Γεωργία Χαραλάμπους ν. Χριστιάνας Χαραλάμπους, Αγωγή 1635/06, 28.05.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αγωγή 1635/06 Γεωργία Χαραλάμπους Ενάγουσα V Χριστιάνας Χαραλάμπους Εναγομένης _____________________ 28.05.2008 Για την Ενάγουσα: κ. Ανδρέας Ζύμπηλος Για την Εναγόμενη: κ. Επαμεινώνδας Κορακίδης (για να ακούσει απόφαση η κα. Πέτρου) ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23.05.2006 η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει εναντίον της Εναγομένης: «Α. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα είναι δικαιούχος της επιχείρησης ανθοπωλείου με την ονομασία «EDEN» κατά ½ μερίδιο. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η Εναγομένη όπως μη απαγορεύει εις την Ενάγουσα όπως εισέρχεται, εκμεταλλεύεται, ελέγχει και εποπτεύει την ως άνω επιχείρηση ανθοπωλείου ομού μετά της Εναγομένης. Γ. Γενικές αποζημιώσεις λόγω παραβάσεως σύμβασης και/ή άλλως πως. Δ. Ειδικές αποζημιώσεις εκ Λ.Κ.40000 λόγω παραβάσεως σύμβασης και/ή άλλως πως. Ε. Παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω παραβάσεως σύμβασης και/ή άλλως πως Ζ. £5.280.- ως εις την παράγραφο 18(α) εκτίθεται και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολογήτου πλουτισμού και/ή της επιεικείας και/ή άλλως. Η. Νόμιμο τόκο. Θ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία ήθελε κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή της επιείκειας και/ή άλλως πως. Ι. Τα έξοδα και τα έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. ». Δικόγραφα Η απαίτηση της Ενάγουσας, η οποία είναι αδελφή της Εναγομένης, εδράζεται σε ισχυριζόμενες προφορικές συμφωνίες της με την Εναγόμενη, στη βάση των οποίων αρχικά ξεκίνησαν τον Αύγουστο του 1999 από κοινού τη συνεταιρική λειτουργία και εκμετάλλευση επιχείρησης του ανθοπωλείου με την ονομασία «EDEN» στην οδό Νικολάου Νικολαϊδη αρ. 40, καταστήματα 2 και 3, στην Πάφο. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, τόσο η ίδια, όσο και η Εναγόμενη συνεισέφεραν εξίσου στα αρχικά έξοδα και στα έξοδα λειτουργίας της επιχείρησης και συνέχισαν να τη λειτουργούν συνεταιρικά, εργαζόμενες ταυτόχρονα σε αυτή ως υπάλληλοι, μέχρι το Φεβρουάριο του 2003, οπότε, δυνάμει μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας τους, συμφώνησαν η μεν Εναγόμενη να παραμείνει ως συνέταιρος και μοναδική υπάλληλος, η δε Ενάγουσα να παραμείνει ως συνέταιρος, αλλά να μην εργάζεται πλέον στην επιχείρηση. Αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι κατά τον ίδιο χρόνο συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η Εναγόμενη θα κατέβαλε στην Ενάγουσα από το Μάρτιο του 2003 και για κάθε επόμενο μήνα το ποσό των £240.- από τα έσοδα της επιχείρησης, ποσό που η Εναγόμενη της κατέβαλε μέχρι και τον Ιούνιο του 2004. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τον Οκτώβριο του 2004 η Ενάγουσα διαπίστωσε ότι η Εναγόμενη είχε παραβιάσει μονομερώς τις ανωτέρω αναφερόμενες συμφωνίες τους, με τον παράνομο τερματισμό της συνεταιρικής εκμετάλλευσης της επίδικης επιχείρησης και την απαγόρευση στην Ενάγουσα, τόσο της εισόδου στην επιχείρηση, όσο και του ελέγχου αυτής, υπό την ιδιότητά της, ως συνεταίρου. Στη βάση της πιο πάνω ισχυριζόμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Εναγομένης η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή ζητώντας τις θεραπείες που καταγράφονται λεπτομερώς στην αρχή της απόφασης. Στην έκθεση υπεράσπισής της η Εναγόμενη ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι τον Αύγουστο του 1999 αποφάσισαν με την Ενάγουσα να ξεκινήσουν την προαναφερόμενη επιχείρηση ανθοπωλείου, στην οποία θα εργάζονταν και οι δυο και θα είχαν ίση συνεισφορά. Η δικογραφημένη εκδοχή της Εναγόμενης είναι, ότι ο πατέρας τους ανέλαβε να τις βοηθήσει με τα αρχικά έξοδα της επιχείρησης, με την κοινή συνεννόηση, ότι τα έξοδα αυτά γίνονταν για λογαριασμό της Εναγόμενης, επειδή ο πατέρας τους είχε δωρίσει προηγουμένως στην ενάγουσα μια κατοικία. Με βάση την πιο πάνω συνεννόηση ο πατέρας τους δαπάνησε το ποσό των £9.900.-. Οι δυο αδελφές δούλευαν στο ανθοπωλείο από κοινού και είχαν περίπου την ίδια συνεισφορά στη λειτουργία του μέχρι τον Οκτώβριο του 2000, οπότε η Ενάγουσα άρχισε να εργάζεται αλλού από το πρωί μέχρι τις 1:00 μ.μ., με αποτέλεσμα να εργάζεται στο ανθοπωλείο μόνο για μερικές ώρες και η συνεισφορά της στη λειτουργία του να είναι πολύ μικρή σε σχέση με τη συνεισφορά της εναγομένης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης από τις αρχές του 2001 η Ενάγουσα σταμάτησε να εργάζεται στο ανθοπωλείο και αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρηση. Εκτοτε και μέχρι σήμερα η Εναγόμενη συνέχισε να τη λειτουργεί μόνη της, αντιμετωπίζοντας προσωπικά τον επιχειρηματικό κίνδυνο και πληρώνοντας όλα τα έξοδα της επιχείρησης. Τέλος αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό της Εναγόμενης ότι η πιο πάνω επιχείρηση δεν ήταν επικερδής και για αυτό το λόγο η Ενάγουσα αποχώρησε από αυτή και βρήκε άλλη εργασία. Στην απάντησή της στην υπεράσπιση η Ενάγουσα, αφενός μεν αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, που περιέχονται στην έκθεση υπεράσπισης και υιοθετεί τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησής της, αφετέρου δε ισχυρίζεται ότι αυτοί είναι όψιμοι, φανταστικοί και εκ των υστέρων εφεύρημα της Εναγόμενης στην προσπάθειά της να αποφύγει την πληρωμή των οφειλών της προς την Ενάγουσα. Μαρτυρικό υλικό Για την Ενάγουσα έδωσε προφορική μαρτυρία η ίδια (Μ.Ε.1), η κ. Κλαίρη Παπαδοπούλου, Βοηθός Διευθύντρια της Τράπεζας Κύπρου (Μ.Ε.2) και ο κ. Ανδρέας Ηρακλέους, Λογιστής-Ελεγκτής (Μ.Ε.3). Για την πλευρά της Εναγόμενης έδωσε ένορκη μαρτυρία μόνο η ίδια. Πέραν των πιο πάνω προφορικών μαρτυριών κατατέθηκαν, από την πλευρά της Ενάγουσας δυο
(2)συνολικά τεκμήρια, τα οποία έκτοτε αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης. Ολα όσα ανέφεραν οι μάρτυρες έχουν καταγραφεί αυτολεξεί στα πρακτικά της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη, μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια, στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται απαραίτητο να επαναληφθούν στο σύνολό τους στην παρούσα απόφαση. Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψή της. Αμφότεροι οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία και με σχετική επιχειρηματολογία υποστήριξαν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να ακούσω με μεγάλη προσοχή, τόσο τους μάρτυρες της Ενάγουσας, όσο και την ίδια την Εναγόμενη, να καταθέτουν δια ζώσης ενώπιόν μου, παρακολούθησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και κατά συνέπεια είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους, αντιπαραβάλλοντας τις μαρτυρίες τους, τόσο μεταξύ τους, όσο και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιόν μου. Σε σχέση με τα όσα είπε η Ενάγουσα κρίνεται σκόπιμη η καταγραφή των ακόλουθων σημαντικών, κατά την κρίση πάντα του Δικαστηρίου, παρατηρήσεων: 1) Στην παρ. 9 της έκθεσης απαίτησης δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι, για την έναρξη των εργασιών της συνεταιρικής εκμετάλλευσης του ανθοπωλείου, η Ενάγουσα και η Εναγόμενη δαπάνησαν από κοινού το ποσό των £9.900.- για την αγορά διαφόρων αντικειμένων και εξοπλισμού και στην παρ. 10 της έκθεσης απαίτησης αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι από το ποσό αυτό η ίδια κατέβαλε «τη εντολή και/ή προς όφελος και/ή δια λογαριασμό και/ή ως αντιπρόσωπος της εναγομένης και/ή επί τη βάσει της ανωτέρω προφορικής συμφωνίας συνεταιρικής εκμεταλλεύσεως της εν λόγω επιχείρησης ανθοπωλείου» το ποσό των £4.450.-. Στην παρ. 5 της έκθεσης υπεράσπισης ο αντίστοιχος με το συγκεκριμένο ζήτημα δικογραφημένος ισχυρισμός της Εναγομένης είναι ότι «ο πατέρας των διαδίκων ανέλαβε να βοηθήσει τους διαδίκους με τα αρχικά έξοδα της επιχείρησης με την κοινή συνεννόηση ότι τα έξοδα αυτά γίνονταν για λογαριασμό της εναγομένης επειδή ο πατέρας τους είχε δωρίσει προηγουμένως στην ενάγουσα μια κατοικία. Με βάση την πιο πάνω συνεννόηση ο πατέρας των διαδίκων δαπάνησε το ποσό των £9.900,00». Με απλά λόγια με την υπεράσπιση αμφισβητείται η πληρωμή από την Ενάγουσα του ποσού των £4.450.-, δηλ. η συνεισφορά της στα αρχικά έξοδα λειτουργίας της επιχείρησης. Θα ανέμενε κανείς ότι η Ενάγουσα, που αναμφίβολα φέρει το βάρος απόδειξης της απαίτησής της και των επί μέρους ισχυρισμών που την υποστηρίζουν, θα παρουσίαζε στο Δικαστήριο αποδεικτικά στοιχεία τεκμηρίωσης της πληρωμής του ποσού των £4.450.-. Αντ' αυτού η ίδια, στην ένορκη μαρτυρία της, απλά περιορίσθηκε στην επανάληψη ουσιαστικά των όσων καταγράφονται στην παρ. 9 της έκθεσης απαίτησης, ισχυριζόμενη ότι αδυνατεί να προσκομίσει οποιεσδήποτε αποδείξεις, διότι αυτές βρίσκονται στο ανθοπωλείο, όπου δεν της επιτρέπεται η είσοδος από την Εναγόμενη. Αναμφίβολα η Εναγόμενη δεν αμφισβήτησε στη μαρτυρία της ότι αυτές οι αποδείξεις βρίσκονται στο ανθοπωλείο. Αρνήθηκε όμως ότι απαγόρευσε την είσοδο της Ενάγουσας σε αυτό. Το εύλογο ερώτημα, που δημιουργείται σε σχέση με την αξιοπιστία της Ενάγουσας, είναι γιατί, αφού δεν είχε, για το λόγο που επικαλέστηκε, στα χέρια της αυτές τις αποδείξεις, δεν κάλεσε, για παράδειγμα, στο Δικαστήριο τον προμηθευτή ή τους προμηθευτές του εξοπλισμού, για να δώσουν ένορκη μαρτυρία και να ενισχύσουν τους ισχυρισμούς της; Την απάντηση και εξήγηση συνάμα για τη συγκεκριμένη της επιλογή την έδωσε στο Δικαστήριο η ίδια η Ενάγουσα, ενόψει του ότι υποστήριξε, τόσο κατά την κυρίως εξέταση, όσο και κατά την αντεξέτασή της, ότι η ίδια από τις £4.450.- πλήρωσε από δικά της χρήματα μόνο τις £1.450.- και ότι τις υπόλοιπες £3.000.- τις πλήρωσε ο πατέρας της, επιβεβαιώνοντας, στο μεγαλύτερο μέρος τους, τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης στην παρ. 5 της έκθεσης υπεράσπισης και ανατρέποντας αντίστοιχα τους δικούς της δικογραφημένους ισχυρισμούς. Στο σημείο αυτό αξίζει πιστεύω να καταγραφεί ότι το ½ των £9.900 δεν είναι βεβαίως £4.450, όπως δικογραφείται και υποστήριξε και η Μ.Ε.1, αλλά £4.
- Η αξία της πιο πάνω επισήμανσης είναι ότι αυτή η απλή μαθηματική πράξη καταδεικνύει την προχειρότητα με την οποία η Ενάγουσα κατασκεύασε την εκδοχή που υποστήριξε στο Δικαστήριο. 2) Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα του αρχικού εξοπλισμού της επιχείρησης από την ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης διαπιστώνεται ότι παρόλο που στην παρ. 15 δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη τον κατακρατεί παράνομα, στη βάση του συναφή ισχυρισμού ότι η Ενάγουσα είναι δικαιούχος του ήμισυ της αξίας του, δεν ζητείται οποιαδήποτε σχετική θεραπεία για αποκατάσταση της Ενάγουσας στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης. Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι εάν η απουσία επίκλησης μιας τέτοιας θεραπείας οφείλεται απλά σε παράλειψη του ευπαίδευτου δικηγόρου της Ενάγουσας, κατά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης, ή καταδεικνύει κάτι βαθύτερο που άπτεται της αξιοπιστίας της ίδιας Ενάγουσας. Με δεδομένη τη θέση της Ενάγουσας ότι από το ποσό των £4.450.-, που κατ' ισχυρισμό πλήρωσε για την αγορά του αρχικού εξοπλισμού της επιχείρησης, τα 2/3 αυτού του ποσού πληρώθηκαν από τον πατέρα της, σε συνδυασμό με την παραδοχή της, ότι η τηλεόραση και το βίντεο (δηλ. μέρος αυτού του εξοπλισμού) βρίσκονταν και βρίσκονται στην κατοχή της και όχι στην κατοχή της Εναγόμενης, κρίνω ότι η απουσία επίκλησης οποιασδήποτε θεραπείας σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα δεν είναι τυχαία, αλλά συνιστά συνειδητή επιλογή της Ενάγουσας, η οποία καταδεικνύει την απουσία οποιουδήποτε ίχνους αλήθειας του ισχυρισμού της περί συνεισφοράς της στα αρχικά έξοδα λειτουργίας της επιχείρησης. 3) Στην παρ. 11 της έκθεσης απαίτησης δικογραφείται ο ισχυρισμός ότι από την έναρξη λειτουργίας του ανθοπωλείου, που με βάση τα όσα δικογραφούνται στην παρ. 3 της έκθεσης απαίτησης είναι ο Αύγουστος του 1999, και μέχρι το Φεβρουάριο του 2003, τόσο η Ενάγουσα, όσο και η Εναγόμενη ήταν υπάλληλοι της επιχείρησης. Στην ένορκη μαρτυρία της η Ενάγουσα ανέτρεψε εν μέρει και το συγκεκριμένο δικογραφημένο της ισχυρισμό, ενόψει του ότι, στην κυρίως εξέτασή της, υποστήριξε ότι από το 2001 μέχρι το 2003 εργαζόταν τα πρωϊνά σε άλλη δουλειά, για να διευκρινίσει, στην αντεξέτασή της, ότι, κατά την περίοδο αυτή εργαζόταν μέχρι το μεσημέρι (ώρα 13:00) σε επιχείρηση κομπιούτερ και ότι στο ανθοπωλείο εργαζόταν μόνο τα απογεύματα. 4) Στην παρ. 16 της έκθεσης απαίτησης αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι το ανθοπωλείο είχε για κάθε χρόνο λειτουργίας του, αφαιρουμένων όλων των εξόδων, ημερομισθίων κλπ., περίπου £3.000.- καθαρό κέρδος. Η Ενάγουσα υποστήριξε στην κυρίως εξέτασή της ότι το καθαρό ετήσιο κέρδος της επιχείρησης, αφαιρουμένων των μισθών και των εξόδων, πρέπει να ήταν £3.000.- Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός της Ενάγουσας, πέραν του ότι έχει παραμείνει ατεκμηρίωτος και στην ουσία δεν αποτελεί τίποτε άλλο πέραν μιας απλής εικασίας της Ενάγουσας, έχει ανατραπεί από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, ο οποίος υποστήριξε ότι για την περίοδο από τον Αύγουστο του 2001 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2004 η επιχείρηση είχε συνολικές ζημιές ύψους £3.037.- 5) Στην παρ. 17 της έκθεσης απαίτησης αποτελεί δικογραφημένο ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι η επιχείρηση «αξίζει ως αέρα και/ή ως «good will» και/ή ως φήμη και πελατεία και/ή ως συνολική επιχείρηση, εάν επωλείτο ως σύνολο και/ή άλλως πως περί τις Λ.Κ.80000.». Και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει παραμείνει μετέωρος και ατεκμηρίωτος, καθώς η μόνη μαρτυρία που προσκομίσθηκε για απόδειξή του είναι ο γενικός και αναπόδεικτος ισχυρισμός της Ενάγουσας, που δεν επιβεβαιώθηκε από το Μ.Ε.3, ότι η αξία της επιχείρησης, βάσει της φήμης, της πελατείας της και του στόκ, θα ήταν το 2004 £80.000.- και σήμερα γύρω στις £90.000.-. Πέραν των ανωτέρω παρατηρήσεων, που αναμφίβολα προσβάλλουν την αποδεικτική βαρύτητα και συνακόλουθα την αξιοπιστία της μαρτυρίας της Ενάγουσας, από τα όσα η ίδια υποστήριξε ενόρκως, οδηγούμαι στις ακόλουθες διαπιστώσεις: 1) Ο ισχυρισμός της ότι το Φεβρουάριο του 2003 συμφώνησαν από κοινού με την Εναγομένη, μετά από εισήγηση της τελευταίας, να σταματήσει να πηγαίνει στο ανθοπωλείο μέχρι να σταματήσουν να της δημιουργούν προβλήματα ο πατέρας της και τα αδέλφια της, δεν είναι δικογραφημένος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Περαιτέρω ο συγκεκριμένος ισχυρισμός της Ενάγουσας ανατρέπει επί της ουσίας και εκθεμελιώνει το δικογραφημένο, στην παρ. 11 της έκθεσης απαίτησης, ισχυρισμό της, όπου, ως λόγος που σταμάτησε να πηγαίνει στην επιχείρηση το Φεβρουάριο του 2003, παρουσιάζεται η συμφωνία της με την Εναγόμενη, δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα δεν θα εργαζόταν πλέον στο συνεταιρισμό, αλλά θα παρέμενε συνέταιρος στην επιχείρηση και η Εναγόμενη θα παρέμενε ως η μοναδική ουσιαστικά υπάλληλος και θα λάμβανε μηνιαίο μισθό. 2) Στην κυρίως εξέτασή της η Ενάγουσα υποστήριξε ότι το Φεβρουάριο του 2003 συμφωνήθηκε ότι η ίδια θα έπαιρνε από το Μάρτιο του 2003 και για κάθε επόμενο μήνα το ποσό των £240.-, για να διευκρινίσει, στην αντεξέτασή της, ότι το ποσό αυτό θα το έπαιρνε από τα κέρδη της επιχείρησης, καθώς όπως ισχυρίσθηκε, η επιχείρηση είχε πάντα κέρδη. Η Ενάγουσα, στην αντεξέτασή της, ισχυρίσθηκε περαιτέρω, σε σχέση με το ίδιο ζήτημα, ότι συμφωνήθηκε ότι εάν τα κέρδη της επιχείρησης ήταν περισσότερα αυτή θα εξακολουθούσε να παίρνει το ποσό των £240.- μηνιαίως, ενώ στην περίπτωση που δεν υπήρχε κέρδος συμφωνήθηκε ότι θα την έπαιρνε τηλέφωνο η Εναγόμενη και θα έπρατταν ανάλογα. Στη συνέχεια της αντεξέτασής της η Ενάγουσα διαφοροποίησε τους πιο πάνω ισχυρισμούς της, καθώς υποστήριξε, ότι η συμφωνία της με την Εναγόμενη ήταν ότι το ποσό των £240.- θα το έπαιρνε ανεξαρτήτως των κερδών της επιχείρησης, επιμένοντας στο συγκεκριμένο ισχυρισμό και κατά την επανεξέτασή της. Στην παρ. 12 της έκθεσης απαίτησης η δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας είναι ότι «συνεφωνήθη μεταξύ των διαδίκων ότι η Εναγομένη από τα έσοδα της συνεταιρικής εκμεταλλεύσεως του εν λόγω ανθοπωλείου θα κατέβαλλε κάθε μήνα εις την Ενάγουσα το ποσόν των Λ.Κ.240, αρχής γενομένης από τον μήνα Μάρτιο 2003 και ούτω καθ' εξής για κάθε επόμενο μήνα, ποσό το οποίο η Εναγομένη κατέβαλλε εις την Ενάγουσα μέχρι και τον μήνα Ιούνιο 2004». Είναι προφανής πιστεύω από τα όσα καταγράφονται ανωτέρω, τόσο η διάσταση και αναντιστοιχία μεταξύ των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας και των όσων υποστήριξε στο Δικαστήριο, όσο και η αντιφατικότητα των ισχυρισμών, που διατύπωσε στην ένορκη μαρτυρία της, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. 3) Στην παρ. 20 της έκθεσης απαίτησης δικογραφείται ότι «η Ενάγουσα εκάλεσε επανειλημμένως την Εναγομένη όπως της δώσει λογαριασμούς δια την ως άνω επιχείρηση, πλην όμως αυτή αρνήθηκε και/ή αμέλησε και/ή παρέλειψε να πράξει τούτο μέχρι σήμερα». Πέραν του ότι η Ενάγουσα στη μαρτυρία της, σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, το μόνο που έκανε ήταν να επαναλάβει ουσιαστικά τον πιο πάνω γενικό και αόριστο ισχυρισμό της, χωρίς να προσδιορίσει, ούτε αριθμητικά, ούτε χρονικά, αυτές της τις ενέργειες, αφήνοντας το συγκεκριμένο ζήτημα να αιωρείται, κατά τρόπο γενικό και αόριστο, δεν έδωσε και καμιά εξήγηση για ποιο λόγο, ενόψει της ισχυριζόμενης άρνησης της αδελφής της, δεν αποτάθηκε στο πλέον αρμόδιο πρόσωπο, δηλ. στο λογιστή της επιχείρησης (Μ.Ε.3), τον οποίο ούτως ή άλλως κάλεσε στο Δικαστήριο ως μάρτυρα. Μήπως διότι φοβόταν ή ήξερε ότι ο Μ.Ε.3 θα της έλεγε αυτό που είπε και στο Δικαστήριο και προφανώς δεν θα ενίσχυε την υπόθεσή της, ότι δηλ. η επιχείρηση από τον Αύγουστο του 2001 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2004 είχε συνολικές ζημιές ύψους £3.037.-; Από την ενώπιόν μου μαρτυρία δεν προκύπτει, είτε καταφατική, είτε αρνητική απάντηση, στα πιο πάνω εύλογα ερωτήματα. Εκείνο που, κατά την ταπεινή μου κρίση, προκύπτει είναι ότι το παράπονο της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη αρνήθηκε επανειλημμένως να ανταποκριθεί στις προσκλήσεις της να της γνωστοποιήσει τους λογαριασμούς της επιχείρησης έχει παραμείνει όχι απλά ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός, αλλά δεν συνάδει και με την κοινή λογική, με την έννοια ότι θα αντιλαμβανόμουν λογικά την άρνηση κάποιου να αποκρύψει τους λογαριασμούς μιας επιχείρησης όταν αυτή έχει κέρδη και μάλιστα σημαντικά κέρδη, τα οποία καρπούται για ίδιον όφελος και σε βάρος της επιχείρησης, όχι όμως στην περίπτωση, όπως στην προκείμενη, όπου η επιχείρηση δεν είχε κέρδη, αλλά ζημιές. 4) Η Ενάγουσα, στην αντεξέτασή της, αρνήθηκε ότι η ίδια πήρε από την επιχείρηση το συνολικό ποσό των £20.000.- και η Εναγόμενη το συνολικό ποσό των £6.000.-, ισχυριζόμενη ότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα υπήρχε διαμάχη μεταξύ τους. Ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο η Ενάγουσα ισχυρίσθηκε τα ανωτέρω, ενόψει του ότι, λογικά, πρέπει να γνώριζε, ότι ο Μ.Ε.3, που η ίδια κάλεσε στο Δικαστήριο, θα ανέφερε, σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Εναγόμενης, ότι από την επιχείρηση πήγε στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των £20.512.- και στην Εναγόμενη το συνολικό ποσό των £6.868.- Η μόνη λογική εξήγηση στην οποία μπορώ να καταλήξω είναι ότι αυτή είχε την εσφαλμένη αντίληψη ότι ο Μ.Ε.3 δεν θα έλεγε την αλήθεια, αλλά θα επιβεβαίωνε τους δικούς της αναληθείς ισχυρισμούς. Για τους λόγους, που έχω προσπαθήσει να εξηγήσω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Ε.
- Η μαρτυρία της Μ.Ε.2 δεν συνεισφέρει καθόλου στην επίλυση των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης, κατ' επιλογή του ευπαίδευτου δικηγόρου της Ενάγουσας, ενόψει του ότι δεν της υπέβαλε ουσιαστικά καμιά ερώτηση, που να σχετίζεται, είτε άμεσα, είτε, έμμεσα, με τα επίδικα ζητήματα. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.2 δεν χρήζει οποιασδήποτε αξιολόγησης. Οσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 και πιο συγκεκριμένα τα ουσιαστικότερα σημεία αυτής, ότι δηλ. η επιχείρηση από τον Αύγουστο του 2001 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2004 είχε συνολικές ζημιές ύψους £3.037.- και ότι από την επιχείρηση πήγε στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των £20.512.- και στην Εναγόμενη το συνολικό ποσό των £6.868.- τα αποδέχομαι ανεπιφύλακτα, όχι μόνο διότι είναι ισχυρισμοί ουσιαστικά αναντίλεκτοι, αλλά και διότι η πλευρά της Εναγόμενης, με σχετική δήλωση, έχει καταστήσει το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Ε.3 και δη τα συγκεκριμένα σημεία της, παραδεκτό γεγονός για την υπεράσπιση. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παρατηρήσω, με κάθε σεβασμό προς το πρόσωπο του ευπαίδευτου δικηγόρου της Ενάγουσας, ότι η προσπάθειά του, τόσο κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Ε.3, όσο και κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης, να ανατρέψει τις πιο πάνω θέσεις του Μ.Ε.3 και συνακόλουθα να πλήξει την αξιοπιστία του, δεν βοήθησε καθόλου την υπόθεση της Ενάγουσας. Από την άλλη η Εναγόμενη, στην ένορκη μαρτυρία της, μου έκανε πολλή καλή εντύπωση. Το σύνολο της μαρτυρίας της διαπνέεται από απλότητα, αμεσότητα και ειλικρίνεια. Πιστεύω ότι είπε στο Δικαστήριο όσα γνώριζε για την υπόθεση ανεπιτήδευτα και με εμφανή διάθεση να πει την αλήθεια και μόνο. Η εκδοχή της είναι ότι τον Ιούλιο του 1999 αποφάσισαν από κοινού με την αδελφή της (Ενάγουσα), με την οποία τότε είχαν πάρα πολύ καλές σχέσεις, να ανοίξουν από κοινού το επίδικο ανθοπωλείο. Η μόνη συμφωνία τους, ενόψει της αδελφικής τους σχέσης, ήταν ότι θα δούλευαν μαζί. Δεν έκαναν οποιαδήποτε άλλη συμφωνία. Τα αρχικά έξοδα λειτουργίας του ανθοπωλείου τα πλήρωσε ο πατέρας τους από το δικό της μερίδιο, καθώς στην Ενάγουσα είχε χτίσει σπίτι. Εκτοτε και μέχρι τον Ιανουάριο του 2002 οι δυο αδελφές εργάζονταν μαζί στην επιχείρηση. Τον Ιανουάριο του 2002 ο τότε φίλος της Ενάγουσας και σημερινός σύζυγός της απαίτησε να κρατά ο ίδιος και να ελέγχει τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης. Η ίδια αρνήθηκε και η Ενάγουσα, ακολουθώντας σχετική προτροπή του φίλου της, αποχώρησε από την επιχείρηση και εργοδοτήθηκε σε εταιρεία κομπιούτερ. Εκτοτε και μέχρι σήμερα η Ενάγουσα δουλεύει μόνη της στο ανθοπωλείο από τις 8 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ, συμπεριλαμβανομένων Σαββατοκύριακων. Μετά την αποχώρηση της Ενάγουσας από την επιχείρηση και μέχρι πριν από το 2004 η Ενάγουσα επικοινωνούσε τηλεφωνικά με την Εναγόμενη και της ζητούσε οικονομική βοήθεια. Προς το σκοπό αυτό η Εναγόμενη κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας από το Μάρτιο του 2003 μέχρι και τον Ιούνιο του 2004 το ποσό των £240.- το μήνα, για την πληρωμή του ενοικίου της αδελφής της, ύψους £200.- και για την πληρωμή του μηνιαίου ασφαλίστρου της στη Eurolife ύψους £36,45.-. Η Εναγόμενη σταμάτησε να καταθέτει αυτό το μηνιαίο ποσό όταν έμαθε ότι τα λεφτά δεν τα έπαιρνε η ίδια η Ενάγουσα. Η επίδικη επιχείρηση σήμερα δεν πάει καλά και η Εναγόμενη σκέφτεται να την πωλήσει. Ολους τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Εναγόμενης τους αποδέχομαι, υπό τη μορφή ευρημάτων του Δικαστηρίου σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και την επίλυση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, εκτός από τους ακόλουθους, που αντίκεινται στους δικογραφημένους στην έκθεση υπεράσπισης ισχυρισμούς της: Α) Τον ισχυρισμό της ότι τα αρχικά έξοδα λειτουργίας της επιχείρησης ήταν £6.000.- και ότι αυτό είναι το ποσό που πλήρωσε ο πατέρας τους (αντίκειται στην παρ. 5 της έκθεσης υπεράσπισης, όπου δικογραφείται ότι το ποσό αυτό είναι £9.900.-) και Β) Τον ισχυρισμό της ότι η Ενάγουσα και η Εναγόμενη εργάζονταν μαζί στην επιχείρηση μέχρι τον Ιανουάριο του 2002 και ότι από αυτή την ημερομηνία η Ενάγουσα εγκατέλειψε την επιχείρηση (αντίκειται στις παρ. 7 και 8 της έκθεσης υπεράσπισης, όπου, αφενός μεν δικογραφείται ότι «τον Οκτώβριο του 2000 η Ενάγουσα άρχισε να εργάζεται αλλού από το πρωί μέχρι τις 1:00 μ.μ. και εργαζόταν στο ανθοπωλείο μόνο για μερικές ώρες και η συνεισφορά της ήταν πολύ μικρή σε σχέση με τη συνεισφορά της εναγομένης», αφετέρου δε ότι «από τις αρχές του 2001 η ενάγουσα σταμάτησε να εργάζεται στο ανθοπωλείο και αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρηση του ανθοπωλείου»). Ως ακροτελεύτια σκέψη, σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εναγομένης, σημειώνω ότι η μαρτυρία της αντιπαρατίθεται ουσιαστικά, σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, με τη μαρτυρία της Ενάγουσας και ότι η αποδεικτική υπεροχή της έναντι αυτής είναι, ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας και των λόγων για τους οποίους η τελευταία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, καταφανής και αναμφισβήτητη. Συμπέρασμα Στη βάση των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, όπως έχουν προκύψει από την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσας μαρτυρίας, το μόνο ερώτημα που απομένει να απαντηθεί είναι εάν η Ενάγουσα δικαιούται τις δυο θεραπείες, στις οποίες έχει, με βάση την αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου της, περιορισθεί η απαίτησή της, δηλ. : Α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα είναι δικαιούχος κατά το ½ της επίδικης επιχείρησης και Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη να μην απαγορεύει στην Ενάγουσα να εισέρχεται, εκμεταλλεύεται, ελέγχει και εποπτεύει την επίδικη επιχείρηση μαζί με την Εναγομένη. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Δικαστήριο, για τους λόγους που έχουν καταγραφεί ανωτέρω, δεν έχει καταλήξει στον ακριβή χρόνο αποχώρησης της Ενάγουσας από την επιχείρηση, το κρίσιμο στοιχείο που έχει προκύψει από τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, σε σχέση με την απάντηση του ανωτέρω ερωτήματος, είναι ότι η Ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρηση. Παρενθετικά στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι και εάν ακόμη το Δικαστήριο δεχόταν, ως αξιόπιστη, τη μαρτυρία της Ενάγουσας, πάλι θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι αυτή αποχώρησε από την επιχείρηση, είτε σε μόνιμη, είτε σε προσωρινή βάση, το Φεβρουάριο του
- Θα πρόσθετα δε ότι και εάν γινόταν αποδεκτή η εκδοχή της Ενάγουσας για το λόγο καταβολής στην ίδια του μηνιαίου ποσού των £240.-, από το Μάρτιο του 2003 μέχρι και τον Ιούνιο του 2004, πάλι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε, με βάση το στοιχείο αυτό και μόνο, να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι μέχρι τον Ιούνιο του 2004 υφίστατο συνεταιρισμός μεταξύ των διαδίκων (βλ. σχετικά τις πρόνοιες του άρθρου 6 παρ. (γ)(i) του Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ. 116). Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της Εναγομένης, στην αγόρευσή του, εισηγήθηκε ότι από τη στιγμή που η Ενάγουσα σταμάτησε να διεξάγει οποιαδήποτε εργασία σε σχέση με το ανθοπωλείο, έπαυσε να υφίσταται μεταξύ των διαδίκων η σχέση που απαιτείται να υπάρχει για να υφίσταται συνεταιρισμός, όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 5
(1)του Κεφ. 116 και επομένως δεν δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες. Η ταπεινή μου άποψη είναι ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Εναγομένης ευσταθεί. Δεν πρέπει άλλωστε να διαφεύγει της προσοχής μας ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε, σύμφωνα και με την εκδοχή της Ενάγουσας, με μια ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία, δηλ. συνεταιρισμό, εντός της εννοίας του άρθρου 2 του Κεφ. 116, επομένως δεν τίθεται ζήτημα ενεργοποίησης των προνοιών του άρθρου 37 του Κεφ. 116 για τη διάλυσή του από το Δικαστήριο, με αίτηση οποιουδήποτε των συνεταίρων. Στην παρούσα περίπτωση η οικειοθελής αποχώρηση της Ενάγουσας, δίχως άλλο, σηματοδότησε και τον τερματισμό της μέχρι τότε υφιστάμενης σχέσης της με την Εναγόμενη, στη βάση της οποίας οι διάδικοι διεξήγαγαν από κοινού τις εργασίες της επίδικης επιχείρησης με σκοπό το κέρδος. Κατάληξη Καταληκτικά, με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, η αγωγή απορρίπτεται. Οσον αφορά τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: διεξαγωγή από κοινού των εργασιών επιχείρησης με σκοπό το κέρδος - άρθρα 2,5,6 και 37 Κεφ. 116 - μη δικογραφημένοι ισχυρισμοί δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο - αξιολόγηση μαρτυρίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο