Ουλφέτ Εμίν ν. Στέλλας Μαρίας Σπανοπούλου, Αρ. Αγωγής: 1055/06, 4.6.2008 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2008:A42 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1055/06 Μεταξύ: Ουλφέτ Εμίν από Λευκωσία Ενάγοντος και Στέλλας Μαρίας Σπανοπούλου το γένος Ιωαννίδη από Λευκωσία Εναγομένης ---------------------- Ημερομηνία: 4.6.2008 Αίτηση ημερ. 11.4.08 για ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα Για Ενάγοντα-Αιτητή κ. Λ. Παπαφιλίππου με κ. Χρ. Θεοδώρου Για Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση κ. Δ. Παπαδόπουλος Αιτητής παρών Καθ΄ ης η Αίτηση παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής-Ενάγοντας με την παρούσα αγωγή διεκδικεί εναντίον της Εναγομένης το ήμιση της αξίας τεμαχίου γης που ευρίσκεται στην περιοχή του χωριού Πέγειας της επαρχίας Πάφου πλέον £17.500 που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα είχε δανείσει τον πατέρα της Εναγόμενης στις 20.8.1973 και προς τούτο συνεστήθη υπέρ του η υποθήκη Υ.636/73 επί του τεμαχίου που διεκδικεί το ήμιση της αξίας του. Στις 20.3.08 η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ζήτησε όμως αναβολή η Εναγόμενη με βάση τους λόγους που φαίνονται στο πρακτικό της πιο πάνω ημερομηνίας, η πλευρά του Ενάγοντα προέβαλε σφοδρότατη ένσταση για την αναβολή, το Δικαστήριο όμως αποφάσισε και ανέβαλε την υπόθεση δεχόμενο το αίτημα της Εναγομένης. Στις 11.4.08 ο Ενάγοντας κατεχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία μονομερώς ζητούσε εναντίον της Εναγομένης και εναντίον της θυγατέρας της Μαρίας-Χριστίνας Σπανοπούλου προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και στη θυγατέρα της να υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν ή αποξενώσουν το συγκεκριμένο τεμάχιο γης του οποίου ο Ενάγοντας διεκδικεί το ήμιση της αξίας του. Ταυτόχρονα ο Ενάγοντας κατέθεσε και αίτηση που να ακυρώνει τη μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου τεμαχίου που εγένετο επ΄ ονόματι της θυγατέρας της Εναγομένης Μαρίας-Χριστίνας Σπανοπούλου στις 26.9.07 βασιζόμενος στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο όπως τροποποιήθηκε, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, στον Περί Δολίων Μεταβιβάσεων Ακύρωσης Νόμο, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ιδία ημέρα κατεχώρησε και τρίτη αίτηση ο Αιτητής-Ενάγοντας με την οποία επιζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου όπως προστεθούν ως συνεναγόμενοι στην πιο πάνω αγωγή η Μαρία-Χριστίνα Σπανοπούλου (θυγατέρα της Εναγομένης), ο Υπουργός Εσωτερικών ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας τροποποιώντας ανάλογα τον τίτλο της παρούσας αγωγής. Επίσης με την ίδια αίτηση ζητά και διάφορες άλλες τροποποιήσεις της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος. Η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος τέθηκε αυθημερόν ενώπιον του Δικαστηρίου δηλαδή στις 11.4.08 και το Δικαστήριο αφού άκουσε τον συνήγορο του Αιτητή-Ενάγοντα και μελέτησε την αίτηση, την ένορκη δήλωση και τα επισυναφθέντα έγγραφα εξέδωσε μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα το οποίο ορίστη επιστρεπτέο στις 17.4.
- Η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη κατεχώρησε ένσταση στην παρούσα αίτηση με ένορκο δήλωση και στην οποία επισυνάπτοντο διάφορα έγγραφα. Η πλευρά του Αιτητή-Ενάγοντα εξασφάλισε διάταγμα παρουσίας της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης στο Δικαστήριο για αντεξέταση κατά την ημέρα της ακροαματικής διαδικασίας και αντεξέτασε την Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως της. Η εκδοχή του Αιτητή-Ενάγοντα όπως προκύπτει από τη δικογραφία αλλά κυρίως από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του για έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι ότι: «Ο Αιτητής-Ενάγοντας ήταν πολύ καλός φίλος του πατέρα της Εναγόμενης και συνάδελφοι (αμφότεροι ήταν Δικαστές της Κυπριακής Δημοκρατίας) και διατηρούσαν πολύ φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. Περί τον Ιούλιο του 1973 ο πατέρας της Εναγόμενης συμφώνησε με τον Αιτητή-Ενάγοντα όπως αγοράσουν κάποιο κτήμα στην Πέγεια και αργότερα αφού εξεύρουν αγοραστή και το πωλήσουν να διαμοιράσουν το κέρδος. Επειδή ο πατέρας της Εναγόμενης δεν είχε χρήματα ζήτησε από τον Αιτητή-Ενάγοντα να πληρώσει ολόκληρο το ποσό της αγοράς που ήταν £17.500 και στο τέλος θα έπαιρνε πέραν του μεριδίου του κέρδους που θα είχαν και το πιο πάνω ποσό με τους τόκους του, πράγμα το οποίο ο Ενάγοντας έπραξε. Στις 20.8.1973 ο πατέρας της Εναγομένης για εξασφάλιση του Αιτητή-Ενάγοντα που πλήρωσε όλα τα χρήματα αγοράς του τεμαχίου συνέστησε την υποθήκη με αριθμό 636/73 υπέρ του Αιτητή-Ενάγοντα επί του κτήματος το οποίο είχε αγοραστεί από τον πατέρα της Εναγομένης με τα χρήματα που έδωσε ο Αιτητής-Ενάγοντας. Το 1979 η Εναγόμενη και η μητέρα της ζήτησαν από τον Αιτητή-Ενάγοντα όπως συγκατατεθεί και μεταβιβαστεί το κτήμα από τον πατέρα της Εναγόμενης στην Εναγόμενη βεβαρυμένο με την πιο πάνω υποθήκη λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο πατέρας της Εναγομένης και που σύμφωνα με ότι του είπαν η Εναγόμενη και η μητέρα της ο πατέρας της κινδύνευε να ξεπουλήσει όλη την περιουσία του. Ο Αιτητής-Ενάγοντας συγκατατέθηκε και μεταβιβάστηκε το ενυπόθηκο κτήμα στο όνομα της Εναγομένης βεβαρημένο πάντα με την πιο πάνω αναφερθείσα υποθήκη. Ο Αιτητής-Ενάγοντας κατά καιρούς και οσάκις μπορούσε να επικοινωνήσει με την Εναγόμενη και τη μητέρα της ζητούσε όπως πωλήσουν το κτήμα και διαμοιράσουν τα χρήματα που θα έπαιρναν και οι τελευταίες υπόσχοντο ότι θα το έπρατταν. Επειδή η Εναγόμενη τίποτε δεν έκαμνε για προώθηση πώλησης του επίδικου τεμαχίου ο Ενάγοντας κίνησε την παρούσα αγωγή.» Σύμφωνα και πάντοτε με τους ισχυρισμούς του Αιτητή-Ενάγοντα στις 20.3.08 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και ανεβλήθη κατόπιν αιτήματος της πλευράς της Εναγομένης η πλευρά του Ενάγοντα διαπίστωσε ότι στις 26.9.07 η Εναγόμενη αφού κατέβαλε στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών το ποσό των £17.500 με το οποίο ήταν βεβαρημένο το επίδικο κτήμα με την υποθήκη 636/73 πλέον τους τόκους της επετράπη και μεταβίβασε το επίδικο κτήμα στην θυγατέρα της Μαρία-Χριστίνα Σπανοπούλου. Είναι ο ισχυρισμός του Αιτητή-Ενάγοντα ότι η μεταβίβαση αυτή ήταν δόλια και σκοπό είχε να εξαληφθεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής και ότι η Εναγόμενη εκμεταλλευόμενη τη θέση της (εργάζεται ως δικηγόρος της Δημοκρατίας στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα) έπεισε τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών να δώσουν την πιο πάνω συγκατάθεση αποκρύπτοντας την ύπαρξη της παρούσας αγωγής και τις αντίστοιχες απαιτήσεις του Αιτητή-Ενάγοντα, και με περαιτέρω σκοπό βέβαια να αποφύγει τις συνέπειες τυχόν απόφασης εναντίον της στην παρούσα αγωγή. Είναι επίσης ο ισχυρισμός του Αιτητή-Ενάγοντα ότι εάν δεν συνεχίσει να είναι σε ισχύ το διάταγμα το κτήμα λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς της Εναγομένης ανά πάσα στιγμή είναι δυνατό να πωληθεί, υποθηκευθεί, δεσμευθεί ή αποξενωθεί με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να παραμείνει χωρίς αντικείμενο και να μην μπορεί ο Αιτητής-Ενάγοντας να αποζημιωθεί στο τέλος της ημέρας. Τέλος είναι ο ισχυρισμός του Αιτητή-Ενάγοντα ότι η αξία του επίδικου κτήματος σύμφωνα με έκθεση ειδικού εκτιμητή ανέρχεται σε 8 εκατομμύρια ευρώ. Η εκδοχή της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης όπως φαίνεται από τη δικογραφία, το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της και της αντεξέτασης στην οποία υπεβλήθη είναι ότι: «Πράγματι ο αποβιώσας πατέρας της και ο Αιτητής-Ενάγοντας ήταν πολύ καλοί φίλοι για πάρα πολλά χρόνια και διατηρούσαν στενές φιλικές και οικογενειακές σχέσεις. Ζήτησαν την συγκατάθεση του Αιτητή-Ενάγοντα σαν ενυπόθηκου δανειστή για να μεταβιβαστεί το κτήμα επ΄ ονόματι της λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο αποβιώσας πατέρας της και που εξαιτίας αυτών των προβλημάτων κινδύνευε να αποξενώσει και/ή απωλέσει όλη την περιουσία του. Είναι η σταθερή της θέση και ισχυρισμός της ότι ουδεμία σχέση έχει ο Αιτητής-Ενάγοντας με την αγορά του επίδικου κτήματος που έκαμε ο πατέρας της και που σύμφωνα με τα έγγραφα που έχει επισυνάψει αγόρασε την περιουσία αυτή το 1972 για £7.500 και ενεγράφη επ΄ ονόματι του. Είναι επίσης ο σταθερός ισχυρισμός της ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ζήτησε δάνειο από τον Αιτητή-Ενάγοντα και φίλο του και πράγματι τον δάνεισε το ποσό των £17.500 το οποίο ουδέποτε αρνήθηκε να επιστρέψει μετά των τόκων του και για να αισθάνεται ο Αιτητής-Ενάγοντας εξασφαλισμένος συνέστησε και την υποθήκη 636/73 υπέρ του. Ουδέποτε υπήρξε τέτοια συμφωνία μεταξύ του αποβιώσαντα πατέρα της και Αιτητή-Ενάγοντα ότι δηλαδή το κτήμα θα αγοράζετο συνεταιρικά και αργότερα θα πωλείτο και θα διαμοίραζαν το κέρδος αφού προηγουμένως θα εξοφλείτο το ποσό των £17.
- Είναι επίσης ο ισχυρισμός της ότι ουδέποτε η ίδια ή η μητέρα της ανεγνώρισε ενώπιον οποιουδήποτε τέτοια συμφωνία που επικαλείται ο Αιτητής-Ενάγοντας. Το επίδικο κτήμα το μεταβίβασε ως είχε δικαίωμα στη θυγατέρα της στις 26.9.07, όπως είπε διά να εξασφαλίσει οικονομικά τη θυγατέρα της και διότι πρόκειται να τελέσει το γάμο της. Πιστεύει ότι πολύ ορθά έπραξε ζητώντας την συγκατάθεση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών επειδή το κτήμα ήταν βεβαρημένο με υποθήκη υπέρ του Αιτητή-Ενάγοντα που είναι Τουρκοκύπριος και για να ευδοκιμήσει η μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα της θυγατέρας της κατέθεσε το ποσό του δανείου των £17.500 πλέον τόκους στο Κηδεμόνα. Η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη αρνήθηκε ότι δεν αποκαλύπτει τις πηγές των πληροφοριών της αναφέροντας ότι τα όσα εκθέτει ευρίσκοντο στην προσωπική της γνώση ή τα πληροφορήθηκε από τους γονείς της. Ήταν ακόμη η θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι όσα εκθέτει ο Αιτητής-Ενάγοντας είναι αναληθή και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι ο Αιτητής μπορεί να λέγει ότι θέλει. Σε σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθησαν η Καθ΄ ης η Αίτηση αναφέρθηκε και σε κάποιο διπλανό κτήμα του επίδικου που τιτλοποιήθηκε επ΄ ονόματι του πατέρα της στις 9.10.72 ενώ το επίδικο ενεγράφη στις 8.8.73 αναφέροντας επίσης ότι το διπλανό κτήμα δεν αγοράστηκε από τον ίδιο πωλητή. Στη συνέχεια η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη ανάφερε ότι από το 1979 και εντεύθεν οποιεσδήποτε συζητήσεις έγιναν με τον Αιτητή ήταν για κατοχύρωση του ποσού που δάνεισε τον πατέρα της. Η αγωνία που είχε ο Αιτητής ήταν ότι με την πάροδο του χρόνου οι τόκοι θα εξισώνονταν με την υποθήκη και δεν θα δικαιούτο οτιδήποτε πέραν αυτού. Ο Αιτητής ουδέποτε έθεσε θέμα για το ήμιση του κτήματος. Αυτή την ιστορία ο Αιτητής την δημιούργησε το
- Με τον κ. Μελισσά συναντήθηκε το 1988 όταν τη φώναξε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας κ. Λουκαίδης και της είπε ότι χρωστά κάποια χρήματα. Ο κ. Μελισσάς το μόνο που ήγειρε ήταν το θέμα του χρέους και αυτή απάντησε ότι «όταν μπορέσω θα του τα πληρώσω». Το 1979 έγινε συνάντηση της ιδίας, της μητέρας της, του συζύγου της, ενός πιστοποιούντος υπαλλήλου και του Αιτητή με σκοπό να δώσει συγκατάθεση ο Αιτητής σαν ανυπόθηκος δανειστής που ήταν να μεταβιβαστεί το κτήμα στο όνομα της. Η Καθ΄ ης η Αίτηση πρόσθεσε ότι παρά το γεγονός ότι την πλησιάζουν πολλοί για να αγοράσουν το επίδικο κτήμα η ίδια δεν γνωρίζει την αξία του, γνωρίζει όμως ότι είναι σε τουριστική περιοχή αλλά στερείται δρόμου, νερού και ηλεκτρισμού. Τα επιχειρήματα και οι αυθεντίες που προώθησαν οι δύο πλευρές προς το Δικαστήριο φαίνονται στα πρακτικά της υπόθεσης και δεν θα τα επαναλάβω. Η νομική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.1, 2, 3, 7, 11 και 12, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, ο Περί Δικαστηρίων Νόμος, αρ. 14/60, άρθρα 31 και 32, ο περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Αποφυγή) Νόμος, Κεφ. 62, άρθρα 2, 3, 4 και 5, οι αρχές του δικαίου της επιείκειας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα είναι πάρα πολύ γνωστές και μπορεί να συνοψισθούν στα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που προβλέπονται για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων είναι (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και (γ) εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλέπε υπόθεση (Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557). Για να ικανοποιηθεί η πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό αν αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Για να ικανοποιηθεί η δεύτερη προϋπόθεση, αυτή δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί με βάση τα γεγονότα που τέθησαν ενώπιον του ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ενάγουσας στην αγωγή. Ο βαθμός ικανοποίησης του Δικαστηρίου για αυτό το θέμα αν και μεγαλύτερος από απλή πιθανότητα εντούτοις δεν ισοδυναμεί με το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 συναρτάται και εξαρτάται από τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω) το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα σε αυτά τα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής. Όσο πιο απομακρυσμένη φαίνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει με γνώμονα το τι είναι δίκαιο και πρόσφορο έχοντας πάντοτε υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης αν πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να το διατηρήσει σε ισχύ. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει διατάγματα για την προστασία περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας ή και μέχρι την εκτέλεση της απόφασης. Περαιτέρω σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6 η Αιτήτρια-Ενάγουσα θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιονδήποτε τρίτο είναι πιθανόν να εμποδισθεί στο να πετύχει ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης υπέρ της. Στην υπόθεση Lakatamitis v. Θεοδώρου
(1983)1 A.A.Δ. 520 αποφασίστηκε πως, διάταγμα που προβλέπεται από το άρθρο 5 μπορεί να εκδοθεί και δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται και από τα δύο άρθρα στο βαθμό που διαφέρουν. Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑBP Holdings Ltd. v. Ανδρέα Κιταλίδη κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, το Δικαστήριο τόνισε ότι τα άρθρα 4 και 5 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται χωρίς να αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές θα πρέπει να εξετάσω και αποφασίσω στην παρούσα υπόθεση, αν θα συνεχίσει να ισχύει ή όχι το προσωρινό διάταγμα που εξεδόθη μονομερώς, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το Δικαστήριο εκδικάζοντας τέτοια αίτηση θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης. Η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης εναπόκειται στο Δικαστήριο που θα ακούσει την υπόθεση και θα αποφανθεί για την ουσία της. (Βλέπε υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R.263, Άκης Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Consulats Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Στις πιο πάνω υποθέσεις τονίσθηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που απαιτείται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας της ύπαρξης του. Στην παρούσα υπόθεση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι τα ακόλουθα: Η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη κατέστη ιδιοκτήτρια του επιδίκου κτήματος το 1979 κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του Αιτητή-Ενάγοντα που ήταν ενυπόθηκος δανειστής του πατέρα της Εναγόμενης. Τον Σεπτέμβριο του 2007 ενώ εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη μεταβίβασε το επίδικο κτήμα στη θυγατέρα της Μαρία Χριστίνα Σπανοπούλου. Η Μαρία Χριστίνα Σπανοπούλου θυγατέρα της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης δεν είναι μέρος στην παρούσα διαδικασία, εκκρεμεί όμως αίτηση ημερ. 11.4.08 για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της οπισθογράφησης ούτως ώστε η θυγατέρα της Καθ΄ ης η Αίτηση να προστεθεί σαν Εναγόμενη. Η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη για να προωθήσει την μεταβίβαση του επιδίκου κτήματος στο όνομα της θυγατέρας της κατέθεσε στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών το ποσό των £17.500 πλέον τόκους και ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών εξάλειψε την υποθήκη με την οποία εβαρύνετο το κτήμα και εξασφάλιζε το λαβείν του Αιτητή-Ενάγοντα. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη προωθώντας τη διαδικασία τιτλοποίησης του κτήματος επ΄ ονόματι της θυγατέρας της δεν ενημέρωσε τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για την παρούσα αγωγή που εκκρεμούσε στο Δικαστήριο. Όλα τα υπόλοιπα θέματα στα οποία αναφέρθησαν οι διάδικοι είναι αμφισβητούμενα γεγονότα και αποτελούν την ουσία της παρούσας υπόθεσης. Το θέμα που πρέπει να αποφασιστεί είναι αν δικαιούται ο Αιτητής-Ενάγοντας να εξασφαλίσει διάταγμα τέτοιας φύσεως εναντίον τρίτου προσώπου που δεν αποτελεί μέρος της διαδικασίας, εναντίον δηλαδή της θυγατέρας της Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία κατέστη ιδιοκτήτρια του επίδικου τεμαχίου το Σεπτέμβριο του 2007 και ενώ εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή. Το θέμα θα ήταν πολύ απλό αν η θυγατέρα της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης και τωρινή ιδιοκτήτρια του κτήματος ήταν μέρος της διαδικασίας, διότι βρίσκω ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που απαιτεί ο Νόμος για έκδοση τέτοιου διατάγματος. Το θέμα περιπλέκεται από το πιο πάνω γεγονός. Ήταν η θέση της πλευράς του Αιτητή ότι μπορεί να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα εναντίον του τρίτου προσώπου προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η μεταβίβαση ήταν δόλια, η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση λειτούργησε κακόπιστα για να εξουδετερώσει το αντικείμενο της αγωγής και ο Αιτητής εν πάση περιπτώσει πρέπει να προστατευθεί. Αντίθετη βέβαια ήταν η επιχειρηματολογία της πλευράς της Καθ΄ ης η Αίτηση, η οποία ανάφερε ότι τέτοια διατάγματα μπορούν να εκδοθούν εναντίον τρίτου προσώπου που δεν είναι μέρος της διαδικασίας όταν είναι διατάγματα τύπου Mareva και ότι η μεταβίβαση που έγινε σύμφωνα με το Νόμο δεν μπορεί να κριθεί δόλια διότι οι πρόνοιες του Νόμου καθορίζουν ότι, κρίνεται μια μεταβίβαση σαν δόλια όταν γίνεται από εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη και όχι από οποιονδήποτε άλλο. Θα πρέπει να πω εξαρχής ότι το αντικείμενο της παρούσας αίτησης δεν είναι να κριθεί αν η γενόμενη μεταβίβαση ήταν δόλια ή όχι αλλά αν νομιμοποιείται ο Αιτητής σύμφωνα με το Νόμο να εξασφαλίσει το προσωρινό διάταγμα που ζητά με την αίτηση του εναντίον προσώπου που δεν είναι μέρος στη διαδικασία. Γι΄ αυτό το λόγο το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με το θέμα αν η γενόμενη μεταβίβαση ήταν δόλια ή όχι διότι προς τούτο υπάρχει ήδη καταχωρημένη αίτηση του Αιτητή με την οποία ζητά να κηρυχθεί η μεταβίβαση σαν δόλια και είναι θέμα εκδίκασης αυτής της αίτησης. Το μοναδικό θέμα που θα προσπαθήσει το Δικαστήριο να επιλύσει είναι αν μπορεί να εκδοθεί αυτό το διάταγμα που θα επηρεάζει τρίτο πρόσωπο εκτός της διαδικασίας. Έχω με μεγάλη προσοχή μελετήσει τα όσα ενώπιον μου τέθησαν και ιδιαίτερα τα επιχειρήματα και τις νομικές αυθεντίες που τα μέρη προώθησαν για να υποστηρίξουν τη θέση τους. Θα πρέπει να πω ότι συμφωνώ με την πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης ότι περιοριστικό διάταγμα της μορφής που υπάρχει ενώπιον μου δεν μπορεί να εκδοθεί εναντίον τρίτου προσώπου που δεν είναι μέρος της αγωγής. Εναντίον τρίτου προσώπου μπορεί να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις όταν είναι τύπου Mareva. Στο σύγγραμμα The Mareva Injunction and Anton Piller Order, 2η έκδοση των R. N. Ough, W. Flenley, στη σελ. 12 αναφέροντα τα εξής: «In general, the assets must be in the legal or beneficial ownership of the defendant, although the court may be willing to infer ownership in an exceptional case where there is a strong evidential basis, for the inference, and it is necessary to do so to protect the plaintiff. The court should not extend an injunction to cover assets which appear on their face to belong to a third party unless it has good reason to suppose that in truth the assets belong to the defendant. If the injunction is extended to cover there assets, the order should contain an undertaking in damages to protect the third party, and the third party should be served with a copy of the order. Where either the defendant or a third party asserts that assets covered by the injunction are not the defendant´s, the court may remove them from the scope of the injunction if it accepts the assertion. It is not, however, bound to accept the assertion without more. It may choose to do so; on the other hand, it may choose to determine the question of ownership as a preliminary issue. These principles are stated in the judgment of Lloyd LJ in SCF Finance Co Ltd v. Masri
(1985)1 WLR 876 at 884, CA...". (Βλ. επίσης το σύγγραμμα Commercial Litigation: Pre-Emptive Remedies, 4η Έκδοση των Iain S. Goldrein και Jacob παρ. Α2-150-153). Παρόλο ότι στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος και παρόλο ότι μονομερώς δόθη τέτοιο διάταγμα είμαι της άποψης ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι σε ισχύ, παρά το γεγονός ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη αποξένωσε το επίδικο κτήμα εκκρεμούσης της αγωγής και παρά το γεγονός ότι δεν ενημέρωσε τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για το γεγονός της ύπαρξης της παρούσας αγωγής δείχνοντας κατά την άποψη μου κακή πίστη με τις πιο πάνω ενέργειες της. Το τρίτο πρόσωπο, θυγατέρα της Καθ΄ ης η Αίτηση και τωρινή ιδιοκτήτρια του κτήματος δεν μπορεί κατά την άποψη μου να περιοριστεί στην άσκηση των δικαιωμάτων της που απορρέουν από το δικαίωμα ιδιοκτησίας της παρά το γεγονός ότι κατέστη ιδιοκτήτρια με βάση τα πιο πάνω γεγονότα. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται. Αναφορικά με τα έξοδα αυτής της αίτησης θα πρέπει να πω ότι ο Αιτητής-Ενάγοντας καταχωρώντας την αγωγή του ορθά δεν ζήτησε οποιοδήποτε διάταγμα εφόσον το επίδικο κτήμα ήταν υποθηκευμένο υπέρ του, και λογικά δεν μπορούσε η Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη να αποξενωθεί της ιδιοκτησίας του κτήματος. Με την εξέλιξη όμως των πιο πάνω γεγονότων ο Αιτητής αναγκάστηκε να προβεί σε αυτό το διάβημα εξαιτίας της συμπεριφοράς της Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενης. Γι΄ αυτό το λόγο και παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής απέτυχε στο διάβημα του το Δικαστήριο δεν θα τον καταδικάσει στα έξοδα και διατάσσει όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ....................................................... Φ. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο