Μ.Ε.2, αναφορικά με όσα διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, κινήθηκε και ο Μ.Ε.
- Αν είναι κάτι που θα πρέπει να σημειωθεί σε σχέση με αυτό το μάρτυρα, είναι ο ισχυρισμός του κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι ο εναγόμενος άρχισε να στρίβει δεξιά στην πάροδο, απότομα όπως πήγαινε και με την ίδια ταχύτητα, ισχυρισμός που ενώ από τη μια διαφέρει από αυτό που ανάφερε στην κυρίως εξέταση (βλ. τον ισχυρισμό στο τεκμήριο 3 - κατάθεση του στην αστυνομία - «Μόλις με προσπέρασε και μπήκε μπροστά μου ελάττωσε ταχύτητα» από την άλλη, λαμβάνοντας υπόψη όσα έχουν αναφερθεί, με αναφορά στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 καθώς και του ενάγοντα, αν όντως συνέβαινε κάτι τέτοιο, η σύγκρουση του αυτοκινήτου του τελευταίου με αυτό του εναγόμενου, θα έπρεπε να ήταν αναπόφευκτη. Ανακεφαλαιώνοντας, αυτό που θέλω να πω για να καταλήξω, σε σχέση με τους ενάγοντα, Μ.Ε.2 και 4, είναι ότι η εκδοχή τους για τα γεγονότα που οδήγησαν στο επίδικο δυστύχημα, ήταν το αποτέλεσμα της ενορχηστρωμένης προσπάθειας και των τριών να χρεώσουν την ευθύνη γι' αυτό στον εναγόμενο, εκμεταλλευόμενοι την εκεί παρουσία του λίγο πριν το δυστύχημα. Σε αντίθεση με τους πιο πάνω, η εντύπωση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του εναγόμενου είναι αρκετά καλή. Ο εναγόμενος που απάντησε ευθέως σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ήταν άμεσος, σοβαρός και σταθερός στις διάφορες αναφορές και ισχυρισμούς που πρόβαλλε, και εν πάση περιπτώσει, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την πραγματική μαρτυρία όσο και τους λόγους για τους οποίους απέρριψα την εκδοχή του ενάγοντα και των Μ.Ε.2 και 4, είναι ξεκάθαρο ότι ο ίδιος καμιά εμπλοκή ή ανάμιξη είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, που να συνδέεται με το επίδικο δυστύχημα. Κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίζω σε σχέση με τη συνομιλία που είχε με το Μ.Ε.2 , αν αποδεικνύουν κάτι, είναι ότι κατάθεσε στο δικαστήριο με ειλικρίνεια, αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό, παρά με πρόθεση να καταφύγει στο ψεύδος. Ένα στοιχείο που αντανακλά και τη δυσκολία που αντιμετώπισε ο ενάγοντας στην προσπάθεια του να χρεώσει στον εναγόμενο την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος, ήταν δυο υποβολές που έγιναν στον εναγόμενο κατά το στάδιο της αντεξέτασής του. Η μια ήταν ότι ασχολείτο με την φίλη του που ήταν δίπλα του, όταν ανάφερε σε ποιες ενέργειες προέβηκε προτού στρίψει δεξιά στην πάροδο, ισχυρισμός που εν πάση περιπτώσει παρέμεινε αίολος και η άλλη, ότι το δυστύχημα έγινε, γιατί, έχοντας το νου του αλλού, έστριψε στην πάροδο Πανίκου Δημητρίου. Δεν παραγνωρίζω την παραδοχή του, ότι μετά που εισήλθε στην πάροδο, τον ακολούθησε ο Μ.Ε.2, ο οποίος επιχείρησε να τον εμπλέξει στο δυστύχημα. Το γεγονός όμως αυτό, αν αποδεικνύει κάτι, δεν είναι το αληθές όσων του καταλόγισε ο εν λόγω μάρτυρας, του οποίου η αξιοπιστία επί της ουσίας ήδη έχει κριθεί, αλλά, πόσο ειλικρινής συν τοις άλλοις ήταν ο εναγόμενος. Είμαι διατεθειμένος να δεχθώ, εκείνο το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 Χ. Κουκλάδα, που συνάδει με τη μαρτυρία που ήδη έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη, καθώς και με την πραγματική μαρτυρία ή που αποτελείται από ισχυρισμούς που παρέμειναν αναντίλεκτοι. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυρας, που κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία (βλ. το τεκμήριο 5) αντεξεταζόμενος και χωρίς ιδιαίτερη πίεση από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα, σε αρκετές περιπτώσεις, με αυτά που είπε, περιέπλεξε τα πράγματα και δημιούργησε τέτοια σύγχυση αναφορικά με σημαντικά γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, σε βαθμό που αδυνατώ να αντιληφθώ ποια ήταν τελικά η θέση του γύρω από αυτά. Απλή αντιπαραβολή του περιεχομένου της γραπτής του κατάθεσης, με το περιεχόμενο της αντεξέτασης του επιβεβαιώνει την παραπάνω διαπίστωσή μου. Παρά ταύτα είμαι βέβαιος ότι ο μάρτυρας σε καμιά περίπτωση μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι παρουσιάστηκε στο δικαστήριο με πρόθεση να ψευσθεί. Συνηγορούν γι' αυτό τρεις λόγοι: Καταρχήν, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του επιβεβαιώνεται από - άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Έπειτα, ο μάρτυρας, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τους Μ.Ε.2 και 4 που κατέθεσαν και αυτοί ως αυτόπτες μάρτυρες, όμως για τον ενάγοντα, είναι όντως ανεξάρτητος και έναντι του ενάγοντα και έναντι του εναγόμενου. Επομένως, δε βλέπω για ποιο λόγο θα μπορούσε να ψευσθεί, προκειμένου να ευνοήσει τον εναγόμενο ή να βλάψει τον ενάγοντα. Τέλος, ότι έχει γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν το δυστύχημα, έμμεσα πλην σαφώς αποτελεί και θέση του ενάγοντα. Διαφορετικά, δεν εξηγείται η ακόλουθη υποβολή που του έγινε από τον κ. Τσιαπαλή: «Σου υποβάλλω ότι δεν είδες πολύ καλά το πως ακριβώς έγινε αυτό το δυστύχημα». Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα, ότι ο εναγόμενος ουδεμία ευθύνη φέρει που να συνιστά αμέλεια, τη έννοια του νόμου, για το επίδικο δυστύχημα. Παρά την προηγούμενη μου κατάληξη η οποία διαγράφει και την τύχη της αγωγής, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και για το ενδεχόμενο που οι πιο πάνω διαπιστώσεις και συμπεράσματα μου ήθελαν κριθεί εσφαλμένα σε κάποιο άλλο επίπεδο, στη συνέχεια θα πραγματευτώ το θέμα τόσο των γενικών όσο και των ειδικών αποζημιώσεων που θα επιδίκαζα στον ενάγοντα, στη βάση πλήρους ευθύνης του εναγόμενου για την πρόκληση του δυστυχήματος. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο ενάγοντας διεκδικεί το συνολικό ποσό των £3.536,50.- υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, ως ακολούθως: (α) ζημιές αυτοκινήτου : £2.511,50.- (β) ιατρικά έξοδα : £250,00.- (γ) αστυνομική έκθεση : £25,00.- (δ) αναρρωτική άδεια 35 ημερών : £750,00.- Έχοντας κατά νου, ότι, καθώς έχει νομολογηθεί, η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια, ως επίσης, ότι ο ενάγοντας βαρύνεται να αποδείξει με καθαρή μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικεί σε σχέση με αυτές, διαπιστώνω τ' ακόλουθα: Οι ζημιές του αυτοκινήτου του ενάγοντα έχουν αποδειχθεί. Έχει επίσης αποδειχθεί, ότι ο ίδιος επωμίστηκε τη σχετική δαπάνη. Και τα δυο συμπεράσματά μου προκύπτουν από το συνδυασμό όσων ανάφερε ο ενάγοντας, με αυτά που είπε ο Μ.Ε.6 επί του προκειμένου, που παρέμειναν αναντίλεκτα. Παραπέμπω ακόμη και στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 6, 7 και
- Ο ισχυρισμός του κ. Φωτίου ότι ο ενάγοντας δεν έχει δώσει καμιά μαρτυρία για την κυριότητα του αυτοκινήτου που οδηγούσε στον ουσιώδη χρόνο, δεν ευσταθεί. Απεναντίας, ο ενάγοντας, από τις πρώτες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν στο στάδιο της κυρίως εξέτασης ανάφερε χωρίς να έχει αμφισβητηθεί οποτεδήποτε από την υπεράσπιση, ότι το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΕΡΜ 764, το έχει από το
- Η χρήση του ρήματος «έχω», προφανώς εξυπακούει ιδιοκτησία. Εν πάση περιπτώσει, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα, αυτό που επιχείρησε να κάνει προβάλλοντας την προηγούμενη θέση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ήταν να καταστήσει ως επίδικο θέμα, ένα γεγονός που ο εναγόμενος μάλλον παραδέχεται με την υπεράσπισή του. Βλέπε στην παράγραφο 3 τη φράση, «.ο εναγόμενος (ο ενάγοντας ήθελε να πει) απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του.». Έχω την εντύπωση ότι τα λεχθέντα στην υπόθεση Σαρίκα v. Μιχαηλίδη, Πολιτική Έφεση 20/2005, ημερομηνίας 24.1.2008, τηρουμένων των αναλογιών, τυγχάνουν εφαρμογής επί του προκειμένου. Το ποσό των £250,00.- για ιατρικά έξοδα έχει αποδειχθεί. Η μαρτυρία του Μ.Ε.5 σε σχέση με την αμοιβή του παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο ενάγοντας επίσης, μολονότι δε θυμόταν πόσα πλήρωσε στο Μ.Ε.5, εντούτοις, δεν αμφισβητήθηκε ως προς την ουσία που ήταν ο ισχυρισμός ότι πλήρωσε τον εν λόγω γιατρό. Το ποσό των £25,00.- για την αστυνομική έκθεση δεν έχει αποδειχθεί. Πρόκειται για αίολο ισχυρισμό σε επίπεδο δικογράφου, χωρίς να υποστηρίζεται από μαρτυρία. Σε σχέση με την απώλεια ημερομίσθιων του ενάγοντα έχει αποδειχθεί ότι του χορηγήθηκε από το Μ.Ε.5 αναρρωτική άδεια 20 ημερών. Βλέπε και το σχετικό πιστοποιητικό που ετοίμασε ο μάρτυρας (τεκμήριο 9). Μολονότι ο ενάγοντας ανάφερε στο δικαστήριο ότι απουσίασε από την εργασία του για ένα μήνα και κάτι μέρες, επειδή εξαιτίας του δυστυχήματος είχε κάποιο πρόβλημα με τους συνδέσμους του ποδιού του και δεν μπορούσε να εργαστεί, παραμένει γεγονός, πως δεν έχει αποδειχθεί με ιατρική μαρτυρία, είτε ότι του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια πέραν των 20 ημερών, είτε αναγκαιότητα χορήγησης τέτοιας άδειας. Ούτε ότι επισκέφθηκε οποιοδήποτε άλλο γιατρό εκτός από το Μ.Ε.5 προκύπτει από τη μαρτυρία. Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό του ενάγοντα - αναντίλεκτος και αυτός - ότι την περίοδο που έγινε το δυστύχημα ήταν ηλεκτρολόγος και δούλευε ως υπάλληλος με εβδομαδιαίες απολαβές £150,00.-, για την περίοδο 20 ημερών που του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια, θα του επιδίκαζα το ποσό των £450,00.-. Εννοείται ότι όλα τα πιο πάνω ποσά θα ήταν κατ' αντιστοιχία σε Ευρώ. Σε σχέση τώρα με τις γενικές αποζημιώσεις παρατηρώ τ' ακόλουθα: Ότι ο ενάγοντας συνεπεία του δυστυχήματος τραυματίστηκε, έχει αποδειχθεί. Ούτε και αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Σε σχέση με το είδος και την έκταση των τραυματισμών του, παραπέμπω στη μαρτυρία του Μ.Ε.5 και στο περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού που ετοίμασε (τεκμήριο 9). Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα, με αναφορά σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι, λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τη σοβαρότητα των τραυματισμών που υπέστη ο πελάτης του, θα ήταν λογικό να του επιδικασθεί υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, ένα ποσό της τάξεως των €11.000,00.- με €12.000,00.- Προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9, ότι οι τραυματισμοί που υπέστη ο ενάγοντας, σε σημαντικό βαθμό, προσομοιάζουν με τους τραυματισμούς που υπέστη ο εφεσίβλητος στην υπόθεση Κεζαρίδης v. Κωνσταντίνου, Πολιτική Έφεση 12058, ημερομηνίας 21.12.
- Τόσο ο ενάγοντας όσο και ο εφεσίβλητος υπέστησαν κρανιοεγκεφαλική κάκωση και διάσειση, ευθειασμό της σπονδυλικής στήλης, και διάστρεμμα του αυχένα. Και στους δυο χορηγήθηκε αυχενικό κολάρο ενώ υποβλήθηκαν και σε φυσιοθεραπεία. Ωστόσο, υπάρχουν και κάποιες διαφορές μεταξύ των δυο περιπτώσεων που κατά τη γνώμη μου διαφοροποιούν και τις αντίστοιχες υποθέσεις. Μολονότι ο ενάγοντας τραυματίστηκε και στο γόνατο, κάτι που δεν ισχύει για τον εφεσίβλητο, ο δεύτερος, σε αντίθεση με τον πρώτο έχει αποδεδειγμένα ταλαιπωρηθεί για περίοδο 14 μηνών από το δυστύχημα, κατά τη διάρκεια της οποίας είχε πόνους στον αυχένα και το κεφάλι. Επιπλέον, για όλο αυτό το διάστημα, ήταν αναγκασμένος να φοράει κολάρο και να επισκέπτεται το γιατρό 2 φορές το μήνα, ενώ, έστω και αν δεν ήταν πλήρως ανίκανος για εργασία, απουσίασε από αυτή για ολόκληρη την περίοδο των 14 μηνών. Στον ενάγοντα, καθώς ήδη έχει αναφερθεί χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μόλις 20 ημέρων, ενώ ο ίδιος, ανάφερε ότι απουσίασε από την εργασία που 1 μήνα και μερικές μέρες. Ο γιατρός του δε (Μ.Ε.5) παρότι κλήθηκε να καταθέσει 4 και πλέον χρόνια μετά το δυστύχημα, έκανε λόγο για πιθανά κατάλοιπα, ως απόρροια των τραυματισμών που υπέστη ο ενάγοντας, τα οποία μάλιστα, σε σημαντικό βαθμό σύνδεσε τόσο με το επάγγελμα του όσο και με το γεγονός ότι αυτός δεν ακολουθεί την ενδεδειγμένη θεραπεία. Τέλος, ο ενάγοντας, ουδέποτε ισχυρίστηκε, ότι 4 χρόνια μετά το δυστύχημα αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας που να αποτελεί κατάλοιπο ή απότοκο των τραυματισμών του. Στην Κεζαρίδης (ανωτέρω) το ποσό των £6.000,00.- που επιδικάστηκε πρωτόδικα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, θεωρήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι είναι πολύ κοντά στο ανώτατο όριο της αποζημίωσης που θα μπορούσε δικαίως να επιδικαστεί. Επομένως, με βάση όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και με δεδομένο ότι θεωρώ πιο ήπιας μορφής τους τραυματισμούς που υπέστη ο ενάγοντας από αυτούς του εφεσίβλητου, είμαι της γνώμης ότι το ποσό των €8.500,00.-, θα αποτελούσε την εύλογη και δίκαιη αποζημίωση του ενάγοντα για τις σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία του δυστυχήματος. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................................. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../Ν.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο