← Κύπρος

Μηνά Κυπριανού Παπαδημήτρη ν. Ανδρέα Κωμοδρόμου, Αιτ / Εφ: 213/05, 29.5.08

Μηνά Κυπριανού Παπαδημήτρη ν. Ανδρέα Κωμοδρόμου, Αιτ / Εφ: 213/05, 29.5.08 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αιτ / Εφ: 213/05 Μεταξύ: Μηνά Κυπριανού Παπαδημήτρη, από την Πάφο Αιτητού / Εφεσείοντος και Ανδρέα Κωμοδρόμου, από την Πάφο Καθ' ου η αίτηση / Εφεσίβλητου ......................... Ημερομηνία: 29.5.08 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Ν. Κληρίδης (κ. Ν. Νικολάου για να ακούσει απόφαση) Για τον Καθ' ου η αίτηση: κα Μ. Κωνσταντινίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 27.3.08, η οποία υπεβλήθη εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας, ο Αιτητής εξαιτείται: «Α. Διάταγμα του Σεβ. Δικαστηρίου, με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος της αίτησης-έφεσης με την προσθήκη του Διευθυντού του Τμήματος Χωρομετρίας και Κτηματολογίου Πάφου ως καθ' ου η αίτηση 2 στην παρούσα αίτηση-έφεση. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίον να τροποποιείται η καταχώρηση εκ μέρους του αιτητού-εφεσείοντα επιπρόσθετης Ένορκης Δήλωσης από τον ειδικό εμπειρογνώμονα κον Γεώργιον Φαίδωνος. Γ. Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία». Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή εγκατέλειψε το αίτημα υπό παράγραφο Α της αίτησης και περιορίσθηκε μόνο στο αίτημα υπό παράγραφο Β. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.25, την Δ.48, θθ 1-4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, την Νομολογία, την γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκο δήλωση της κυρίας Ελένης Μηλιδώνη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του Αιτητή. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Οι λόγοι της Ένστασης εκτίθενται στο σώμα της Ένστασης, η δε Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της κυρίας Ευαγγελίας Μανώλη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του Καθ' ου η αίτηση. Η διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δεν ζήτησαν να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες και επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Ως πρώτος λόγος ένστασης προβάλλεται ότι η αίτηση στερείται νομικής βάσης. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση κατά την επιχειρηματολογία της επισήμανε στην προσοχή του Δικαστηρίου σχετική προς τον λόγο τούτο νομολογία. Όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η όλη δε επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή βασίσθηκε στις αρχές που έχουν διακηρυχθεί από την νομολογία αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο οι αρχές αυτές εφαρμόζονται και στην περίπτωση αιτήματος για πρόσθετη μαρτυρία, όπως είναι η υπό εξέταση περίπτωση. Δεν θα συμφωνήσω με την θέση που προβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή. Η Διάταξη 25 αναφέρεται σε τροποποίηση δικογράφων ή οπισθογράφησης κλητηρίου εντάλματος και σε διόρθωση γραμματικού λάθους. Συνεπώς, δεν έχει καμία σχέση με το αίτημα του Αιτητή για πρόσθετη μαρτυρία. Στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και άλλων

(1990)1 ΑΑΔ 965 αναφέρθηκε, ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου με αναφορά στο άρθρο ή τα άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Στην πιο πάνω υπόθεση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η απόφαση και το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa and Another v. Vassiliades
(1981)1 JSC
  1. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα, το οποίο παρατίθεται σε μετάφραση: «Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά εν' όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθους χαρακτήρα για τον λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί την σύνηθη οδό για την εκδίκαση μιας υπόθεσης. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασης τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση επιτακτικών προνοιών, όπως είναι οι πρόνοιες της Δ.48, θ.
  2. Δεν είναι τυχαίο που το νομικό υπόβαθρο μιας αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να συγκεκριμενοποιείται. Συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα θα πρέπει να καθορισθούν με ακρίβεια είτε αυτά είναι νομικά είτε πραγματικά ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος για την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς». Η σημασία της συμπερίληψης του ορθού νομικού βάθρου σε ενδιάμεση αίτηση τονίσθηκε από το Εφετείο και στην μεταγενέστερη υπόθεση Μάριος Κουλέρμος, ανήλικος διά του πλησιέστερου φίλου, πατρός και κηδεμόνος αυτού Ανδρέα Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου
(2000)1 ΑΑΔ 493. Στην πιο πάνω υπόθεση ο ενάγοντας, αφότου ξεκίνησε η δίκη, αποτάθηκε στο Δικαστήριο με αίτηση διά κλήσεως με την οποία ζητούσε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και έδωσε οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων. Ο ενάγοντας παρέλειψε να καταχωρήσει τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και κανείς εκ των διαδίκων δεν αποτάθηκε για επαναορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, αίτημα, το οποίο, σύμφωνα με τις εν λόγω οδηγίες, θα ακολουθούσε της καταχώρησης των τροποποιημένων δικογράφων. Η εναγόμενη, τότε, αποτάθηκε για απόρριψη της αγωγής. Η αίτησή της βασιζόταν, κατ' ουσία, (α) στα γεγονότα, τα οποία εμφαίνονταν στον φάκελο της υπόθεσης και (β) στο θεσμικό βάθρο που καθοριζόταν στην ίδια την αίτηση και το οποίο αποτελείτο, μεταξύ άλλων, από διάφορες θεσμικές διατάξεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση και απέρριψε την αγωγή. Το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ένας από τους λόγους στους οποίους το Εφετείο βάσισε την απόφασή του ήταν ότι με αναφορά σε ό,τι επί του σημείου τούτου αποφασίσθηκε στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και άλλων, που πιο πάνω αναφέρεται, καμία εκ των θεσμικών διατάξεων στις οποίες θεμελιώθηκε η αίτηση δεν παρείχαν έρεισμα στο αίτημα της εναγόμενης. Με την υπό κρίση αίτηση γίνεται, επίσης, επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 151 ειπώθηκε ότι: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από τον νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από την φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με τον όρο σύμφυτη. Η βασική εκδήλωση της εξουσίας είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη». Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1 ΑΑΔ 724 αναφέρθηκε, ότι: «Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από την φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών». (Βλέπε, επίσης, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1)
(1994)1 ΑΑΔ 109 και Sofocli v. Leonidou
(1988)1 CLR 584). Στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα
(2003)1 ΑΑΔ 1963 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον του εφεσείοντος-εναγόμενου για χρηματικό ποσό. Επίσης, ο εναγόμενος διατάχθηκε να δώσει λογαριασμό στον ενάγοντα για καθορισμένη περίοδο «σε ένα μήνα από σήμερα». Η απόφαση επιδόθηκε στον αντίδικο, πλην όμως ο λογαριασμός δεν δόθηκε. Ακολούθως καταχωρήθηκε αίτηση για παρακοή, η οποία απορρίφθηκε γιατί η συνταγμένη απόφαση δεν έφερε την οπισθογράφηση που ενημερώνει τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη σχετικά με τις συνέπειες της παρακοής και γιατί είχε παρέλθει η προθεσμία. Ο εφεσίβλητος - ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση ζητώντας διάταγμα για παράταση του χρόνου εντός του οποίου ο εναγόμενος να δώσει λογαριασμό. Συγκεκριμένα, ζητείτο χρόνος ενός μηνός από την ημερομηνία επίδοσης του οπισθογραφημένου διατάγματος. Η αίτηση βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 57, θεσμό 2. Εν τέλει εγκρίθηκε. Ο εφεσείοντας ακολούθως με αίτηση διά κλήσεως ζήτησε τον παραμερισμό του διατάγματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και ο εφεσείοντας καταχώρησε έφεση υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα δεν παραμέρισε το διάταγμα, για τον λόγο ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιου διατάγματος, αφού γι' αυτό δεν υπήρχε δικονομική διάταξη που να το επιτρέπει. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε, ότι η Διάταξη 57, θεσμός 2 δεν είχε εφαρμογή στην κριθείσα περίπτωση. Είχε, όμως, το Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία να παρατείνει τον χρόνο ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Bloomsbury and Marylebone County Court, ex parte Villerwest Ltd
(1975)1 All E R 897 το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε υπέρ των ιδιοκτητών και στην απουσία του ενοικιαστή διάταγμα κατοχής σε σχέση με ακίνητη περιουσία. Ακολούθησε αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος. Ο Δικαστής ενώπιον του οποίου ήχθη η αίτηση παραμέρισε το διάταγμα υπό τον όρο ο ενοικιαστής να πληρώσει στο Δικαστήριο ένα καθορισμένο ποσό εντός καθορισμένης προθεσμίας. Σε περίπτωση που το ποσό αυτό δεν πληρωνόταν εντός της προθεσμίας θα ίσχυε το αρχικό διάταγμα. Ο όρος δεν εκπληρώθηκε εντός της καθορισθείσας προθεσμίας και ο ενοικιαστής αιτήθηκε για παράταση του χρόνου πληρωμής του ποσού. Η παράταση δόθηκε από άλλο Δικαστή και οι ιδιοκτήτες αιτήθηκαν για την έκδοση διατάγματος τύπου certiorari που να ακυρώνει το τελευταίο διάταγμα. Το Δικαστήριο εξέδωσε το διάταγμα και ακύρωσε την απόφαση με την οποία είχε παραχωρηθεί η παράταση χρόνου. Ο ενοικιαστής εφεσίβαλε την απόφαση αυτή. To Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) αποφάσισε, ότι ο Δικαστής που ενέκρινε την παράταση χρόνου είχε σύμφυτη εξουσία να ενεργήσει όπως ενήργησε και επέτρεψε την έφεση. Ειπώθηκε, ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται από τις ρητές πρόνοιες των κανόνων πρακτικής και εφαρμόζεται ακόμα και όταν η αίτηση για παράταση του χρόνου γίνεται μετά την εκπνοή της προθεσμίας. Η εξουσία αυτή υπάρχει ώστε να δύναται το Δικαστήριο να ελέγχει την διαδικασία ενώπιόν του. Η υπό εξέταση περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική από την περίπτωση που εξετάσθηκε τόσο στην Αυξεντίου όσο και την Villerwest Ltd. Αν το Δικαστήριο αρνείτο να δεχθεί την εγκυρότητα της παράτασης, αναπόφευκτα, το διάταγμα του με το οποίο, στην μεν πρώτη, είχε διαταχθεί η υποβολή των λογαριασμών, στην δε δεύτερη, ο παραμερισμός του διατάγματος κατοχής, θα εξουδετερωνόταν. Και οι δύο περιπτώσεις ήταν, επομένως, κλασσικές περιπτώσεις όπου υπήρχε σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η ύπαρξή της ήταν αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου, ώστε να εφαρμοσθεί η απόφασή του. Διαφορετική κατάληξη θα καθιστούσε την απόφασή του και στις δύο περιπτώσεις άνευ σημασίας. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί, ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Δικαστήριο δικαίου. Το δε επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα θέλει την εξουσία αυτή να επεκτείνεται πέραν του ορίου για το οποίο αυτή υπάρχει και να αποτελεί πηγή εξουσίας πέραν από τον νόμο. Στην υπόθεση Ανδρέας Χαραλαμπίδης ν. Αλίκης Παναγιώτου (Μελωδία) Χαραλαμπίδου, που πιο πάνω αναφέρθηκε, τονίσθηκε, ότι οι εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν διευρύνουν την δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Στις ίδιες γραμμές ήταν και ό,τι επί του σημείου τούτου τονίσθηκε στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου κ.α., που, επίσης, πιο πάνω αναφέρθηκε. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία της εξουσίας αυτής στις ορθές διαστάσεις της έχουν τεθεί όρια και περιορισμοί. Τέλος, στην υπόθεση Πέτρος Αυξεντίου ν. Σάββα Σάββα, πιο πάνω, αναφέρθηκαν τα εξής ενδιαφέροντα: «. σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για την λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από τον νόμο και τους θεσμούς». Εν' όψει όλων των πιο πάνω το αίτημα κρίνεται ανυπόστατο και η εξέταση οποιωνδήποτε άλλων θεμάτων αχρείαστη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως υπόθεσης. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.